Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Balzac. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Balzac. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, 9 Αυγούστου 2012

Jacques Rancière-Οι δύο μορφές βωβού λόγου

Αρχική δημοσίευση και μετάφραση: Radical Desire, 27/10/2010, 29/10/2010

Jacques Rancière
Οι δύο μορφές βωβού λόγου
Κεφάλαιο 4 του L' inconscient esthétique, Editions Galilée, 2001
Mτφρ. Radical Desire

Η ψυχανάλυση λοιπόν βρίσκει τον ιστορικό γενέθλιό της τόπο σ' αυτή την αντι-κίνηση, της οποίας οι φιλοσοφικοί ήρωες είναι ο Σοπενάουερ και ο νεαρός Νίτσε, και η οποία κυριαρχεί στη λογοτεχνία που, από τον Ζολά στον Μωπασάν, τον Ίψεν ή τον Στρίντμπεργκ, βουτά στην καθαρή έλλειψη νοήματος της ωμής ζωής ή στην συνάντηση με τις δυνάμεις του σκότους. Δεν μας απασχολεί απλώς η επίδραση του πνεύματος της εποχής· για να είμαστε πιο ακριβείς, προσπαθούμε να θεμελιώσουμε τις θέσεις που είναι εφικτές μέσα σε ένα σύστημα όπως αυτό ορίζεται από μια συγκεκριμένη ιδέα της σκέψης και μια συγκεκριμένη ιδέα της γραφής. Γιατί η σιωπηρή επανάσταση που ονομάσαμε αισθητική ανοίγει τον χώρο όπου μια ιδέα της σκέψης και μια αντίστοιχη ιδέα της γραφής μπορούν να τύχουν επεξεργασίας. Αυτή η ιδέα της σκέψης βασίζεται σε μια θεμελιακή αποδοχή: υπάρχει σκέψη που δεν σκέφτεται, σκέψη που εργάζεται όχι μόνο στο ξένο στοιχείο της μη σκέψης αλλά και στην ίδια τη μορφή της μη σκέψης. Αντίστροφα, υπάρχει μη σκέψη που κατοικεί στη σκέψη και της δίνει μια δύναμη που είναι ολότελα δική της. Αυτή η μη σκέψη δεν είναι απλώς μια μορφή της απουσίας της σκέψης, είναι η αποτελεσματική παρουσία του αντιθέτου της. Από οποιαδήποτε πλευρά και αν προσεγγίσουμε την εξίσωση, η ταυτότητα της σκέψης και της μη σκέψης είναι πηγή μιας ξεχωριστής δύναμης.

Αντίστοιχη με αυτή την ιδέα είναι μια ιδέα για τη γραφή. Η γραφή αναφέρεται όχι μόνο σε μια μορφή εκδήλωσης της ομιλίας αλλά πιο θεμελιωδώς, σε μια ιδέα της ίδιας της ομιλίας και της εγγενούς της δύναμης. Γνωρίζουμε καλά πως για τον Πλάτωνα, η γραφή κατονόμαζε όχι μόνο την υλικότητα του γραπτού σημείου πάνω σε μια υλική βάση στήριξης, αλλά μια συγκεκριμένη κατάσταση της ομιλίας. Θεώρησε πως η γραφή ήταν ένας βωβός λόγος, ομιλία που είναι ανίκανη να πει αυτό που λέει διαφορετικά ή να επιλέξει να σωπάσει. Δεν μπορεί ούτε να εξηγήσει τι προσφέρει ούτε να διακρίνει αυτούς προς τους οποίους αρμόζει να απευθύνεται από αυτούς προς τους οποίους δεν αρμόζει. Αυτή η ομιλία, ταυτόχρονα βουβή και φλύαρη, μπορεί να αντιπαρατεθεί με την ομιλία που είναι πράξη, με τη λογοθετική πρακτική που καθοδηγείται από μια σημασιοδότηση που μεταδίδεται και ένα στόχο που επιτυγχάνεται. Για τον Πλάτωνα, αυτή ήταν η ομιλία του αυθέντη, ο οποίος γνωρίζει πώς να εξηγεί τα λόγια του και πώς να τα κρατά επιφυλακτικά, πώς να τα κρατά μακριά από το βέβηλο, και πώς να τα εναποθέτει σαν σπόρους στις ψυχές αυτών στους οποίους μπορούν να αποδώσουν καρπούς. Η κλασσική αναπαραστατική τάξη ταυτοποίησε τούτη την "ζώσα ομιλία" με την ενεργό ομιλία του μεγάλου ρήτορα που συγκινεί βαθιά και πείθει, μορφώνει και οδηγεί ψυχές και σώματα. Το μοντέλο αυτό περιλαμβάνει παρομοίως τον λόγο του τραγικού ήρωα που ακολουθεί τη θέλησή του και τα πάθη του ως το τελικό όριο.

Σε αντίθεση με αυτόν τον ζώντα λόγο που παρείχε την αναπαραστατική τάξη με τη νόρμα της, η γραφή είναι ο τρόπος του λόγου που αντιστοιχεί στην αισθητική επανάσταση: ο αντιφατικός τρόπος μιας ομιλίας που μιλά και παραμένει σιωπηλή την ίδια στιγμή, που γνωρίζει και συνάμα αγνοεί τι λέει. Αλλά υπάρχουν δύο μείζονες μορφές αυτού του αντιφατικού τρόπου, οι οποίες αντιστοιχούν στις δύο αντίθετες μορφές της σχέσης ανάμεσα στη σκέψη και τη μη σκέψη. Η πόλωση των δύο αυτών μορφών ιχνηλατεί τον χώρο ενός και μόνο τόπου, αυτού της λογοτεχνικής ομιλίας ως συμπτωματικής ομιλίας.

