Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Adorno. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Adorno. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2014

Η ντροπή του να πεθαίνεις

Αρχική δημοσίευση, Radical Desire, 11 Σεπτεμβρίου 2009. Η φωτογραφία από διαμαρτυρία για τη σφαγή στη Γάζα.
---
LR

Τα χέρια όμως ενός απ' τους συνεργάτες ήταν ήδη στο λαρύγγι του Κ., ενώ ο άλλος έμπηξε το μαχαίρι βαθιά μεσ' την καρδιά του και το στριφογύρισε εκεί δύο φορές. Με μάτια που έκλειναν ο Κ. τους έβλεπε ακόμα ευθύς μπροστά του, μάγουλο με μάγουλο, να κοιτάζουν την τελική πράξη. 'Σαν το σκυλί!' είπε· και ήταν σαν να έπρεπε να επιβιώσει του ίδιου η ντροπή.
Franz Kafka, Η Δίκη

Σάββατο, 6 Απριλίου 2013

Α. Μπαλασόπουλος-Κρίση, δίκαιο, μεσσιανισμός: σχετικά με το «Για μια κριτική της βίας» του Βάλτερ Μπένγιαμιν (απόσπασμα)

Laszlo Moholy-Nagy, "Massenpsychose", 1927

Κρίση, δίκαιο, μεσσιανισμός: σχετικά με το «Για μια κριτική της βίας» του Βάλτερ Μπένγιαμιν
του Αντώνη Μπαλασόπουλου
(Το πλήρες κείμενο στην Μαρξιστική Επιθεώρηση Praxis, τεύχος 3)

Στη μνήμη των σπουδαστών που έχασαν τη ζωή τους στη Λάρισα, δηλητηριασμένοι από μονοξείδιο του άνθρακα επειδή αδυνατούσαν να αγοράσουν πετρέλαιο θέρμανσης.

Στο τελευταίο –και το πιο διάσημο– κείμενό του, τις «Θέσεις για τη φιλοσοφία της ιστορίας» (ακριβέστερα «Για την έννοια της ιστορίας» – «Über den Begriff der Geschichte», 1940), ο Βάλτερ Μπένγιαμιν έγραφε πως «ιστορική σύνθεση του παρελθόντος δεν σημαίνει αναγνώρισή του ‘με τον τρόπο που υπήρξε πραγματικά’. Σημαίνει συγκράτηση μιας μνήμης, καθώς αστράφτει σε μια στιγμή κινδύνου».[1]  Τα λόγια αυτά σηματοδοτούν, ανάμεσα σε άλλα, τη σημαντική διαφοροποίηση της φιλοσοφίας της ιστορίας του Μπένγιαμιν από αυτή που διαφαίνεται στα λόγια του Χέγκελ, όταν έγραφε το δικό του διάσημο ρητό, στο τέλος του Προλόγου της Φιλοσοφίας του δικαίου: «η κουκουβάγια της Αθηνάς ξεκινά το φτερούγισμά της το πρώτον με την έλευση του δειλινού». «Η φιλοσοφία», σύμφωνα με την επεξήγηση που δίνει στη φράση ο ίδιος ο Χέγκελ, «έρχεται πάντα πολύ αργά», εφόσον «εμφανίζεται στο χρόνο, όπου η ουσιώδης πραγματικότητα έχει περατώσει τη διαδικασία συγκρότησής της»[2], όταν δηλαδή μια οποιαδήποτε δοσμένη εποχή έχει πια ξετυλίξει πλήρως τις αντιφάσεις της [3]. Σε αντίθεση με τον Χέγκελ, για τον οποίο μπορούμε να πούμε πως εκπροσωπεί μια φιλοσοφική αντίληψη της διαλεκτικής της ιστορίας που δεν έχει χώρο για τον στοχασμό της καταστροφής [4], ο Μπένγιαμιν δεν έβλεπε στην ιστορική αναδρομή ούτε τη δυνατότητα μιας αντικειμενικής γνώσης της ολότητας ούτε τη στωική γαλήνη ενός φιλοσοφικού βλέμματος που γνωρίζει τον εαυτό του ως πάντοτε ήδη «αργοπορημένο». Αντιθέτως, ο Μπένγιαμιν υπογραμμίζει την αναγκαιότητα της υποκειμενικής –και υποκειμενοποιητικής– χρήσης καθορισμένων και ετερόδοξα δομημένων «αστερισμών» [Sternbilder] του παρελθόντος με στόχο τη διαλεκτική αφύπνιση. Μας παραπέμπει έτσι στην αβάσταχτη πίεση που ασκεί στην ιστορική σκέψη το κατεπείγον της λύτρωσης της κοινωνικής ύπαρξης από ένα μέλλον που καθυπαγορεύεται από την ιστορικιστική αφηγηματοποίηση του παρελθόντος, δηλαδή, από τη μετατροπή της «ιστορίας» σε ατέρμονη αναπαραγωγή του θριάμβου των νικητών.

Παρασκευή, 3 Αυγούστου 2012

Χωριάτης/Το πρόβλημα της βλακείας (Αναδημοσιεύσεις)

Χωριάτης
Όταν ο χωριάτης έρχεται πρώτη φορά στην πόλη, τα πάντα γράφουν "κλειστό" για αυτόν. Οι βαριές πόρτες, τα παράθυρα με τα στόρια τους, οι ατέλειωτοι άνθρωποι στους οποίους δεν μπορεί να μιλήσει αν δεν θέλει να γελοιοποιηθεί, ακόμα και τα καταστήματα, με τα εμπορεύματα που είναι πολύ ακριβά για αυτόν -- τα πάντα τον διώχνουν. [...] Στα μάτια του άρτι αφιχθέντος, τα πάντα μοιάζουν με μπουρδέλο, μυστηριώδες και σαγηνευτικά απαγορευμένο. [...] Στη λογοτεχνία, ο Μπαλζάκ ήταν πιθανόν ο πρώτος τέτοιος χωριάτης στο Παρίσι, και κράτησε τη στάση αυτή ακόμα και αφού γνώριζε πολύ καλά τι ήταν τι. [...] Η απάντησή του στον αίσθημα του αποκλεισμού ήταν αυτή της επινοητικής ευφυίας: "Πολύ καλά, θα καταλάβω μόνος μου τι είναι αυτό που γίνεται πίσω από κλειστές πόρτες, και τότε θα τα ακούσει για τα καλά ο κόσμος!" Η μνησικακία του επαρχιώτη, που, μέσα στην εξοργισμένη του άγνοια αναπτύσσει μια εμμονή με τα πράγματα που θεωρεί ότι λαμβάνουν χώρα ακόμα και ανάμεσα στους καλύτερους κύκλους, εκεί που δεν θα το περίμενε κανείς, γίνεται η δύναμη που οδηγεί την φαντασία που έχει ακρίβεια. [...] Το ίδιο πράγμα που χωρίζει τους ανθρώπους τον ένα απ' τον άλλο και χωρίζει τον συγγραφέα απ' αυτούς είναι αυτό που κρατά την κίνηση της κοινωνίας σε λειτουργία [...] Μέσα από το διανοητικό του αισθητήριο, ο Μπαλζάκ συνειδητοποίησε ότι στον αναπτυγμένο καπιταλισμό, οι άνθρωποι είναι μάσκες χαρακτήρων, για να χρησιμοποιήσουμε μια έκφραση που ο Μαρξ επινόησε αργότερα. Η πραγμοποίηση είναι πιο τρομακτικά λαμπρή στην φρεσκάδα της αυγής και στα έντονα χρώματα της νέας ζωής από ότι στην κριτική της πολιτικής οικονομίας καταμεσήμερο. [...] Ο Μπαλζάκ κατέβασε την κοινωνία ως ολότητα, κάτι που η κλασική πολιτική οικονομία και η εγελιανή φιλοσοφία είχαν διατυπώσει με θεωρητικούς όρους, από την αέρινη σφαίρα των ιδεών στη σφαίρα των αισθητηριακών αποδείξεων.
Theodor W. Adorno, "Διαβάζοντας τον Μπαλζάκ"

Πάντα θεωρούσα ότι ο τρόπος του να περάσεις πέρα από την αστική κουλτούρα, του να πετύχεις στο να μειώσεις τόσο δραστικά την μεγάλη έλξη του μαγνητικού της πεδίου ώστε να σε αφήσει να απαγκιστρωθείς από αυτή, είναι να ενσωματώνεις αυτό το οποίο η αστική κουλτούρα θεώρησε ότι ξεπέρασε πρώτον από όλους: τον άξεστο χωριάτη. Ο Αντόρνο, που έγραψε τις παραπάνω γραμμές παραδειγματικής κατανόησης του μυστικού της κριτικής ευφυίας του Μπαλζάκ, όχι απλά δεν κατάφερε κάτι τέτοιο για τον εαυτό του, αλλά δεν το αποπειράθηκε καν. Αλλά ο Μπρεχτ, με τον οποίο ο Αντόρνο αισθανόταν πάντα άβολα, αν όχι εχθρικά, ήταν αυτό ακριβώς το πράγμα: ένας ευφυής άξεστος χωριάτης, ή, για να το θέσουμε αρκετά ακριβέστερα, κάποιος που έκανε την χοντροκοπιά του χωριάτη βάση διαλεκτικής διαπαιδαγώγησης και απομαγευτικής ευφυίας. 

