Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Blum. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Blum. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

Annie Lacroix-Riz—Λεόν Μπλουμ (I)

Λεόν Μπλουμ και η πρακτική τής εξουσίας (I) — Annie Lacroix-Riz [pdf]
Πηγή: Waltendegewalt

Ο Λεόν Μπλουμ, εικονική μορφή τού SFIO[i] και τού διάδοχου σχήματός του, τού σοσιαλιστικού κόμματος, ανήκει στο στρατόπεδο τής αλλαγής ή σε αυτό τού κοινωνικοοικονομικού και πολιτικού κατεστημένου; [Κατά πόσο ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα η αντίληψη που τον θέλει] «πολιτικό τής ανατροπής», που υποχρεώθηκε να παραιτηθεί από τον στόχο τής «κατάκτησης τής εξουσίας» κάτω από την πίεση αντίπαλων δυνάμεων και να αρκεστεί απλώς στη «νομή τής εξουσίας»; Ο Λεόν Μπλουμ, καλλιεργημένο μέλος τής μεσοαστικής τάξης, συγκαταλέχθηκε στις τάξεις τής αριστεράς, όταν συμπαρατάχθηκε με τους υποστηρικτές τού Ντρέιφους. Η στάση του την περίοδο μετά το 1914 τον κατέταξε στη δεξιά πτέρυγα τής αριστεράς, στην «αριστερά» τής Ιερής Ένωσης, θέση που διατήρησε επάξια και κατά την μεταπολεμική περίοδο. Τον Δεκέμβριο τού 1920, ανέλαβε να γίνει ο ενσαρκωτής τής «παλιάς σχολής» σοσιαλδημοκρατίας, που ήταν πλήρως αντίθετη προς το εγχείρημα των μπολσεβίκων, τους οποίους ο ίδιος δεν έπαψε σε όλη του τη ζωή να αντιμετωπίζει με εχθρότητα — εχθρότητα που, όπως ισχυρίζονται οι βιογράφοι του, μεταξύ των οποίων και ο Ίλαν Γκράιλσαμερ, πήγαζε από έναν «κριτικό προβληματισμό ηθικού χαρακτήρα». Η νοοτροπία του αυτή χρωμάτισε και την μεταγενέστερη πορεία του, όταν ανέλαβε την πολιτική διεύθυνση τής εφημερίδας τού SFIO, Le Populaire, θέση που του εμπιστεύθηκε το κόμμα μετά τη διάσπαση, μετατρέποντάς την έτσι σε βήμα διακίνησης αντιμπολσεβίκικων ιδεών. Απόδειξη τής ίδιας νοοτροπίας ήταν και η διάκριση που εισήγαγε το 1926 μεταξύ «κατάληψης» και «νομής» τής εξουσίας — αναβίωση με νέους όρους τής παλιάς διαμάχης μεταξύ «επανάστασης» και «αφοσίωσης στο καπιταλιστικό σύστημα» — όπως επίσης και η μεταγενέστερη υποστήριξή του στο εγχείρημα τής «κρατικής μεταρρύθμισης» σε πλήρη εναρμόνιση με τις επιδιώξεις εκείνων που κρατούσαν τα ηνία τής γαλλικής οικονομίας και κοινωνίας.[1] Ανεξάρτητα από τους κραδασμούς και τις κρίσεις που σημάδεψαν τη ζωή τής σοβιετικής Ρωσίας (και κατόπιν τής ΕΣΣΔ), το αντιμπολσεβίκικο πάθος του δεν περίμενε τον θρίαμβο τού Στάλιν για να εκδηλωθεί.