Η σιωπηλή γραφή με την πρώτη έννοια είναι η ομιλία που φέρουν τα ίδια τα βουβά πράγματα. Είναι η ικανότητα της σημασιοδότησης που εγγράφεται πάνω στο ίδιο τους το σώμα, και που συνοψίζεται στο "τα πάντα μιλούν" του Νοβάλις, του ποιητή-ορυκτολόγου. Το κάθε τι είναι ίχνος, απομεινάρι, ή απολίθωμα. Κάθε αισθητή μορφή, ξεκινώντας από την πέτρα ή το κοχύλι, αφηγείται μια ιστορία. Με τις γραμμώσεις τους και τις χαράξεις τους, κουβαλούν όλες ίχνη της ιστορίας τους και σημάδια του πεπρωμένου τους. Η λογοτεχνία αναλαμβάνει το καθήκον της αποκωδικοποίησης και της επανεγγραφής αυτών των σημαδιών της ιστορίας που εγγράφονται στα πράγματα. Ο Μπαλζάκ συνοψίζει και εκθειάζει αυτή την νέα ιδέα για τη γραφή με τις αποφασιστικές του σελίδες στην αρχή του La peau de chagrin που περιγράφουν το κατάστημα του αντικέρ ως έμβλημα μιας νέας μυθολογίας, ως φαντασμαγορία που δημιουργείται εξ ολοκλήρου από τα συντρίμμια της κατανάλωσης. Ο μεγάλος ποιητής της εποχής αυτής δεν είναι ο Βύρωνας, ο ανταποκριτής της αναταραχής της ψυχής. Είναι ο Κουβιέ, ο γεωλόγος, ο φυσιοδίφης που επανασυγκροτεί τους ζωικούς πληθυσμούς από οστά και τα δάση από απολιθωμένα αποτυπώματα. Με τον Κουβιέ, ορίζεται μια νέα αντίληψη του καλλιτέχνη ως αυτού που ταξιδεύει μέσα από τους λαβύρινθους και τις κρύπτες του κοινωνικού κόσμου. Ο καλλιτέχνης συγκεντρώνει τα απομεινάρια και μεταγράφει τα ιερογλυφικά που αναδύονται στην συναρμογή θολών ή τυχαίων πραγμάτων. Παρέχει στις ασήμαντες λεπτομέρειες της πρόζας του κόσμου την δύναμη της ποιητικής σημασιοδότησης. Στην τοπογραφία μιας πλατείας, στη φυσιογνωμία μιας κτιριακής πρόσοψης, στο σχέδιο ή τη φθορά ενός κομματιού υφάσματος, στο χάος ενός σωρού εμπορευμάτων ή αποριμμάτων, αναγνωρίζει τα στοιχεία μιας μυθολογίας. Καθιστά την αληθινή ιστορία μιας κοινωνίας, μιας εποχής, ή ενός λαού ορατά μέσω των μορφών αυτής της μυθολογίας, προεικονίζοντας τα ατομικά ή συλλογικά πεπρωμένα. Το τα πάντα μιλούν υπονοεί ως φράση την κατάργηση των ιεραρχιών της αναπαραστατικής τάξης. Ο μεγάλος φροϋδικός κανόνας ότι δεν υπάρχουν ασήμαντες "λεπτομέρειες" --ότι αντιθέτως, οι λεπτομέρειες είναι αυτές που μας βάζουν στο μονοπάτι της αλήθειας-- βρίσκεται σε άμεση σύνδεση με την αισθητική επανάσταση. Δεν υπάρχουν ευγενή και χυδαία θέματα, δεν υπάρχουν σημαντικά αφηγηματικά επεισόδια και άλλα, επικουρικού και περιγραφικού χαρακτήρα. Δεν υπάρχει ούτε ένα επεισόδιο, ούτε μια περιγραφή, ούτε μια πρόταση που δεν φέρει εντός της την σημασιοδοτική δύναμη όλου του έργου. Δεν υπάρχει τίποτε που δεν φέρει τη δύναμη της γλώσσας. Τα πάντα βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο, είναι το ίδιο σημαντικά, το ίδιο σημαίνοντα. Έτσι, ο αφηγητής του La Maison du chat-qui-pelote [1] μας τοποθετεί μπροστά από την πρόσοψη ενός σπιτιού του οποίου τα ασύμμετρα ανοίγματα, τα χαωτικά βάθη και ο περιβάλλον του χώρος του δημιουργούν ένα ιστό από ιερογλυφικά μέσω των οποίων αποκωδικοποιούμε την ιστορία της κοινωνίας για την οποία μαρτυρά --και το πεπρωμένο των χαρακτήρων που ζουν εκεί. Παρόμοια, οι Άθλιοι μας βουτούν μέσα στον υπόνομο, που, όπως ο κυνικός φιλόσοφος, λέει τα πάντα· φέρνει μαζί και σε ίση βάση όλα όσα ο πολιτισμός χρησιμοποιεί και πετά, τις μάσκες του και τους διαχωρισμούς του, καθώς και τα καθημερινά του σκεύη. Ο νέος ποιητής, ο γεωλογικός ή αρχαιολογικός ποιητής, αναλαμβάνει την ίδια μορφή διερεύνησης που αναλαμβάνει ο Φρόυντ στην Ερμηνεία των ονείρων. Θέτει την αρχή ότι τίποτε δεν είναι ασήμαντο, ότι οι πεζές λεπτομέρειες που η θετικιστική σκέψη απορρίπτει ή αποδίδει σε μια απλώς φυσιολογικής τάξης λογική είναι στην πραγματικότητα σημάδια που κωδικοποιούν μια ιστορία. Θέτει όμως επίσης την παράδοξη προϋπόθεση αυτής της ερμηνευτικής: για να μπορέσει το τετριμμένο να αποκαλύψει το μυστικό του, πρέπει πρώτα να μυθολογικοποιηθεί. Το σπίτι και ο υπόνομος μιλούν, φέρουν το ίχνος της αλήθειας --όπως θα κάνει το όνειρο ή η παράπραξη, και το μαρξικό εμπόρευμα-- στον βαθμό που μεταμορφώνονται πρώτα στα στοιχεία μια μυθολογίας ή φαντασμαγορίας.

[1] Μυθιστόρημα του Ονορέ ντε Μπαλζάκ.

Ο συγγραφέας λοιπόν είναι ένας γεωλόγος ή αρχαιολόγος που εξερευνά τους λαβύρινθους του κοινωνικού κόσμου, και αργότερα, αυτούς του εαυτού. Συγκεντρώνει απομεινάρια, ξεθάβει απολιθώματα, και μεταγράφει σημεία που μαρτυρούν για ένα κόσμο και γράφουν μια ιστορία. Η βουβή γραφή των πραγμάτων προσφέρει, στην πρόζα της, την αλήθεια ενός πολιτισμού ή μιας εποχής που η κάποτε ένδοξη σκηνή του "ζώντος λόγου" είχε αποκρύψει. Η τελευταία έχει πλέον κταντήσει μια μάταια σκηνή ρητορείας, λόγος της επιφανειακής ταραχής. Αλλά ο διερμηνέας των σημείων έχει επίσης γίνει γιατρός, συμπτωματολόγος που διαγιγνώσκει τις ασθένειες που κατατρώνε το φιλόδοξο άτομο και την αστραφτερή κοινωνία. Ο νατουραλιστής και γεωλόγος Μπαλζάκ είναι επίσης γιατρός, ικανός να εντοπίσει στην καρδιά της εντατικής δραστηριότητας των ατόμων και των κοινωνιών μια ασθένεια ταυτόσημη αυτής της έντασης. Στο έργο του Μπαλζάκ το όνομα αυτής της ασθένειας είναι θέληση: η ασθένεια της σκέψης που αναζητά να μεταμορφωθεί σε πραγματικότητα και έτσι σπρώχνει τα άτομα και τις κοινωνίες στον όλεθρο. Πράγματι, η ιστορία της λογοτεχνίας του 19ου αιώνα μπορεί να περιγραφεί ως η ιστορία των μεταμορφώσεων της "θέλησης". Στην νατουραλιστική και συμβολιστική περίοδο, θα γίνει απρόσωπο πεπρωμένο, κληρονομικότητα, και κατόρθωμα μιας θέλησης-να-ζήσεις χωρίς λογική, μια επίθεση κατά των ψευδαισθήσεων της συνείδησης από ένα κόσμο νεφελωδών δυνάμεων. Η λογοτεχνική συμπτωματολογία θα αποκτήσει συνεπώς ένα νέο στάτους σ' αυτή τη λογοτεχνία των παθολογιών της σκέψης που επικεντρώνονται στην υστερία, την "νεύρωση", ή το βάρος του παρελθόντος. Οι νέες αυτές δραματουργίες του θαμμένου μυστικού ιχνηλατούν την ιστορία ζωής του ατόμου ώστε να ξεσκεπάσουν το βαθύ μυστικό της κληρονομικότητας και της φυλής και, σε τελική ανάλυση, το γυμνό και χωρίς νόημα γεγονός της ζωής.