Ως υπόλειμμα της προκαπιταλιστικής κοινωνίας, ο χωριάτης --και αυτό το δείχνει πεντακάθαρα η ανάλυση του Αντόρνο στον Μπαλζάκ-- έχει ένα πολύ βασικό χαρακτηρολογικό πλεονέκτημα, το οποίο είναι θεμελιακής αξίας για κάθε υλιστική απομυθοποίηση του καπιταλιστικού κόσμου: είναι καχύποπτος, και μάλιστα ισοπεδωτικά καχύποπτος, για ό,τι δεν νιώθει ότι γνωρίζει ήδη καλά. Επειδή ο καπιταλιστικός κόσμος είναι μια τεράστια απάτη, ο χωριάτης έχει πάντα δίκαιο όταν εμπιστεύεται την καχυποψία του. Πέφτει σε παγίδες μόνον όταν επηρεάζεται αρκετά από την τάξη εκείνη παγαπόντηδων που βγάζει το βιός της εκμεταλλευόμενη χωριάτες ώστε να χαλαρώσει τις αντιστάσεις του. Ο "μπαρμπα-Γιώργος" στον Καραγκιόζη είναι ακριβώς μια τέτοια φιγούρα, πάντα νικητής όσο παραμένει άξεστα καχύποπτος, πάντα ηττημένος όταν πειστεί από κάποιον γλυκομίλητο παγαπόντη να αλλάξει τρόπο σκέψης και αντιμετώπισης των πραγμάτων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο χωριάτης που έρχεται αντιμέτωπος με την απάτη ως τρόπο λειτουργίας της αστικής κοινωνίας ως τα τρίσβαθά της ενσωματώνει μια ολοκληρωμένη κριτική συνείδηση. Ο Αντόρνο είναι πολύ ακριβής όταν ιχνηλατεί την έκθεση του Μπαλζάκ στην αστική απάτη, την συνύπαρξή του μ' αυτή, ως βασικό κομμάτι μιας εκπαίδευσης που απομακρύνει κάποιον αρκετά από τις επαρχιακές ρίζες του ώστε να του επιτρέψει να μετατρέψει την πεισματική μνησικακία για ό,τι δεν καταλαβαίνει σε κριτικό όπλο, λεπτό και διεισδυτικό. 

Όμως ένας χωριάτης που παραμένει σε ένα βασικό επίπεδο αναφομοίωτος απ' το μεγάλο και απατηλό καρναβάλι των αετονύχηδων της αστικής τάξης --όπου πράγματι, καμία περιουσία δεν είναι αθώα, καμία λάμψη δεν είναι αληθινή-- συνηθίζοντας ταυτόχρονα την ζωή μέσα στο αστικό περιβάλλον, αναπτύσσοντας τις δεξιότητες εκείνες που θα του επιτρέψουν να κινείται σ' αυτό χωρίς να απορροφάται απ' αυτό, χωρίς να "αγοράζει" όλα αυτά που οι ίδιοι οι αστοί, εδραιωμένοι και επίδοξοι, θεωρούν τόσο συναρπαστικά ώστε να δαγκώσουν οι ίδιοι το δόλωμα που προορίζουν για άλλους-- ένας τέτοιος χωριάτης δεν είναι πια χωριάτης. Είναι είτε δυνητικά επικίνδυνος για την τάξη στοχαστής είτε κριτικά εκπαιδευμένος και ενσυνείδητος προλετάριος. Η αστική τάξη, φυσικά, αποπειράθηκε να μειώσει την επαφή μεταξύ αυτών των δύο ειδών ανεπίδεκτων χωριατών, στοιβάζοντας τους εργάτες σε συγκεκριμένες συνοικίες, αποθαρρύνοντας με κάθε έμπρακτο τρόπο τη μόρφωσή τους, εμποδίζοντας με χίλιους δυο τρόπους την ουσιαστική τους διείσδυση στα μυστικά της πόλης, και κατ' επέκταση της κοινωνίας, ως ολότητας. 

Διαψεύστηκε όμως για δυο λόγους: ο ένας ήταν η ύπαρξη αμετανόητα καχύποπτων χωριατών στους δικούς της, ημιτελώς αστικούς και μικροαστικούς κόλπους, χωριατών που πήραν τα κλειδιά των αστικών σπιτιών πίσω στις εργατικές συνοικίες, που άνοιξαν τα βρώμικα μυστικά της πολιτικής οικονομίας μπροστά στα μάτια των κολασμένων. Ο άλλος ήταν ότι αυτοί οι κολασμένοι είχαν παραμείνει αρκετά χωριάτες για να κουβαλούν την καχυποψία εκείνη χωρίς την οποία δεν μπορείς να καταλήξεις στο έμπρακτα χρήσιμο και συνεπώς αληθινό, αυτό το οποίο εμπιστεύεσαι ως συλλογικότητα γιατί μόνο ως συλλογικότητα γνωρίζεις πως μπορείς να επιβιώσεις πια: ο άξεστος άνθρωπος, όταν δεχόταν ένα σακούλι νομίσματα ως πληρωμή για κάποια εργασία, τα δάγκωνε ένα-ένα πριν τα δεχτεί, αφήνοντας τα δόντια του, όχι τις εικασίες του νου του, να κάνουν τη δουλειά της ανάγνωσης των σημείων.
Αρχική δημοσίευση: Lenin Reloaded, 4/12/2011

Μεθοδολογικά προβλήματα στη μαρξιστική ανάλυση: Το πρόβλημα της βλακείας
Στην ανάρτηση "Χωριάτης", και με αφορμή το γιγαντιαίο έργο του Ονορέ ντε Μπαλζάκ με τον συγκεντρωτικό τίτλο Ανθρώπινη Κωμωδία, μίλησα για "την απάτη ως τρόπο λειτουργίας της αστικής κοινωνίας ως τα τρίσβαθά της", συμπληρώνοντας όμως ταυτόχρονα ότι η χωριάτικη καχυποψία προστατεύει από αυτά που οι "ίδιοι οι αστοί, εδραιωμένοι και επίδοξοι, θεωρούν τόσο συναρπαστικά ώστε να δαγκώσουν οι ίδιοι το δόλωμα που προορίζουν για άλλους."

Αν η αναφορά αυτή αφορά την σωτήρια κριτική λειτουργία της χωριάτικης καχυποψίας, αφορά όμως επίσης, αν και πιο έμμεσα, ένα ειδικό είδος αστικής βλακείας, και συγκεκριμένα, της βλακείας που απορρέει από την υπεροψία του ανθρώπου που "τα έχει δει όλα", της βλακείας αυτού που νομίζει ότι είναι λειτουργικά κυνικός ενώ στην ουσία είναι ο ίδιος το πρώτο θύμα του κυνισμού του. 

Σκεφτόμουν ότι ο Μαρξ, για τον οποίο βέβαια ο Μπαλζάκ είναι θεμελιακή έμπνευση --τόσο ως ανατόμος της αστικής κοινωνίας, όσο και ως πηγή κωμικής απόλαυσης με τα αποτελέσματα αυτής της ανατομίας-- υστερεί σε ένα βασικό σημείο σε σχέση με τον Μπαλζάκ· η έλλογη ανάλυση των μηχανισμών της καπιταλιστικής οικονομίας, ιδιαίτερα στο Κεφάλαιο, αφήνει ελάχιστο χώρο για την ανατομία της βλακείας ως θεμελιακού παράγοντα της λειτουργίας των δραστών σε αυτή την οικονομία, με την βλακεία βέβαια να πρέπει να εννοηθεί με όρους αυτοεξαπάτησης του εξαπατώντος. Ο Μπαλζάκ αφιερώνει πολλές εκατοντάδες σελίδες στην βλακώδη όψη της αστικής φιλοδοξίας και του αστικού κυνισμού, και διατηρώ κάποιες αμφιβολίες για το κατά πόσο η έννοια της ιδεολογίας ως κίβδηλης συνείδησης στον Μαρξ --αυτή η δυνατότητα του ανθρώπου να μην γνωρίζει τι κάνει όταν το κάνει-- καλύπτει το ευρύ φάσμα των οικονομικών χρήσεων και δυνατοτήτων της βλακείας στην αστική κοινωνία.

