Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Anderson. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Anderson. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

Perry Anderson-Ο νέος παλαιός κόσμος

Perry Anderson
Ο νέος παλαιός κόσμος
Verso, 2009
Μτφρ.: Lenin Reloaded

...Στο σύγχρονο ρεπερτόριο εγκωμίων προς την Ευρώπη, ο ισχυρισμός περί του μοναδικού της ρόλου και του κύρους της ΕΕ στο παγκόσμιο στερέωμα έχει αποκτήσει προεξέχουσα θέση. Αυτό στο οποίο βασίζεται είναι ανεξαίρετα η αντίθεση με τις ΗΠΑ. Η Αμερική εμφανίζεται ως ο όλο και πιο απειλητικός, βίαιος, επιθετικός Άλλος μιας ανθρώπινης ηπείρου ειρήνης και προόδου· είναι μια κοινωνία που αποτελεί τον δικό της νόμο, ενώ η Ευρώπη αγωνίζεται για μια έννομη τάξη δεσμευτική για όλους. Οι αξίες των δύο ηπείρων, εξηγούν ο Χάμπερμας και πολλοί άλλοι ομονοούντες, έχουν αποκλίνει μεταξύ τους: η εκτεταμένη κουλτούρα των όπλων, η ακραία οικονομική ανισότητα, η φονταμενταλιστική θρησκεία και η θανατική ποινή, για να μη μιλήσουμε για τον εθνικό τσαμπουκά, χωρίζουν τις ΗΠΑ από την ΕΕ και καλλιεργούν μια πιο οπισθοδρομική αντίληψη των διεθνών σχέσεων. Αντιστρέφοντας τα λεγόμενα του Γκαίτε, περνάμε καλύτερα εδώ.

Η αποκρυστάλλωση των εικόνων αυτών επιτελέστηκε με την εισβολή στο Ιράκ. Ο Χάμπερμας θεωρούσε πως οι μαζικές διαδηλώσεις ενάντια στον πόλεμο στις 15 Φεβρουαρίου 2003 θα έμεναν στην ιστορία ως "σημάδια της γέννεσης ενός ευρωπαϊκού κοινού." Ακόμα και μια τόσο απρόσμενη μορφή όπως είναι ο Ντομινίκ Στρος-Καν, ο πρόσφατα διορισμένος επικεφαλής του ΔΝΤ, ανακοίνωσε πως σηματοδοτούσαν την γέννεση ενός ευρωπαϊκού έθνους. [...] 

Στους δρόμους, στην Ιταλία, την Ισπανία, τη Γερμανία, τη Βρετανία, τεράστιες συγκεντρώσεις ανθρώπων διαδήλωναν ενάντια στην εισβολή. Οι δημοσκοπήσεις έδειχναν πως η πλειοψηφία ήταν εναντίον της παντού. Όμως όταν η εισβολή συντελέστηκε, προέκυψαν ελάχιστες διαμαρτυρίες εναντίον της κατοχής, πόσο μάλλον εκφράσεις στήριξης της αντίστασης στην κατοχή. Οι περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις --η Βρετανία, η Ισπανία, η Ιταλία, η Ολλανδία, η Δανία, η Πορτογαλία στη Δύση, όλες στην Ανατολή-- υποστήριξαν την εισβολή και έστειλαν στρατό για να ενισχύσουν τις αμερικανικές δυνάμεις που κρατούσαν την χώρα στο ζυγό. Από τα 15 κράτη-μέλη της ΕΕ το 2003, 3 μόνο --η Γαλλία, η Γερμανία, και το Βέλγιο-- εκδηλώθηκαν ως ενάντια στην προοπτική πολέμου πριν συμβεί αυτός. Κανένα τους δεν καταδίκασε την επίθεση όταν αυτή υλοποιήθηκε. Αλλά η δεδηλωμένη αντίθεση του Παρισιού και του Βερολίνου στα σχέδια της Ουάσινγκτον πρόσφερε ένα σημείο συμπύκνωσης για το λαϊκό αίσθημα σ' όλη την Ευρώπη, επιβεβαιώνοντας και ενισχύοντας την αίσθησή του περί απόστασης από την εξουσία και τη γνώμη στις ΗΠΑ. Η ιδέα μιας επερχόμενης Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας εκ μέρους του Παλιού Κόσμου γεννήθηκε εδώ.

Κυριακή, 25 Μαρτίου 2012

Η αποδόμηση και τα όριά της

Την ανάγκη για ενότητα, αποφασιστικότητα και συλλογικότητα τώρα περισσότερο από ποτέ μεταφέρει με τα μηνύματά της για την επέτειο της 25ης Μαρτίου η πολιτική ηγεσία του τόπου.

