Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ψυχανάλυση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ψυχανάλυση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, 5 Μαΐου 2015

Ανοιχτή συζήτηση για την κατάσταση ορισμένων κοινωνικών στρωμάτων

Χθες είχα μια μακροχρόνια κατ' ιδίαν συζήτηση με σύντροφο και αναγνώστη για ένα ζήτημα για το οποίο φοβάμαι ότι δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις, και το οποίο με προβλημάτισε ιδιαίτερα κατά την παραμονή μου στην Ελλάδα και στις παρατηρήσεις που έκανα εκεί: αναφέρομαι στην υπόθεση --θα την πω υπόθεση-- περί ύπαρξης τμημάτων του πληθυσμού τα οποία δεν έχουν απλώς παραιτηθεί από διεκδικήσεις αλλά είναι από αρνητικά ως επιθετικά απέναντι σε μια θέση που, αναγκαστικά, βασίζεται στην ιδέα της ανάγκης διεκδίκησης μιας ικανοποίησης των αναγκών.

Τη στιγμή που το ΚΚΕ κάνει λόγο για "διευρυμένες" και "σύγχρονες" ανάγκες, υπονοώντας ότι το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και δυνατότητων σήμερα καθιστά εφικτά πράγματα τα οποία ούτε ο ιστορικός σοσιαλισμός μπορούσε ακόμα να ικανοποιήσει (αναφέρω ενδεικτικά την αναφορά Γεωργιανής που γνωρίζω σε πέντε φορές διακοπές τον χρόνο κατά τη δεκαετία του 1980) δείχνει να διαμορφώνεται και να παγιώνεται ως στάση ζωής μια στάση που δεν δηλώνει απλά παραίτηση από διεκδικήσεις (αποδεχόμενη πλήρως τη σχετική εξαθλίωση, αν όχι και την απόλυτη), αλλά τονίζει θριαμβευτικά και την απουσία αναγκών και απαιτήσεων: πιο συγκεκριμένα, το πορτραίτο που έχω κατά νου κοινωνικά είναι ενός συνήθως άνεργου ή χαμηλόμισθου, ο οποίος δεν προβληματίζεται δημόσια ή σε συζητήσεις για την ανεργία του ή το χαμηλό του μισθού του, δεν επιθυμεί καμία συζήτηση για την βελτίωση των συνθηκών του, και βρίσκει από απεχθές ως αστείο το εργατικό κίνημα ως προοπτική. Έναν άνθρωπο που έχει ανταλλάξει την ικανοποίηση των διευρυμένων υλικών του αναγκών (π.χ, για παιδεία, αναψυχή, ταξίδι ή πολιτισμό και όχι απλά για στενά υλικά αγαθά) με την απόλαυση της γνώμης, και που προτιμά να έχει "γνώμη" παρά να είναι σε θέση να διαβιώσει σε ένα αξιοπρεπές επίπεδο, ερμηνεύοντας την όποια κριτική σ' αυτή τη στάση ως επίθεση κατά της "ελευθερίας του."

Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2015

Πώς εκφράζεται το πολιτικό ασυνείδητο της συγκυρίας

Το σύνθημα-η γραμμή είναι παντού, και όχι μόνο στο εσωτερικό της χώρας. Και είναι απλό: "αν αποτύχει ο ΣΥΡΙΖΑ, έρχεται η Χρυσή Αυγή", ή, σε ακόμα απλούστερη και διαζευκτική μορφή, "ή ΣΥΡΙΖΑ ή φασισμός". Οι συνεπαγωγές του είναι επίσης απλές: όποιος τολμήσει να ασκήσει κριτική στο ΣΥΡΙΖΑ ή να ξεφουσκώσει το κλίμα ευφορίας για "εθνική συναίνεση", παίζει το παιχνίδι του φασισμού. Και συνεπώς, "κρυφοφασίστας" είναι αυτός που θυμίζει ότι η ανακήρυξη του αντιφρονούντα στο μικροαστικό παραλήρημα σε "εθνικό μειοδότη", η δια ροπάλου εξαφάνιση της αναφοράς στην ταξική πάλη και την ταξική διαίρεση της κοινωνίας, η πλήρης και οχλαγωγική παράδοση στην πρόταξη των "κοινών συμφερόντων" αστικής και εργατικής τάξης, είναι θεμελιώδη γνωρίσματα της φασιστικής ιδεολογίας: η διαβολική αντιμετάθεση ρόλων που καθρεφτίζει τη σάπια ψυχή του φασισμού έφτασε ήδη στην τελειότερη μορφή της.

Πέμπτη, 8 Ιανουαρίου 2015

Η γέννεση του "φονταμενταλισμού": Frantz Fanon, Από το "Η Αλγερία χωρίς πέπλο" (1959)

Από πορνογραφική καρτ-ποστάλ για Γάλλους στρατιώτες στην Αλγερία. Περιλαμβάνεται, μαζί με πολλές παρόμοιες, στο βιβλίο του Malek Alloula Το αποικιακό χαρέμι 
Frantz Fanon
Από το "Η Αλγερία χωρίς πέπλο"
Μια ετοιμοθάνατη αποικιοκρατία
Μτφρ.: Lenin Reloaded

[...] Σήμερα ακόμα, στα 1959, το όνειρο μιας ολικής ενσωμάτωσης της αλγερινής κοινωνίας με το όργανο των "χωρίς πέπλο γυναικών που βοηθούν και δίνουν καταφύγιο στον κατακτητή" συνεχίζει να στοιχειώνει τα όνειρα των αποικιακών αρχών.

Οι άνδρες της Αλγερίας, απ' τη πλευρά τους, αποτελούν στόχο κριτικής για τους ευρωπαίους συντρόφους τους, ή πιο επίσημα, για τα αφεντικά τους. Δεν υπάρχει ευρωπαίος εργάτης ο οποίος αργά ή γρήγορα, στο πάρε-δώσε των σχέσεων που αναπτύσσονται στον χώρο εργασίας, το μαγαζί ή το γραφείο, να μη θέτει στον Αλγερινό τις τελετουργικού χαρακτήρα ερωτήσεις: "Η γυναίκα σου φοράει πέπλο; Γιατί δεν παίρνεις τη γυναίκα σου στο σινεμά, στους αγώνες πυγμαχίας, στα καφέ;

Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2014

Αθέατες όψεις του οπορτουνισμού Ι: Η σημειωτικοποίηση

Αρχική δημοσίευση, Lenin Reloaded,11/2/2014. Αναδημοσιεύεται επ αφορμή της υπόκρουσης του "ύμνου του ΕΑΜ" από τον δήμαρχο των ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο Χαλάνδρι.
---

Το ζήτημα του οπορτουνισμού, της "διείσδυσης της αστικής ιδεολογίας στο εργατικό κίνημα" κατά έναν από τους ορισμούς του, απασχολεί έντονα την κομμουνιστική θεωρία από την εποχή του Λένιν. Η κεντρικότητά του αντανακλάται στο πολύ εκτεταμένο τμήμα που αφιερώνει στο θέμα η έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ Θεωρητικά ζητήματα στο Πρόγραμμα του ΚΚΕ, στον τόμο Ο σύγχρονος δεξιός οπορτουνισμός, επίσης της ΚΕ του ΚΚΕ, καθώς και στην αρθρογραφία στην ΚΟΜΕΠ και τον Ριζοσπάστη σε τακτική βάση.

Τρίτη, 11 Φεβρουαρίου 2014

Αθέατες όψεις του οπορτουνισμού Ι: Η σημειωτικοποίηση

Το ζήτημα του οπορτουνισμού, της "διείσδυσης της αστικής ιδεολογίας στο εργατικό κίνημα" κατά έναν από τους ορισμούς του, απασχολεί έντονα την κομμουνιστική θεωρία από την εποχή του Λένιν. Η κεντρικότητά του αντανακλάται στο πολύ εκτεταμένο τμήμα που αφιερώνει στο θέμα η έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ Θεωρητικά ζητήματα στο Πρόγραμμα του ΚΚΕ, στον τόμο Ο σύγχρονος δεξιός οπορτουνισμός, επίσης της ΚΕ του ΚΚΕ, καθώς και στην αρθρογραφία στην ΚΟΜΕΠ και τον Ριζοσπάστη σε τακτική βάση.

Πέμπτη, 2 Ιανουαρίου 2014

Η κωμωδία της αμηχανίας

Ένα από τα παραδοσιακά είδη κωμικού χιούμορ, η σάτιρα, συνίσταται στην παρουσίαση καταστάσεων ή προσώπων που είθισται να εκλαμβάνονται σοβαρά ως αντίθετα του σοβαρού: ως γελοία. Για να γελοιοποιήσει τους στόχους της, η σάτιρα χρησιμοποιεί την υπερβολή, είτε χαρακτηριστικών του προσώπου (όπως στα σατιρικά σκίτσα), είτε μανιερισμών, ακόμα και φυσικών "μειονεξειών" (χαμηλό ύψος, ψεύδισμα, τικ, κλπ).

Νομίζω πως οι Μόντι Πάιθον είναι οι πρώτοι που φέρνουν στο μαζικό κοινό ένα νέο είδος χιούμορ που κατά βάση στηρίζεται στην αναστροφή της φόρμουλας της σάτιρας: ενώ η σάτιρα στοχεύει στο να γελοιοποιήσει το σοβαρό, η κωμωδία της αμηχανίας, όπως θα την ονομάσω, συνίσταται στην αντιμετώπιση του γελοίου σοβαρά, ακόμα και δραματικά σοβαρά. Την ονομάζω κωμωδία της αμηχανίας διότι το στοιχείο το οποίο κυριαρχεί σ' αυτή είναι η προγραφή του γέλιου, η καταστολή του, και η υποκατάστασή του απ' την καθαρή αμηχανία μπροστά στην κραυγαλέα και επιδεικτική βλακεία ή τρέλα κάποιου. Έτσι, στα κωμικά είδη που εξερευνούν αυτό το είδος του χιούμορ, όταν είναι τηλεοπτικά, δεν υπάρχει το λεγόμενο "laughing track", το οποίο δίνει στους θεατές ένα σήμα ότι αυτό που βλέπουν είναι κωμικό, και βέβαια, κανείς από τους χαρακτήρες δε γελά, ούτε αντιμετωπίζει τον παραλογισμό που βιώνει με ευθυμία. Τα πάντα παραμένουν υποτονικά (σε αντίθεση με το "κραυγαλέο" της σάτιρας) και συνάμα γεμάτα από την ένταση ενός γέλιου που δεν βρίσκει διέξοδο και "πάτημα" και για αυτό μετατρέπεται σε καθαρή νευρικότητα, αν όχι παθολογική νεύρωση. Ας δούμε μερικά παραδείγματα.

Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 2013

Για το "Αφροδίτη" του Αντρέι Πλατόνοφ

Το "Αφροδίτη" (1945) του Αντρέι Πλατόνοφ ανήκει στην ύστερη φάση του έργου του, αυτήν κατά την οποία ο συγγραφέας προσανατολίζεται σε πιο χαμηλότονα, μικρότερης κλίμακας ζητήματα απ' αυτά που δεσπόζουν στα γνωστότερα έργα του της δεκαετίας του 1920, όπως το Τσέβεγκουρ και Η τάφρος θεμελίων: ο έρωτας, η οικογένεια και η μεταπολεμική εμπειρία είναι τα ζητήματα που φαίνονται να απασχολούν τα τελευταία διηγήματα της ζωής του. Θεματικά, η "Αφροδίτη" εντάσσεται συνεπώς με διηγήματα όπως "Ο ποταμός Ποτουντάν", η "Φρο", και "Η επιστροφή σπίτι", το τελευταίο έργο της ζωής του Πλατόνοφ. 

Η δομή της "Αφροδίτης" είναι αρκετά λιτή και απλή: με το τέλος του πολέμου, ο πρωταγωνιστής Νάζαρ Φόμιν --άλλος ένας από τους δεκάδες μηχανικούς πρωταγωνιστές του Πλατόνοφ-- επιστρέφει στη γενέτειρά του έχοντας χάσει τα ίχνη του έρωτα της ζωής του, της Νατάλια Βλαδιμίροβνα, ή "Αφροδίτης" όπως την αποκαλεί· καθώς διασχίζει το ρημαγμένο τοπίο της πόλης του, επιστρέφει στη μνήμη του η προπολεμική ζωή, στο κέντρο της οποίας βρίσκεται  ο αξεπέραστός του έρωτας με την αγνοούμενη πια Αφροδίτη.

Δευτέρα, 26 Αυγούστου 2013

Ακατανόητη σαγήνη

"Φυστικάκι θα πάρετε; Πάρτε ένα φυστικάκι."

Όταν οι άνθρωποι ντύνουν κάποιο ζώο --συνήθως κάποιο κατοικίδιο, ή ένα πιθηκοειδές, ακόμα και μια αρκούδα-- με ανθρώπινα ρούχα, τι είναι αυτό στο οποίο αποσκοπούν; Τι είδους ευχαρίστηση αντλούν από το θέαμα; 

Οι δύο βασικές λογικές απαντήσεις είναι ότι αυτού του είδους το γούστο εκφράζει 

α) μια επιθυμία εξανθρωπισμού του ζώου
β) μια ευχαρίστηση με το φαντασιακό θέαμα της αποκτήνωσης του ανθρώπου

Προφανώς, οι δύο αυτές ερμηνείες εμφανίζονται ως απόλυτα ασύμβατες μεταξύ τους: στην μεν πρώτη περίπτωση η ιδέα είναι πως εκφράζεται κάποια επιθυμία να εξυψωθεί το ζώο, στην δεύτερη πως αυτό που μάλλον συμβαίνει είναι μια αντίστροφη επιθυμία, μια τάση άντλησης απόλαυσης από το θέαμα του εξευτελισμού του ανθρώπινου, που φυσικά προϋποθέτει επίσης το ανέφικτο της "εξύψωσης". Η πρώτη επιθυμία φιγουράρει ως αφελώς ιδεαλιστική, η δεύτερη ως σκοτεινά, σαδιστικά κυνική.