Η λογοτεχνία αυτή συνδέεται με την δεύτερη μορφή της ταυτότητας λόγου και πάθους που αναφέρεται πιο πάνω, αυτής που εκπορεύεται από το ανάστροφο μονοπάτι που πηγαίνει από το ξεκάθαρο στο νεφελώδες και από τον λόγο στο πάθος, στο καθαρό πάσχειν της ύπαρξης και την καθαρή αναπαραγωγή της έλλειψης νοήματος της ζωής. Εδώ εμπλέκεται μια δεύτερη μορφή του βωβού λόγου. Αντί για τα ιερογλυφικά που εγγράφονται στο σώμα και το υποκείμενο προς αποκωδικοποίηση συναντούμε την ομιλία ως μονόλογο, την ομιλία σε κανέναν και την ομιλία που δεν μιλά για τίποτε παρά για τις απρόσωπες και ασύνειδες προϋποθέσεις του ίδιου του λόγου. Στον καιρό του Φρόυντ ήταν ο Μέτερλινκ αυτός που θεωρητικοποίησε αυτή τη δεύτερη μορφή βωβού λόγου πιο αποτελεσματικά, στην ανάλυσή του για τον "διάλογο δεύτερου βαθμού" στα έργα του Ίψεν. [2] Αυτός ο διάλογος εκφράζει όχι τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις προθέσεις των χαρακτήρων, αλλά τη σκέψη του "τρίτου προσώπου" που στοιχειώνει τον διάλογο, την συνάντηση με το Άγνωστο, με τις ανώνυμες και δίχως νόημα δυνάμεις της ζωής. Η "γλώσσα της ακίνητης τραγωδίας" μεταγράφει "τις ασύνειδες κινήσεις ενός όντος που φτάνει σε φωτεινά χέρια μέσα από τις πολεμίστρες του τεχνητού κάστρου όπου είμαστε φυλακισμένοι" [3], το χτύπημα "ενός χεριού που δεν μας ανήκει [και] χτυπά στις μυστικές πύλες του ενστίκτου μας" [4]. Οι πύλες αυτές, λέει ο Μέτερλινκ συνοπτικά, δεν μπορούν να ανοιχτούν, αλλά μπορούμε να ακούσουμε "το χτύπημα πίσω απ' την πόρτα". Μπορούμε να μεταγράψουμε το δραματικό ποίημα, που ήταν πρότερα αφιερωμένο σε μια "οργάνωση δράσεων", στη γλώσσα των χτυπημάτων αυτών, τη γλώσσα του αόρατου πλήθους που στοιχειώνει τη σκέψη μας. Ίσως αυτό που χρειάζεται η σκηνή είναι να ενσωματωθεί αυτός ο λόγος σε ένα νέο σώμα: όχι πια το ανθρώπινο σώμα του ηθοποιού/χαρακτήρα αλλά αυτό ενός όντος "που θα εμφανιζόταν να ζει χωρίς να είναι ζωντανό", ένα σώμα από σκιά ή από κερί, που προσφέρεται σε αυτή την πολλαπλή και ανώνυμη φωνή. [5] Από αυτό, ο Μέτερλινκ αντλεί την ιδέα ενός θεάτρου ανδρείκελων που συνδέει την μυθιστορηματική ονειροπόληση του Villiers de L' Isle-Adam με το μέλλον του θεάτρου, από την Υπερ-μαριονέτα του Edward Gordon  στο Νεκρό γυαλί του Tadeusz Kantor.

Το αισθητικό ασυνείδητο, ομοούσιο με την αισθητική διάταξη της τέχνης, παρουσιάζεται στο δίπολο αυτής της διπλής σκηνής βωβού λόγου: από τη μία, ένας λόγος που γράφεται στο σώμα, ο οποίος πρέπει να αποκατασταθεί στην γλωσσική σημασιοδότηση από την εργασία της αποκωδικοποίησης και της επανεγγραφής· από την άλλη, ο άφωνος λόγος μιας ανώνυμης δύναμης που παραμονεύει πίσω από κάθε συνείδηση και κάθε σημασιοδότηση, και στην οποία πρέπει να δοθεί σώμα και φωνή. Το κόστος όμως μπορεί να είναι ότι η ανώνυμη αυτή φωνή και το φαντασματικό αυτό σώμα οδηγούν το ανθρώπινο υποκείμενο μέσα από το μονοπάτι της μεγάλης παραίτησης στην ανυπαρξία της θέλησης της οποίας η σοπεναουερϊκή σκιά πέφτει τόσο βαριά στη λογοτεχνία του ασυνείδητου.

Σημειώσεις
[2] Maurice Maeterlinck, "Το τραγικό στην καθημερινή ζωή", στο Ο θησαυρός του ταπεινού, Νέα Υόρκη, σ. 113-35.
[3] Jules Huret, "Συζήτηση με τον Μωρίς Μέτερλινκ", και Maeterlinck, "Εξομολόγηση του ποιητή", στο Εισαγωγή σε μια ψυχολογία των ονείρων και άλλα κείμενα, Βρυξέλλες, 1986, σ. 156, 81.
[4] Μέτερλινκ, "Μικρές κουβέντες: Το θέατρο", στο Συμβολικές θεωρίες τέχνης: Κριτική ανθολογία, Μπέρκλεϊ, 1995, σ, 144. Γνωρίζω ότι ο Μέτερλινκ τοποθετεί τον εαυτό του στην κληρονομιά του 'Εμερσον και της μυστικιστικής παράδοσης, όχι σ' αυτή του σοπεναουερικού "μηδενισμού". Αυτό που με ενδιέφερε όμως εδώ --και αυτό που επιπλέον κάνει εφικτή τη σύγχυση των δύο παραδόσεων-- είναι το παρόμοιο στάτους που δίνουν στη βουβή ομιλία ως έκφραση της ασυνείδητης "θέλησης" για ύπαρξη.
[5] Μέτερλινκ, "Μικρές κουβέντες", σ. 145.

