![]() |
| Γερμανοί και Αυστριακοί ανάπηροι του Πρώτου Παγκοσμίου κατά την επιστροφή στις πατρίδες τους (απ' το οπτικό υλικό που συνόδευσε την ομιλία) |
Ομιλία στον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου, 22/11/2013
Η ιστορία λέει πως Η όπερα της πεντάρας, στα γερμανικά Η Όπερα των τριών γροσιών, πήρε το όνομά της από τον φίλο του Μπέρτολτ Μπρεχτ, τον γερμανο-εβραίο συγγραφέα Λέον Φόιχτβανγκερ, καθώς ολοκληρώνονταν οι πρόβες. Ο τίτλος, που άρεσε αμέσως στον Μπρεχτ και τους άλλους συντελεστές της παράστασης, είναι βέβαια σαρκαστικός. Στο βαθμό που αυτοπαρουσιαζόταν ως “όπερα”, το έργο παρέπεμπε ειρωνικά σ’ ένα εμβληματικά αστικό είδος τέχνης, στολισμένο με πολυμελείς ορχήστρες, αστέρες των λυρικών σκηνών, λαμπρές σάλες και μεγαλοαστικά και αριστοκρατικά ακροατήρια· στην πράξη, παρουσίαζε ένα μείγμα οπερέτας, τζαζ και μουσικής καμπαρέ για να αφηγηθεί μια ιστορία από τη ζωή του λεγόμενου “λούμπεν” προλεταριάτου, και ειδικότερα του υπόκοσμου δύο φιλόδοξων μεγαλοεγκληματιών, των διεφθαρμένων συνεργατών τους στον κρατικό μηχανισμό, και των ζητιάνων, μικροκακοποιών και εκδιδόμενων γυναικών που αποτελούν τους “υπαλλήλους” τους. Φέρνοντας μαζί την “όπερα” και το φάσμα της εξαθλίωσης του λεγόμενου “περιθωρίου” λοιπόν, ο τίτλος που πρότεινε ο Φόιχτβανγκερ αντανακλούσε την επιδεικτική, κυριολεκτική και μεταφορική, “φτήνεια” ενός έργου που προβάλλει, χωρίς καμία ηθικοπλαστική διάθεση, τη σεξουαλική ωμότητα, τα εξαχρειωμένα ήθη, το έγκλημα, το ψέμα, την απάτη, την προδοσία και τη γενική κατάπτωση αξιών. Η “Όπερα” είναι ένα έργο “τόσο φτηνό που και ζητιάνου βαλάντιο το σηκώνει”, όπως μας λέει ο αφηγητής στον Πρόλογο, και συνάμα ένα έργο ενσυνείδητα απογυμνωμένο από υψηλά συναισθήματα, από τραγικό μεγαλείο, από ηρωϊσμό ή έρωτα—εν ολίγοις, από οτιδήποτε υποτίθεται πως συνιστά την υπερβατική σφαίρα στην οποία κινείται η υψηλή τέχνη.