Παρασκευή, 7 Ιουνίου 2013

Αντισταλινικές διαγνώσεις του πράκτορα 488, κατά κόσμον Καρλ Γιούνγκ

Ο Στάλιν [...] δεν είναι δημιουργός. Ο Λένιν δημιούργησε. Ο Στάλιν καταβροχθίζει τα νεογνά. Είναι κατακτητής. Πήρε απλώς αυτό που έφτιαξε ο Λένιν και έβαλε μέσα τα δόντια του και το καταβρόχθισε. Δεν είναι ούτε καν δημιουργικά καταστροφικός. Ο Λένιν ήταν. [...] Νοητικά, ο Στάλιν δεν έχει το ενδιαφέρον του Μουσολίνι, ο οποίος του μοιάζει σε ό,τι αφορά τη βασική δομή προσωπικότητάς τους, και δεν έχει καθόλου συγκρίσιμο ενδιαφέρον με τον Χίτλερ, τον γιατρό της φυλής, τον μύθο. [...] Όχι, ο Στάλιν είναι απλώς ένα κτήνος -- ένας πονηρός χωριάτης, ένα ενστικτώδες και ισχυρό ζώο -- και αναμφίβολα απ' αυτή την άποψη ο ισχυρότερος όλων των δικτατόρων. Θυμίζει μια σιβηρική τίγρη με τον δυνατό λαιμό του, τα τεράστια μουστάκια του, και αυτό το χαμόγελο σαν της γάτας που έχει φάει την κρέμα. Φαντάζομαι ότι ο Τζένγκινς Χαν θα μπορούσε να είναι ένας πρώιμος Στάλιν. Δεν θα μου κανε εντύπωση αν έκανε τον εαυτό του Τσάρο. [...] Το βασικό του χαρακτηριστικό είναι η απέραντη προσωπική φιλοδοξία. Δεν ταυτίζεται με τη Ρωσία. Την εξουσιάζει σαν τον Τσάρο. Θυμηθείτε ότι στο κάτω-κάτω είναι Γεωργιανός.

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

Μικρό ποσοστό, μεγάλος Άλλος

Δεν είναι αλήθεια η αντίληψη ότι τα άκρα δεν συναντώνται ποτέ. Για παράδειγμα, εγώ προσωπικά κάποιες φορές μοιράζομαι μια φαντασίωση με τους χειρότερους και πιο λυσσαλέους εχθρούς του ΚΚΕ. Την φαντασίωση ότι δεν υπάρχει πια ΚΚΕ.

Σκέφτομαι, αφήνοντας την φαντασία μου να καλπάσει αχαλίνωτα, πώς θα απαντά ο νεοΈλλην στην ερώτηση "γιατί δεν ξεσηκωνόμαστε;" όταν η απάντηση θα πάψει να είναι "μας εμποδίζει το ΚΚΕ."

Σκέφτομαι πώς θα εξηγεί στον εαυτό του την πολιτική κατάντια του όταν δεν θα μπορεί να την εξηγήσει κραυγάζοντας για "προδοσία του ΚΚΕ."

Σκέφτομαι πώς θα εκλογικεύει το γεγονός ότι πιάστηκε κορόϊδο από όλες ανεξαιρέτως τις κυβερνήσεις που εξέλεξε ελεύθερα και δημοκρατικά όταν δεν θα μπορεί πια να επικαλεστεί πως "έκανε πλάτες" στις επιλογές του ίδιου ως ψηφοφόρου το ΚΚΕ.

Σκέφτομαι πού θα βρίσκει παρηγοριά για την απόλυσή του και την απόλυση των συγγενών του όταν δεν θα μπορεί να πει "και το ΚΚΕ κάνει απολύσεις."

Σκέφτομαι πώς θα βρίσκει μπάλσαμο για τον τρόμο που θα νιώθει με το καθεστώς όταν δεν θα μπορεί να καγχάσει "και τι κάνει για όλα αυτά το ΚΚΕ;"

Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2012

Το Χαλυβουργικό Μανιφέστο (αναδημοσίευση)

Εισαγωγή

Στην διάρκεια εκδίπλωσης στις ΗΠΑ του λεγόμενου Occupy Wall Street Movement, διάφορα αμερικανικά ΜΜΕ έθεσαν το ερώτημα της πιο "iconic" φωτογραφίας από τη ζωή του κινήματος (η Washington Post παρέθεσε μια φωτογραφία ως την πιθανόν πιο "iconic", το περιοδικό Wired έδωσε μια άλλη ως υποψήφια, κοκ). Ανάλογες ήταν και οι περιστάσεις στα ελληνικά και ευρωπαϊκά ΜΜΕ σε ό,τι αφορούσε τις συγκεντρώσεις έξω από το Σύνταγμα.

Αφήσαμε τη λέξη "iconic" αμετάφραστη για λόγους όχι μεταφραστικούς αλλά θεωρητικούς. Κάποιος ή κάποια με περιορισμένη γνώση της αγγλικής θα έμπαινε στον πειρασμό να την μεταφράσει αναγάγοντάς την πίσω στην προφανή ελληνική της ρίζα, αλλά τότε θα κατέληγε με μια μάλλον παράδοξη ταυτολογία: η "iconic image" ως "εικονική εικόνα." Προφανώς, η ταυτολογία θα συσκότιζε το νόημα της φράσης. Μια σαφώς καλύτερη μετάφραση θα ήταν "αντιπροσωπευτική εικόνα", μιας και το "iconic" δε δηλώνει το φυσικό χαρακτήρα μιας αναπαράστασης, αλλά ένα ποιοτικό χαρακτηριστικό για αυτή (για αυτό και είναι επίθετο). Τι ποιοτικό χαρακτηριστικό έχουν οι φωτογραφικές εικόνες που προέβαλλαν οι Washington Times, το Wired, κλπ; Ότι είναι "αντιπροσωπευτικές", ότι αποτελούν, τρόπον τινά, την πεμπτουσία ενός συμβάντος. Αλλά τότε --κι εδώ αρχίζουμε να αφήνουμε πίσω μας τη μετάφραση-- ποιού ακριβώς πράγματος είναι αντιπροσωπευτικές; Προφανώς, δεν είναι "στατιστικά" αντιπροσωπευτικές, δεν αντιπροσωπεύουν έναν μέσο όρο· αντίθετα, οι "iconic" φωτογραφίες είναι χαρακτηριστικά, εξαιρετικά, δραματικές. Αν αντιπροσωπεύουν λοιπόν κάτι, αν κάτι είναι αντιπροσωπευτικό σ' αυτές, αυτό δεν είναι παρά ο εξαιρετικός χαρακτήρας που, υποτίθεται, αντικατοπτρίζει και την ουσία του ευρύτερου συμβάντος, το "πνεύμα" του.

Αυτό λοιπόν που περιβάλλει τον λόγο περί "iconic images" είναι δύο διαφορετικές κατασκευές της έννοιας της ανα-παράστασης: πρώτον, η οπτική αναπαραγωγή ως τεχνική και πράξη, τεχνολογικά διαμεσολαβημένη στην περίπτωση της φωτογραφίας ή της τηλεοπτικής εικόνας ("image")· και δεύτερον, η εκπροσώπηση ή αντιπροσώπευση μιας ουσίας ή ενός πνεύματος που εμφιλοχωρεί μέσα στο αναπαραστώμενο, η διακόμιση, μέσα από την εικόνα, μιας παρουσίας ("iconic").

Νομίζω ότι θα έβρισκε ελάχιστους διαφωνούντες η πρόταση ότι στην περίπτωση της απεργίας στην Ελληνική Χαλυβουργία δεν υπάρχουν "iconic images." Όχι επειδή τα ΜΜΕ αγνόησαν την απεργία αυτή. Αυτό δεν έχει ολοκληρωτικά επιβάλλει από μόνο του μια λογική της λογοκριτικής εξάλειψης της εικόνας. Δεν είναι ότι δεν γίνεται προσπάθεια να μεταφερθεί μια εικόνα της απεργίας, όπως έγινε για παράδειγμα στο φωτογραφικό αφιέρωμα που αναδημοσίευσα εδώ. Είναι ότι η προσπάθεια αυτή δεν γεννά τίποτε που να μπορεί να χαρακτηριστεί "iconic". Αναλογιστείτε τις συγκεκριμένες φωτογραφίες: μια τετριμμένη εικόνα της άδειας εισόδου ενός εργοστασίου· δυο εξίσου αδιάφορες εικόνες από την διαδικασία της παραγωγής· ένας εργάτης που κάθεται μπροστά από τεράστιες κουβαρίστρες χάλυβα· λίγες δεκάδες άνθρωποι συγκεντρωμένοι· ένας συνδικαλιστής μιλάει στο μικρόφωνο· οι εργάτες ψηφίζουν δια ανάτασης χειρός· περισσότερες ολιγάνθρωπες, τις περισσότερες φορές, συγκεντρώσεις, μερικά πανό με συνθήματα απαιτήσεων ή συμπαράστασης, βαρέλια που ζεσταίνουν τους ανθρώπους γύρω. Μια φτωχή σε δραματικές εντάσεις, σχεδόν αδιάφορη, συναισθηματικά αλυτρωτική εικόνα.

Όση "τέχνη", απ' την άλλη, κι αν έβαλαν οι συντελεστές του (για μένα εξαιρετικού) ντοκυμαντέρ της Ελληνοφρένειας σε ό,τι αφορά γωνίες λήψης, οπτικό και ηχητικό μοντάζ και φωτισμό στο σύντομο "Μέρες απεργίας", το αποτέλεσμα δεν διαφοροποιείται από αυτή την παράξενα αποδραματοποιημένη, στερημένη εικονογραφία, αυτή την αδόκητη έκθλιψη της ιδέας ότι υπάρχει "αντιπροσωπευτικότητα" στην οπτική αναπαράσταση: υπάρχουν άνθρωποι που μιλούν ή διαδηλώνουν, υπάρχουν πλάνα τους παράξενα μοναχικά, όπως αυτό του ακτιβιστή να κάθεται μόνος του στα Προπύλαια, ή του απολυμένου που βγαίνει απ' τη σκηνή του στην αρχή, κι αυτό είναι όλο.

Τι συμβαίνει με την Χαλυβουργία; Γιατί, αφήνοντας παράμερα την διαφανή ως προς τα κίνητρά της και άρα εύκολα εξηγήσιμη περιφρόνηση των ΜΜΕ στην προοπτική κάλυψής της, εξαιρείται αυτό που συμβαίνει τόσο παράδοξα από τη λογική της εικονικότητας που υποτίθεται ότι αποτελεί το απόλυτο χαρακτηριστικό της "μετανεωτερικής" εποχής (Debord, Baudrillard, κα);

Bertolt Brecht, όπως παρατίθεται στο Alexander Kluge, "Ο κινηματογράφος και η δημόσια σφαίρα" (ή στο Benjamin, "Το έργο τέχνης στην εποχή της μηχανικής αναπαραγωγής"):
Όλο και λιγότερο μπορεί η απλή αντανάκλαση της πραγματικότητας να μάς αποκαλύψει οτιδήποτε για την πραγματικότητα. Μια φωτογραφία των εργοστασίων της Krupp ή της AEG δεν μάς λέει σχεδόν τίποτα για αυτούς τους θεσμικούς χώρους.
Κάθε μέλος τής κοινωνίας των ιδιωτών παρουσιάζεται, διότι η παρουσίαση αποτελεί καθοριστικό γνώρισµα τής κοινωνικότητας. Αλλά το εργοστάσιο διαχωρίζεται και διακρίνεται από την κοινωνία μέσω περιφράξεων, φυλάκων ασφαλείας, ιεραρχιών, χρονοδιαγραμμάτων εργασίας, δομών εκμηχανοποίησης. Αυτό οφείλεται στο ότι η παραγωγικότητα ως ρυθμιστικός κανόνας τού εργοστασίου διαστέλλεται απόλυτα από την εν γένει κοινωνική παρουσίαση. Η ομοιότητα μεταξύ τού συστήματος βιομηχανικής παραγωγής και τής στρατιωτικής οργάνωσης έχει προ πολλού επισημανθεί. Η βαθύτερη αιτία για αυτό πρέπει να αναζητηθεί στο ότι και στις δύο περιπτώσεις η παρουσίαση ακυρώνεται μέσω τής απλής καταμέτρησης υποκαταστήσιμων μονοσυνόλων. Το ότι ο στρατιώτης είναι πάντοτε αφανής οφείλεται στο ότι έχει καταταγεί στην υπηρεσία τού θανάτου. Ομοίως, η κατάταξη προσωπικού σε βιομηχανικές θέσεις εργασίας συνεπάγεται την κατάταξή τους σε καθεστώς μη παρουσίασης. Από την σκοπιά τού εργοστασίου, ο εργάτης παραμένει εξίσου αφανής.