Παρασκευή, 3 Αυγούστου 2012

Χωριάτης/Το πρόβλημα της βλακείας (Αναδημοσιεύσεις)

Χωριάτης
Όταν ο χωριάτης έρχεται πρώτη φορά στην πόλη, τα πάντα γράφουν "κλειστό" για αυτόν. Οι βαριές πόρτες, τα παράθυρα με τα στόρια τους, οι ατέλειωτοι άνθρωποι στους οποίους δεν μπορεί να μιλήσει αν δεν θέλει να γελοιοποιηθεί, ακόμα και τα καταστήματα, με τα εμπορεύματα που είναι πολύ ακριβά για αυτόν -- τα πάντα τον διώχνουν. [...] Στα μάτια του άρτι αφιχθέντος, τα πάντα μοιάζουν με μπουρδέλο, μυστηριώδες και σαγηνευτικά απαγορευμένο. [...] Στη λογοτεχνία, ο Μπαλζάκ ήταν πιθανόν ο πρώτος τέτοιος χωριάτης στο Παρίσι, και κράτησε τη στάση αυτή ακόμα και αφού γνώριζε πολύ καλά τι ήταν τι. [...] Η απάντησή του στον αίσθημα του αποκλεισμού ήταν αυτή της επινοητικής ευφυίας: "Πολύ καλά, θα καταλάβω μόνος μου τι είναι αυτό που γίνεται πίσω από κλειστές πόρτες, και τότε θα τα ακούσει για τα καλά ο κόσμος!" Η μνησικακία του επαρχιώτη, που, μέσα στην εξοργισμένη του άγνοια αναπτύσσει μια εμμονή με τα πράγματα που θεωρεί ότι λαμβάνουν χώρα ακόμα και ανάμεσα στους καλύτερους κύκλους, εκεί που δεν θα το περίμενε κανείς, γίνεται η δύναμη που οδηγεί την φαντασία που έχει ακρίβεια. [...] Το ίδιο πράγμα που χωρίζει τους ανθρώπους τον ένα απ' τον άλλο και χωρίζει τον συγγραφέα απ' αυτούς είναι αυτό που κρατά την κίνηση της κοινωνίας σε λειτουργία [...] Μέσα από το διανοητικό του αισθητήριο, ο Μπαλζάκ συνειδητοποίησε ότι στον αναπτυγμένο καπιταλισμό, οι άνθρωποι είναι μάσκες χαρακτήρων, για να χρησιμοποιήσουμε μια έκφραση που ο Μαρξ επινόησε αργότερα. Η πραγμοποίηση είναι πιο τρομακτικά λαμπρή στην φρεσκάδα της αυγής και στα έντονα χρώματα της νέας ζωής από ότι στην κριτική της πολιτικής οικονομίας καταμεσήμερο. [...] Ο Μπαλζάκ κατέβασε την κοινωνία ως ολότητα, κάτι που η κλασική πολιτική οικονομία και η εγελιανή φιλοσοφία είχαν διατυπώσει με θεωρητικούς όρους, από την αέρινη σφαίρα των ιδεών στη σφαίρα των αισθητηριακών αποδείξεων.
Theodor W. Adorno, "Διαβάζοντας τον Μπαλζάκ"

Πάντα θεωρούσα ότι ο τρόπος του να περάσεις πέρα από την αστική κουλτούρα, του να πετύχεις στο να μειώσεις τόσο δραστικά την μεγάλη έλξη του μαγνητικού της πεδίου ώστε να σε αφήσει να απαγκιστρωθείς από αυτή, είναι να ενσωματώνεις αυτό το οποίο η αστική κουλτούρα θεώρησε ότι ξεπέρασε πρώτον από όλους: τον άξεστο χωριάτη. Ο Αντόρνο, που έγραψε τις παραπάνω γραμμές παραδειγματικής κατανόησης του μυστικού της κριτικής ευφυίας του Μπαλζάκ, όχι απλά δεν κατάφερε κάτι τέτοιο για τον εαυτό του, αλλά δεν το αποπειράθηκε καν. Αλλά ο Μπρεχτ, με τον οποίο ο Αντόρνο αισθανόταν πάντα άβολα, αν όχι εχθρικά, ήταν αυτό ακριβώς το πράγμα: ένας ευφυής άξεστος χωριάτης, ή, για να το θέσουμε αρκετά ακριβέστερα, κάποιος που έκανε την χοντροκοπιά του χωριάτη βάση διαλεκτικής διαπαιδαγώγησης και απομαγευτικής ευφυίας. 

Ως υπόλειμμα της προκαπιταλιστικής κοινωνίας, ο χωριάτης --και αυτό το δείχνει πεντακάθαρα η ανάλυση του Αντόρνο στον Μπαλζάκ-- έχει ένα πολύ βασικό χαρακτηρολογικό πλεονέκτημα, το οποίο είναι θεμελιακής αξίας για κάθε υλιστική απομυθοποίηση του καπιταλιστικού κόσμου: είναι καχύποπτος, και μάλιστα ισοπεδωτικά καχύποπτος, για ό,τι δεν νιώθει ότι γνωρίζει ήδη καλά. Επειδή ο καπιταλιστικός κόσμος είναι μια τεράστια απάτη, ο χωριάτης έχει πάντα δίκαιο όταν εμπιστεύεται την καχυποψία του. Πέφτει σε παγίδες μόνον όταν επηρεάζεται αρκετά από την τάξη εκείνη παγαπόντηδων που βγάζει το βιός της εκμεταλλευόμενη χωριάτες ώστε να χαλαρώσει τις αντιστάσεις του. Ο "μπαρμπα-Γιώργος" στον Καραγκιόζη είναι ακριβώς μια τέτοια φιγούρα, πάντα νικητής όσο παραμένει άξεστα καχύποπτος, πάντα ηττημένος όταν πειστεί από κάποιον γλυκομίλητο παγαπόντη να αλλάξει τρόπο σκέψης και αντιμετώπισης των πραγμάτων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο χωριάτης που έρχεται αντιμέτωπος με την απάτη ως τρόπο λειτουργίας της αστικής κοινωνίας ως τα τρίσβαθά της ενσωματώνει μια ολοκληρωμένη κριτική συνείδηση. Ο Αντόρνο είναι πολύ ακριβής όταν ιχνηλατεί την έκθεση του Μπαλζάκ στην αστική απάτη, την συνύπαρξή του μ' αυτή, ως βασικό κομμάτι μιας εκπαίδευσης που απομακρύνει κάποιον αρκετά από τις επαρχιακές ρίζες του ώστε να του επιτρέψει να μετατρέψει την πεισματική μνησικακία για ό,τι δεν καταλαβαίνει σε κριτικό όπλο, λεπτό και διεισδυτικό. 