Οι παραπάνω σκέψεις γράφονται με αφορμή την σύλληψη για φοροδιαφυγή του ντιζάινερ και τηλεμαϊντανού Λάκη Γαβαλά για χρέη προς το δημόσιο ύψους 1.480.000 ευρώ. Σκεφτόμουν, πιο συγκεκριμένα, για το πώς η εικόνα του επιτυχημένου, μπλαζέ τύπου που κάθε celebrity που σέβεται τον εαυτό του καλλιεργεί, όχι μόνο κρύβει, αλλά και επιτείνει ή επιδεινώνει, τη θεμελιώδη βλακεία του ανθρώπου που είναι ταυτόχρονα άπληστος και ανίκανος να διαχειριστεί στοιχειωδώς την απληστία του, θύμα παθών που προσπαθεί να εμπνεύσει για εμπορικούς σκοπούς στους άλλους (καθ' έξιν καταναλωτικός, χωρίς στοιχειώδες ενδιαφέρον για την αναπαραγωγή των εργασιακών σχέσεων με τις οποίες πλουτίζει, εν ολίγοις, λαμόγιο που απλά ονειρεύτηκε τον εαυτό του ως έλλογο player και παρασύρθηκε στην αυτοκαταστροφή από την ανικανότητά του να συνειδητοποιήσει έγκαιρα το ότι είναι απλώς ένας ακόμα βλάκας). 

Τις σκέψεις αυτές ήρθε να επιβεβαιώσει το ξεκαρδιστικό, και συνάμα τραγικό σε ό,τι αφορά τα θύματά του, χρονικό του modus operandi ενός ανθρώπου που, κατά τα μαρτυρούμενα, θεώρησε έξυπνο να μην πληρώνει αυτούς που κατασκεύαζαν ρούχα στα οποία έβγαζε γύρω στο 1000% κέρδος ούτε το 1/1000 που είχε συμφωνήσει να πληρώνει, καταφέρνοντας, παρά την τόση ωμή εκμετάλλευση των άλλων, να κυκλοφορεί με δανεικό υπερπολυτελές αυτοκίνητο, να μένει σε δανεικό σπίτι, και τελικά να καταλήξει να συλληφθεί για φοροδιαφυγή, αφού μάλιστα ολοκλήρωσε άλλη μια νύχτα εμμονικής διασκέδασης σε κάποιο θλιβερό νυχτερινό κέντρο. 

Έχω την αίσθηση ότι το Κεφάλαιο, στον βαθμό που αφιερώνεται στην αντικειμενική σκοπιά της οικονομίας (συσσώρευση, υπεραξία, ποσοστό κέρδους, σταθερό και μεταβλητό κεφάλαιο, κλπ) αφήνει στο περιθώριο τον συναρπαστικό υποκειμενικό παράγοντα της βλακείας ως κινητήριου παράγοντα για την οικονομική δραστηριότητα, και ότι ως εκ τούτου η λογοτεχνία τύπου Μπαλζάκ επιτελεί ένα όχι δευτερεύον αλλά αντίθετα καθοριστικό έργο στην διερεύνηση των οικονομικά σημαίνοντων αλληλεπιδράσεων της βλακείας με κίνητρα όπως η φιλοδοξία, η φιλαργυρία, η ματαιοδοξία, η ανάγκη για αποδοχή, η ντροπή για το επαρχιακό παρελθόν, η επιδειξιομανία, κλπ.

Εν ολίγοις, αναρωτιέμαι σε ποιον βαθμό ο μαρξισμός μπορεί να κάνει χωρίς μια αντίληψη της σημασίας του μη έλλογου στοιχείου, όλων εκείνων των "παθών" τα οποία εξετάζει μυθοπλαστικά ο Μπαλζάκ. Τα πάθη αυτά δεν μπορούν να αγνοηθούν ως μέρη της έμπρακτης οικονομικής συμπεριφοράς του homo economicus στον καπιταλισμό. Άλλωστε, όποιος έχει ποτέ δουλέψει στον ιδιωτικό τομέα, αναγνωρίζει πίσω απ' τον τελευταίο επιχειρηματία της συμφοράς στο δελτίο συλλήψεων της ΣΔΟΕ την οικεία φιγούρα του "αφεντικού", το οποίο οδηγεί την επιχείρηση στον γκρεμό με μια σειρά αλάθητα βλακωδών αποφάσεων αποκλειστικά δικής του έμπνευσης, αλλά διατελεί μονίμως χολερικό, οργισμένο και εκδικητικό απέναντι σε όλους τους άλλους εκτός από τον εαυτό του, σπέρνωντας γύρω του πραγματική και αναίτια δυστυχία πριν καταποντιστεί τελικά το ίδιο κάτω από τις πρακτικές συνέπειες της αντικοινωνικής ηλιθιότητας που η κοινωνία μας αρέσκεται να βαφτίζει "επιχειρηματικό δαιμόνιο."
Αρχική δημοσίευση: Lenin Reloaded, 4/12/2011

Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2012

Utopia Gone to the Pigs? Plato’s The Republic, 370c-372d

Συνεδριακή ανακοίνωση για το Συνέδριο της Εταιρείας για Σπουδές στην Ουτοπία, Tarragona, Ισπανία, 4-7 Ιούλη. Πρώτη, συνοπτική και βιβλιογραφικά μη επεξεργασμένη μορφή. Το παλιότερο "Varieties of Lacanian Anti-Utopianism" (Lublin, 2010) εκδόθηκε σε επεξεργασμένη μορφή εδώ.
Antonis Balasopoulos
Utopia Gone to the Pigs? Plato’s The Republic, 370c-372d

It seems to me that perhaps one of the better ways of making sure one’s students have read their Plato in the context of, say, a classroom discussion of classical utopia, is asking them how many utopian cities the Republic contains. Those who excitedly venture forth “one: the Kallipolis” have probably not been burning the midnight lamp. But then again, their carelessness is interesting in itself, and for a couple of reasons: it is shared by a number of scholars, whose memory of the Republic proves equally unreliable; but also, and more importantly, by Socrates himself, who seems to forget all about the matter soon after he’s done describing this second candidate for utopian status, around line 374 of Book II. Yet it is also Socrates himself who describes it, soon after Glaukon fatefully interrupts him, as a city that is both “true” [alēthinē polis] and “healthy” [hūgiēs] (372e).[i] Certainly, some have not taken Socrates’ praise seriously, regarding it instead as another item in the long list of “Socratic ironies”. In this view, our forgotten utopia is a mere foil to the truly true city, or even a parody of the utopia Kallipolis properly embodies. But then again, some have read the Kallipolis in exactly the same way, and there were a few, like Popper, who read it, incredibly yet influentially, as a dystopia of totalitarian state control. There are then a number of ambiguities and enigmas around this forgotten city, including, quite centrally, the reasons why it has been given such bad press: “city of pigs”, hūon polin (372 d), Glaukon calls it, and this is the name scholars use to refer to it. Kallipolis, the good and virtuous city, sounds like a far more likely name for a city one would dare call “utopian”, to be sure. But Glaukon is not unambiguously the paradigm of goodness and virtue himself, and he is an overwhelmingly irascible fellow to boot.

Before we say more about the enigmas this city poses for literary and philosophical interpretation, it would probably be wise to briefly remind those who have read their Republic (but draw a symptomatic blank on the hūopolis) of the contextual circumstances surrounding its birth and ignominious death in the text. The Republic, or Of Justice as it is also known, begins with a chance encounter, during a religious festival, between Socrates and Polemarchus, son of Cephalus, who invites him and Glaukon to his father’s home for conversation and sociable company. Socrates accepts and soon finds himself chatting with the elderly Cephalus, who philosophizes somewhat laxly on his contentment with old age. Socrates proves rather difficult as audience for Cephalus’s self-indulgent wisdom, and the conversation quickly shifts from the question of what makes for a happy old age to the fateful question of what constitutes a just life, and therefore justice itself—the subject of the entire rest of the dialogue. Feeling rather ill at ease with Socrates’ inquiries, Cephalus leaves the scene to his son Polemarchus, who, together with Glaukon and his brother Adeimantus and the sophist Thrasymachus, who happens to be in Cephalus’s home at the time, constitute Socrates’ interlocutors for the remainder of the dialogue. The first book then consists in a spirited debate on the nature and comparative advantages of justice and injustice, first between Socrates and his sophist adversary, then, when this has ended in the sophists’ quick defeat, between Socrates and the two siblings, Glaukon and Adeimantus, who step into the fray by taking the role of the advocatus diavoli, and acting as skeptical naysayers to all merely conventional and tradition-bound praising of justice. The “city of pigs” is introduced at this juncture, when Socrates proposes a change of course from what he now proclaims an aporetic conversation, and toward an analogical model of thinking which will substitute justice in the individual with justice in the polis, thus rendering justice “larger” as an object of enquiry and easier to locate for “short-sighted men” (368 d). Hence it is that the “political” discussion of justice is inaugurated, though just what that might mean is a daunting problem in its own right: for defining it presupposes a definition of polis itself and that is a question which impels Socrates in the opposite direction of the metaphorical “magnification” he proposed: a microscopic vision that would dilute the city to its minimal possible components, so as to first procure a kind of pure, unadulterated version of the foundations of the political life wherein justice must now be sought.