1. Κριτική της ορατότητας: Παραγωγή, αξία, παραγωγικότητα
α. Μπρεχτ και Μαρξ

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν με την σύντομη αλλά διάσημη ρήση του Μπρεχτ. Γιατί αποτυγχάνει η φωτογραφία, η "απλή αντανάκλαση της πραγματικότητας" να μας πει οτιδήποτε για το εργοστάσιο ως θεσμικό χώρο; Δεν είναι δυνατό να δοθεί απάντηση στο ερώτημα χωρίς να θυμηθούμε μια κεντρική διάσταση του πιο διάσημου ίσως τμήματος του Κεφαλαίου του Μαρξ, αυτού που αφορά στον "Φετιχισμό του εμπορεύματος" (τόμος 1, κεφάλαιο 1, τμήμα 4). Τι είναι ο φετιχισμός του εμπορεύματος παρά ένα φαινόμενο της απατηλής εμφάνισης (schein), της παροδηγητικής προφάνειας, που καθιστά αόρατο αυτό ακριβώς που είναι πραγματικό;
Το εμπόρευμα εμφανίζεται, με πρώτη ματιά, ως κάτι το πολύ τετριμμένο και εύκολα κατανοητό. Η ανάλυσή του δείχνει ότι, στην πραγματικότητα, είναι κάτι πολύ παράξενο, γεμάτο μεταφυσικές αποχρώσεις και θεολογικές πινελιές. [...] Το εμπόρευμα, λοιπόν, είναι κάτι μυστήριο, απλά επειδή μέσα του ο κοινωνικός χαρακτήρας της ανθρώπινης εργασίας εμφανίζεται ως ένας αντικειμενικός χαρακτήρας που σφραγίζει το προϊόν της εργασίας αυτής· επειδή η σχέση των παραγωγών στο σύνολο της δικής τους εργασίας τούς παρουσιάζεται ως κοινωνική σχέση, η οποία όμως υπάρχει όχι ανάμεσά τους αλλά ανάμεσα στα προϊόντα της εργασίας τους. Αυτός είναι ο λόγος που τα προϊόντα της εργασίας γίνονται εμπορεύματα, κοινωνικά πράγματα των οποίων οι ποιότητες είναι την ίδια στιγμή αντιληπτές και μη αντιληπτές από τις αισθήσεις. Με τον ίδιο τρόπο, το φως από ένα αντικείμενο το αντιλαμβανόμαστε όχι ως υποκειμενικό ερεθισμό του οπτικού μας νεύρου, αλλά ως αντικειμενική μορφή κάποιου πράγματος πέρα από το ίδιο το μάτι. Όμως, στην πράξη της θέασης υπάρχει, όπως και να 'χει, ένα κυριολεκτικό πέρασμα του φωτός από το ένα πράγμα στο άλλο, από το εξωτερικό αντικείμενο στο μάτι. Υπάρχει μια φυσική σχέση ανάμεσα σε φυσικά πράγματα. Αλλά τα πράγματα με τα εμπορεύματα είναι διαφορετικά. Εκεί, η ύπαρξη των πραγμάτων ως εμπορευμάτων, και η σχέση αξίας ανάμεσα στα προϊόντα της εργασίας που τα σφραγίζει ως εμπορεύματα, δεν έχουν καμία σύνδεση με τις φυσικές τους ιδιότητες και με τις υλικές σχέσεις που πηγάζουν απ' αυτές.Υπάρχει μια ορισμένη σχέση ανάμεσα στους ανθρώπους που παίρνει, στα δικά τους μάτια, την φανταστική μορφή μιας σχέσης ανάμεσα σε πράγματα. Για να βρούμε λοιπόν μια αναλογία, θα πρέπει να έχουμε πρόσβαση στις νεφελώδεις περιοχές του θρησκευτικού κόσμου. Στον κόσμο αυτό, τα παράγωγα του ανθρώπινου μυαλού εμφανίζονται ως ανεξάρτητα πράγματα με τη δική τους ζωή, και ως πράγματα που εισέρχονται σε σχέσεις το ένα με το άλλο και με το ανθρώπινο είδος. Έτσι γίνεται στον κόσμο των εμπορευμάτων με τα προϊόντα των χεριών του ανθρώπου. Αυτό το ονομάζω φετιχισμό που προσκολλάται στα προϊόντα της εργασίας, απ' τη στιγμή που παράγονται ως εμπορεύματα, και που συνεπώς είναι αδιαχώριστος από την παραγωγή εμπορευμάτων.
Οι εμφάσεις με πλάγια στοιχεία αρκούν, νομίζω, για να αναδειχθεί τόσο η κεντρικότητα του οπτικού λεξιλογίου στην ανάλυση του χαρακτήρα της εμπορευματικής παραγωγής, όσο και η ουσία του επιχειρήματος, που είναι βέβαια ότι το εμπόρευμα από τη μία αποκαλύπτει τον κοινωνικό χαρακτήρα της εργασίας ως "σφραγίδα" κι από την άλλη τον αποκρύπτει, παράγοντας την οφθαλμαπάτη που θέλει αυτόν τον κοινωνικό χαρακτήρα να βιώνεται ως σχέση όχι ανάμεσα στους παραγωγούς αλλά στα εμπορεύματά τους. Και είναι αυτή η ανάλυση πάνω στη βάση της οποίας ο Μπρεχτ συμπεραίνει ότι το να έχεις οπτική πρόσβαση σε ένα εργοστάσιο (σε μηχανήματα, ανθρώπους και αλληλεπιδράσεις μεταξύ τους) δεν σου αποκαλύπτει απολύτως τίποτα για το τι είναι παραγωγή και σχέσεις παραγωγής, τι είναι αξία, ή ποιοί είναι οι μηχανισμοί που μετατρέπουν την μυϊκή προσπάθεια σε αξία μέσα σε μια αναπτυγμένη ανταλλακτική οικονομία, ενώ ταυτόχρονα εγγυώνται την άντληση ενός ποσοστού επενδύσιμης υπεραξίας από την μυϊκή αυτή προσπάθεια.

Για να το πούμε συνοπτικά: το εργοστάσιο είναι ένας προνομιούχος χώρος (προνομιούχος επειδή σ' αυτόν πρωτοσυγκεντρώνεται σε μαζική κλίμακα το μυστηριώδες θέαμα της καπιταλιστικής παραγωγής) της αντίστασης των "μυστηρίων" της πολιτικής οικονομίας στο ορατό, που όπως συμβαίνει συνήθως με τα πράγματα που ξέρουμε ότι βρίσκονται εκεί αλλά δεν μπορούμε να δούμε, τα μετατρέπει ακριβώς σε μυστήρια, τα επενδύει με "θεολογικές πινελιές" και "μεταφυσικές αποχρώσεις".

Να ένας πρώτος λόγος που η απεργία στην Χαλυβουργία δεν παράγει "iconic images." Αφορά το γεγονός ότι το εργοστάσιο είναι, κατά τη διάρκεια της ίδιας της λειτουργίας του, ένα είδος έμπρακτης κριτικής της επάρκειας της εικόνας, της αντανάκλασης της πραγματικότητας, για την κατανόηση της ίδιας της πραγματικότητας. Αυτή είναι η πρώτη θέση του Χαλυβουργικού μανιφέστου.


β. Badiou

Ας περάσουμε τώρα στο δεύτερο απόσπασμα, από το "Εργοστάσιο ως συμβαντικός τόπος" του Badiou. Η θέση του Badiou αφορά την τάξη της "κοινωνικο-ιστορικής παρουσίασης" και είναι η εξής: από τη σκοπιά του κράτους, αν και το εργοστάσιο "μετράει-ως-ένα" νοούμενο ως "χώρος των εργατών", οι ίδιοι οι εργάτες δεν αποτελούν υποσύνολο και δεν υπόκεινται στην καταμέτρηση, καθώς δεν είναι τίποτε άλλο από υποκαταστάσιμες μονάδες "εργατικής" ή "παραγωγικής" δύναμης. Όπως αναφέρεται στο απόσπασμα που παραθέσαμε, η απόλυτη υποκαταστασιμότητα του εργάτη νοουμένου ως απλώς μονάδα παραγωγικής δύναμης (και όχι ως μοναδικού ατόμου με την μοναδική του ιστορία, σχέσεις, κλπ) σημαίνει πως η "παρουσίαση ακυρώνεται μέσω τής απλής καταμέτρησης υποκαταστήσιμων μονοσυνόλων", όπως συμβαίνει για το κράτος και για τον στρατιώτη, που είναι κατά βάση πάντα "άγνωστος", ένα στατιστικό δείγμα "στην υπηρεσία του θανάτου" και όχι ένα μοναδικό ή αναντικατάστατο πρόσωπο. Αλλά και από τη σκοπιά της συλλογικής τους (συνδικαλιστικής) εκπροσώπησης, η οποία συνίσταται στην ανα-παράσταση των αιτημάτων τους, οι εργάτες δεν παρουσιάζονται, καθώς "η παρουσίαση δεν αποτελεί αναγκαστική απόρροια τής αναπαράστασης, εφόσον θα υπάρχουν πάντοτε υποσύνολα [αναγκών, για παράδειγμα, που δεν μπορούν να μεταφραστούν σε οικονομικά αιτήματα] τα οποία δεν θα έχουν συγχρόνως και την ιδιότητα τού στοιχείου, ακριβώς λόγω τού υπερβάλλοντος τής σχέσεως υπαγωγής έναντι τής απλής παρουσίασης."

Θέση δεύτερη, λοιπόν: υπό "κανονικές συνθήκες", ο εργάτης ως μοναδικό υποκείμενο είναι αόρατος τόσο απ' τη σκοπιά του κράτους όσο και από αυτή της θεσμικής του αναπαράστασης μέσα από παγιωμένους θεσμούς συλλογικής εκπροσώπησης.

Την κατάσταση αυτή έρχεται να επιτείνει με χωρικούς όρους η απόσταση του εργοστασίου από την κοινωνία, ο καθορισμός του ως κοινωνικής "ετεροτοπίας" (Foucault) μέσω --για να επιστρέψουμε στο απόσπασμα που παραθέσαμε-- "περιφράξεων, φυλάκων ασφαλείας, ιεραρχιών, χρονοδιαγραμμάτων εργασίας, δομών εκμηχανοποίησης."

Θέση τρίτη: υπό "κανονικές συνθήκες", το εργοστάσιο είναι ένας χώρος απεκδυμένος από το αναγνωρίσιμα "κοινωνικό", εξόριστος από την "κοινωνία" ως αναπαραστάσιμο σύνολο ταυτοτήτων, πρακτικών, τεχνικών και μέσων συνεύρεσης, σύγκρουσης, και διαπραγμάτευσης.

Στο ίδιο κείμενο, ο Badiou αναδεικνύει το γεγονός ότι υπό "κανονικές συνθήκες", υπό το "κράτος της κατάστασης" (state of the situation) δηλαδή, το εργοστάσιο είναι επίσης ένας χώρος θεμελιωδώς "αποπολιτικοποιημένος", ακόμα και ασύμβατος με την πολιτική διάσταση, τουλάχιστον εφόσον αυτό γύρω από το οποίο οργανώνεται η "φυσιολογική" δραστηριότητα του εργοστασίου είναι η "παραγωγικότητα":
Η ιδέα αυτή καθαυτή τής πολιτικής ικανότητας των εργατών αντιβαίνει στην ουσία τού εργοστασίου. Το εργοστάσιο είναι κατ’ ουσίαν χώρος μη πολιτικός, ανεξαρτήτως τού αν οι εργάτες του έχουν πολιτικοποιηθεί ή όχι. Και αυτό γιατί το καθεστώς τής παραγωγικότητας βρίσκεται σε πλήρη και απόλυτη αντίφαση με την πολιτική. Η πολιτική είναι το ακριβώς αντίθετο τής βιομηχανικής εργασίας, διότι συνιστά η ίδια μορφή εργασίας, μια εξευγενισμένη δημιουργική παραγωγή που απαιτεί τη διακοπή κάθε άλλης εργασίας.
Θέση τέταρτη: Όσο το εργοστάσιο εργάζεται, όσο η λειτουργία του παραμένει αρμονικά δεμένη με την αρχιτεκτονική, μηχανική, και λειτουργική του φύση, αυτό που παράγει είναι η ίδια η άρνηση της πολιτικής, δηλαδή η άρνηση της εργασίας της παρουσίασης, της εμφάνισης υποκειμένων σε ένα χώρο όπου σφυρηλατούνται οι όροι της συλλογικής ύπαρξης. Νοούμενο ως μονοσύνολο (ως σύνολο που μετράει-ως-ένα), το εργοστάσιο και οι εργάτες του εξαιρούνται από την πολιτική τάξη, και άρα από την τάξη της παράστασης.


2. Αντι-φαινομενολογία της απεργίας

Τι είναι η απεργία σε ένα εργοστάσιο; Είναι, στο πιο προφανές και άμεσο επίπεδο, μια άρνηση της φύσης του εργοστασίου ως περιφραγμένου και ιεραρχημένου χώρου εξ ολοκλήρου αφιερωμένου στην παραγωγή και την παραγωγικότητα. Είδαμε όμως ότι όντας τέτοιου είδους χώρος, το εργοστάσιο είναι επίσης ένας χώρος άρνησης της πολιτικής. Θέση πέμπτη: Η απεργία είναι μια άρνηση της άρνησης της πολιτικής, και συνεπώς μια άρνηση της άρνησης της παράστασης του εργάτη που προϋποθέτει η "φυσιολογική" εργασία του εργοστασίου.