Όμως ένας χωριάτης που παραμένει σε ένα βασικό επίπεδο αναφομοίωτος απ' το μεγάλο και απατηλό καρναβάλι των αετονύχηδων της αστικής τάξης --όπου πράγματι, καμία περιουσία δεν είναι αθώα, καμία λάμψη δεν είναι αληθινή-- συνηθίζοντας ταυτόχρονα την ζωή μέσα στο αστικό περιβάλλον, αναπτύσσοντας τις δεξιότητες εκείνες που θα του επιτρέψουν να κινείται σ' αυτό χωρίς να απορροφάται απ' αυτό, χωρίς να "αγοράζει" όλα αυτά που οι ίδιοι οι αστοί, εδραιωμένοι και επίδοξοι, θεωρούν τόσο συναρπαστικά ώστε να δαγκώσουν οι ίδιοι το δόλωμα που προορίζουν για άλλους-- ένας τέτοιος χωριάτης δεν είναι πια χωριάτης. Είναι είτε δυνητικά επικίνδυνος για την τάξη στοχαστής είτε κριτικά εκπαιδευμένος και ενσυνείδητος προλετάριος. Η αστική τάξη, φυσικά, αποπειράθηκε να μειώσει την επαφή μεταξύ αυτών των δύο ειδών ανεπίδεκτων χωριατών, στοιβάζοντας τους εργάτες σε συγκεκριμένες συνοικίες, αποθαρρύνοντας με κάθε έμπρακτο τρόπο τη μόρφωσή τους, εμποδίζοντας με χίλιους δυο τρόπους την ουσιαστική τους διείσδυση στα μυστικά της πόλης, και κατ' επέκταση της κοινωνίας, ως ολότητας. 

Διαψεύστηκε όμως για δυο λόγους: ο ένας ήταν η ύπαρξη αμετανόητα καχύποπτων χωριατών στους δικούς της, ημιτελώς αστικούς και μικροαστικούς κόλπους, χωριατών που πήραν τα κλειδιά των αστικών σπιτιών πίσω στις εργατικές συνοικίες, που άνοιξαν τα βρώμικα μυστικά της πολιτικής οικονομίας μπροστά στα μάτια των κολασμένων. Ο άλλος ήταν ότι αυτοί οι κολασμένοι είχαν παραμείνει αρκετά χωριάτες για να κουβαλούν την καχυποψία εκείνη χωρίς την οποία δεν μπορείς να καταλήξεις στο έμπρακτα χρήσιμο και συνεπώς αληθινό, αυτό το οποίο εμπιστεύεσαι ως συλλογικότητα γιατί μόνο ως συλλογικότητα γνωρίζεις πως μπορείς να επιβιώσεις πια: ο άξεστος άνθρωπος, όταν δεχόταν ένα σακούλι νομίσματα ως πληρωμή για κάποια εργασία, τα δάγκωνε ένα-ένα πριν τα δεχτεί, αφήνοντας τα δόντια του, όχι τις εικασίες του νου του, να κάνουν τη δουλειά της ανάγνωσης των σημείων.
Αρχική δημοσίευση: Lenin Reloaded, 4/12/2011

Μεθοδολογικά προβλήματα στη μαρξιστική ανάλυση: Το πρόβλημα της βλακείας
Στην ανάρτηση "Χωριάτης", και με αφορμή το γιγαντιαίο έργο του Ονορέ ντε Μπαλζάκ με τον συγκεντρωτικό τίτλο Ανθρώπινη Κωμωδία, μίλησα για "την απάτη ως τρόπο λειτουργίας της αστικής κοινωνίας ως τα τρίσβαθά της", συμπληρώνοντας όμως ταυτόχρονα ότι η χωριάτικη καχυποψία προστατεύει από αυτά που οι "ίδιοι οι αστοί, εδραιωμένοι και επίδοξοι, θεωρούν τόσο συναρπαστικά ώστε να δαγκώσουν οι ίδιοι το δόλωμα που προορίζουν για άλλους."

Αν η αναφορά αυτή αφορά την σωτήρια κριτική λειτουργία της χωριάτικης καχυποψίας, αφορά όμως επίσης, αν και πιο έμμεσα, ένα ειδικό είδος αστικής βλακείας, και συγκεκριμένα, της βλακείας που απορρέει από την υπεροψία του ανθρώπου που "τα έχει δει όλα", της βλακείας αυτού που νομίζει ότι είναι λειτουργικά κυνικός ενώ στην ουσία είναι ο ίδιος το πρώτο θύμα του κυνισμού του. 

Σκεφτόμουν ότι ο Μαρξ, για τον οποίο βέβαια ο Μπαλζάκ είναι θεμελιακή έμπνευση --τόσο ως ανατόμος της αστικής κοινωνίας, όσο και ως πηγή κωμικής απόλαυσης με τα αποτελέσματα αυτής της ανατομίας-- υστερεί σε ένα βασικό σημείο σε σχέση με τον Μπαλζάκ· η έλλογη ανάλυση των μηχανισμών της καπιταλιστικής οικονομίας, ιδιαίτερα στο Κεφάλαιο, αφήνει ελάχιστο χώρο για την ανατομία της βλακείας ως θεμελιακού παράγοντα της λειτουργίας των δραστών σε αυτή την οικονομία, με την βλακεία βέβαια να πρέπει να εννοηθεί με όρους αυτοεξαπάτησης του εξαπατώντος. Ο Μπαλζάκ αφιερώνει πολλές εκατοντάδες σελίδες στην βλακώδη όψη της αστικής φιλοδοξίας και του αστικού κυνισμού, και διατηρώ κάποιες αμφιβολίες για το κατά πόσο η έννοια της ιδεολογίας ως κίβδηλης συνείδησης στον Μαρξ --αυτή η δυνατότητα του ανθρώπου να μην γνωρίζει τι κάνει όταν το κάνει-- καλύπτει το ευρύ φάσμα των οικονομικών χρήσεων και δυνατοτήτων της βλακείας στην αστική κοινωνία.

Οι παραπάνω σκέψεις γράφονται με αφορμή την σύλληψη για φοροδιαφυγή του ντιζάινερ και τηλεμαϊντανού Λάκη Γαβαλά για χρέη προς το δημόσιο ύψους 1.480.000 ευρώ. Σκεφτόμουν, πιο συγκεκριμένα, για το πώς η εικόνα του επιτυχημένου, μπλαζέ τύπου που κάθε celebrity που σέβεται τον εαυτό του καλλιεργεί, όχι μόνο κρύβει, αλλά και επιτείνει ή επιδεινώνει, τη θεμελιώδη βλακεία του ανθρώπου που είναι ταυτόχρονα άπληστος και ανίκανος να διαχειριστεί στοιχειωδώς την απληστία του, θύμα παθών που προσπαθεί να εμπνεύσει για εμπορικούς σκοπούς στους άλλους (καθ' έξιν καταναλωτικός, χωρίς στοιχειώδες ενδιαφέρον για την αναπαραγωγή των εργασιακών σχέσεων με τις οποίες πλουτίζει, εν ολίγοις, λαμόγιο που απλά ονειρεύτηκε τον εαυτό του ως έλλογο player και παρασύρθηκε στην αυτοκαταστροφή από την ανικανότητά του να συνειδητοποιήσει έγκαιρα το ότι είναι απλώς ένας ακόμα βλάκας). 