At the same time, this enterprise of meiosis, trimming down, or world-reduction, as Jameson might call it, is rather sharply undermined by a kind of textual counter-energy, which consists in the well-nigh universal drive of pleonexia, of wanting more and/or better (the confusion between the quantitative and qualitative implications of “pleon” being an additional headache): so Cephalus, seen “sitting garlanded on some sort of an easy chair” (328c) professes to celebrate his release from the sensual and sexual appetites of a younger age (329 c-d), but is uncomfortably reminded that his enjoyment of old age might have something to do with his wealth (329e-330b); Thrasymachus is forced to admit at once that the unjust man “wants more than his share” (pleonektein, 349c) and that the just man does so as well toward those who are unjust (pleon ehein, pleonektei 349c-d); Glaucon professes his dissatisfaction with how easily Socrates has dispensed with Thrasymachus and requests a far more analytical and rigorous defense of justice (358a-d), while Adeimantus argues that the objections raised by his brother are nowhere near enough (362d); and even Socrates admits that in his conversation with Thrasymachus he let himself get carried away and has lost the proper argumentative track, acting “like a greedy guest who grabs a taste of the next course before he has properly finished the last” (354). A piggishness of sorts seems to prevail over everything in the preamble to the discussion of the “city of pigs”, whether in the form of the sensual and sexual appetite of tyrants and bad men or in the lust for words and for verbosity, this last becoming so unmanageable that a conversation which originally seems to conclude in one book takes ten to finish.

It is quite paradoxical then that the city of pigs itself is not merely introduced into the conversation as a kind of thought experiment in conceptual minimalism, but is also dispensed with far too quickly. And it is equally paradoxical that as to its substance, this city seems to be the very embodiment of the rational and consensual restraint of appetitive desire—in short, the very opposite of what modern western readers would be expected to imagine as a “city of pigs”. But the paradox is at least partly a superficial one: the name “city of pigs” is after all a misnomer, given the fact that this is no inverted anticipation of the porcine dystopia of Animal Farm, but a city of human beings that have only peremptorily and perhaps questionably been called pig-like. It is crucial to keep differences in cultural semantics in mind here: though pigs were not held in higher esteem in classical Greece than they are in western cultures today, they were objects of contempt for entirely different reasons. The vices they emblematized were not lustfulness, avarice, filth and greed, but dull imbecility, lack of “cultured” refinement, lack of ambition for more and/or better, and hence lack of that ethically ambiguous principle of excess the Greeks called pleonexia (Orwell, who wanted his pigs ingenious, ambitious and even diabolically smart is really at Plato’s antipodes in more ways than one, then).

But let us return to the substantive features of this city. Cities, Socrates argues, generally originate in lack, and more precisely in the lack of individual self-sufficiency. The minimal point of origin of political life is the banal fact that we cannot entirely supply for ourselves but need to collaborate with others to do so (369b). The city of bare necessity [anagkaiotatē polis, 369d; polis, not “state” as the Desmond Lee translation has it, for that obscures a very crucial dimension of what is going on in the Republic] would need only a handful of people, “four of five men” to provide food, shelter and clothing (369d). But, as it turns out, the principle of the division and specialization of labor, which a reading of the Republic as whole would reveal as virtually synonymous with the Socratic understanding of “justice” itself, would mean that these four or five would need to increase with the addition of others. These additional recruits of the “city of words” (369c) would help the four or five originally imagined do their work with better quantity and quality (370c) by supplying them with the best available tools for their skills and thus freeing up their time for what they are best fit for. Socrates adds, however, that the city will also require imports and hence introduces a number of merchants besides the farmers and other workers of the original group of the city of bare necessity (371a). It will also, he proposes, have to include a market for the exchange of goods, and hence retailers to staff it and some sort of currency to make trade possible (371 b-d). Finally, it will need “wage-earners” [misthōtoi, 371e], by which Socrates seems to designate a group of proto-proletarians to be distinguished from his original core of specialized craftsmen, people “who have no great powers of mind to contribute, but whose physical strength makes them suitable for manual labor” (371e). And that is where the additive process stops: Socrates asks Adeimantus if he does not now believe their imaginary city “full grown” (371e, telea, meaning literally “complete”, “perfect”) and Adeimantus provisionally agrees. What follows is Socrates’ intensely lyrical evocation of the contentment and happiness of such a city, and hence the core of its candidacy as the book’s forgotten utopia:

They will produce corn, wine, clothes, and shoes, and will build themselves houses. In the summer they will for the most part work unclothed and unshod, in the winter they will be clothed and shod suitably. For food they will prepare wheat-meal or barley-meal for baking or kneading. They will serve splendid cakes and loaves on rushes or fresh leaves, and will sit down to feast with their children on couches of myrtle and bryony; and they will have wine to drink too, and pray to the gods with garlands on their heads, and enjoy each other’s company. And fear of poverty and war will make them keep the numbers of their families within their means (372a-c).

Temperance, conviviality, peaceful demeanor, spontaneous social harmony, vegetarian ethos, avoidance of cruelty to animals, authentic piousness: a balanced life of the sort that we sorely miss today and of the sort that most twentieth-century communitarians, especially since the late sixties, have found far more compatible with their ideals than Kallipolis itself, with its strict and militaristic outlook, its infamous prohibition of poets, its ascetic guardians and philosopher-kings. But Glaukon, the living embodiment of what the Republic will later identify as one of the three parts of the soul and as the feature specific to the guardian class—namely thūmos, spiritedness in all its implications, including anger and aggression—is already annoyed by the description. “You picture them enjoying dinner without relishes”[ii] [opson] he remarks (372c). It does not seem a substantial objection at first, and Socrates is happy to oblige, always in word only of course:

I had forgotten; they will have a few luxuries. Salt, of course, and olive oil and cheese, and different kinds of vegetables from which to make various country dishes. And we must give them some dessert, figs and peas and beans, and myrtle-berries and acorns to roast at the fire as they sip their wine. So they will lead a peaceful and healthy life and probably die at ripe age, bequeathing a similar way of life to their children (372d).

But this is already, however paradoxically, the last we will see of this city of peaceful contentment, for it is now that Glaukon makes his second, lethal intervention: “Really Socrates […] that’s just the fodder you would provide if you were founding a community of pigs!” (372d). Now, what is totally unexpected is that Socrates takes no offense at the insult addressed against the community he has drawn, though he quietly remarks that it seems to him to be “the true one, like a man in health” (372d). What he does instead is readily concede that perhaps the procedure for identifying the origins of justice and injustice in the polis should move on to a more complicated hypothetical state of affairs, one in which luxury plays a role; and the city of pigs quietly gives way to the truphōsan polin, the city of luxury, which, as Socrates warns, will be phlegmainousa polin: a “hot”, “feverish”, “swollen” city. It is there that all the sensual appetites contemporary, critically minded westerners associate with consumerist and greedy piggishness will be found: “a variety of delicacies, scents, perfumes, call-girls [hetairai] and confectionary”, and also the “fine arts of painting and embroidery” and materials like “gold and ivory” (373a). And it is there, in a delightful textual irony, that real pigs may be found, since the citizens of such a city will want pork rather than what Glaukon cholerically disdained as “pig fodder” for food (373c).

The vital and inevitable question is of course why. Why does Socrates not insist on the virtue of the city of pigs before abandoning it for one he warns is a feverish and bloated one, a city of pigs in our own, contemporary western understanding of the term? Why does he nonetheless not denounce it either, but content himself to bid it farewell as “true” and “healthy”? And why does he entirely demur from confirming or denying the existence in it of what he said he wanted to find there, namely justice? This, as is to be imagined, is the cluster of questions implicated in the considerable amount of contemporary critical disagreement over the meaning of the “city of pigs” and its place in the larger ethical and philosophical context of the Republic. Roughly speaking, I think we can speak of six basic directions or positions: in the first, the city is simply insignificant to the argument, a mere foil or a “false” start like the abortive discussion of individual justice in Book I[iii]; in the second, the issue is rather that the city relies on a spontaneous harmonization of appetitive desires that is impossible given the peculiarities of human nature, as Glaukon proves in deed rather than simply argument.[iv] A third position is that such spontaneous harmonization is possible, but it is highly transient and unstable and therefore could not serve as the foundation for a viable society[v]; a fourth credits Glaukon’s point of view over Socrates’s by implicitly reading thūmos in light of the famous Aristotelian distinction between zein and eu zein, that equation of political life with a “living well” that is both quantitatively and qualitatively superior to bare, beastly life and hence the foundation of the possibility of justice.[vi] A fifth position radically inverts the negative consensus on hūopolis by arguing that the city of pigs is not merely as stable as the Kallipolis, but also more unified and better—indeed, it “is the Republic’s ultimate utopia, its best city”.[vii] The problem—and it is a considerable one—is that in order for it to be realizable it must also be “possible to have a city whose citizens are like Socrates”[viii]—an eventuality which by implication Socrates understands is unlikely, particularly after Glaukon’s intervention. Finally, a sixth direction foregrounds the idea that the ambiguities of pleonexia already inform the dynamic of “the city of pigs”; the distinction between need and desire is never stable or secure, and hence that the city is always already in the process of transforming itself into something that supersedes it, always already tending, however naively and unconsciously, toward the truphōsa polis which inevitably takes over it.[ix]

I find some of these readings, particularly those that dwell on the instability of hūopolis, strong and convincing. But they share a weakness avoided only by approaches that resort to the highly idealist, not to mention anachronistically Aristotelian and perhaps Arendtian, emphasis on the specifically human and specifically political nature of “living well”: they say nothing of substance concerning the core issue of the Republic—justice—and of its import for the rather inglorious fate of the “city of pigs”.