Παρ’ όλ’ αυτά, μετατράπηκε σε σύμβολο τής αριστεράς, όταν, έχοντας αναδειχθεί στις εκλογές τού ’36 επικεφαλής τού γαλλικού κράτους και ερχόμενος αντιμέτωπος με τις μεγαλύτερες εργατικές απεργίες στην ιστορία τής Γαλλίας, υποχρεώθηκε να αναγνωρίσει τα αιτήματα των εργαζομένων και να προβεί σε κοινωνικές παραχωρήσεις ανάλογες με την έκταση των κινητοποιήσεων. Εκτός απ’ αυτή τη «θετική» ένδειξη, δύο τουλάχιστον «αρνητικές» ενδείξεις τον κατατάσσουν στο στρατόπεδο τής αριστεράς. 1° Αποτέλεσε το αντικείμενο τού ανοιχτού και παθολογικού μίσους μιας αποχαλινωμένης δεξιάς, η οποία, κατά τη δεκαετία τού 1930, απέρριψε την κληρονομιά τού Διαφωτισμού και μεταπήδησε στο άρμα ενός λυσσαλέου αντισημιτισμού: ο δημόσιος διασυρμός «τού εβραίου Μπλουμ» αρκούσε για να αποδείξει ότι δεν ανήκε στο στρατόπεδο των ισχυρών. Η εξαιρετική βιαιότητα τής αντισημιτικής επίθεσης τής οποίας έγινε στόχος διέλυσε τις όποιες υποψίες περί «μετριοπάθειας» που προκάλεσαν οι πολιτικές του επιλογές από τις αρχές ήδη τού 20ού αιώνα. Αφότου μάλιστα η δεξιά, σύμπασα, εξίσωσε τη συμφωνία τής Ματινιόν με τον «κόκκινο κίνδυνο», η κατηγορία τής υπόθαλψης των ταραχών ήρθε να προσθέσει την τελική πινελιά στο πορτραίτο τού «ριζοσπάστη» Μπλουμ. 2° Παρά το γεγονός ότι έχει καθιερωθεί στην κοινή συνείδηση ως ο κατεξοχήν εκφραστής τού κοινωνικού προοδευτισμού τής διετίας 1936-1937, ωστόσο, είτε πρόκειται για το δημόσιο είτε για τον ιδιωτικό του βίο, η περίοδος τής πρώτης θητείας του ως επικεφαλής τού υπουργικού συμβουλίου, όπως εξάλλου και αυτή τής διετίας 1946-1947, δεν συνδέθηκε με κανένα θετικό επίτευγμα στο πεδίο τής αντιφασιστικής ή τής εν γένει αριστερής πολιτικής. Ο ίδιος ωστόσο κατέβαλε ιδιαίτερη προσπάθεια προκειμένου να κατασκευάσει για τον εαυτό του το πορτραίτο ενός κατατρεγμένου πολιτικού τής αριστεράς που υποχρεώθηκε κάτω από την πίεση εξαιρετικά αντίξοων συνθηκών να απαρνηθεί τις ειλικρινείς δεσμεύσεις του για βαθιές μεταρρυθμίσεις, όπως επίσης και τη διεθνιστική του ιδεολογία: — ανήμπορος, καταβεβλημένος, συντετριμμένος από τις ενοχές του για το γεγονός ότι υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει στη μοίρα της τη δημοκρατική Ισπανία, αλλά και για το ότι είδε με «κρυφή ανακούφιση» να επιφυλάσσεται η ίδια μοίρα στην Τσεχοσλοβακία· αναγκασμένος εκ των πραγμάτων να επιλέξει, κατά τη μεταπολεμική περίοδο, έναν «τρίτο δρόμο» ανάμεσα στα δύο αντικρουόμενα μοντέλα τού αμερικανικού καπιταλισμού και τού σοβιετικού ολοκληρωτισμού, ή ακόμα να προτείνει στους εργαζόμενους να συμβιβαστούν με τα σκληρά μέτρα τής μεταπολεμικής ανασυγκρότησης, όπως άλλωστε έκανε και το 1937, όταν υπέκυψε ξανά στις πιέσεις προκειμένου να συναινέσει με τις προτάσεις τής τότε κυβέρνησης για «πάγωμα» των μεταρρυθμίσεων.