Την αισιοδοξία του ότι η Ελλάδα θα βγει από την κρίση, εκφράζει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κάρολος Πατουλιάς, στο μήνυμά του για την επέτειο της 25ης Μαρτίου, ενώ θέτει το ερώτημα «τι κάναμε λάθος και τι δεν κάναμε σωστά για πολλά χρόνια, για να αποφύγουμε αυτά που ακολούθησαν».
[...]
Ο πρωθυπουργός Λουκάς Παπαδήμος τονίζει στο μήνυμά του ότι με αφορμή την ημέρα πρέπει να εμπνευστούμε από τον αγώνα των ηρώων του 1821 «για τη μεγάλη μάχη που δίνουμε σήμερα ως έθνος».
[...]
Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Ευάγγελος Βενιζέλος σημειώνει ότι ίσως ποτέ άλλοτε τα τελευταία χρόνια η εθνική επέτειος της 25ης Μαρτίου δεν είχε την επικαιρότητα που έχει τώρα.
«Τώρα η Πατρίδα μας αγωνίζεται να ανακτήσει την αυτοδυναμία και την αξιοπρέπεια της. Τώρα η Ελλάδα έχει ως στόχο να κατακτήσει και πάλι τη θέση που της αξίζει μέσα στην Ευρώπη και τον κόσμο.
» Το βασικό δίδαγμα του Αγώνα της Εθνικής Ανεξαρτησίας ήταν η σημασία της ενότητας, της πίστης, της επιμονής σε έναν καθαρό στρατηγικό στόχο. Αυτό το δίδαγμα είναι σήμερα το θεμέλιο της εθνικής στρατηγικής ανασυγκρότησης και ανόρθωσης, με άξονες την ασφάλεια-σταθερότητα, την κοινωνική αλληλεγγύη-συνοχή και την επιστροφή σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης.
» Ο πατριωτισμός σήμερα ταυτίζεται με το εθνικό καθήκον αλήθειας και αλληλεγγύης. Πίστη και αισιοδοξία χρειάζεται. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες ενωμένοι, θα κερδίσουμε και πάλι τη μάχη με την ιστορία.»

«Φρούριο» η Αθήνα ενόψει της στρατιωτικής παρέλασης για την 25η Μαρτίου
Επί ποδός βρίσκονται πάνω από 4.000 αστυνομικοί για την αποφυγή επεισοδίων στη διάρκεια της στρατιωτικής παρέλασης σήμερα στο Σύνταγμα για την επέτειο της 25ης Μαρτίου. Η Αθήνα από χθες, όπου πραγματοποιήθηκε η μαθητική παρέλαση, θυμίζει φρούριο με κιγκλιδώματα στην οδό Πανεπιστημίου, τα οποία αποκλείουν την πρόσβαση του κόσμου κοντά στην εξέδρα των επισήμων. Κάγκελα έχουν τοποθετηθεί και στο ύψος της Όθωνος, ενώ κανείς δεν θα έχει πρόσβαση στην πλατεία Συντάγματος. Σε ισχύ και σήμερα κυκλοφοριακές ρυθμίσεις στο κέντρο της Αθήνας εν όψει της στρατιωτικής παρέλασης η οποία ξεκινά στις 11 π.μ. και θα είναι μικρότερη σε όγκο και διάρκεια από άλλες χρονιές. Κλειστοί είναι οι σταθμοί του Μετρό σε Σύνταγμα, Ακρόπολη και Ευαγγελισμό.
Τα Νέα

Αβίαστα προκύπτει το συμπέρασμα από το απλό επετειακό ρεπορτάζ της εφημερίδας: Αν η 25 Μάρτη είναι μια ημερομηνία με συμβολικά εκμεταλλεύσιμο περιεχόμενο για το κράτος, ο συμβολισμός αυτός έχει καταρρεύσει. Την στιγμή λοιπόν που, σαν κουκλάκια με χαλασμένο δίσκο, οι εκπρόσωποι της πολιτικής τάξης επαναλαμβάνουν μονότονα τα περί εθνικής ενότητας, ομοψυχίας και κοινών δοκιμασιών απ' τις οποίες πρέπει να αναδειχθούμε νικητές, το απλό ρεπορτάζ αναδεικνύει την απόλυτη κενότητα των λόγων τους, κάνοντας λόγο για μια εθνική επέτειο χωρίς έθνος, αλλά μόνο με κράτος, το οποίο --με την μορφή αφενός του πολιτικού προσωπικού και αφετέρου των κατασταλτικών δυνάμεων που έχει στη διάθεσή του-- γιορτάζει μόνο του, καθώς δεν έχει καμία διάθεση να αφήσει "το έθνος" να πλησιάσει στον χώρο των παρελάσεων.