The hūopolis is evidently happy and peaceful as can be, but is it just? Or is it rather justifiably abandoned as a model for justice? And for what reason? This seems to me a vital hermeneutic question. But it cannot be answered in the abstract, without taking into account the particular meaning of justice in the Republic: justice is the principle of balance and harmonization between differentiated, specialized and potentially warring classes of the city population and parts of the soul. Let us pause for a minute here: in the Republic, justice is understood as a properly political affair, surely; it is found where there is political life proper. But this also means that it is not allowed to be a principle of pre-political life, though happiness and contentment and good health and piousness may well be. Is the polis of pigs a political city, then? Can it be considered a state, as the Desmond translation rather carelessly has it?

It most definitely does not possess either an army or a ruler, for it does not need either. And hence, it is without that principle of violent division that both occasions the emergence of the state and stamps the logic of its function as monopolist of legitimate violence. A standing army of specialized warriors is in fact a feature of the luxurious city, for its incessant and uncontrollable appetite soon makes it imperialistically aggressive and implicated in acts of war (373e-374a). The consensual acknowledgement of a need for an organized body responsible for both predatory and defensive war leads our company to a discussion of the role and necessary training of a class of soldier-guardians. And that discussion in turn brings us all the way to Kallipolis, which is precisely the city that will use rational, philosophical wisdom to restrain the thūmotic nature of this class against temptations that would be destructive for it and for the polis as well. Kallipolis is the city that needs true philosophers because it needs good soldiers, whom it needs because it needs to avoid the worst consequences of appetitive ambition. Platonic justice thus sublates, in the properly Hegelian sense, both the spontaneous self-restraint of hūopolis and the pleonexia of the trūphosa polis. It emerges in the text not as a spontaneous but as a mediated good, one that thought can gestate only after negating or purging the excess of the city that has forced the city of pigs from the argument. Christopher Rowe puts it with great acumen:

The ‘true’, ‘healthy’ city, which satisfied itself with necessities, would itself have been a good and just one; in Glaukon’s ‘fevered’ city, by contrast, with its requirement for all sorts of luxuries, justice will require additional measures to cure, or check, the ‘fever.’ […] Some mechanism is needed, not only to repel external enemies but to impose internal control if people are inclined to break the laws, and the auxiliaries will fulfill these roles—both of which, one might add, would apparently have been unnecessary if ‘fever’ hadn’t been let into the city in the first place.[x]

And there you have it: for justice to be conceptualized as a political virtue, one needs to imagine a polis proper, not a mere community for the consensual servicing of mutual needs; in order to obtain that, one needs to think the necessity of a principle of violent division that the mechanism of the state both embodies and reputedly regulates or contains; and in order to obtain that mechanism as philosophical prerequisite, one needs to accept not simply the angry, thūmotic denunciation of “cities of pigs”, but their philosophical forgetting as well. The Republic is the utopian romance between philosophy and the state, the state as institutional excess (as pleon ehein) that is necessary in order to control appetitive excesses. Philosophy must tolerate both appetitive and statist excesses if it wants to justify and legitimate its own necessity as their ultimate regulative principle. No wonder that a contemporary green anarchist like Michael Becker notes the “tragic force” of Plato’s text, where the “inherent” justice of the “simple, primitive” city of pigs is sacrificed for the “failed project” of civilization.[xi] “Civilization” marks a state of affairs where pigs tend to get sacrificed, not least by philosophers. But it seems to me a question of justice to keep this in memory, with and against philosophy; to remember why utopia was originally taken away from people thought too pig-like for it. Adorno and Horkheimer, in lieu of a conclusion:

Every animal suggests some crushing misfortune that took place in primeval times. […] In this world divested of illusion in which men, following the loss of reflection, have again become the cleverest of animals and are busy enslaving the rest of the universe (assuming always that they do not tear themselves to pieces), respect for animals is regarded no longer as sentimental but as a betrayal of progress. […] Dominant practice and its inescapable alternatives are not threatened by nature, which tends rather to coincide with them, but by the fact that nature is remembered.[xii]


Notes

[i] Plato, The Republic, trans. Desmond Lee (London: Penguin, 2003); For the original, I have used Platon, Politeia, trans. N.M. Skouteropoulos (Athens: Polis, 2002).
[ii] My translation.
[iii] Julia Annas, An Introduction to Plato’s Republic (Oxford: Oxford University Press, 1981).
[iv] C.D.C Reeve, Philosopher-Kings: The Argument of Plato’s Republic (Indianapolis, IN: Hackett, 2006).
[v] See Catherine McKeen, “Swillburg City Limits (The ‘City of Pigs’: Republic 370c-372d), Polis 21: 1-2 (2004), 70-92.
[vi] Leon Cass, The Hungry Soul: Eating and the Perfecting of our Nature. Chicago: The University of Chicago Press, 1991.
[vii] Donald R. Morrison, “The Utopian Character of Plato’s Ideal City”, in The Cambridge Companion to Plato’s Republic, ed. G.R.F. Ferrari (Cambridge: Cambridge University Press, 2007), 252.
[viii] Ibid., 253.
[ix] See Hannah Hintz, “Gluttony and Moderation in Plato’s Republic”, Phd diss., University of Chicago, 2009, 33-34, 36-39, 44-46.
[x] Christopher Rowe, “The Place of the Republic in Plato’s Political Thought”, in The Cambridge Companion to Plato’s Republic, 43, 45.
[xi] Michael Becker, “Anarcho-Primitivism: The Green Scare in Green Political Theory”, The Anarchist Library, 2012, 3,
[xii] Max Horkheimer and Theodor W. Adorno, Dialectic of Enlightenment, trans. John Cumming (New York: Continuum, 1991), 247, 253-255; emphasis mine.

Κυριακή, 10 Ιουνίου 2012

Ο γιγαντισμός του νάνου

Αυτός που στέκεται ξέχωρα αναλαμβάνει το ρίσκο να πιστεύει ότι είναι καλύτερος απ' τους άλλους και να χρησιμοποιεί την κοινωνική του κριτική ως ιδεολογία του ατομικού του συμφέροντος. Καθώς διαμορφώνει ψηλαφιστά τη δική του ζωή στη βάση της εύθραυστης εικόνας μιας πραγματικής ύπαρξης, δεν θα πρεπε ποτέ να ξεχνά τούτο το εύθραυστο, ούτε το πόσο λίγο η εικόνα είναι υποκατάστατο της πραγματικής ζωής. Η ορμή όμως του αστού μέσα του τον σπρώχνει μακριά από μια τέτοια συνειδητοποίηση. Ο αποκομμένος παρατηρητής εμπλέκεται με τα πράγματα το ίδιο όσο και ο ενεργός συμμέτοχος [...] η απόστασή του από τις μπίζνες ως τέτοιες είναι μια πολυτέλεια που μόνο οι ίδιες αυτές οι μπίζνες του προσφέρουν. Για αυτό η ίδια η κίνηση της απόσυρσης κουβαλά τα χαρακτηριστικά αυτού το οποίο αρνείται [...] η αντικειμενική ενότητα μιας εποχής εξαλείφει κάθε διάκριση που συνιστά την ευτυχία, και ακόμα και το ηθικό βάρος, της ατομικής ύπαρξης [...] Τρέμουμε με τον εκβαρβαρισμό της ζωής, αλλά μη έχοντας καμμία αντικειμενικά δεσμευτική ηθική αναγκαζόμαστε στο κάθε μας βήμα σε λόγια και έργα, σε υπολογισμούς, που με ανθρωπιστικά κριτήρια είναι βάρβαρα, και που ακόμα και κρινόμενα με βάση της αμφίβολες αξίες της καλής κοινωνίας, στερούνται τακτ. Με την αποσύνθεση του φιλελευθερισμού, η πραγματική αστική αρχή, αυτή του ανταγωνισμού, όχι απλώς δεν υπερκεράζεται αλλά περνά από την αντικειμενικότητα τής κοινωνικής διαδικασίας στην σύνθεση των συγκρουόμενων και διαγκωνιζόμενων ατόμων της, και από εκεί, τρόπον τινά, στην ανθρωπολογία. Η υποταγή της ζωής στην διαδικασία παραγωγής επιβάλλει ως εξευτελισμό στον καθένα κάτι από την απομόνωση και τη μοναξιά τις οποίες μπαίνουμε στον πειρασμό να δούμε ως αποτέλεσμα της δικής μας, ανώτερης επιλογής. Είναι παλιό συστατικό της αστικής ιδεολογίας ότι κάθε άτομο, σε ό,τι αφορά το δικό του συμφέρον, θεωρεί τον εαυτό του καλύτερο από όλους τους άλλους, όσο και ότι αξιολογεί τους άλλους, ως κοινότητα πελατών, υψηλότερα από ότι τον εαυτό του. Μετά την παρακμή της παλιάς αστικής τάξης, και οι δύο αυτές ιδέες έχουν επιβιώσει στα μυαλά των διανοουμένων, που είναι ταυτόχρονα οι τελευταίοι εχθροί των αστών και οι τελευταίοι αστοί. Επιτρέποντας στον εαυτό τους να συνεχίσει να σκέφτεται καν μπροστά στην γυμνή αναπαραγωγή της ύπαρξης, ενεργούν ως ομάδα προνομιούχων. Αρκούμενοι στο να αφήσουν τα πράγματα στο σημείο αυτό, δηλώνουν την ασημαντότητα του προνομίου τους. Η ιδιωτική ύπαρξη, προσπαθώντας να μοιάσει αντάξια του ανθρώπου, τον προδίδει [...] Δεν υπάρχει διέξοδος από αυτή την εμπλοκή. Ο μόνος υπεύθυνος δρόμος είναι το αρνηθείς στον εαυτό σου την ιδεολογική κατάχρηση της ύπαρξής σου, και για τα υπόλοιπα να συμπεριφέρεσαι κατ' ιδίαν όσο ταπεινά, διακριτικά και ειλικρινά γίνεται, όχι πλέον λόγω καλής ανατροφής, αλλά εξαιτίας της ντροπής για το γεγονός ότι εξακολουθείς να έχεις αέρα για να ανασαίνεις στην κόλαση.
Theodor W. Adorno, Minima Moralia
Μετάφραση, αρχική δημοσίευση: Radical Desire, 2/1/2011