Πώς εκδηλώνεται φαινομενολογικά αυτή η άρνηση της άρνησης της πολιτικής παράστασης; Και πιο συγκεκριμένα, ποιά είναι η σχέση της με την αναπαραστατική τάξη, με την εικόνα και την εικονογραφία;

Θέση έκτη: Το εργοστάσιο σε απεργία παράγει αντι-αναπαραστάσεις, αντι-εικόνες, και είναι ακριβώς σε αυτές τις αντι-αναπαραστάσεις που η πολιτική παράσταση του εργάτη ως μονάδας μπορεί να λάβει χώρα.

Τι εννοούμε; Εννοούμε το εξής: ως πολιτική πράξη, η απεργία δεν εισάγει τον εργάτη μαζί με τις άλλες ταυτότητες ή συλλογικότητες της "κοινωνίας" σε μια αδιαφοροποίητη αναπαραστατική τάξη. Ο αποκλεισμός του εργάτη από την αναπαράσταση δεν αίρεται μέσα από την ενσωμάτωσή του, χωρίς ίχνος διαφοράς, στην τάξη αυτή. Ο εργάτης αποκτά πολιτική οντότητα μέσα από την αφαίρεσή του από αυτό που τον ορίζει, τόσο από τη σκοπιά του κράτους, όσο και από την σκοπιά της συλλογικής του εκπροσώπησης, του γεγονότος δηλαδή της εργασίας του. Ένας εργάτης που δεν εργάζεται, όπως και ένα εργοστάσιο που δεν παράγει, δεν μπορούν να ενταχθούν μέσα σε μια λογική της ανα-παράστασης, πόσο μάλλον της "δραματικής", "αντιπροσωπευτικής" αναπαράστασης του "iconic image". "Δεν υπάρχει τίποτα να δεις" σε μια εργοστασιακή απεργία, στην εικόνα ανθρώπων που κανονικά έπρεπε να βρίσκονται μέσα στο εργοστάσιο και να εργάζονται να βρίσκονται έξω από το εργοστάσιο και να συζητούν ή να πίνουν καφέ ή να κάθονται. Η εικόνα της απεργίας είναι εικόνα μιας διπλής άρνησης, τόσο με την έννοια που ήδη αναφέραμε, όσο και επειδή ο εργάτης που απεργεί αρνείται την άρνηση της ανθρώπινής του υπόστασης που ήδη πάντοτε εξυπακούεται από την κατασκευή του ως εργάτη, ως υποκαταστάσιμης μονάδας εργατικής δύναμης, ανώνυμης, βιογραφικά αδιάφορης, χωρίς παρελθόν ή μέλλον.

Θέση έβδομη: Η εργοστασιακή απεργία, μη όντας τίποτε άλλο παρά η αυτο-υφαίρεση του προλεταριακού "μηδέν" από την ολοσχερή του έκθλιψη ή αφανισμό --στοιχεία που αποτελούν προϋποθέσεις της λειτουργίας του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής-- δεν παράγει αναπαραστάσιμο θέαμα. Θέαμα μπορεί να παράξει η "βία εναντίον πολιτών" των "iconic images" που αναφέραμε στην εισαγωγή, ακριβώς επειδή οι "πολίτες" δεν νοούνται ως "μηδέν" εξ αρχής, αλλά ως οργανικά κομμάτια μιας "κοινωνίας", η οποία βλέπει σ' αυτούς την αντανάκλασή της.

Μπορούμε ήδη να κατανοήσουμε εδώ την προβληματική φύση της αφομοίωσης της απεργίας στη Χαλυβουργία με απεργίες όπως αυτές στα ΜΜΕ. Στην δεύτερη περίπτωση, η απεργία αφορά τον ίδιο τον μηχανισμό αναπαράστασης και δεν μπορεί να εκφραστεί παρά με περισσότερες αναπαραστάσεις: απολυμένοι δημοσιογράφοι που γράφουν κείμενα εναντίον των πρώην εργοδοτών τους σε άλλα μηντιακά μέσα, αποκαλύψεις, κατάληψη σταθμών, μηνύματα κατά την ώρα της εκπομπής, κλπ. Σε κάθε περίπτωση, αυτό που εμπλέκεται είναι αναπαραστάσεις εναντίον αναπαραστάσεων, και όχι, όπως συμβαίνει στην Χαλυβουργία, μια εγγενής αποκαθήλωση της ίδιας της διαδικασίας αναπαράστασης, που στην "φυσιολογική" της λειτουργία καταδικάζει τον εργάτη στην μόνιμη, "δομική" αφάνεια.

Η υπογράμμιση της μόνιμης κατάστασης αφάνειας που δεν αναιρείται από μια ένταξη, μέσω της απεργίας, στη γνωστή μετανεωτερική λογική του "όλα είναι εικόνα", είναι επιπρόσθετα σημαντική στα πλαίσια της αντίληψης περί ιστορικής εξαφάνισης της εργατικής τάξης. Στην μόνιμη επωδό ότι "δεν υπάρχει πια εργατική τάξη" δεν θα πρέπει να παραμελήσουμε να θυμήσουμε ότι, ανεξάρτητα από τις όποιες δομικές, χωρικές και δημογραφικές αλλαγές που έχει αποφέρει η "αποβιομηχάνιση", η "εργατική τάξη" ήταν πάντα συνώνυμη της εξαφάνισης του εργάτη ως μονάδας στα πλαίσια της αναπαραστατικής τάξης της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας. Το να είσαι εργάτης σε μια τέτοια κοινωνία σημαίνει να μην φαίνεσαι, να μην είσαι αναπαραστάσιμος ως μονάδα. Αυτή είναι η όγδοη θέση του χαλυβουργικού μανιφέστου.

Η ένατη θέση αφορά τον ψευδή χαρακτήρα της μετανεωτερικής κριτικής στον Μαρξισμό ως "νοσταλγίας για την εργατική τάξη." Όλη η παραπάνω ανάλυση αναδεικνύει το γεγονός ότι αν η νοσταλγία αφορά αναπόφευκτα την επιθυμία για παρουσία, και αν η παρουσία υποδηλώνει πληρότητα ή ολότητα, δεν υπάρχει τίποτα στην μαρξιστική αναφορά στην εργατική τάξη που να αφορά μια τέτοια μεταφυσική της παρουσίας: αντίθετα, η μαρξιστική αναφορά στην εργατική τάξη είναι αναφορά σε ένα αδιόρατο ίχνος, σε μια οντότητα που διαφεύγει πάντοτε από την τάξη του αναπαραστώμενου, που δεν μπορεί να ιδωθεί, που δεν είναι τίποτα παρά μια διακοπή της παντοδυναμίας του βλέμματος. "Νοσταλγία για την παρουσία", αντίθετα, προδίδουν ακριβώς αυτοί που εγκαλούν τον μαρξισμό για μεταφυσική αφέλεια, ανακαλύπτοντας διαρκώς την αδιαμεσολάβητη παρουσία της "γενικής βούλησης", του "πλήθους", του "99%", κλπ σε σκηνογραφίες αυτο-αναπαράστασης, φετιχοποιώντας τις αυτο-αναπαραστάσεις αυτές ως συνώνυμες μιας διαφανούς, πρόδηλης, άμεσης παρουσίας της υποτιθέμενης "λαϊκής βούλησης". Μόνο μέσα από μια αντιμετάθεση και αντιστροφή της πραγματικότητας άξια του όρου "ιδεολογία" καταφέρνουν οι θιασώτες της εκτυφλωτικής αμεσότητας να πείσουν τον εαυτό τους ότι τα θύματα νοσταλγικής αφέλειας είναι αυτοί ακριβώς που ανθίστανται στην "λαϊκοδημοκρατική" ρητορική της αδιαμεσολάβητης και αναπαραστάσιμης παρουσίας.


3. Συμπτώματα: Το κενό και η υστερία

Στο ερώτημα που θέσαμε --"τι συμβαίνει στην Χαλυβουργία;"-- λοιπόν, η απάντηση, από τη σκοπιά της μηντιακά επικαθορισμένης τάξης της αναπαράστασης είναι απλή και μονολεκτική: "τίποτα απολύτως." Από την δική μας όμως σκοπιά, αυτό το "τίποτα" μεταφράστηκε σε κάτι διαφορετικό από το τίποτα, σε "άρνηση της άρνησης": σε αφαίρεση, μέσω της αρνητικής δύναμης της απεργίας --της μη επιτέλεσης της δραστηριότητας εκείνης στην οποία συνοψίζεται και στην οποία ταυτόχρονα εξαφανίζεται ο εργάτης-- από ένα "κράτος της κατάστασης" στο οποίο η εργατική υποκειμενικότητα δεν παρουσιάζεται και είναι αδύνατο να παρουσιαστεί.

Στο "Εργοστάσιο ως συμβαντικός τόπος" ο Badiou παρατηρεί, αναφερόμενος στην πρωτοποριακή εργασία του Μαρξ σε ό,τι αφορά την δομική εξαφάνιση της εργατικής υποκειμενικότητας στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής:
θα ήταν αδύνατο στη νεώτερη εποχή να διατυπωθεί οποιαδήποτε πολιτική — ακόμη και υπό τη μορφή υπόθεσης — εκτός και εάν συνίστατο σε πρόταση μιας εν υποκειμένω ερμηνείας των εντυπωσιακών εκείνων υστερικών συμπτωμάτων τού κοινωνικού, κατά τη διάρκεια των οποίων οι εργάτες, κατονομάζοντας το γεγονός τής μη παρουσίασής τους, θα είχαν συγχρόνως κατονομάσει και το υπολανθάνον κενό τής καπιταλιστικής κατάστασης.
Η ονομασία, εκ μέρους των εργατών, του "υπολανθάνοντος κενού της καπιταλιστικής κατάστασης" --του στοιχείου εκείνου που πρέπει να παραμείνει έξω απ' το μέτρημα για να συγκροτηθεί το κοινωνικό όλον ως τέτοιο-- υπέχει τη θέση ενός "υστερικού συμπτώματος του κοινωνικού." Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον εδώ να θυμηθούμε την ακριβή σκηνογραφία των συνεπειών τής παρέμβασης του Μάριου Αθανασίου στο "Μες στην καλή χαρά":

Στάδιο πρώτο: σιωπή (χαρακτηριστικά άβολη στο τηλεοπτικό πλαίσιο, όπου το δευτερόλεπτο μη φλυαρίας μετρά ως αιωνιότητα)
Στάδιο δεύτερο: άρνηση ("Εγώ; Τίποτα", "μπλακ άουτ", -"Κανένας; τίποτα;"-"Όχι").
Στάδιο τρίτο: κατά τα φαινόμενα παραδοχή ("Είναι σε απεργία. Είναι σε απεργία εδώ και πάρα πολλές μέρες").
Στάδιο τέταρτο: διαστροφή της κατά τα φαινόμενα παραδοχής, που μετατρέπεται σε δευτερογενή νομιμοποίηση της σιωπής. Το γεγονός της απεργίας δεν είναι ούτε άγνωστο ούτε ανομολόγητο --δεν καταστέλλεται-- είναι, αντιθέτως, υπερβολικά γνωστό και άρα όχι "newsworthy" ("Α, αυτό λες. Νόμιζα ότι έγινε κάτι σήμερα" [από την ίδια ομιλήτρια που αρχικά απάντησε ότι δεν γνωρίζει τίποτα για την Χαλυβουργία]).
Στάδιο πέμπτο: αντιστροφή της φοράς της εκλαμβανόμενης "επιθετικότητας" της ερώτησης Αθανασίου: ("Είναι σε απεργία εδώ και πάρα πολλές μέρες. Τι θέλεις;" [Che vuoi?]--από την ίδια ομιλήτρια. Απάντηση: -"Είσαι επιθετική". Εκ νέου απάντηση: "Είμαι επιθετική." Νέα επίθεση από άλλο ομιλητή: "Το πήγες εντελώς αλλού". Και από τρίτο ομιλητή, με επιστράτευση της ειρωνείας: "Καλά, ήρθες στο 'Μες στην καλή χαρά' για να μάθεις για τη Χαλυβουργική;").
Στάδιο έκτο: αλλαγή θέματος, απόπειρα επιστροφής στην "φυσιολογική" αναπαραστατική τάξη: ("από τους τηλεοπτικούς ρόλους που έχεις ερμηνεύσει μέχρι σήμερα...).
Στάδιο έβδομο: απειλητική επίκληση της κατασταλτικής συνδρομής της ψυχαναλυτικής παρέμβασης (όταν διαπιστώνεται η επιμονή Αθανασίου στο να μην αλλάξει θέμα): ("θα φέρω την ψυχολόγο").