Αναμφισβήτητα, πρόκειται για μια συμβολική νίκη των δυνάμεων της ευρύτερης αντικυβερνητικής αντιπολίτευσης, που ήδη κατάφεραν να μετατρέψουν την επέτειο σε παρωδία, στρέφοντας το συμβολικά της εκμεταλλεύσιμο νόημα ενάντια στους "φυσικούς νομείς" αυτής της εκμετάλλευσης. Για ένα μεγάλο κομμάτι της "μεταμαρξιστικής" πολιτικής θεωρίας, τέτοιου είδους στιγμές συμβολικής αποδόμησης έχουν τεράστια σημασία (βλ., για παράδειγμα, την ανάλυση Ζίζεκ στην σημασία της τρύπας στην Ρουμάνικη σημαία κατά τις κινητοποιήσεις εναντίον του καθεστώτος Τσαουσέσκου, στο Tarrying with the Negative). Το ρεπορτάζ είναι μια καλή ευκαιρία αποτίμησης της ορθότητας μιας τέτοιας προσέγγισης: είναι η απονομιμοποίηση των συμβόλων και των πρακτικών λόγου του κράτους, ή, ακόμα δραματικότερα στην περίπτωσή μας, ο εξαναγκασμός του να τα απονομιμοποιήσει μόνο του, πράξη πολιτικά ανατρεπτική; Αν ήταν, βέβαια, θα έπρεπε η συνέπειά της να είναι άμεσα η ανατροπή του πολιτικού καθεστώτος. Κάτι τέτοιο δεν φαίνεται πιθανό να γίνει σήμερα, ως απλή συνέπεια της (αυτο)αποδόμησης της συμβολικής λειτουργίας της ιδεολογίας της κυρίαρχης τάξης. Η "μεταμοντέρνα" θέση ότι η πολιτική πάλη διεξάγεται κυρίως στο συμβολικό πεδίο, θέση υπεύθυνη για σοβαρές στρεβλώσεις στην κατανόηση της έννοιας της ηγεμονίας στον Γκράμσι (βλ. Πέρι Άντερσον, "Οι αντινομίες του Αντόνιο Γκράμσι"), αποδεικνύεται το λιγότερο ανεπαρκής: Η πολιτική πάλη διεξάγεται και στο συμβολικό πεδίο, αλλά ο αλτουσεριανός "καθορισμός σε τελική ανάλυση" δεν φαίνεται να ανήκει καθόλου εκεί. 

Μάλλον, η επικέντρωση στο συμβολικό πεδίο --πεδίο του εποικοδομήματος-- φαίνεται να έχει επί μακρόν (από το 1968 και δω) λειτουργήσει ως τρόπος εκτόπισης της σημασίας δύο άλλων πεδίων, που η Τρίτη Διεθνής είχε ξεκάθαρα προτάξει ως σαφώς σημαντικότερα: 

α) το πεδίο των οικονομικών σχέσεων, όπου ο οικονομικός στραγγαλισμός, με τα άγχη, τις ανασφάλειες και τις αγωνίες που δημιουργεί στον καθένα ατομικά, λειτουργεί ως ισχυρότατος αποτρεπτικός μηχανισμός σε ό,τι αφορά την απαραίτητη πολιτική οργάνωση μιας επαρκώς αποτελεσματικής αντίστασης στην κρατική εξουσία και την κεφαλαιοκρατική εξουσία που αυτή ξεκάθαρα πια εκπροσωπεί, και το ζητούμενο είναι οι μηχανισμοί ανατροπής αυτής της λειτουργίας

β) το πεδίο των στρατιωτικών συσχετισμών δύναμης, όταν και γίνεται αντιληπτό ότι μπροστά στις κάνες των όπλων ή τα γκλομπ και τα χημικά, οι φλογεροί πολιτικοί λόγοι, όταν δεν έχουν τίποτε άλλο για να τους συνδράμει από την ευγλωττία τους, αποδεικνύονται ανίσχυροι. Ο Άντερσον δείχνει ξεκάθαρα ότι ένα από τα πολύ βασικά νοήματα της "ηγεμονίας" στον Γκράμσι δεν έχει τίποτε να κάνει με αφηρημένη "πολιτισμική ηγεμονία" στυλ "Όλοι γνωρίζουν τους στίχους στο 'Γελαστό παιδί' και αυτό είναι μια νίκη για την αριστερά" αλλά στυλ "στην αποφασιστική στιγμή της σύγκρουσης με το κράτος, έχω κάνει τέτοια ιδεολογική και διαφωτιστική δουλειά ώστε να γνωρίζω εκ των προτέρων ότι ένα σημαντικό τμήμα του στρατού και της αστυνομίας θα έρθει με το μέρος μου."

Πρόκειται για δυο ζητήματα για τα οποία η ευρύτερη δυτική αριστερά βρήκε ελάχιστα να πει και να στοχαστεί εδώ και δεκαετίες, σε έντονη αντίθεση με την εμμονική της προσκόλληση στο στενό πεδίο της πολιτισμικής ηγεμονίας και της συμβολικής αποδόμησης και απονομιμοποίησης της πολιτικής εξουσίας. Οι συνθήκες όμως στην Ελλάδα έχουν ωριμάσει για το επόμενο βήμα, ακριβώς επειδή ο στόχος αυτού του είδους της κριτικής έχει ήδη εκπληρωθεί, χωρίς όμως σημαντικά πολιτικά αποτελέσματα, έχοντας έτσι αναδείξει τα όριά του με τρόπο απτό και εμπειρικά αποδείξιμο.