Τις σκέψεις αυτές ήρθε να επιβεβαιώσει το ξεκαρδιστικό, και συνάμα τραγικό σε ό,τι αφορά τα θύματά του, χρονικό του modus operandi ενός ανθρώπου που, κατά τα μαρτυρούμενα, θεώρησε έξυπνο να μην πληρώνει αυτούς που κατασκεύαζαν ρούχα στα οποία έβγαζε γύρω στο 1000% κέρδος ούτε το 1/1000 που είχε συμφωνήσει να πληρώνει, καταφέρνοντας, παρά την τόση ωμή εκμετάλλευση των άλλων, να κυκλοφορεί με δανεικό υπερπολυτελές αυτοκίνητο, να μένει σε δανεικό σπίτι, και τελικά να καταλήξει να συλληφθεί για φοροδιαφυγή, αφού μάλιστα ολοκλήρωσε άλλη μια νύχτα εμμονικής διασκέδασης σε κάποιο θλιβερό νυχτερινό κέντρο. 

Έχω την αίσθηση ότι το Κεφάλαιο, στον βαθμό που αφιερώνεται στην αντικειμενική σκοπιά της οικονομίας (συσσώρευση, υπεραξία, ποσοστό κέρδους, σταθερό και μεταβλητό κεφάλαιο, κλπ) αφήνει στο περιθώριο τον συναρπαστικό υποκειμενικό παράγοντα της βλακείας ως κινητήριου παράγοντα για την οικονομική δραστηριότητα, και ότι ως εκ τούτου η λογοτεχνία τύπου Μπαλζάκ επιτελεί ένα όχι δευτερεύον αλλά αντίθετα καθοριστικό έργο στην διερεύνηση των οικονομικά σημαίνοντων αλληλεπιδράσεων της βλακείας με κίνητρα όπως η φιλοδοξία, η φιλαργυρία, η ματαιοδοξία, η ανάγκη για αποδοχή, η ντροπή για το επαρχιακό παρελθόν, η επιδειξιομανία, κλπ.

Εν ολίγοις, αναρωτιέμαι σε ποιον βαθμό ο μαρξισμός μπορεί να κάνει χωρίς μια αντίληψη της σημασίας του μη έλλογου στοιχείου, όλων εκείνων των "παθών" τα οποία εξετάζει μυθοπλαστικά ο Μπαλζάκ. Τα πάθη αυτά δεν μπορούν να αγνοηθούν ως μέρη της έμπρακτης οικονομικής συμπεριφοράς του homo economicus στον καπιταλισμό. Άλλωστε, όποιος έχει ποτέ δουλέψει στον ιδιωτικό τομέα, αναγνωρίζει πίσω απ' τον τελευταίο επιχειρηματία της συμφοράς στο δελτίο συλλήψεων της ΣΔΟΕ την οικεία φιγούρα του "αφεντικού", το οποίο οδηγεί την επιχείρηση στον γκρεμό με μια σειρά αλάθητα βλακωδών αποφάσεων αποκλειστικά δικής του έμπνευσης, αλλά διατελεί μονίμως χολερικό, οργισμένο και εκδικητικό απέναντι σε όλους τους άλλους εκτός από τον εαυτό του, σπέρνωντας γύρω του πραγματική και αναίτια δυστυχία πριν καταποντιστεί τελικά το ίδιο κάτω από τις πρακτικές συνέπειες της αντικοινωνικής ηλιθιότητας που η κοινωνία μας αρέσκεται να βαφτίζει "επιχειρηματικό δαιμόνιο."
Αρχική δημοσίευση: Lenin Reloaded, 4/12/2011

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2011

Μεθοδολογικά προβλήματα στην μαρξιστική ανάλυση: Το πρόβλημα της βλακείας

Στην ανάρτηση "Χωριάτης", και με αφορμή το γιγαντιαίο έργο του Ονορέ ντε Μπαλζάκ με τον συγκεντρωτικό τίτλο Ανθρώπινη Κωμωδία, μίλησα για "την απάτη ως τρόπο λειτουργίας της αστικής κοινωνίας ως τα τρίσβαθά της", συμπληρώνοντας όμως ταυτόχρονα ότι η χωριάτικη καχυποψία προστατεύει από αυτά που οι "ίδιοι οι αστοί, εδραιωμένοι και επίδοξοι, θεωρούν τόσο συναρπαστικά ώστε να δαγκώσουν οι ίδιοι το δόλωμα που προορίζουν για άλλους."

Αν η αναφορά αυτή αφορά την σωτήρια κριτική λειτουργία της χωριάτικης καχυποψίας, αφορά όμως επίσης, αν και πιο έμμεσα, ένα ειδικό είδος αστικής βλακείας, και συγκεκριμένα, της βλακείας που απορρέει από την υπεροψία του ανθρώπου που "τα έχει δει όλα", της βλακείας αυτού που νομίζει ότι είναι λειτουργικά κυνικός ενώ στην ουσία είναι ο ίδιος το πρώτο θύμα του κυνισμού του. 

Σκεφτόμουν ότι ο Μαρξ, για τον οποίο βέβαια ο Μπαλζάκ είναι θεμελιακή έμπνευση --τόσο ως ανατόμος της αστικής κοινωνίας, όσο και ως πηγή κωμικής απόλαυσης με τα αποτελέσματα αυτής της ανατομίας-- υστερεί σε ένα βασικό σημείο σε σχέση με τον Μπαλζάκ· η έλλογη ανάλυση των μηχανισμών της καπιταλιστικής οικονομίας, ιδιαίτερα στο Κεφάλαιο, αφήνει ελάχιστο χώρο για την ανατομία της βλακείας ως θεμελιακού παράγοντα της λειτουργίας των δραστών σε αυτή την οικονομία, με την βλακεία βέβαια να πρέπει να εννοηθεί με όρους αυτοεξαπάτησης του εξαπατώντος. Ο Μπαλζάκ αφιερώνει πολλές εκατοντάδες σελίδες στην βλακώδη όψη της αστικής φιλοδοξίας και του αστικού κυνισμού, και διατηρώ κάποιες αμφιβολίες για το κατά πόσο η έννοια της ιδεολογίας ως κίβδηλης συνείδησης στον Μαρξ --αυτή η δυνατότητα του ανθρώπου να μην γνωρίζει τι κάνει όταν το κάνει-- καλύπτει το ευρύ φάσμα των οικονομικών χρήσεων και δυνατοτήτων της βλακείας στην αστική κοινωνία.