Έχουμε εδώ μια πλήρη εκδίπλωση του "υστερικού συμπτώματος του κοινωνικού" απέναντι στο "υπολανθάνον κενό" που συγκροτεί το "κράτος της κατάστασης"· και μάλιστα μια εκδίπλωση η οποία καταλήγει στην χαρακτηριστικά υστερική επίκληση της συνδρομής της ίδιας της ψυχανάλυσης κόντρα στην πίεση να κατανομαστεί το ιδεολογικά ακατανόμαστο, το κενό της καπιταλιστικής εκδοχής της "κοινωνικής ολότητας" -- με άλλα λόγια, ο εργάτης-σε-απ/εργία. Αλλά η "πολιτική", λέει ο Badiou (και "πολιτική" εδώ σημαίνει πάντα "χειραφέτηση", για αυτό και η "πολιτική είναι κάτι το εξαιρετικό", όπως γράφει στο Μεταπολιτική), δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ανάδειξη αυτού του κενού. Δεν πρωτοτυπεί ο Γάλλος ως προς την ουσία της διαπίστωσής του: αυτή ήταν η πολιτική και για τον Μαρξ, που έγραψε (Κριτική της εγελιανής φιλοσοφίας του Κράτους και του Δικαίου):
Πού λοιπόν βρίσκεται η θετική δυνατότητα της γερμανικής χειραφέτησης;
Απάντηση: στη διαμόρφωση μιας τάξης με ριζικές αλυσίδες, μιας τάξης της κοινωνίας-των-ιδιωτών που να μην είναι τάξη της κοινωνίας-των-ιδιωτών [Badiou: "θα υπάρχουν πάντοτε υποσύνολα τα οποία δεν θα έχουν συγχρόνως και την ιδιότητα τού στοιχείου, ακριβώς λόγω τού υπερβάλλοντος τής σχέσεως υπαγωγής έναντι τής απλής παρουσίασης"], ενός κοινωνικού στρώματος που να είναι η διάλυση όλων των στρωμάτων, μιας σφαίρας που να έχει χαρακτήρα καθολικότητας εξ αιτίας της καθολικότητας των παθών της, που να μη διεκδικεί το επί μέρους δικαίωμα, γιατί έχει υποστεί όχι μια επί μέρους αδικία άλλα την αδικία καθ’ εαυτή, που να μην μπορεί πια να επαίρεται για έναν ιστορικό τίτλο, αλλά μόνο για έναν τίτλο ανθρώπινο, που να μη βρίσκεται σε αποκλειστική αντίθεση με τις συνέπειες, αλλά σε συστηματική αντίθεση με τις προϋποθέσεις του γερμανικού πολιτικού καθεστώτος, μιας σφαίρας τέλος που να μην μπορεί να χειραφετηθεί χωρίς να χειραφετηθεί απ’ όλες τις άλλες σφαίρες της κοινωνίας και χωρίς μ' αυτό τον τρόπο να χειραφετήσει όλες τις άλλες σφαίρες της κοινωνίας, που να είναι, με μια λέξη, η ολική απώλεια του ανθρώπου και, άρα, να μην μπορεί να επανακτήσει τον εαυτό της χωρίς μια ολική επανάκτηση του ανθρώπου.
Η διάλυση αυτή της κοινωνίας, πραγματωμένη σε μια επιμέρους τάξη, είναι το προλεταριάτο.
[...]
Αναγγέλλοντας τη διάλυση της προγενέστερης τάξης του κόσμου, το προλεταριάτο δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να εκφράζει το μυστικό της ίδιας του της ύπαρξης, γιατί είναι η ντε φάκτο διάλυση της τάξης αυτής.
Η δέκατη θέση του χαλυβουργικού μανιφέστου εκφράζεται πλήρως από τα λόγια του Badiou, στα οποία θα χρειαστεί να παρεμβούμε μόνο ελάχιστα:
Εάν στις κοινωνίες μας το εργοστάσιο αντιπροσωπεύει πράγματι τον παραδειγματικό συμβαντικό τόπο, αυτό οφείλεται στο ότι είναι κυριολεκτικά αδύνατο να πραγματοποιηθεί εντός αυτού οποιοδήποτε συμβάν [...] [εκτός και αν αναδυθεί] στην ύπαρξη εκείνο ακριβώς το στοιχείο τού οποίου η ανυπαρξία συντηρεί στην ύπαρξη το ένα-τού-εργοστασίου — αναφέρομαι, δηλαδή, στους εργάτες.

4. Τι να κάνουμε;

Σε αντίθεση, λοιπόν, με τους συντρόφους που καλούν τα ΜΜΕ να "δείξουν" --να προβάλλουν-- την απεργία, εμείς θα ισχυριστούμε ότι αυτό δεν είναι απλώς ανεπιθύμητο για τα ΜΜΕ αλλά και αδύνατο: δεν υπάρχει τίποτε για να δείξουν, γιατί η αφαίρεση ενός υποκειμένου από την δομικά εγγυημένη του ανυπαρξία μέσα στο κοινωνικό σύνολο δεν παράγει θέαμα: δεν ανήκει καν στην τάξη των συμβολικών αναπαραστάσεων.

Θέση ενδέκατη: Η αφαίρεση του εργάτη από την ίδια του την αορατότητα ή αναπαραστατική εξάλειψη αποτελεί ρήγμα στη συνοχή της συμβολικής τάξης, και συνεπώς αποτυπώνει το ίχνος ενός Πραγματικού.

Φυσικά, το Πραγματικό μπορεί να νοηθεί μόνο ως ρήγμα, μόνο ως στιγμιαία ή εφήμερη διακοπή της "φυσικής" εργασίας της συμβολικής τάξης. Δεν έχουμε χαθεί στις αφαιρέσεις της ψυχανάλυσης παρατηρώντας κάτι τέτοιο: μια τυχόν "ικανοποίηση" των αιτημάτων θα δώσει τέλος στην απεργία και θα εξαναγκάσει έτσι τους εργάτες να επιστρέψουν στην "φυσιολογική" τους εξαφάνιση μέσα στον θεμελιωδώς αντιπολιτικό τόπο του εργοστασίου. Η "νίκη" θα έχει έτσι ένα ανεξάλειπτο ποσοστό ήττας, στον βαθμό που θα επιτρέψει την επανασυγκόλληση της συμβολικής τάξης την οποία προς το παρόν εξακολουθεί να ρηγματώνει.

Πώς θα μπορούσε να γίνει αλλιώς; Τι είδους νίκη θα μπορούσε να υπάρξει η οποία να μην αναπαραγάγει, ουσιαστικά, τα συστατικά της ήττας μιας και, για να επιστρέψουμε στιγμιαία στον Μαρξ, η διόρθωση μιας "επιμέρους" αδικίας (πχ των απολύσεων) δεν κάνει τίποτα για να διορθώσει την "αδικία καθ' εαυτή", την αδικία του απόλυτου διαχωρισμού της διανοητικής από την χειρωνακτική εργασία που καταδικάζει τον εργάτη σε μια ζωή εξοντωτικής εργασίας με ελάχιστες απολαβές και αποκλεισμό από τη ζωή του πνεύματος που τού ανήκει, ως άνθρωπο, στον ίδιο ακριβώς βαθμό που ανήκει και σε κάθε άλλο άνθρωπο;

Θα ήταν απαραίτητο για τον σκοπό αυτό η απεργία να αποκτήσει καθολικότητα, να εξελιχθεί σε γενική απεργία. Θα ήταν απαραίτητο, για να το πούμε όσο παραστατικά γίνεται, το "ρήγμα" στη συμβολική τάξη να μεγαλώσει τόσο πολύ που η ίδια η συμβολική τάξη να καταρρεύσει, αδυνατώντας να βρει οποιονδήποτε τρόπο να το επανασυγκολλήσει. Αυτή είναι η δωδέκατή μας θέση.

Στην διαδικασία όμως αναζήτησης ενός τρόπου καθολικοποίησης της απεργίας, εκ βάθρων καταστροφής της καπιταλιστικής συμβολικής τάξης, δεν είναι εφικτό να μείνουμε στο ρήγμα του Πραγματικού, καθώς αυτό παρεμποδίζει οποιαδήποτε συμβολοποίηση και η συμβολοποίηση είναι απαραίτητη για τις --πάντα φαντασιακές σε έναν βαθμό-- διαδικασίες πολιτικής ταύτισης. Αυτό είναι το σημείο όπου οι κόκκινες σημαίες και οι επικλήσεις των προγόνων εργατών αναλαμβάνουν το δικό τους έργο: να δώσουν μια συμβολική έκφραση στην κατάσταση, χτίζοντας πάνω στο ρήγμα που ανοίγει η απεργία· να επιτρέψουν, δηλαδή, την υποκειμενική αγκυροβόληση σε μια εναλλακτική συμβολική τάξη. Οι αναπαραστάσεις του ηρωϊκού εργάτη στην προλεταριακή εικονογραφία --αντικείμενο συστηματικής γελοιοποίησης από την αστική κουλτούρα-- έχουν αυτόν ακριβώς τον ρόλο: να αγκυροβολήσουν ένα αβάσταχτο Πραγματικό σε μια καταφατικού περιεχομένου συμβολική αναπαράσταση.

Φυσικά, η μνημειοποίηση του εργάτη στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού λειτούργησε σε σημαντικό βαθμό ως μέσο καταστολής ή απώθησης του ζητήματος που τίθεται από την θέση του εργάτη ως κενού μέσα στο κράτος της κατάστασης, και αυτό δεν συνδέεται τυχαία με το γεγονός ότι ακόμα και σ' αυτές τις κοινωνίες δεν επιλύθηκε ποτέ η αντίφαση ανάμεσα στην χειρωνακτική και την διανοητική εργασία, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την μετάφρασή της σε μια αντίφαση ανάμεσα σε απλούς εργαζόμενους και κομματικούς γραφειοκράτες. Υπάρχουν λοιπόν φυσικά πάντοτε κίνδυνοι σ' αυτή τη διαδικασία "χτισίματος" μιας εναλλακτικής συμβολικής τάξης πάνω στο αρχικό ρήγμα που προκλήθηκε στην προηγούμενη συμβολική τάξη. Αλλά ταυτόχρονα, η διαδικασία διεύρυνσης του ρήγματος στην κυρίαρχη συμβολική τάξη είναι απαραίτητο να συνοδεύεται από την προσπάθεια υποκατάστασής της με μια άλλη συμβολική τάξη. Αυτή είναι η δέκατη τρίτη και τελευταία μας θέση.

Από τη δική μας σκοπιά, αυτή μιας θνήσκουσας καπιταλιστικής κοινωνίας, τα προβλήματα που τίθενται από το πέρασμα απ' το Συμβολικό στο Πραγματικό και από εκεί σε ένα νέο Συμβολικό παραμένουν απόμακρα. Οι πρακτικές προτεραιότητες του αγώνα μας είναι πολύ πιο στοιχειώδεις. Το ζητούμενο σε πρώτη φάση δεν μπορεί να είναι άλλο από τη διάνοιξη του ρήγματος, όπως θα προκύψει για παράδειγμα αν μια σειρά πληθυσμιακών ομάδων, με προεξάρχουσα την εκτεταμένη άλλη εκείνη ομάδα που "δεν εργάζεται", τους ανέργους, δει στην αντι-εικόνα της απεργίας της Χαλυβουργίας τη βάση μιας ταύτισης που γίνεται εφικτή στην από κοινού έκθεση στο "χείλος του κενού."

Με τη σειρά της, όμως, η διάνοιξη αυτού του ρήγματος, που είναι ταυτόχρονα και υλοποίηση ενός ρήγματος με την αστική και αστικά προσανατολισμένη μικροαστική τάξη, προϋποθέτει την στοιχειώδη ανάδειξή τού ρήγματος ως τέτοιου, την επιμονή στο ότι ένα ρήγμα, και η δυνατότητα για μια διεύρυνση αυτού του ρήγματος, έχουν δημιουργηθεί. Αυτό το πολύ προκαταρκτικό καθήκον προσπάθησα να υπηρετήσω στο χαλυβουργικό μανιφέστο.

Αρχική δημοσίευση: Lenin Reloaded, 7 Ιανουαρίου 2012

Σάββατο, 23 Ιουνίου 2012

Μαζική σχιζογένεια και εκλογικό αποτέλεσμα (Red Rock Views)

Ο μεγάλος αμερικανός ψυχίατρος και ψυχαναλυτής Harold Searles ανέπτυξε την θεωρία ότι η αντιφατική συμπεριφορά της μάνας προς το παιδί μπορεί να αποτελέσει μια απο τις γενεσιουργές αιτίες της σχιζοφρένειας ή να συμβάλει στην εμφάνιση της. Ένα παράδειγμα τέτοιας συμπεριφοράς είναι να τιμωρεί η μάνα το παιδί γιατί το ορμηνεύει να κάνει κάτι κι αυτό δεν υπακούει, και μετά να το τιμωρεί γιατί έκανε αυτό ακριβώς που το ορμήνευσε να κάνει. Δηλαδή να φέρνει το παιδί σε μια κατάσταση που να μην ξέρει τι να κάνει για να αποφύγει την τιμωρία. Πρόκειται για υπονόμευση της ανάγκης που έχει το παιδί, και κατ΄ επέκταση το άτομο, να σχηματίσει μια λογική αντίληψη της πραγματικότητας που να του επιτρέπει μια σχετική προβλεψιμότητα ως προς το τι επίπτωση μπορεί να έχει μια συγκεκριμένη συμπεριφορά του ώστε να μπορεί να λειτουργήσει σε σχέση με τη πραγματικότητα και να επιβιώσει.