Σάββατο, 17 Μαρτίου 2012

Perry Anderson-Οι αντινομίες του Αντόνιο Γκράμσι

Perry Anderson
Οι αντινομίες του Αντόνιο Γκράμσι
New Left Review τ. 100 (κύκλος 1), 1976
Μτφρ.: Lenin Reloaded

[...] Η μεγάλη θεωρητική αξία του Γκράμσι ήταν ότι έθεσε το πρόβλημα αυτής της διαφοράς [μεταξύ Τσαρικού και δυτικού τύπου κράτους], πολύ πιο επίμονα και συνεκτικά από οποιονδήποτε άλλο επαναστάτη πριν ή μετά τον ίδιο. Πουθενά στα έργα του Λένιν ή του Τρότσκι, ή άλλων Μπολσεβίκων θεωρητικών, δεν μπορεί να βρεθεί κανένας παρατεταμένος ή συστηματικός στοχασμός για το τεράστιο ιστορικό χάσμα μέσα στην Ευρώπη το οποίο ιχνηλατείται από την παρουσία --ακόμα κι αν αυτή είναι σποραδική και ατελής στον καιρό τους-- της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στη Δύση, και της απουσίας της στην Ανατολή. Ένα πρόβλημα που καταγράφηκε στην καλύτερη σε παρενθετικές παρατηρήσεις στην Μπολσεβικική παράδοση, αναπτύχθηκε για πρώτη φορά σε κυρίαρχο θέμα της Μαρξιστικής θεωρίας από τον Γκράμσι.

Οι ψευδαισθήσεις της Αριστερής Σοσιαλδημοκρατίας
Την ίδια στιγμή, η πρώτη λύση που ιχνογραφεί για το πρόβλημα στα Τετράδια της φυλακής-- η απλή τοποθέτηση της "ηγεμονίας" μέσα στην πολιτική κοινωνία [civil society], και η απόδωση πρωταρχικότητας στην πολιτική κοινωνία σε σχέση με το κράτος-- είναι δραστικά μη εφαρμόσιμη. Αυτή η εξίσωση, ουσιαστικά, ανταποκρίνεται με μεγάλη ακρίβεια σε αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε αντίληψη της κοινής λογικής για την αστική δημοκρατία στη Δύση απ' την πλευρά της Αριστεράς -- μια αντίληψη που έχει διαχυθεί ευρέως σε μαχητικούς σοσιαλδημοκρατικούς κύκλους από τον Β' Παγκόσμιο. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, το κράτος στη Δύση δεν είναι μια βίαιη μηχανή για αστυνομική καταστολή όπως ήταν στην τσαρική Ρωσία: οι μάζες έχουν πρόσβαση σ' αυτή μέσα από κανονικές δημοκρατικές εκλογές, οι οποίες επιτρέπουν τυπικά την δυνατότητα μιας σοσιαλιστικής διακυβέρνησης. Όμως η εμπειρία δείχνει ότι οι εκλογές αυτές δεν παράγουν ποτέ μια κυβέρνηση αφοσιωμένη στην απαλλοτρίωση του κεφαλαίου και την πραγματοποίηση του σοσιαλισμού. Πενήντα χρόνια μετά την έλευση της οικουμενικής ψήφου, ένα τέτοιο φαινόμενο μοιάζει πιο απομακρυσμένο από ποτέ. Ποια είναι η αιτία αυτού του παραδόξου; Θα πρέπει να βρίσκεται στην πρότερη ιδεολογική διαμόρφωση του προλεταριάτου πριν από την εκλογική στιγμή ως τέτοια. Η κεντρική τοποθεσία της εξουσίας, συνεπώς, θα πρέπει να αναζητηθεί μέσα στην πολιτική κοινωνία --πάνω απ' όλα, στον καπιταλιστικό έλεγχο στα μέσα επικοινωνίας (τον Τύπο, το ραδιόφωνο, την τηλεόραση, τον κινηματογράφο, τις εκδόσεις), που βασίζεται στον έλεγχο των μέσων παραγωγής (ιδιωτική περιουσία). Σε μια πιο εκλεπτυσμένη εκδοχή, η πραγματική εφαρμογή της εθελοντικής αποδοχής του καπιταλισμού λαμβάνει χώρα όχι τόσο μέσα από την ιδεολογική προπαγάνδα των μέσων επικοινωνίας, όσο μέσα από την αόρατη διάχυση του φετιχισμού του εμπορεύματος μέσα απ' την αγορά ή μέσα από τις ενστικτώδεις συνήθειες της υποταγής που επιφέρουν οι εργασιακές ρουτίνες των εργοστασίων και των γραφείων -- με άλλα λόγια, άμεσα μέσα στη σφαίρα των ίδιων των μέσων παραγωγής. Είτε όμως η βασική έμφαση δίνεται στα αποτελέσματα των πολιτιστικών μηχανισμών είτε σ' αυτά των οικονομικών, το αναλυτικό συμπέρασμα παραμένει το ίδιο. Ο στραγητικός κόμβος της πολιτικής κοινωνίας θεωρείται πως συντηρεί την καπιταλιστική ηγεμονία μέσα σε μια πολιτική δημοκρατία, της οποίας οι κρατικοί θεσμοί δεν εμποδίζουν άμεσα και δεν καταπιέζουν τις μάζες. Το σύστημα συντηρείται μέσω συναίνεσης, και όχι εξαναγκασμού. Συνεπώς, το βασικό καθήκον των μαχητικών σοσιαλιστών είναι όχι η μάχη με το ένοπλο κράτος, αλλά η ιδεολογική μεταστροφή της εργατικής τάξης ώστε αυτή να απελευθερωθεί από την υποταγή στα καπιταλιστικά μυθεύματα.