Theodor Adorno-Για τη διαλεκτική

Η διαλεκτική σκέψη αντιτίθεται στην πραγμοποίηση με την περαιτέρω έννοια ότι αρνείται να επικυρώσει τα ατομικά πράγματα στην απομονωμένη και ξέχωρή τους κατάσταση: ταυτοποιεί την απομόνωση ακριβώς ως παράγωγο του οικουμενικού. Έτσι, λειτουργεί ως μέσο διόρθωσης τόσο απέναντι στην μανιακή σταθερότητα όσο και στην άδεια περιπλάνηση του παρανοϊκού μυαλού, το οποίο πληρώνει για τις απόλυτές του κρίσεις με την απώλεια της εμπειρίας του πράγματος το οποίο κρίνει. Αλλά η διαλεκτική δεν είναι για τον λόγο αυτό αυτό που κατέληξε να γίνει στην αγγλική εγελιανή σχολή, και ακόμα περισσότερο ολοκληρωτικά, στον τεταμένο πραγματισμό του Dewey: δεν είναι η συναίσθηση των αναλογιών, ούτε ένας τρόπος του να βάζεις τα πράγματα στην σωστή τους προοπτική, δεν είναι απλή και πεισματική κοινή λογική. Αν ο ίδιος ο Χέγκελ φάνηκε, στη συζήτησή του με τον Γκαίτε, να προσεγγίζει μια τέτοια άποψη, όταν υπεράσπισε την φιλοσοφία του κόντρα στον πλατωνισμό του Γκαίτε στη βάση του ότι δεν ήταν "τίποτε άλλο, βασικά, από το πνεύμα της αντίθεσης που είναι έμφυτο σε κάθε ανθρώπινο ον, ρυθμισμένο και μεθοδικά αναπτυγμένο, ένα δώρο που αποκαλύπτει την αξία του με το να διακρίνει την αλήθεια από το ψεύδος", το άδηλο νόημα της διατύπωσης αυτής περιέχει σκανδαλιάρικα, στο ίδιο το εγκώμιο αυτού που είναι "έμφυτο σε κάθε ανθρώπινο ον", την αποκήρυξη της κοινής λογικής, εφόσον το πιο βασικό χαρακτηριστικό του ανθρώπου ορίζεται ακριβώς ως άρνηση να οδηγηθεί από την κοινή λογική, και πράγματι, ως αντίθεση προς την κοινή λογική.

Η κοινή λογική, η σωστή αξιολόγηση των καταστάσεων, το εγκόσμιο μάτι που έχει εκπαιδευτεί απ' την αγορά, μοιράζεται με τη διαλεκτική την ελευθερία από το δόγμα, τη στενομυαλιά και την προκατάληψη. Η νηφαλιότητά της αποτελεί χωρίς αμφιβολία μια στιγμή της κριτικής σκέψης. Αλλά η απουσία παθιασμένης αφοσίωσης σε κάτι την κάνει, παρ' όλα αυτά, την ορκισμένη εχθρό της διαλεκτικής σκέψης. Γιατί η γνώμη στη γενικότητά της, αυτή που γίνεται αποδεκτή άμεσα ως γνώμη της κοινωνίας όπως έχει, έχει αναπόφευκτα την συναίνεση ως το απτό της περιεχόμενο. Δεν είναι τυχαίο ότι στον δέκατο ένατο αιώνα ήταν ο μουχλιασμένος δογματισμός, δεδομένης της φαύλου συνείδησης του Διαφωτισμού, που φάνηκε ελκυστικός στην κοινή λογική, έτσι ώστε ένας αρχιθετικιστής όπως ο Μιλ να πρέπει να επιτεθεί σ' αυτή. Η συναίσθηση των αναλογιών περιλαμβάνει μια ολοκληρωτική υποχρέωση να σκέφτεσαι με τους όρους των εδραιωμένων μέτρων και αξιών. Χρειάζεται να έχεις ακούσει έστω μια φορά έναν εκπρόσωπο της σκληροπυρηνικής εξουσιαστικής ελίτ να λέει "αυτό δεν έχει σημασία", ή να παρατηρήσεις σε ποιές περιστάσεις οι αστοί κάνουν λόγο για "υπερβολές", "υστερίες", "τρέλες", για να γνωρίζεις ότι η επίκληση της λογικής λαμβάνει χώρα διαφοροποίηση και άμεσα για την υπεράσπιση του μη έλλογου. 

Ο Χέγκελ έδωσε έμφαση στο υγιές πνεύμα της αντίφασης με το πείσμα του χωριάτη ο οποίος έμαθε, με το πέρασμα των αιώνων, να υπομένει την κυνηγεσία και τα χαράτσια πανίσχυρων φεουδαρχών αφεντάδων. Το μέλημα της διαλεκτικής είναι να βγάζει γλώσσα  απέναντι στις ώριμες απόψεις της εξουσίας σχετικά με το αμετάβλητο της πορείας του κόσμου, και να αποκωδικοποιεί στις "αναλογίες" τους την πιστή και συρρικνωμένη εικόνα ασυνήθιστα παραφουσκωμένων ανισορροπιών. Όταν συγκρίνεται με τον κυρίαρχο τρόπο λογικής, ο διαλεκτικός Λόγος είναι παράλογος: μόνο δια της εγκόλπωσης και της ακύρωσης του τρόπου αυτού γίνεται ο ίδιος έλλογος. Δεν ήταν ταλμουδικά φανατικό να επιμένεις, στο μέσο της ανταλλακτικής οικονομίας, για τη διαφορά ανάμεσα στον χρόνο εργασίας που ξοδεύει ο εργάτης και αυτόν που χρειάζεται για την αναπαραγωγή της ζωής του; Δεν έβαλε ο Νίτσε το κάρο μπροστά από κάθε άλογο πάνω στο οποίο έκανε τις εφόδους του; Δεν παρήγαγαν μια προκατειλημμένη και ψευδή εικόνα του κόσμου ο Καρλ Κράους, ο Κάφκα ή ακόμα και ο Προυστ, ακριβώς για να αποτινάξουν το ψεύδος και την προκατάληψη; 

Η διαλεκτική δεν μπορεί να σταματά μπροστά απ' τις έννοιες της υγείας και της ασθένειας, ούτε βέβαια μπροστά απ' τα αδερφάκια τους, τον Λόγο και το μη έλλογο. Όταν έχει αναγνωρίσει την κυρίαρχη οικουμενική τάξη και τις αναλογίες της ως άρρωστες --και ως στιγματισμένες με την πιο κυριολεκτική έννοια από την παράνοια, από την "παθολογική προβολή"-- τότε μπορεί να δει ως υγιή κύτταρα μόνο αυτά που φαίνονται, με τους όρους αυτής της τάξης, τα ίδια άρρωστα, εκκεντρικά, παρανοϊκά, στην πραγματικότητα "τρελά". Και σήμερα, όπως και στον Μεσαίωνα, είναι αλήθεια ότι μόνο οι τρελοί λένε στους αφέντες τους την αλήθεια. Το καθήκον αυτού που σκέφτεται διαλεκτικά είναι λοιπόν να βοηθήσει αυτή την αλήθεια του τρελού να αναχθεί στους δικούς της λόγους ύπαρξης, χωρίς τους οποίους θα ενδώσει αναμφίβολα στην άβυσσο της αρρώστιας που επιβάλλεται ανηλεώς από την υγιή κοινή λογική των υπολοίπων.
Theodor Adorno, Minima Moralia, αφορισμός 45
Μετάφραση, αρχική δημοσίευση: Radical Desire, 12/6/2011

Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2012

Η εργατική τάξη δεν πάει στον παράδεισο, ή Soul Kitchen

Σε αυτό το φιλμ αναμιγνύονται οι εκκεντρικές πεποιθήσεις και τα κοινωνικά ιδεώδη, με τη δύναμη των ιστοριών των ανθρώπων των λαϊκών τάξεων.
cine.gr
Είναι χαρακτηριστικό της αστικής ουτοπίας ότι δεν μπορεί ακόμα να φανταστεί μια εικόνα τέλειας ευτυχίας χωρίς αυτή του ανθρώπου που αποκλείεται από αυτή...Στην ουτοπία των παραμυθιών, επίσης, η μητριά που πρέπει να χορέψει με φλεγόμενα παπούτσια ή που καταχωνιάζεται σε ένα βαρέλι γεμάτο καρφιά αποτελεί αχώριστο κομμάτι του ευτυχούς γάμου. Η μοναξιά που τιμωρεί ο Schiller [στην "Ωδή στην Χαρά"] όμως δεν παράγεται παρά από την ίδια την κοινότητα των χαροκόπων.
Theodor W. Adorno, Μπετόβεν: Η φιλοσοφία της μουσικής
Το "Ολύμπιον" στην Αριστοτέλους ήταν κατάμεστο, η ατμόσφαιρα γιορταστική, οι συστάσεις εξαιρετικές, και η ανταπόκριση του κόσμου στη ζεστή, ανθρώπινη κωμωδία του Φατίχ Ακίν για τα όνειρα και τις απογοητεύσεις των κοινωνικά περιθωριοποιημένων σχεδόν λατρευτική (η συλλογική αντίδραση όταν ο κακός πολυεκατομμυριούχος πνίγεται από ένα κουμπί πουκαμίσου και δεν κατορθώνει να αρπάξει το εστιατόριο του πάλι πτωχού πλην τίμιου και εργατικού Ζίνο Καζαντζάκη ήταν σχεδόν εκστατική).

Η γενικότερη αντίληψη για την ταινία έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στον ανθρωπισμό με τον οποίο αγκαλιάζει τους περιθωριοποιημένους, τους ne'er do wells, και την προσπάθειά τους να επιβιώσουν μέσα από την αλληλοβοήθεια και την αλληλεγγύη. Τι λαμπερή ουτοπία! Δυο ελληνικής καταγωγής μετανάστες, ο ένας με ποινικό παρελθόν για κλοπές, ένας εκκεντρικός άπορος γέροντας, ένας ασυμβίβαστος μάγος της μαγειρικής, μπόλικοι γερμανοί νεολαίοι και ρόκερς, ζεστά, φλογερά χρώματα, μουσική, σάρκα,  έρωτας, φαγητό, πλησμονή των αισθήσεων: μια σύγχρονη Schlarraffenland, η γη της Cockaygne, το Big Rock Candy Mountain στα γκρίζα εργατικά προάστια του Αμβούργου, η επισφαλής αλλά γεμάτη υπόσχεση της ευτυχίας για τους μη έχοντες. Και ο κόσμος στα καθίσματα χαμογελαστός, ρουφώντας άπληστα τούτη την υπόσχεση εκπλήρωσης και δικαίωσης, ίσως διαισθανόμενος ότι καθώς διανύουμε το όλο και πιο κακοτράχαλο έδαφος του μονοπατιού της οικονομικής κρίσης θα έχουμε περισσότερη ανάγκη από ενέσεις αισιοδοξίας όπως αυτή του Ακίν.

Κι όμως, κάτι έχει περάσει απαρατήρητο. Όλη αυτή η φαντασμαγορία προσφέρθηκε, έστω φαντασιακά, μόνο στη βάση μιας θυσίας για την οποία κανείς δεν αναρωτιέται και κανείς δεν θρηνεί. Στην αρχή της ταινίας, όταν ακόμα τα χρώματα είναι μονότονα και το φαγητό άθλιο και βαρετό, οι πελάτες του Ζίνο δεν είναι μαγευτικοί λούμπεν αλλά βαρετοί, ανέκφραστοι και σιωπηλοί γερμανοί εργάτες, πολλοί από αυτούς μονίμως περιβεβλημένοι με τα θλιβερά χρώματα των ρούχων της δουλειάς. Τρώνε ανθυγιεινά τηγανητά, μιλούν ελάχιστα, πληρώνουν και φεύγουν για να επιστρέψουν στη βάρδια. Ο αφηγηματικός κόσμος της ταινίας όσο η εργατική κουζίνα του Ζίνο είναι πραγματικά κουζίνα που απευθύνεται σε εργάτες είναι ανιαρός. Οι μέρες κυλάνε αργά, πανομοιότυπα: ξύπνημα, οδήγηση, μαγείρεμα, καθάρισμα πάγκων, συλλογή σκουπιδιών, επιστροφή στο σπίτι. Και μετά, αίφνης, ο exotic τσιγγάνος σεφ, και η πρώτη απόπειρα να μετατραπεί η κουζίνα σε οικονομικό μεν αλλά ποιοτικό, "γκουρμέ" εστιατόριο. Και η σκυθρωπή άρνηση των εργατών να δοκιμάσουν, να πειραματιστούν, να αποδεχθούν το καινούργιο. Και η ομαδική τους έξοδος. Και η εξαφάνισή τους στην αφηγηματική λήθη. Και μόνο τότε, η δημιουργία προϋποθέσεων για απογείωση της πλοκής, για ουτοπικά οράματα χαράς και πλησμονής. Η καταθλιπτική αποθήκη γίνεται ένα glamorous loft όπου συρρέει, τελικά, όλος ο "in" κόσμος του Αμβούργου. Και ο κόσμος χειροκροτά αυτό ακριβώς που λέγεται gentrification με την επαναστατική θέρμη που θα αντιστοιχούσε στον Οκτώβρη του Eisenstein.

Το ιδεολογικό μήνυμα, και είναι ένα μήνυμα που ελάχιστα έγινε αντιληπτό από τον συγκεχυμένο αριστερισμό της εποχής μας, είναι αρκετά ωμό: η βιομηχανική εργατική τάξη, τα απομεινάρια του φορντισμού στις αναπτυγμένες βιομηχανικά χώρες, είναι συνώνυμη του κομφορμισμού, της έλλειψης φαντασίας, της μονοτονίας και του γκρίζου χαρακτήρα του ίδιου του συστήματος που την εκμεταλλεύτηκε. Στην ουσία, αποτελεί εξίσου αναφομοίωτη οντότητα με το ίδιο το μεγάλο κεφάλαιο των σπεκουλαδόρων και των golden boys, το διαμετρικό αντίθετo του κεφαλαιοκράτη που όμως καταδικάζεται εξίσου ανηλέητα στο μέτρο που κουβαλάει στο σκυμμένο κορμί της τα σημάδια της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Αν υπάρχει μια προοπτική λυτρωτικής απόδρασης από την φυλακή του παρόντος, αυτή απαιτεί την θυσία της ίδιας αυτής τάξης, την απέλασή της από ένα παράδεισο όπου πρωταγωνιστεί το πολύχρωμο, πολυεθνικό, λιμπιντινικά επενδεδυμένο και οιονεί λούμπεν στοιχείο, αυτοί που κατρακυλούν στα βάθη και για αυτό μπορούν να ονειρεύονται τα ύψη. Η ουτοπία του μεγάλου τραπεζιού, του μεγάλου οργίου, της πολύχρωμης επικύρωσης της σαγήνης της "μετα-φορντικής", πολυπολιτισμικής διεξόδου, απαιτεί την έξωση όσων θυμίζουν την ενοχή του "ταξικού, πολύ ταξικού" παρελθόντος (αλλά είναι αλήθεια παρελθόν η εικόνα του αποψιλωμένου από προσωπικότητα δούλου της μισθωτής εργασίας);

Δεν θέλουμε θλιμμένους στην γιορτή μας. Και η εργατική τάξη δεν πάει στον παράδεισο, γιατί παράδεισος, με τους όρους του "μεταμοντέρνου" αριστερισμού που βρίσκει έκφραση στην ταινία του Ακίν, σημαίνει: το όραμα αταξικότητας που βασίζεται στον εξοβελισμό από το πεδίο ορατότητας των κατεξοχήν μαρτύρων για την συνεχιζόμενη ύπαρξη της τάξης. Πολλά χρόνια πριν, ο Μαρξ είχε παρατηρήσει ότι στόχος του προλεταριάτου είναι η αυτοκατάργησή του. Αυτή την ουτοπική υπόσχεση φαντασιώνεται και ο Ακίν, αλλά πρόωρα, αφηρημένα, και συνεπώς διαστροφικά: ως καθαρή ιδεολογία.