Οι παραπάνω σκέψεις γράφονται με αφορμή την σύλληψη για φοροδιαφυγή του ντιζάινερ και τηλεμαϊντανού Λάκη Γαβαλά για χρέη προς το δημόσιο ύψους 1.480.000 ευρώ. Σκεφτόμουν, πιο συγκεκριμένα, για το πώς η εικόνα του επιτυχημένου, μπλαζέ τύπου που κάθε celebrity που σέβεται τον εαυτό του καλλιεργεί, όχι μόνο κρύβει, αλλά και επιτείνει ή επιδεινώνει, τη θεμελιώδη βλακεία του ανθρώπου που είναι ταυτόχρονα άπληστος και ανίκανος να διαχειριστεί στοιχειωδώς την απληστία του, θύμα παθών που προσπαθεί να εμπνεύσει για εμπορικούς σκοπούς στους άλλους (καθ' έξιν καταναλωτικός, χωρίς στοιχειώδες ενδιαφέρον για την αναπαραγωγή των εργασιακών σχέσεων με τις οποίες πλουτίζει, εν ολίγοις, λαμόγιο που απλά ονειρεύτηκε τον εαυτό του ως έλλογο player και παρασύρθηκε στην αυτοκαταστροφή από την ανικανότητά του να συνειδητοποιήσει έγκαιρα το ότι είναι απλώς ένας ακόμα βλάκας). 

Τις σκέψεις αυτές ήρθε να επιβεβαιώσει το ξεκαρδιστικό, και συνάμα τραγικό σε ό,τι αφορά τα θύματά του, χρονικό του modus operandi ενός ανθρώπου που, κατά τα μαρτυρούμενα, θεώρησε έξυπνο να μην πληρώνει αυτούς που κατασκεύαζαν ρούχα στα οποία έβγαζε γύρω στο 1000% κέρδος ούτε το 1/1000 που είχε συμφωνήσει να πληρώνει, καταφέρνοντας, παρά την τόση ωμή εκμετάλλευση των άλλων, να κυκλοφορεί με δανεικό υπερπολυτελές αυτοκίνητο, να μένει σε δανεικό σπίτι, και τελικά να καταλήξει να συλληφθεί για φοροδιαφυγή, αφού μάλιστα ολοκλήρωσε άλλη μια νύχτα εμμονικής διασκέδασης σε κάποιο θλιβερό νυχτερινό κέντρο. 

Έχω την αίσθηση ότι το Κεφάλαιο, στον βαθμό που αφιερώνεται στην αντικειμενική σκοπιά της οικονομίας (συσσώρευση, υπεραξία, ποσοστό κέρδους, σταθερό και μεταβλητό κεφάλαιο, κλπ) αφήνει στο περιθώριο τον συναρπαστικό υποκειμενικό παράγοντα της βλακείας ως κινητήριου παράγοντα για την οικονομική δραστηριότητα, και ότι ως εκ τούτου η λογοτεχνία τύπου Μπαλζάκ επιτελεί ένα όχι δευτερεύον αλλά αντίθετα καθοριστικό έργο στην διερεύνηση των οικονομικά σημαίνοντων αλληλεπιδράσεων της βλακείας με κίνητρα όπως η φιλοδοξία, η φιλαργυρία, η ματαιοδοξία, η ανάγκη για αποδοχή, η ντροπή για το επαρχιακό παρελθόν, η επιδειξιομανία, κλπ.

Εν ολίγοις, αναρωτιέμαι σε ποιον βαθμό ο μαρξισμός μπορεί να κάνει χωρίς μια αντίληψη της  σημασίας του μη έλλογου στοιχείου, όλων εκείνων των "παθών" τα οποία εξετάζει μυθοπλαστικά ο Μπαλζάκ. Τα πάθη αυτά δεν μπορούν να αγνοηθούν ως μέρη της έμπρακτης οικονομικής συμπεριφοράς του homo economicus στον καπιταλισμό. Άλλωστε, όποιος έχει ποτέ δουλέψει στον ιδιωτικό τομέα, αναγνωρίζει πίσω απ' τον τελευταίο επιχειρηματία της συμφοράς στο δελτίο συλλήψεων της ΣΔΟΕ την οικεία φιγούρα του "αφεντικού", το οποίο οδηγεί την επιχείρηση στον γκρεμό με μια σειρά αλάθητα βλακωδών αποφάσεων αποκλειστικά δικής του έμπνευσης, αλλά διατελεί μονίμως χολερικό, οργισμένο και εκδικητικό απέναντι σε όλους τους άλλους εκτός από τον εαυτό του, σπέρνωντας γύρω του πραγματική και αναίτια δυστυχία πριν καταποντιστεί τελικά το ίδιο κάτω από τις πρακτικές συνέπειες της αντικοινωνικής ηλιθιότητας που η κοινωνία μας αρέσκεται να βαφτίζει "επιχειρηματικό δαιμόνιο."

Χωριάτης

Όταν ο χωριάτης έρχεται πρώτη φορά στην πόλη, τα πάντα γράφουν "κλειστό" για αυτόν. Οι βαριές πόρτες, τα παράθυρα με τα στόρια τους, οι ατέλειωτοι άνθρωποι στους οποίους δεν μπορεί να μιλήσει αν δεν θέλει να γελοιοποιηθεί, ακόμα και τα καταστήματα, με τα εμπορεύματα που είναι πολύ ακριβά για αυτόν -- τα πάντα τον διώχνουν. [...] Στα μάτια του άρτι αφιχθέντος, τα πάντα μοιάζουν με μπουρδέλο, μυστηριώδες και σαγηνευτικά απαγορευμένο. [...] Στη λογοτεχνία, ο Μπαλζάκ ήταν πιθανόν ο πρώτος τέτοιος χωριάτης στο Παρίσι, και κράτησε τη στάση αυτή ακόμα και αφού γνώριζε πολύ καλά τι ήταν τι. [...] Η απάντησή του στον αίσθημα του αποκλεισμού ήταν αυτή της επινοητικής ευφυίας: "Πολύ καλά, θα καταλάβω μόνος μου τι είναι αυτό που γίνεται πίσω από κλειστές πόρτες, και τότε θα τα ακούσει για τα καλά ο κόσμος!" Η μνησικακία του επαρχιώτη, που, μέσα στην εξοργισμένη του άγνοια αναπτύσσει μια εμμονή με τα πράγματα που θεωρεί ότι λαμβάνουν χώρα ακόμα και ανάμεσα στους καλύτερους κύκλους, εκεί που δεν θα το περίμενε κανείς, γίνεται η δύναμη που οδηγεί την φαντασία που έχει ακρίβεια. [...] Το ίδιο πράγμα που χωρίζει τους ανθρώπους τον ένα απ' τον άλλο και χωρίζει τον συγγραφέα απ' αυτούς είναι αυτό που κρατά την κίνηση της κοινωνίας σε λειτουργία [...] Μέσα από το διανοητικό του αισθητήριο, ο Μπαλζάκ συνειδητοποίησε ότι στον αναπτυγμένο καπιταλισμό, οι άνθρωποι είναι μάσκες χαρακτήρων, για να χρησιμοποιήσουμε μια έκφραση που ο Μαρξ επινόησε αργότερα. Η πραγμοποίηση είναι πιο τρομακτικά λαμπρή στην φρεσκάδα της αυγής και στα έντονα χρώματα της νέας ζωής από ότι στην κριτική της πολιτικής οικονομίας καταμεσήμερο. [...] Ο Μπαλζάκ κατέβασε την κοινωνία ως ολότητα, κάτι που η κλασική πολιτική οικονομία και η εγελιανή φιλοσοφία είχαν διατυπώσει με θεωρητικούς όρους, από την αέρινη σφαίρα των ιδεών στη σφαίρα των αισθητηριακών αποδείξεων.
Theodor W. Adorno, "Διαβάζοντας τον Μπαλζάκ"