Αυτό το χαρακτηριστικό σύνδρομο της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας περιέχει έναν αριθμό ψευδαισθήσεων. Το πρώτο και πιο άμεσο σφάλμα της είναι ακριβώς η ιδέα ότι η ιδεολογική εξουσία της αστικής τάξης στους δυτικούς κοινωνικούς σχηματισμούς ασκείται πάνω απ' όλα στη σφαίρα της πολιτικής κοινωνίας, όπου η αστική ηγεμονία εξουδετερώνει κατόπιν τις δημοκρατικές δυνατότητες του αντιπροσωπευτικού κράτους. Η εργατική τάξη έχει πρόσβαση στο κράτος (εκλογές για το κοινοβούλιο), αλλά δεν την χρησιμοποιεί για να πετύχει τον σοσιαλισμό διότι υφίσταται πλύση εγκεφάλου από τα μέσα επικοινωνίας. Στην πραγματικότητα, μπορούμε να πούμε ότι η αλήθεια είναι μάλλον η ακριβώς αντίστροφη: η γενική μορφή του αντιπροσωπευτικού κράτους --η αστική δημοκρατία-- είναι η ίδια το βασικό ιδεολογικό στήριγμα του δυτικού καπιταλισμού, του οποίου η ίδια η ύπαρξη στερεί την εργατική τάξη από την ιδέα του σοσιαλισμού ως ενός διαφορετικού είδους κράτους, και τα μέσα επικοινωνίας και οι άλλοι μηχανισμοί του πολιτιστικού ελέγχου εξασφαλίζουν σε δεύτερη φάση αυτό το βασικό ιδεολογικό "εφέ." Οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής κατανέμουν όλους τους άνδρες και τις γυναίκες σε διαφορετικές κοινωνικές τάξεις, που ορίζονται από την διαφορετική τους πρόσβαση στα μέσα παραγωγής. Οι ταξικοί αυτοί διαχωρισμοί είναι η υφέρπουσα πραγματικότητα του συμβολαίου μίσθωσης ανάμεσα σε δικαιϊκά ελεύθερα και ίσα άτομα, το οποίο είναι και η σφραγίδα αυτού του τρόπου παραγωγής. Οι πολιτικές και οικονομικές τάξεις συνεπώς χωρίζονται τυπικά κάτω απ' τον καπιταλισμό. Το αστικό κράτος λοιπόν "εκπροσωπεί" εξ ορισμού την ολότητα του πληθυσμού, ο οποίος αφαιρείται από την κατανομή του σε κοινωνικές τάξεις, ως ατομικοί και και ίσοι πολίτες. Με άλλα λόγια, [το αστικό κράτος] παρουσιάζει στους άνδρες και τις γυναίκες τις άνισες θέσεις τους μέσα στην πολιτική κοινωνία ωσάν να ήταν ίσες στο κράτος. Το Κοινοβούλιο, που εκλέγεται κάθε τέσσερα ή πέντε χρόνια ως κυρίαρχη έκφραση της λαϊκής βούλησης, αντικαθρεφτίζει την μυθοπλαστική ενότητα του έθνους πίσω στις μάζες, ωσάν να ήταν η δική τους αυτοδιακυβέρνηση. Οι οικονομικές διαιρέσεις μέσα στους "πολίτες" αποκρύπτονται από την δικαιϊκή ισότητα ανάμεσα σε εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους, και μαζί τους αποκρύπτεται ο απόλυτος χωρισμός και η μη συμμετοχή των μαζών στην εργασία του κοινοβουλίου. Αυτός ο χωρισμός παρουσιάζεται και αναπαρίσταται κατόπιν διαρκώς προς τις μάζες ως η απόλυτη ενσάρκωση της ελευθερίας: η "δημοκρατία" ως το τελικό σημείο της ιστορίας. Η ύπαρξη του κοινοβουλευτικού κράτους συνεπώς συνιστά το τυπικό πλαίσιο για όλους τους άλλους ιδεολογικούς μηχανισμού της άρχουσας τάξης. Προσφέρει τον γενικό κώδικα με τον οποίο μεταδίδεται κάθε συγκεκριμένο μήνυμα για κάπου αλλού. Ο κώδικας γίνεται ακόμα ισχυρότερος επειδή τα δικαιϊκά δικαιώματα της υπηκοότητας δεν είναι απλώς αυταπάτες: αντιθέτως, οι πολιτικές ελευθερίες και τα δικαιώματα της αστικής δημοκρατίας είναι μια απτή πραγματικότητα, της οποίας η ολοκλήρωση ήταν ιστορικά έργο του ίδιου του εργατικού κινήματος, και της οποίας η απώλεια θα ήταν τεράστια ήττα για την εργατική τάξη.