Αρχική δημοσίευση: Radical Desire, 6/1/2010

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2011

Χωριάτης

Όταν ο χωριάτης έρχεται πρώτη φορά στην πόλη, τα πάντα γράφουν "κλειστό" για αυτόν. Οι βαριές πόρτες, τα παράθυρα με τα στόρια τους, οι ατέλειωτοι άνθρωποι στους οποίους δεν μπορεί να μιλήσει αν δεν θέλει να γελοιοποιηθεί, ακόμα και τα καταστήματα, με τα εμπορεύματα που είναι πολύ ακριβά για αυτόν -- τα πάντα τον διώχνουν. [...] Στα μάτια του άρτι αφιχθέντος, τα πάντα μοιάζουν με μπουρδέλο, μυστηριώδες και σαγηνευτικά απαγορευμένο. [...] Στη λογοτεχνία, ο Μπαλζάκ ήταν πιθανόν ο πρώτος τέτοιος χωριάτης στο Παρίσι, και κράτησε τη στάση αυτή ακόμα και αφού γνώριζε πολύ καλά τι ήταν τι. [...] Η απάντησή του στον αίσθημα του αποκλεισμού ήταν αυτή της επινοητικής ευφυίας: "Πολύ καλά, θα καταλάβω μόνος μου τι είναι αυτό που γίνεται πίσω από κλειστές πόρτες, και τότε θα τα ακούσει για τα καλά ο κόσμος!" Η μνησικακία του επαρχιώτη, που, μέσα στην εξοργισμένη του άγνοια αναπτύσσει μια εμμονή με τα πράγματα που θεωρεί ότι λαμβάνουν χώρα ακόμα και ανάμεσα στους καλύτερους κύκλους, εκεί που δεν θα το περίμενε κανείς, γίνεται η δύναμη που οδηγεί την φαντασία που έχει ακρίβεια. [...] Το ίδιο πράγμα που χωρίζει τους ανθρώπους τον ένα απ' τον άλλο και χωρίζει τον συγγραφέα απ' αυτούς είναι αυτό που κρατά την κίνηση της κοινωνίας σε λειτουργία [...] Μέσα από το διανοητικό του αισθητήριο, ο Μπαλζάκ συνειδητοποίησε ότι στον αναπτυγμένο καπιταλισμό, οι άνθρωποι είναι μάσκες χαρακτήρων, για να χρησιμοποιήσουμε μια έκφραση που ο Μαρξ επινόησε αργότερα. Η πραγμοποίηση είναι πιο τρομακτικά λαμπρή στην φρεσκάδα της αυγής και στα έντονα χρώματα της νέας ζωής από ότι στην κριτική της πολιτικής οικονομίας καταμεσήμερο. [...] Ο Μπαλζάκ κατέβασε την κοινωνία ως ολότητα, κάτι που η κλασική πολιτική οικονομία και η εγελιανή φιλοσοφία είχαν διατυπώσει με θεωρητικούς όρους, από την αέρινη σφαίρα των ιδεών στη σφαίρα των αισθητηριακών αποδείξεων.
Theodor W. Adorno, "Διαβάζοντας τον Μπαλζάκ"

Πάντα θεωρούσα ότι ο τρόπος του να περάσεις πέρα από την αστική κουλτούρα, του να πετύχεις στο να μειώσεις τόσο δραστικά την μεγάλη έλξη του μαγνητικού της πεδίου ώστε να σε αφήσει να απαγκιστρωθείς από αυτή, είναι να ενσωματώνεις αυτό το οποίο η αστική κουλτούρα θεώρησε ότι ξεπέρασε πρώτον από όλους: τον άξεστο χωριάτη. Ο Αντόρνο, που έγραψε τις παραπάνω γραμμές παραδειγματικής κατανόησης του μυστικού της κριτικής ευφυίας του Μπαλζάκ, όχι απλά δεν κατάφερε κάτι τέτοιο για τον εαυτό του, αλλά δεν το αποπειράθηκε καν. Αλλά ο Μπρεχτ, με τον οποίο ο Αντόρνο αισθανόταν πάντα άβολα, αν όχι εχθρικά, ήταν αυτό ακριβώς το πράγμα: ένας ευφυής άξεστος χωριάτης, ή, για να το θέσουμε αρκετά ακριβέστερα, κάποιος που έκανε την χοντροκοπιά του χωριάτη βάση διαλεκτικής διαπαιδαγώγησης και απομαγευτικής ευφυίας. 

Ως υπόλειμμα της προκαπιταλιστικής κοινωνίας, ο χωριάτης --και αυτό το δείχνει πεντακάθαρα η ανάλυση του Αντόρνο στον Μπαλζάκ-- έχει ένα πολύ βασικό χαρακτηρολογικό πλεονέκτημα, το οποίο είναι θεμελιακής αξίας για κάθε υλιστική απομυθοποίηση του καπιταλιστικού κόσμου: είναι καχύποπτος, και μάλιστα ισοπεδωτικά καχύποπτος, για ό,τι δεν νιώθει ότι γνωρίζει ήδη καλά. Επειδή ο καπιταλιστικός κόσμος είναι μια τεράστια απάτη, ο χωριάτης έχει πάντα δίκαιο όταν εμπιστεύεται την καχυποψία του. Πέφτει σε παγίδες μόνον όταν επηρεάζεται αρκετά από την τάξη εκείνη παγαπόντηδων που βγάζει το βιός της εκμεταλλευόμενη χωριάτες. Ο "μπαρμπα-Γιώργος" στον Καραγκιόζη είναι ακριβώς μια τέτοια φιγούρα, πάντα νικητής όσο παραμένει άξεστα καχύποπτος, πάντα ηττημένος όταν πειστεί από κάποιον γλυκομίλητο παγαπόντη να αλλάξει τρόπο σκέψης και αντιμετώπισης των πραγμάτων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο χωριάτης που έρχεται αντιμέτωπος με την απάτη ως τρόπο λειτουργίας της αστικής κοινωνίας ως τα τρίσβαθά της ενσωματώνει μια ολοκληρωμένη κριτική συνείδηση. Ο Αντόρνο είναι πολύ ακριβής όταν ιχνηλατεί την έκθεση του Μπαλζάκ στην αστική απάτη, την συνύπαρξή του μ' αυτή, ως βασικό κομμάτι μιας εκπαίδευσης που απομακρύνει κάποιον αρκετά από τις επαρχιακές ρίζες του ώστε να του επιτρέψει να μετατρέψει την πεισματική μνησικακία για ό,τι δεν καταλαβαίνει σε κριτικό όπλο, λεπτό και διεισδυτικό. 

Όμως ένας χωριάτης που παραμένει σε ένα βασικό επίπεδο αναφομοίωτος απ' το μεγάλο και απατηλό καρναβάλι των αετονύχηδων της αστικής τάξης --όπου πράγματι, καμία περιουσία δεν είναι αθώα, καμία λάμψη δεν είναι αληθινή-- συνηθίζοντας ταυτόχρονα την ζωή μέσα στο αστικό περιβάλλον, αναπτύσσοντας τις δεξιότητες εκείνες που θα του επιτρέψουν να κινείται σ' αυτό χωρίς να απορροφάται απ' αυτό, χωρίς να "αγοράζει" όλα αυτά που οι ίδιοι οι αστοί, εδραιωμένοι και επίδοξοι, θεωρούν τόσο συναρπαστικά ώστε να δαγκώσουν οι ίδιοι το δόλωμα που προορίζουν για άλλους -- ένας τέτοιος χωριάτης δεν είναι πια χωριάτης. Είναι είτε δυνητικά επικίνδυνος για την τάξη στοχαστής είτε κριτικά εκπαιδευμένος και ενσυνείδητος προλετάριος. Η αστική τάξη, φυσικά, αποπειράθηκε να μειώσει την επαφή μεταξύ αυτών των δύο ειδών ανεπίδεκτων χωριατών, στοιβάζοντας τους εργάτες σε συγκεκριμένες συνοικίες, αποθαρρύνοντας με κάθε έμπρακτο τρόπο τη μόρφωσή τους, εμποδίζοντας με χίλιους δυο τρόπους την ουσιαστική τους διείσδυση στα μυστικά της πόλης, και κατ' επέκταση της κοινωνίας, ως ολότητας. 

Διαψεύστηκε όμως για δυο λόγους: ο ένας ήταν η ύπαρξη αμετανόητα καχύποπτων χωριατών στους δικούς της, ημιτελώς αστικούς και μικροαστικούς κόλπους, χωριατών που πήραν τα κλειδιά των αστικών σπιτιών πίσω στις εργατικές συνοικίες, που άνοιξαν τα βρώμικα μυστικά της πολιτικής οικονομίας μπροστά στα μάτια των κολασμένων. Ο άλλος ήταν ότι αυτοί οι κολασμένοι είχαν παραμείνει αρκετά χωριάτες για να κουβαλούν την καχυποψία εκείνη χωρίς την οποία δεν μπορείς να καταλήξεις στο έμπρακτα χρήσιμο και συνεπώς αληθινό, αυτό το οποίο εμπιστεύεσαι ως συλλογικότητα γιατί μόνο ως συλλογικότητα γνωρίζεις πως μπορείς να επιβιώσεις πια: ο άξεστος άνθρωπος, όταν δεχόταν ένα σακούλι νομίσματα ως πληρωμή για κάποια εργασία, τα δάγκωνε ένα-ένα πριν τα δεχτεί, αφήνοντας τα δόντια του, όχι τις εικασίες του νου του, να κάνουν τη δουλειά της ανάγνωσης των σημείων.