Πάντα θεωρούσα ότι ο τρόπος του να περάσεις πέρα από την αστική κουλτούρα, του να πετύχεις στο να μειώσεις τόσο δραστικά την μεγάλη έλξη του μαγνητικού της πεδίου ώστε να σε αφήσει να απαγκιστρωθείς από αυτή, είναι να ενσωματώνεις αυτό το οποίο η αστική κουλτούρα θεώρησε ότι ξεπέρασε πρώτον από όλους: τον άξεστο χωριάτη. Ο Αντόρνο, που έγραψε τις παραπάνω γραμμές παραδειγματικής κατανόησης του μυστικού της κριτικής ευφυίας του Μπαλζάκ, όχι απλά δεν κατάφερε κάτι τέτοιο για τον εαυτό του, αλλά δεν το αποπειράθηκε καν. Αλλά ο Μπρεχτ, με τον οποίο ο Αντόρνο αισθανόταν πάντα άβολα, αν όχι εχθρικά, ήταν αυτό ακριβώς το πράγμα: ένας ευφυής άξεστος χωριάτης, ή, για να το θέσουμε αρκετά ακριβέστερα, κάποιος που έκανε την χοντροκοπιά του χωριάτη βάση διαλεκτικής διαπαιδαγώγησης και απομαγευτικής ευφυίας. 

Ως υπόλειμμα της προκαπιταλιστικής κοινωνίας, ο χωριάτης --και αυτό το δείχνει πεντακάθαρα η ανάλυση του Αντόρνο στον Μπαλζάκ-- έχει ένα πολύ βασικό χαρακτηρολογικό πλεονέκτημα, το οποίο είναι θεμελιακής αξίας για κάθε υλιστική απομυθοποίηση του καπιταλιστικού κόσμου: είναι καχύποπτος, και μάλιστα ισοπεδωτικά καχύποπτος, για ό,τι δεν νιώθει ότι γνωρίζει ήδη καλά. Επειδή ο καπιταλιστικός κόσμος είναι μια τεράστια απάτη, ο χωριάτης έχει πάντα δίκαιο όταν εμπιστεύεται την καχυποψία του. Πέφτει σε παγίδες μόνον όταν επηρεάζεται αρκετά από την τάξη εκείνη παγαπόντηδων που βγάζει το βιός της εκμεταλλευόμενη χωριάτες. Ο "μπαρμπα-Γιώργος" στον Καραγκιόζη είναι ακριβώς μια τέτοια φιγούρα, πάντα νικητής όσο παραμένει άξεστα καχύποπτος, πάντα ηττημένος όταν πειστεί από κάποιον γλυκομίλητο παγαπόντη να αλλάξει τρόπο σκέψης και αντιμετώπισης των πραγμάτων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο χωριάτης που έρχεται αντιμέτωπος με την απάτη ως τρόπο λειτουργίας της αστικής κοινωνίας ως τα τρίσβαθά της ενσωματώνει μια ολοκληρωμένη κριτική συνείδηση. Ο Αντόρνο είναι πολύ ακριβής όταν ιχνηλατεί την έκθεση του Μπαλζάκ στην αστική απάτη, την συνύπαρξή του μ' αυτή, ως βασικό κομμάτι μιας εκπαίδευσης που απομακρύνει κάποιον αρκετά από τις επαρχιακές ρίζες του ώστε να του επιτρέψει να μετατρέψει την πεισματική μνησικακία για ό,τι δεν καταλαβαίνει σε κριτικό όπλο, λεπτό και διεισδυτικό. 

Όμως ένας χωριάτης που παραμένει σε ένα βασικό επίπεδο αναφομοίωτος απ' το μεγάλο και απατηλό καρναβάλι των αετονύχηδων της αστικής τάξης --όπου πράγματι, καμία περιουσία δεν είναι αθώα, καμία λάμψη δεν είναι αληθινή-- συνηθίζοντας ταυτόχρονα την ζωή μέσα στο αστικό περιβάλλον, αναπτύσσοντας τις δεξιότητες εκείνες που θα του επιτρέψουν να κινείται σ' αυτό χωρίς να απορροφάται απ' αυτό, χωρίς να "αγοράζει" όλα αυτά που οι ίδιοι οι αστοί, εδραιωμένοι και επίδοξοι, θεωρούν τόσο συναρπαστικά ώστε να δαγκώσουν οι ίδιοι το δόλωμα που προορίζουν για άλλους -- ένας τέτοιος χωριάτης δεν είναι πια χωριάτης. Είναι είτε δυνητικά επικίνδυνος για την τάξη στοχαστής είτε κριτικά εκπαιδευμένος και ενσυνείδητος προλετάριος. Η αστική τάξη, φυσικά, αποπειράθηκε να μειώσει την επαφή μεταξύ αυτών των δύο ειδών ανεπίδεκτων χωριατών, στοιβάζοντας τους εργάτες σε συγκεκριμένες συνοικίες, αποθαρρύνοντας με κάθε έμπρακτο τρόπο τη μόρφωσή τους, εμποδίζοντας με χίλιους δυο τρόπους την ουσιαστική τους διείσδυση στα μυστικά της πόλης, και κατ' επέκταση της κοινωνίας, ως ολότητας. 

Διαψεύστηκε όμως για δυο λόγους: ο ένας ήταν η ύπαρξη αμετανόητα καχύποπτων χωριατών στους δικούς της, ημιτελώς αστικούς και μικροαστικούς κόλπους, χωριατών που πήραν τα κλειδιά των αστικών σπιτιών πίσω στις εργατικές συνοικίες, που άνοιξαν τα βρώμικα μυστικά της πολιτικής οικονομίας μπροστά στα μάτια των κολασμένων. Ο άλλος ήταν ότι αυτοί οι κολασμένοι είχαν παραμείνει αρκετά χωριάτες για να κουβαλούν την καχυποψία εκείνη χωρίς την οποία δεν μπορείς να καταλήξεις στο έμπρακτα χρήσιμο και συνεπώς αληθινό, αυτό το οποίο εμπιστεύεσαι ως συλλογικότητα γιατί μόνο ως συλλογικότητα γνωρίζεις πως μπορείς να επιβιώσεις πια: ο άξεστος άνθρωπος, όταν δεχόταν ένα σακούλι νομίσματα ως πληρωμή για κάποια εργασία, τα δάγκωνε ένα-ένα πριν τα δεχτεί, αφήνοντας τα δόντια του, όχι τις εικασίες του νου του, να κάνουν τη δουλειά της ανάγνωσης των σημείων.