Συγκριτικά, οι οικονομικές βελτιώσεις που κερδήθηκαν από μεταρρυθμίσεις μέσα στο πλαίσιο του κράτους εκπροσώπησης --και που είναι κατά τα φαινόμενα πιο απτές-- έχουν κατά βάση αφήσει μικρότερο ιδεολογικό στίγμα στις μάζες στη Δύση. Η σταθερή άνοδος του επιπέδου διαβίωσης της εργατικής τάξης για εικοσιπέντε χρόνια μετά τον Β' Παγκόσμιο, υπήρξε κρίσιμο στοιχείο για την πολιτική σταθερότητα του μητροπολιτικού καπιταλισμού στις πρωταγωνιστικές ιμπεριαλιστικές χώρες. Όμως το υλικό στοιχείο της λαϊκής συναίνεσης σ' αυτή, αντικείμενο παραδοσιακών πολεμικών γύρω από τα αποτελέσματα του ρεφορμισμού, είναι εγγενώς ασταθές και εκρηκτικό, εφόσον τείνει να δημιουργεί μια διαρκή ανέλιξη των προσδοκιών, τις οποίες καμία εθνική καπιταλιστική οικονομία δεν μπορεί να εξασφαλίσει εντελώς, ακόμα και κατά τη διάρκεια μακρών κυμάτων διεθνούς ανάπτυξης, πόσο μάλλον σε φάσεις ύφεσης. Ο ίδιος ο δυναμισμός του [του υλικού στοιχείου της λαϊκής συναίνεσης στην αστική εξουσία] λοιπόν είναι δυνητικά αποσταθεροποιητικός και ικανός να προκαλέσει κρίσεις όταν η ανάπτυξη μεταβάλλεται ή τελματώνεται. Αντιθέτως, το δικαιϊκο-πολιτικό συστατικό της συναίνεσης το οποίο δημιουργεί το κοινοβουλευτικό κράτος είναι πολύ σταθερότερο: η καπιταλιστική πολιτεία δεν υπόκειται στις ίδιες συγκυριακές αστάθειες. Οι ιστορικές περιστάσεις στις οποίες έχει ενεργά αμφισβητηθεί από τους εργατικούς αγώνες είναι ατελείωτα λιγότερες στη Δύση. Με άλλα λόγια, η ιδεολογία της αστικής δημοκρατίας είναι πολύ ισχυρότερη από αυτή του προνοιακού ρεφορμισμού, και συνιστά το βασικό συντακτικό της συναίνεσης το οποίο ενσταλάζει το καπιταλιστικό κράτος.

Μπορούμε τώρα να δούμε για ποιο λόγο η βασική διατύπωση του Γκράμσι ήταν λανθασμένη. Είναι αδύνατο να διαμοιράσεις τις ιδεολογικές λειτουργίες της αστικής ταξικής εξουσίας ανάμεσα στην πολιτική κοινωνία και το κράτος, με τον τρόπο που αρχικά προσπάθησε να κάνει. Η βασική μορφή του δυτικού κοινοβουλευτικού κράτους --το δικαιϊκό σύνολο των πολιτών του-- είναι η ίδια ο κόμβος των ιδεολογικών μηχανισμών του καπιταλισμού. Τα διαπλεκόμενα σύνολα των πολιτιστικών συστημάτων ελέγχου μέσα στην πολιτική κοινωνία --το ραδιόφωνο, η τηλεόραση, ο κινηματογράφος, οι εκκλησίες, οι εφημερίδες, τα πολιτικά κόμματα-- παίζουν αναμφίβολα έναν κρίσμο συμπληρωματικό ρόλο στην εξασφάλιση της σταθερότητας της ταξικής δομής του κεφαλαίου. Το ίδιο βέβαια κάνει το παραμορφωτικό πρίσμα των οικονομικών σχέσεων και η παραλυτική δομή της εργασιακής διαδικασίας μέσα στην οικονομία. Η σημασία αυτών των συστημάτων αναμφίβολα δεν πρέπει να υποτιμάται. Ούτε όμως πρέπει και να υπερβάλλεται ή --πάνω απ' όλα-- να αντιπαρατίθεται στον πολιτιστικο-ιδεολογικό ρόλο του ίδιου του κράτους.

Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2012

Perry Anderson-Ο δυτικός μαρξισμός (απόσπασμα)

Perry Anderson
Ο δυτικός μαρξισμός
Μτφρ.: Αλέκος Π. Ζάννας
Αθήνα, Εκδόσεις Ράππα, 1976.