Η θεωρία και η έρευνα για τις γενεσιουργές αιτίες της σχιζοφρένειας (που δεν είναι το αντικείμενο στο οποίο εστιάζω εδώ) έχουν βέβαια διανύσει μεγάλη απόσταση απο την εποχή που αρχικά έγραψε ο Searles στο θέμα, ωστόσο παραμένει σε ισχύ η θεωρία ότι η παρατεταμένη έκθεση σε ένα τέτοιο καθεστώς λογικού, συναισθηματικού και φυσιολογικού (σωματικού) αδιέξοδου οδηγεί στην εμφάνιση καταθλιπτικών συμπτωμάτων και ψυχώσεων.

Δεν είναι καθόλου τραβηγμένο να ισχυριστεί κάποιος ότι οι εκλογές έγιναν σε μια ατμόσφαιρα μαζικής ψύχωσης την οποία προξένησε η παρατεταμένη έκθεση των ευρύτερων στρωμάτων του πληθυσμού που αποκαλούμε «λαό» ή, στην συγκεκριμένη περίπτωση, «εκλογικό σώμα», σε ένα καθεστώς αντιφατικών και αλληλοαναιρούμενων αντιλήψεων της πραγματικότητας. Απο την μια η βιωματική αντίληψη του ότι ο εγκλωβισμός, η παγίδευση του μέσα στο οικονομικό-πολιτικό της ΕΕ τον τιμωρεί ανελέητα και απειλεί άμεσα την επιβίωση του, ενώ ταυτόχρονα του σφυροκοπούν την αντίληψη ότι η άρνηση να δεχτεί αυτό το πλαίσιο δηλαδή την παγίδευση σ’ ένα απεχθές καθεστώς θα έχει συνέπεια την ακόμα πιο αλύπητη τιμωρία του. Η «λύση» του σχιζογενούς αδιέξοδου ήταν να εμφανίσει μια ψύχωση, δηλαδή μια διεστραμμένη και παράλογη αντίληψη της πραγματικότητας, ότι το μνημόνιο και η πολιτική εξοντωτικής λιτότητας μπορεί να αποσχισθεί απο την παραμονή στο πλαίσιο το οποίο την δημιουργεί. Αυτό είναι το κατ' εξοχή διανοητικό σχίσμα που τον οδήγησε σε αλλοπρόσαλλη εκλογική συμπεριφορά.
Πηγή: Red Rock Views

Παρασκευή, 27 Απριλίου 2012

Το ΚΚΕ, η εξουσία και η δημοκρατία. Πρώτο μέρος

Κάπου στην αρχή της εμφάνισής της στην διαδικτυακή εκπομπή του Χατζηνικολάου, και απαντώντας στην αρχική ερώτησή του για το αν το ΚΚΕ "έχει σχέδιο" για την επόμενη μέρα, η ΓΓ του κόμματος απάντησε, ανάμεσα σε άλλα, ότι το ΚΚΕ έχει και σχέδιο εξουσίας.

Στην φράση αυτή στάθηκε άμεσα ο δημοσιογράφος, ρωτώντας με εμφαντική απορία: "και εξουσίας;" Και συνέχισε ο ίδιος (στο 6:35 του βίντεο περίπου):

"Το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ λένε ότι είστε κόμμα διαμαρτυρίας, ουσιαστικά. Ότι δεν έχετε σχέδιο για την επόμενη μέρα, και ότι επομένως αν κανείς θέλει να διαμαρτυρηθεί ας ψηφίσει."

Λίγα λεπτά αργότερα (09:53), και στη διάρκεια της απάντησης της ΓΓ στην τοποθέτησή του, ο Χατζηνικολάου επέστρεψε στο θέμα ως εξής:

"Γραμματέα, να στο πω χοντρά; Για να ανοίξει, να φουντώσει η συζήτηση; Ξέρεις τι λένε οι βουλευτές της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ; Ότι αν το ΚΚΕ κέρδιζε τις εκλογές, θα τις επέστρεφε πίσω. Δηλαδή, ότι αν ο λαός έδινε την εξουσία στο ΚΚΕ, δεν θα ήξερε τι να κάνει. Θα την έδινε πίσω."

Βρίσκω ιδιαίτερα έντιμο το ότι ο δημοσιογράφος απέδωσε αυτή την αντίληψη στα πολιτικά στελέχη των δύο κομμάτων της συγκυβέρνησης, δηλαδή την συνέδεσε με τα ιδεολογικά τους συμφέροντα. Από την άλλη όμως, δεν είναι μια αντίληψη στενά συνδεδεμένη με την πολιτική ρητορεία αυτών των στελεχών. Ποιος δεν την έχει ακούσει στα πλαίσια πολιτικών συζητήσεων με φίλους και γνωστούς, ποιος δεν την έχει απαντήσει σε κάποιο σχόλιο στο διαδίκτυο; Είναι μια αντίληψη που, αν ο Χατζηνικολάου σωστά αποδίδει στην πηγή της πολιτικής προπαγάνδας της συγκυβέρνησης, αποτυπώνει την μεγάλη επιτυχία αυτής της προπαγάνδας να μετατραπεί σε "κοινή λογική." Και η κοινή αυτή λογική λέει πως το Κομμουνιστικό Κόμμα είναι ένα κόμμα που είναι "καθεστωτικό" όχι επειδή αβαντάρει το καθεστώς αλλά επειδή ορίζει τον ρόλο του αποκλειστικά ως αντιπολίτευση αυτού του καθεστώτος, ένα κόμμα που δεν θέλει την εξουσία, δεν θέλει συνεπώς την ανατροπή της εξουσίας που υπάρχει, αλλά την προνομιακή θέση αυτού που "γκρινιάζει" για αυτή και διατηρεί, στη βάση αυτή, τα εκλογικά μικροωφέλη που του αναλογούν. Ο "καθεστωτισμός" του συνίσταται ακριβώς σε αυτή την υπόρρητη άρνηση της ανάληψης της εξουσίας, και συνεπώς την αδιαφορία για την πολιτική ανατροπή. Κι έτσι εξηγείται και η άρνησή του να συνεργαστεί για ένα "Μέτωπο Αλληλεγγύης και Ανατροπής", για να δανειστούμε τη φρασεολογία της πρωτοβουλίας Αλαβάνου. Βέβαια, η ερμηνεία αυτή είναι πρόδηλο ότι δεν χρησιμοποιείται μόνο από οπαδούς της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ· την έχουμε ακούσει πλείστες όσες φορές από εκτός ΚΚΕ αριστερούς, και συνεπώς, ακολουθώντας πάντα τη διαπίστωση Χατζηνικολάου, πρέπει να δώσουμε συγχαρητήρια στα πολιτικά στελέχη της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ για το ότι κατάφεραν να κάνουν και αριστερούς να σκέφτονται με τον τρόπο που τα δύο αυτά κόμματα προωθούν.

Δεν θα πούμε κάτι παραπάνω σ' αυτό το σημείο. Θα παραθέσουμε απλώς την ενδιαφέρουσα απάντηση της Παπαρήγα:

"Ε, ας δοκιμάσει ο λαός λοιπόν. Και τότε βλέπουμε. Δηλαδή, γιατί ο λαός να έχει προκατάληψη για κάτι που δεν έχει δοκιμάσει; Ευκαιρία να δοκιμάσει."

Αποκαλώ την απάντηση "ενδιαφέρουσα" επειδή με πολύ έξυπνο τρόπο θέτει υπόρρητα το πραγματικό ερώτημα: Είναι πράγματι το "μεγάλο πρόβλημα" που ανησυχεί τους υπόλοιπους με το ΚΚΕ το ότι είναι πεπεισμένοι ότι δεν θέλει την εξουσία; Είναι πράγματι τόσο πεπεισμένοι ότι αν το ψήφιζαν θα ψήφιζαν απλώς κάποιον που θέλει αρκετούς ψήφους για να παραμείνει στη Βουλή και να παίρνει την περιώνυμη επιδότηση; Αν ναι, ιδού η Ρόδος, λέει απλά η ΓΓ. Μπορούν να δοκιμάσουν εάν όντως είναι έτσι τα πράγματα και να γνωρίσουν μια και καλή την απάντηση.

Πολύ αργότερα στην ίδια εμφάνιση, προς το τέλος της συζήτησης (1:21:46), ο Χατζηνικολάου κλείνει με μια δεύτερη δική του ερώτηση, αυτή τη φορά, όπως λέει, εκφράζοντας μια επαναλαμβανόμενη ερώτηση ακροατών της εκπομπής μέσω twitter. Και ω της έκπληξης, αυτή εδώ η ερώτηση, η ερώτηση που κλείνει την εκπομπή, είναι η συμμετρικά αντίθετη της ερώτησης που την ανοίγει:

"Κυρία Παπαρήγα. Θα κλείσουμε με δικό μου ερώτημα γιατί μας μένει ελάχιστος χρόνος. Το ερώτημα το θέτουν πάρα πολλοί φίλοι από το twitter. Λένε αν το ΚΚΕ είναι δημοκρατικό κόμμα. Με την αστική έννοια του όρου δημοκρατία. Δηλαδή, αν εκλεγείτε στην κυβέρνηση, θα ξαναγίνουν δημοκρατικές εκλογές στον τόπο;"

Βρισκόμαστε πάλι, θέλοντας και μη, στον χώρο της ψυχαναλυτικής προσέγγισης στην ιδεολογία. Διότι βέβαια, η δεύτερη αυτή εκδοχή "κοινής λογικής" (δηλαδή πλατιά ενσωματωμένης ιδεολογίας) είναι εξίσου ισχυρή με την πρώτη και συνάμα την αναιρεί. Το θέμα τώρα δεν είναι καθόλου το ότι το ΚΚΕ έχει αλλεργία στην εξουσία, αλλά αντίθετα, ότι είναι εξουσιομανές· δεν είναι καθόλου ότι δεν θέλει να έρθει στην εξουσία, αλλά ότι αν έρθει, δεν θα την ξαναφήσει από τα χέρια του· δεν είναι ο καθεστωτισμός του ως κρυφού συμμάχου του κατεστημένου ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, αλλά ο ριζοσπαστικός καθεστωτισμός του κόμματος που θα γίνει κόμμα-κράτος, καταργώντας τους δημοκρατικούς θεσμούς ώστε να διασφαλίσει ότι θα είναι η μόνιμη εξουσία.

Ποιος δεν έχει συναντήσει εξίσου συχνά με την πρώτη αντίρρηση την δεύτερη; Ποιος δεν έχει έρθει αντιμέτωπος εξίσου συχνά με τον αντίθετο πόλο της πρώτης αντίρρησης, ίσως και από τους ίδιους ανθρώπους που εκφράζουν την πρώτη ("Ξέρω πολύ καλά ότι το ΚΚΕ δεν θέλει στ' αλήθεια την εξουσία αλλά παρ' όλα αυτά πιστεύω ότι την θέλει τόσο πολύ που αν εκλεγεί δεν θα ξανακάνει εκλογές" -- τη βασική φόρμουλα της "φετιχιστικής απάρνησης"); Και ποιος δεν θα δεχόταν ότι τελικά, σε ό,τι αφορά αυτό το ψευδο-δίπολο, που στην πραγματικότητα είναι απλά οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, έχουμε να κάνουμε πολύ λιγότερο με το τι θέλει το ίδιο το ΚΚΕ ("τι θέλεις;") και πολύ περισσότερο με την συμπτωματολογία της αστικής φοβίας για αυτό ως το "άλλο", το οποίο η ιδεολογία αυτή ταυτόχρονα αρνείται ως πραγματικά άλλο ("έλα μωρέ τώρα, σιγά τους επαναστάτες, την επιδότηση να παίρνουν και είναι χαρούμενοι με ένα μόνιμο 7%...") και υποστασιοποιεί ως ριζικά άλλο -- και ως ριζικά κακό ("είσαι τρελός που θα ψηφίσεις ΚΚΕ; Αν πάρουν την εξουσία αυτοί, δεν θα ξαναδούμε εκλογές!")

Αλλά αν αυτό που θέλει η αστική ιδεολογία είναι ένα ΚΚΕ που και φοβάται την εξουσία και επιθυμεί την εξουσία διακαώς --μιας και αυτό που κωδικοποιεί η ίδια είναι ένας φόβος της κομμουνιστικής εξουσίας που εμφανίζεται κεκαλυμμένα ως περιφρόνηση της ενσωμάτωσής της με την αστική-- τι θέλει το ίδιο το ΚΚΕ; Ή ακριβέστερα, τι λέει ότι θέλει το ΚΚΕ; Γιατί το ΚΚΕ δεν είναι απλώς το βουβό αντικείμενο της αστικής φοβίας και της φετιχιστικής της διαχείρισης. Είναι επίσης ένα ομιλών υποκείμενο, και άρα ένα υποκείμενο της επιθυμίας. Και στην συνέντευξή της, η ΓΓ έδωσε μια πολύ συγκεκριμένη απάντηση για το τι θέλει το κόμμα της σε ό,τι αφορά το ζήτημα "εξουσία", για το πώς σκοπεύει να διαχειριστεί το θέμα αυτό. Η οποία, εξ όσων είδα, δεν συζητήθηκε σχεδόν πουθενά: ούτε στην εκπομπή, ούτε στα δεκάδες ηλεκτρονικά σχόλια που έγιναν στο σάιτ του Χατζηνικολάου, ούτε καν στα "κόκκινα" μπλογκ που αναδημοσίευσαν την συνέντευξη.

Αλλά για την απάντηση αυτή θα τα πούμε σε μια δεύτερη ανάρτηση.

Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012

Ο Ζίζεκ και η καπιταλιστική εξουσία

Στα Τετράδια της φυλακής, ο Αντόνιο Γκράμσι έδωσε την παρακάτω εξαιρετικά διαυγή και ακριβή ανάλυση για το τι σημαίνει στην πράξη "κρίση ηγεμονίας":
Σε κάποιο συγκεκριμένο σημείο της ιστορικής τους ζωής, οι κοινωνικές τάξεις αποκολλούνται από τα παραδοσιακά τους κόμματα. Με άλλα λόγια, τα παραδοσιακά κόμματα σε αυτή τη συγκεκριμένη οργανωτική μορφή, με τους συγκεκριμένους ανθρώπους που τα απαρτίζουν, τα εκπροσωπούν και τα οδηγούν, δεν τυγχάνουν πια αναγνώρισης απ' την τάξη τους (ή το τμήμα της τάξης τους) ως εκφράσεις της. [...]
Αυτές οι καταστάσεις σύγκρουσης ανάμεσα στους "εκπροσωπούμενους και τους εκπροσώπους" αντηχούν από το πεδίο των κομμάτων [...] σε όλον τον κρατικό μηχανισμό, επιτείνοντας την σχετική ισχύ της γραφειοκρατίας, των υψηλών χρηματοπιστωτικών δυνάμεων, της Εκκλησίας, και γενικά όλων των σωμάτων που είναι σχετικά ανεξάρτητα από τις μεταβολές της κοινής γνώμης. [...] Σε κάθε χώρα η διαδικασία είναι διαφορετική, αλλά το περιεχόμενό της το ίδιο. Και το περιεχόμενο είναι η κρίση της ηγεμονίας της άρχουσας τάξης, η οποία συμβαίνει είτε γιατί η άρχουσα τάξη έχει αποτύχει σε κάποιο θεμελιώδες πολιτικό εγχείρημα, για το οποίο απαίτησε ή απέσπασε δια της βίας, την συναίνεση των πλατιών μαζών [...] είτε γιατί τεράστια κομμάτια της μάζας [...] έχουν ξαφνικά περάσει από μια κατάσταση πολιτικής παθητικότητας σε μια κάποια δραστηριότητα, και προωθούν αιτήματα που αν συνυπολογιστούν, αν και δεν διατυπώνονται οργανικά, ωστόσο φτάνουν στο άθροισμα της επανάστασης. Γίνεται λόγος για μια "κρίση αυθεντίας": αυτή ακριβώς είναι η κρίση ηγεμονίας, ή η γενική κρίση του κράτους.
Αντιμέτωπος με την σημερινή, χαμηλής ακόμα έντασης εκδοχή αυτής της κατάστασης, ο Σλαβόι Ζίζεκ, το σελέμπριτι της σημερινής, "μεταμοντέρνας" αριστεράς, δήλωσε:
Δεν είμαι οικονομολόγος, δεν ξέρω τι ακριβώς πρέπει να κάνουμε. Ωστόσο, σε αυτές τις περίπλοκες καταστάσεις πρέπει να θυμόμαστε πως ούτε εκείνοι που έχουν την εξουσία γνωρίζουν τι να κάνουν. Είναι μεγάλο πρόβλημα η αυξανόμενη, εμφανής ανικανότητα της άρχουσας τάξης, υπό την έννοια της πολιτικής ελίτ, να κάνει τη δουλειά της.

Υπάρχει, ξέρετε, μια παλιά μαρξιστική παράνοια, ότι κάπου ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και τη Wall Street βρίσκεται κάποιο μυστηριώδες κέντρο όπου λαμβάνονται όλες οι αποφάσεις. Όταν, όμως, δεις τους ηλίθιους που μας κυβερνούν, σχεδόν ονειρεύεσαι κάτι τέτοιο: Να υπήρχε έστω ένα αποτελεσματικό κέντρο των ελίτ! Κάποιες φορές, βέβαια, η κατάσταση είναι εξαιρετικά επικίνδυνη. Μπορεί να δημιουργηθούν τάσεις ολοκληρωτισμού ή εθνικιστική βία. Υπάρχει, ωστόσο, και η ελπίδα.
Με άλλα λόγια, το μεγάλο πρόβλημα με την "κρίση ηγεμονίας" είναι ότι...υπάρχει κρίση ηγεμονίας. Το ότι "η άρχουσα τάξη έχει αποτύχει σ' ένα θεμελιώδες πολιτικό εγχείρημα", με τα λόγια του Γκράμσι, είναι ακριβώς αυτό που πρέπει να προβληματίζει τους κατά Ζίζεκ μαρξιστές: "Είναι μεγάλο πρόβλημα η αυξανόμενη, εμφανής ανικανότητα της άρχουσας τάξης, υπό την έννοια της πολιτικής ελίτ, να κάνει τη δουλειά της." Γιατί; Επειδή, στην ουσία, η πολιτική αντίληψη του Ζίζεκ δεν αφορά στο παραμικρό τις δυνατότητες που δημιουργούνται από μια κρίση ηγεμονίας ή, ακριβέστερα, τις απεύχεται. Ο Γκράμσι γνώριζε, και έγραψε, ότι μία από αυτές τις δυνατότητες είναι βέβαια η αυταρχική λύση, ο Βοναπαρτισμός. Γνώριζε όμως επίσης, και για αυτό άλλωστε ασχολήθηκε με το θέμα, ότι μια άλλη δυνατότητα είναι η επαναστατική ανατροπή. Και τον απασχόλησε η αναλυτική εξήγηση του πότε και με ποιες συνθήκες πριμοδοτείται ιστορικά η πρώτη προοπτική, αυτή των αυταρχικών λύσεων ή της "παθητικής επανάστασης", και πότε και με ποιες προϋποθέσεις θεμελιώνεται η δεύτερη.

Για τον Ζίζεκ, από την άλλη πλευρά, η κρίση ηγεμονίας είναι η ίδια εξ ορισμού απειλητική. Αν και τυπικά εξισορροπεί τους φόβους του πως η κατάσταση είναι "εξαιρετικά επικίνδυνη" διότι μπορεί να "δημιουργήσει τάσεις ολοκληρωτισμού" με την επιφύλαξη ότι υπάρχει και "ελπίδα", η ουσία της διαπίστωσής του είναι πολύ διαφορετική από ό,τι φαίνεται. Διότι αυτό που ο Ζίζεκ εμφανίζεται να φοβάται --"οι τάσεις ολοκληρωτισμού"-- είναι ταυτόχρονα αυτό που νοσταλγεί,  με τη μορφή βέβαια ενός "ολοκληρωτισμού των από πάνω": η "ανικανότητα της άρχουσας τάξης να κάνει τη δουλειά της" -- που είναι βέβαια να άρχει αποτελεσματικά, να είναι bona fide "άρχουσα"-- είναι "μεγάλο πρόβλημα". Αυτό που θα ήθελε ο καλός μας "μαρξιστής" είναι μια "άρχουσα τάξη" που να "κάνει τη δουλειά της." "Να υπήρχε έστω ένα αποτελεσματικό κέντρο των ελίτ!" εύχεται. Κάτι τέτοιο, με ένα άλμα λογικής που μόνο ο Σλοβένος μπορεί να κάνει, θα ήταν η καλύτερη εξασφάλιση κόντρα στις "τάσεις ολοκληρωτισμού." Δεν είναι τάση ολοκληρωτισμού το να εύχεσαι το να μπορούσε να υπάρχει μια ασήμαντη μειοψηφία που να "ξέρει τι κάνει" και να κρατά "αποτελεσματικά" τον έλεγχο· ολοκληρωτισμός είναι το να καταρρέει αυτή η δυνατότητα.

Πώς να εξηγήσει κανείς μια τέτοια ολοκληρωτική αντιστροφή των θεμελιωδών όρων του "χειραφετητικού οράματος"; Πώς να εξηγήσει γιατί ένας "φιλόσοφος" της "αριστεράς" καταλήγει να προβάλλει τον αποτελεσματικό ολοκληρωτισμό της κεφαλαιοκρατικής εξουσίας ως ουτοπικού (!) χαρακτήρα όραμα της σωτηρίας μας από τον "ολοκληρωτισμό";  Πιθανώς, ο πυρήνας αυτής της καταστροφής της σκέψης που παρελαύνει ως ρηξικέλευθη σκέψη, να βρίσκεται στην εντελώς αφελή, μονοδιάστατη και αντιδιαλεκτική αντίληψη του Σλοβένου (που όμως δημοσιεύει βιβλίο για τον Χέγκελ!) περί εξουσίας. Πριν από χρόνια, σε μια τηλεοπτική συνέντευξη που παραχώρησε για το βιβλίο του Η μαριονέτα και ο νάνος, ο εκλεκτός της "αντιδογματικής" αριστεράς ανέπτυσσε συνοπτικά την εκπληκτική θεωρία ότι είναι προτιμότερη μια αυταρχική εξουσία από μία "φιλελεύθερη/ανεκτική", επειδή α) είναι "ειλικρινέστερη" και β) "μπορείς να αντισταθείς" σ' αυτή (1:40-2:57):


Ψυχαναλυτικά, η ιδέα που προωθείται απ' τον Σλοβένο είναι ότι μόνο δια της συγκέντρωσης της εξουσίας σε ένα πρόσωπο ή φορέα που την ενσαρκώνει αποτελεσματικά και πραγματικά είναι δυνατή η συγκρότηση της "αντίστασης" σ' αυτό, ανεξάρτητα του πόσο βαθιά παράδοξη είναι μια "αντίσταση" που όχι απλώς προϋποθέτει αλλά και ουσιαστικά επιθυμεί την συγκεντρωτική εξουσία του άλλου -- ώστε να έχει η ίδια μετά "κάτι να κάνει." Κατ' αναλογία, και αυτό ακριβώς δείχνει η πιο πρόσφατη συνέντευξη, η δουλειά της "αριστεράς" για τον Ζίζεκ είναι να επιθυμεί μια αποτελεσματικότερη και άρα ισχυρότερη καπιταλιστική εξουσία ώστε να μπορεί η ίδια να εκπληρώνει τον ρόλο του ιστορικού κομπάρσου που διαμαρτύρεται και "αντιστέκεται". Ή, για να το θέσουμε κάπως διαφορετικά, η δουλειά της είναι να προσπαθεί να κρατήσει στη θέση του τον "μεγάλο Άλλο" του καπιταλισμού ώστε να μην μπει η ίδια στον πειρασμό των "ολοκληρωτικών τάσεων" που θα καθυπαγόρευε η επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού και η κατάληψη της συνακόλουθα κενής θέσης της εξουσίας.

Αυτό είναι το επίπεδο της "πολιτικής σκέψης" του "λακανισμού" που καθιέρωσε ο κύριος από τη Σλοβενία. Αυτό είναι το βάθος και η λεπτότητα της "μετασχηματιστικής" νοητικής διαδικασίας για την οποία χιλιάδες κόσμου στις δυτικές κοινωνίες θυσίασαν πολύτιμες ώρες ανάγνωσης του Μαρξ του "Εβραϊκού Ζητήματος", της Κριτικής στη Φιλοσοφία του Δικαίου, της Γερμανικής Ιδεολογίας, ή του Κεφαλαίου. Και αυτή είναι η "εναλλακτική" της "θεωρητικά εκλεπτυσμένης" αριστεράς στις "απλουστεύσεις" και τον "δογματισμό" των κλασικών του Μαρξισμού.

Με τις υγείες μας...

Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2012

Μικρά ηθικά: Οίκτος και συμπόνοια

Η φωτογραφία αυτή είναι του Άγγελου Καλοδούκα και δημοσιεύτηκε μαζί με άλλες φωτογραφίες, τραβηγμένες κατά τις χθεσινές διαδηλώσεις στην Αθήνα, στο ιστολόγιο Αφορμή. Μια φωτογραφία είναι, ανάμεσα σε άλλα πράγματα, ένας κώδικας έγκλησης του βλέμματος· υπαγορεύει ένα συγκεκριμένο βλέμμα, και μαζί του, ένα συγκεκριμένο πλέγμα συναισθημάτων. Η φωτογραφία μιας γριάς γυναίκας, που σέρνεται στα τέσσερα στο παγωμένο πεζοδρόμιο, ζητιανεύοντας με ένα πλαστικό ποτηράκι στο χέρι, ενώ κάπου κοντά της, πιθανόν, περνάει μια πορεία διαδηλωτών: τι συναίσθημα προκαλεί μια τέτοια εικόνα;

Σαφώς υπάρχουν πολλές δυνητικές απαντήσεις σ' αυτό το ερώτημα, πιστεύω όμως ότι οι περισσότερες είναι πιθανόν να χρησιμοποιούσαν δύο λέξεις για αυτό το συναίσθημα: "οίκτος" και "συμπόνοια." Είναι δυο λέξεις που χρησιμοποιούνται πολύ συχνά για να περιγράψουν συναισθήματα απέναντι σε τέτοιες, ή παρόμοιες, εικόνες από τα ανθρώπινα ναυάγια που αφήνει πίσω της η επελαύνουσα κρίση.