[...] Μπορούμε τώρα να ανακεφαλαιώσουμε τον κύκλο των χαρακτηριστικών που ορίζουν τον δυτικό μαρξισμό ως ξεχωριστή παράδοση. Γεννήθηκε από την αποτυχία των προλεταριακών επαναστάσεων στις αναπτυγμένες ζώνες του ευρωπαϊκού καπιταλισμού μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και αναπτύχθηκε μέσα σ' ένα όλο και μεγαλύτερο ρήγμα ανάμεσα στη σοσιαλιστική θεωρία και στην πρακτική της εργατικής τάξης. [...] Για τους εκπροσώπους του νέου μαρξισμού που εμφανίστηκε στη Δύση, το επίσημο κομμουνιστικό κίνημα αντιπροσώπευε τη μόνη αληθινή ενσάρκωση της διεθνούς εργατικής τάξης που είχε νόημα για αυτούς -- είτε προσχωρούσαν σ' αυτό, είτε συμμαχούσαν ή το απέρριπταν. Η δομική διάσταση θεωρίας και πράξης, σύμφυτη στα κομμουνιστικά κόμματα της εποχής, απέκλειε κάθε ενιαία θεωρητικοπολιτική δουλειά σαν αυτή που χαρακτήριζε τον κλασικό μαρξισμό. Το αποτέλεσμα ήταν η απομόνωση των θεωρητικών στα πανεπιστήμια, μακρυά από τη ζωή του προλεταριάτου στη χώρα τους, και μια σύμπτυξη της θεωρίας απο την οικονομία και την πολιτική στη φιλοσοφία. Αυτή η ειδίκευση συνοδεύτηκε από μια όλο και μεγαλύτερη δυσκολία στη γλωσσική διατύπωση, που οι τεχνικοί της φραγμοί ήταν συνάρτηση της απόστασής της από τις μάζες. Συνοδεύτηκε επίσης από μια πτώση του επιπέδου διεθνούς αλληλογνωριμίας ή επικοινωνίας ανάμεσα στους θεωρητικούς από διάφορες χώρες. Η έλλειψη κάθε δυναμικής επαφής με την πρακτική της εργατικής τάξης, μετατόπισε με τη σειρά της τη μαρξιστική θεωρία προς σύγχρονα μη-μαρξιστικά και ιδεαλιστικά συστήματα σκέψης, με τα οποία ανέπτυξε τώρα μια στενή αν και αντιφατική συμβίωση. Συγχρόνως, η μεταστροφή των θεωρητικών προς την επαγγελματική φιλοσοφία, μαζί με την ανακάλυψη των πρώιμων γραπτων του Μαρξ, οδήγησε σε μιάν αναδρομική αναζήτηση των πνευματικών καταβολών του μαρξισμού στην προηγούμενη ευρωπαϊκή φιλοσοφική σκέψη, και  σε μια καινούργια ερμηνεία του ιστορικού υλισμού κάτω από το φως τους. Τα αποτελέσματα μιας τέτοιας διαδικασίας ήταν τρία. Πρώτ' απ' όλα υπήρχε μια σημαντική υπεροχή της επιστημολογικής εργασίας που συγκεντρώθηκε κατά κύριο λόγο σε ζητήματα μεθόδου. Δεύτερο, το κύριο πραγματικό πεδίο εφαρμογής της μεθόδου ήταν η αισθητική -- ή οι πολιτισμικές υπερδομές γενικότερα. Τέλος, οι κυριότερες θεωρητικές καινοτομίες έξω από αυτό το πεδίο, που ανέπτυξαν νέα θέματα απόντα από τον κλασικό μαρξισμό --με θεωρητικό κυρίως τρόπο-- αποκάλυψαν μια μόνιμη κατάσταση απαισιοδοξίας. Η μέθοδος ως αδυναμία, η τέχνη ως παρηγοριά, η απαισιοδοξία ως εφησύχαση: δεν είναι δύσκολο να διακρίνουμε όλ' αυτά τα στοιχεία στη φυσιογνωμία του δυτικού μαρξισμού. Γιατί η καθοριστική ρίζα αυτής της παράδοσης ήταν η δημιουργία της μέσα από την ήττα -- αυτές οι παρατεταμένες δεκαετίες υποχώρησης και στασιμότητας, που πέρασε η εργατική τάξη μετά το 1920, πολλές από τις οποίες ήταν τρομακτικές από κάθε ιστορική άποψη.

Αλλά, δεν μπορούμε να ανάγουμε σ' αυτό ολόκληρη την παράδοση. Παρ' όλα αυτά, οι σημαντικότεροι στοχαστές αντιστάθηκαν στον ρεφορμισμό [1]. Παρ' όλη την απόσπασή τους απ' τις μάζες, κανένας τους δεν συνθηκολόγησε με τον θριαμβεύοντα καπιταλισμό, όπως συνέβηκε παλιότερα με θεωρητικούς της Δεύτερης Διεθνούς σαν τον Κάουτσκι, που βρισκόταν ωστόσο πολύ πιο κοντά στην ταξική πάλη. Ακόμα, η ιστορική εμπειρία που εκτέθηκε συστηματικά στο έργο τους, παρ' όλες τις αναστολές και τις σιωπές τους ήταν από ορισμένες καίριες απόψεις, η πιο προχωρημένη στον κόσμο: περιελάμβανε τις ανώτερες μορφές της καπιταλιστικής οικονομίας, τα αρχαιότερα βιομηχανικά προλεταριάτα, και την πιο μακρόχρονη πνευματική παράδοση του σοσιαλισμού. Στοιχεία από τον πλούτο και την συνθετότητα του συνολικού αυτού επιτεύγματος, καθώς και από την αθλιότητα και αποτυχία του, εισχώρησαν αναπόφευκτα στον μαρξισμό που το ίδιο γέννησε ή επέτρεψε την εμφάνισή του -- αν και αυτό έγινε μ' έναν έμμεσο και ελλιπή τρόπο. Στα πεδία που ο ίδιος διάλεξε, ο μαρξισμός αυτός έφτασε σε μια φινέτσα μεγαλύτερη από κάθε προηγούμενη φάση του ιστορικού υλισμού. Κέρδισε σε βάθος ό,τι έχασε στο πλάτος των ενδιαφερόντων του. Αλλά, αν και υπήρχε ένα δραστικό στένεμα ενδιαφερόντων, δεν υπήρξε καθολική παράλυση της δραστηριότητας. Σήμερα, ολόκληρη η εμπειρία πενήντα χρόνων ιμπεριαλισμού που πέρασαν παρουσιάζει ένα κεντρικό και αναπόφευκτο σύνολο από το οποίο το εργατικό κίνημα πρέπει να βγάλει τα συμπεράσματά του. Ο δυτικός μαρξισμός έχει γίνει ένα αναπόσπαστο κομμάτι αυτής της ιστορίας, και καμία νεότερη γενιά επαναστατών σοσιαλιστών στις ιμπεριαλιστικές χώρες δεν μπορεί να τον αγνοήσει ή να τον αποφύγει. Το να ξεπεράσουμε αυτή την παράδοση --μαθαίνοντας απ' αυτή και ξεκόβοντας μ' αυτήν-- είναι μια από τις προϋποθέσεις μιας τοπικής ανανέωσης της μαρξιστικής θεωρίας σήμερα. Αυτή η αναγκαία διπλή κίνηση αναγνώρισης και ρήξης δεν αποτελεί, φυσικά, ένα αποκλειστικό έργο. Το αποκλείει αυτό η φύση του αντικειμένου του. Γιατί, σε τελική ανάλυση, οι δεσμοί αυτής της παράδοσης μ' έναν ορισμένο γεωγραφικό τόπο ήταν και αυτοί αιτία της εξάρτησης και της αδυναμίας της. Ο μαρξισμός επιδιώκει εξ ορισμού να γίνει μια καθολική επιστήμη -- χωρίς να επιδέχεται εθνικές ή ηπειρωτικές ερμηνείες όπως και κάθε άλλη αντικειμενική γνώση της πραγματικότητας. Μ' αυτή την έννοια, ο όρος "δυτικός" εξυπονοεί αναγκαστικά μια περιοριστική κρίση. Η έλλειψη καθολικότητας είναι σημάδι λειψής αλήθειας. Ο δυτικός μαρξισμός ήταν αναγκαστικά κάτι λιγότερο από τον μαρξισμό εφόσον ήταν δυτικός. Ο ιστορικός υλισμός μπορεί να ασκήσει όλες του τις δυνάμεις μόνον όταν είναι απαλλαγμένος από κάθε είδους ενοριακό πνεύμα. Μένει ακόμα να το κάνει.

[...]

Ο τελικός λόγος ανήκει στον Λένιν. Συχνά και σωστά αναφέρουμε το γνωστό του απόφθεγμα: "χωρίς επαναστατική θεωρία δεν μπορεί να υπάρξει επαναστατικό κίνημα". Αλλά έγραψε επίσης, με την ίδια βαρύτητα: "η σωστή επαναστατική θεωρία...παίρνει την τελική της μορφή μόνο σε στενή σύνεση με την πρακτική δράση ενός πραγματικά μαζικού και πραγματικά επαναστατικού κινήματος." [2] Εδώ, κάθε λέξη μετρά. Η επαναστατική θεωρία μπορεί να δει το φως της μέρας σ' ένα περιβάλλον σχετικής απομόνωσης -- ο Μαρξ στο Βρεταννικό Μουσείο, ο Λένιν στην απομονωμένη από τον πόλεμο Ζυρίχη: αλλά δεν μπορεί να αποκτήσει μια σωστή και τελική μορφή παρά μόνο όταν συνδεθεί με τους συλλογικούς αγώνας της ίδιας της εργατικής τάξης. Η σκέτη τυπική ένταξη σε μια κομματική οργάνωση, σαν κι αυτές που είναι γνωστές στη σύγχρονη ιστορία, δεν είναι αρκετή για τέτοιο δεσμό: χρειάζεται μια στενή σύνδεση με την πρακτική δράση του προλεταριάτου. Ούτε ο αγώνας μέσα σε μια μικρή επαναστατική ομάδα αρκεί: πρέπει να υπάρχει ένας δεσμός με τις πραγματικές μάζες. Αντίστροφα, ένας δεσμός μ' ένα μαζικό κίνημα δεν αρκεί, γιατί το τελευταίο μπορεί να είναι ρεφορμιστικό: μόνο όταν οι μάζες είναι οι ίδιες επαναστατικές, η θεωρία μπορεί να φτάσει σ' αυτόν τον ανώτερο προορισμό της. [...] Όταν δημιουργηθεί ένα αληθινά επαναστατικό κίνημα μέσα σε μια ώριμη εργατική τάξη, τότε η "τελική μορφή" της θεωρίας δεν θα έχει όμοιο προηγούμενο. Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι όταν οι ίδιες οι μάζες μιλήσουν, οι θεωρητικοί --του τύπου που παρουσίασε η Δύση τα τελευταία πενήντα χρόνια-- θα σωπάσουν αναγκαστικά.

Σημειώσεις
[1] Ο Χορκχάιμερ ήταν το μόνο παράδειγμα αποστάτη: αλλά ήταν πάντα στοχαστής δευτερεύουσας σημασίας στη Σχολή της Φρανκφούρτης.
[2] Λένιν, στο "Αριστερισμός, η παιδική αρρώστια του κομμουνισμού".