Όμως δεν θα μπορούσε να υπάρχει μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα στο τι δηλώνει η καθεμιά από αυτές τις λέξεις, από το χάσμα που τις χωρίζει φαινομενολογικά, ψυχαναλυτικά, ηθικά, και πολιτικά. Όταν μιλούμε για "οίκτο" και "συμπόνοια", μιλούμε, πρώτα από όλα, για δύο τύπους βλεμμάτων, για δύο εγκλήσεις του βλέμματος, και για αυτό θεώρησα χρήσιμο να ξεκινήσω την συζήτηση εστιαζόμενος σε μια φωτογραφία που είναι πιθανόν να εμπλέκει και τα δύο.

Το βλέμμα του οίκτου: Το βλέμμα του οίκτου είναι ένα στιγμιαίο βλέμμα, ένα βλέμμα που δεν αντέχει να κοιτά, ένα βλέμμα που καταλήγει άμεσα στην αποστροφή, στο κεφάλι που στρέφεται μακριά απ' το θέαμα. Το βλέμμα του οίκτου είναι τραυματισμένο βλέμμα· μαρτυρά ένα τραύμα σ' αυτόν που κοιτά, στο υποκείμενο του βλέμματος. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, όμως, είναι επίσης ένα βλέμμα που θα ήθελε αυτό που κοιτά να πάψει να υπάρχει, με οποιονδήποτε τρόπο· να πάψει, δηλαδή, όντας το ίδιο τραυματισμένο, να τραυματίζει. Και επειδή ένας τέτοιος τρόπος δεν βρίσκεται, το βλέμμα του οίκτου καταλήγει να απο-στρέφεται, να στρέφεται μακριά απ' το τραυματικό θέαμα. Αποστρέφομαι βέβαια σημαίνει επίσης σιχαίνομαι, απεχθάνομαι, και το βλέμμα του οίκτου κρύβει και την αντίστροφη όψη του τραύματος στο υποκείμενο: αυτό της ασυνείδητης επιθυμίας άσκησης βίας κατά του αντικειμένου. Είναι αυτή η διαλεκτική του τραυματισμένου υποκειμένου του οίκτου με το σαδιστικό υποκείμενο, με το υποκείμενο που νιώθει μια ανομολόγητη ορμή να εξαλείψει αυτό που κοιτάζει, για την οποία μαρτυρά και η σημαντική συζήτηση του Rawson για τις παραδοξότητες του "σοσιαλισμού" των Shaw και Wilde. Ο "σοσιαλισμός" αυτός συγχέει το μίσος για τη φτώχεια με το μίσος για τους φτωχούς, την επιθυμία εξάλειψης της φτώχειας σε ένα διαφορετικό κοινωνικό μέλλον με την εξάλειψη των φτωχών τώρα. Είναι ο σοσιαλισμός του τραυματισμένου αστικού ναρκισισμού, και φέρει ακέραιες τις ψυχικές του παραμορφώσεις: το αισχρό παραπλήρωμα του οίκτου είναι η επιθυμία εξάλειψης αυτού τον οποίο λυπάμαι.

Το βλέμμα της συμπόνοιας: Ο άνθρωπος που συμπονά δεν αποστρέφει το βλέμμα. Δεν το αποστρέφει γιατί το θέαμα που αντικρίζει δεν το εκλαμβάνει ασυνείδητα ως μια επίθεση κατά του "ιδανικού εγώ" του. Η συμπόνοια υπαγορεύει στο υποκείμενο ένα συγκρατημένο και ατάραχο βλέμμα, για το οποίο το θέαμα του άλλου δεν είναι κάτι που με απειλεί, αλλά κάτι που με βοηθά να έρθω σε επαφή, να αναγνωρίσω την σύνδεσή μου με τον άλλο, να αποδεχτώ το κομμάτι εκείνο σε μένα και στον άλλο που μαρτυρά για την θνητότητα και την περατότητά μας, αλλά έτσι, και το κομμάτι που και στους δύο παραμένει μοναδικό και αθάνατο. Η συμπόνοια δεν καθυπαγορεύει μια άμεση αντίδραση όπως η αποστροφή του βλέμματος εξαιτίας του αβάσταχτου για το υποκείμενο χαρακτήρα τού θεάματος. Ενσταλάζεται σωρευτικά και αργά μέσα στο υποκείμενο και επιστρωματώνεται με κάθε παρόμοια συνάντηση. Ο άνθρωπος που συμπονά δεν είναι ικανός να συγχύσει την εξάλειψη του προβλήματος με την εξάλειψη των θυμάτων του, δεν οδηγείται από ένα συναίσθημα τυφλού πανικού που καταλήγει να συγχύσει τον απρόσωπο και συστημικό χαρακτήρα του προβλήματος με το μοναδικό πρόσωπο του ανθρώπου που υποφέρει. Αν η συμπόνοια περιέχει επίσης, σε δυνητική μορφή, τη βία, η βία αυτή δεν στρέφεται στην εξάλειψη της συγκυριακής πηγής του τραύματος. Γιατί η βία εδώ διατηρεί το καταφατικό ίχνος της σύνδεσης με τον άλλο, και όχι, όπως συμβαίνει με τον οίκτο, τον πανικό που δημιουργεί η ανάγκη προστασίας του εαυτού. Είναι, με άλλα λόγια, μια βία που κωδικοποιείται ως μέρος της μέριμνας για τον κόσμο ως πλέγμα ανεξάλειπτων σχέσεων μεταξύ εν μέρει περατών και εν μέρει αθάνατων υπάρξεων, και όχι ως μέριμνα για την αυτοπροστασία της ακεραιότητας του εγώ.

Ο οίκτος είναι πάντα ένα συναίσθημα από μια θέση ανωτερότητας για μια θέση κατωτερότητας, είναι πάντα μια έκφραση της διαλεκτικής αφέντη-δούλου. Η συμπόνοια είναι ένα συναίσθημα που απορρέει από την αντίληψη του κοινού, αυτού που μοιράζονται στον ίδιο βαθμό οι άνθρωποι, αυτού που τους εξισώνει άμεσα: του ευάλωτου της υλικής τους ύπαρξης, από την μία πλευρά, και της μοναδικότητας της κάθε μίας υλικής ύπαρξης, από την άλλη: Είμαστε ίσοι γιατί είμαστε από κοινού ευάλωτοι, είμαστε ίσοι επειδή είμαστε όλοι μοναδικοί.

Ο οίκτος είναι αδιανόητος εάν δεν προηγείται η βεβαιότητα για την συνολική μειονεξία του άλλου. Η συμπόνοια ανακαλύπτει στην μειονεξία αυτή κάτι συγκυριακό, το οποίο όμως επιβάλλει ένα εσωτερικό όριο στον εαυτό, κάτι που παρεμποδίζει την δύναμη του εαυτού να καταφάσκει, να λέει "ναι" στον εαυτό του. Αλλά ανακαλύπτοντάς το, εξυψώνει την σημασία του άλλου για μένα, και μαζί, διευρύνει το πεδίο του τι σημαίνει "εαυτός" και μέριμνα για τον εαυτό (σημαίνει, επίσης, άλλος, και μέριμνα για τον άλλο).

Ο οίκτος χωρίζει· η συμπόνοια ενώνει.

Ο οίκτος παραλύει· η συμπόνοια κινητοποιεί.

Ο οίκτος αναλώνεται στην στιγμή· η συμπόνοια χτίζει τα θεμέλια της άσβεστης θέλησης για δικαιοσύνη.

Ο οίκτος είναι η κόλαση του ενοχικού και εν ψευδή συνειδήσει αστού· η συμπόνοια γεννάει επαναστάτες.

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2012

Το χαλυβουργικό μανιφέστο (πλήρες κείμενο)

Εισαγωγή

Στην διάρκεια εκδίπλωσης στις ΗΠΑ του λεγόμενου Occupy Wall Street Movement, διάφορα αμερικανικά ΜΜΕ έθεσαν το ερώτημα της πιο "iconic" φωτογραφίας από τη ζωή του κινήματος (η Washington Post παρέθεσε μια φωτογραφία ως την πιθανόν πιο "iconic", το περιοδικό Wired έδωσε μια άλλη ως υποψήφια, κοκ). Ανάλογες ήταν και οι περιστάσεις στα ελληνικά και ευρωπαϊκά ΜΜΕ σε ό,τι αφορούσε τις συγκεντρώσεις έξω από το Σύνταγμα.

Αφήσαμε τη λέξη "iconic" αμετάφραστη για λόγους όχι μεταφραστικούς αλλά θεωρητικούς. Κάποιος ή κάποια με περιορισμένη γνώση της αγγλικής θα έμπαινε στον πειρασμό να την μεταφράσει αναγάγοντάς την πίσω στην προφανή ελληνική της ρίζα, αλλά τότε θα κατέληγε με μια μάλλον παράδοξη ταυτολογία: η "iconic image" ως "εικονική εικόνα." Προφανώς, η ταυτολογία θα συσκότιζε το νόημα της φράσης. Μια σαφώς καλύτερη μετάφραση θα ήταν "αντιπροσωπευτική εικόνα", μιας και το "iconic" δε δηλώνει το φυσικό χαρακτήρα μιας αναπαράστασης, αλλά ένα ποιοτικό χαρακτηριστικό για αυτή (για αυτό και είναι επίθετο). Τι ποιοτικό χαρακτηριστικό έχουν οι φωτογραφικές εικόνες που προέβαλλαν οι Washington Times, το Wired, κλπ; Ότι είναι "αντιπροσωπευτικές", ότι αποτελούν, τρόπον τινά, την πεμπτουσία ενός συμβάντος. Αλλά τότε --κι εδώ αρχίζουμε να αφήνουμε πίσω μας τη μετάφραση-- ποιού ακριβώς πράγματος είναι αντιπροσωπευτικές; Προφανώς, δεν είναι "στατιστικά" αντιπροσωπευτικές, δεν αντιπροσωπεύουν έναν μέσο όρο· αντίθετα, οι "iconic" φωτογραφίες είναι χαρακτηριστικά, εξαιρετικά, δραματικές. Αν αντιπροσωπεύουν λοιπόν κάτι, αν κάτι είναι αντιπροσωπευτικό σ' αυτές, αυτό δεν είναι παρά ο εξαιρετικός χαρακτήρας που, υποτίθεται, αντικατοπτρίζει και την ουσία του ευρύτερου συμβάντος, το "πνεύμα" του.

Αυτό λοιπόν που περιβάλλει τον λόγο περί "iconic images" είναι δύο διαφορετικές κατασκευές της έννοιας της ανα-παράστασης: πρώτον, η οπτική αναπαραγωγή ως τεχνική και πράξη, τεχνολογικά διαμεσολαβημένη στην περίπτωση της φωτογραφίας ή της τηλεοπτικής εικόνας ("image")· και δεύτερον, η εκπροσώπηση ή αντιπροσώπευση μιας ουσίας ή ενός πνεύματος που εμφιλοχωρεί μέσα στο αναπαραστώμενο, η διακόμιση, μέσα από την εικόνα, μιας παρουσίας ("iconic").

Νομίζω ότι θα έβρισκε ελάχιστους διαφωνούντες η πρόταση ότι στην περίπτωση της απεργίας στην Ελληνική Χαλυβουργία δεν υπάρχουν "iconic images." Όχι επειδή τα ΜΜΕ αγνόησαν την απεργία αυτή. Αυτό δεν έχει ολοκληρωτικά επιβάλλει από μόνο του μια λογική της λογοκριτικής εξάλειψης της εικόνας. Δεν είναι ότι δεν γίνεται προσπάθεια να μεταφερθεί μια εικόνα της απεργίας, όπως έγινε για παράδειγμα στο φωτογραφικό αφιέρωμα που αναδημοσίευσα εδώ. Είναι ότι η προσπάθεια αυτή δεν γεννά τίποτε που να μπορεί να χαρακτηριστεί "iconic". Αναλογιστείτε τις συγκεκριμένες φωτογραφίες: μια τετριμμένη εικόνα της άδειας εισόδου ενός εργοστασίου· δυο εξίσου αδιάφορες εικόνες από την διαδικασία της παραγωγής· ένας εργάτης που κάθεται μπροστά από τεράστιες κουβαρίστρες χάλυβα· λίγες δεκάδες άνθρωποι συγκεντρωμένοι· ένας συνδικαλιστής μιλάει στο μικρόφωνο· οι εργάτες ψηφίζουν δια ανάτασης χειρός· περισσότερες ολιγάνθρωπες, τις περισσότερες φορές, συγκεντρώσεις, μερικά πανό με συνθήματα απαιτήσεων ή συμπαράστασης, βαρέλια που ζεσταίνουν τους ανθρώπους γύρω. Μια φτωχή σε δραματικές εντάσεις, σχεδόν αδιάφορη, συναισθηματικά αλυτρωτική εικόνα.

Όση "τέχνη", απ' την άλλη, κι αν έβαλαν οι συντελεστές του (για μένα εξαιρετικού) ντοκυμαντέρ της Ελληνοφρένειας σε ό,τι αφορά γωνίες λήψης, οπτικό και ηχητικό μοντάζ και φωτισμό στο σύντομο "Μέρες απεργίας", το αποτέλεσμα δεν διαφοροποιείται από αυτή την παράξενα αποδραματοποιημένη, στερημένη εικονογραφία, αυτή την αδόκητη έκθλιψη της ιδέας ότι υπάρχει "αντιπροσωπευτικότητα" στην οπτική αναπαράσταση: υπάρχουν άνθρωποι που μιλούν ή διαδηλώνουν, υπάρχουν πλάνα τους παράξενα μοναχικά, όπως αυτό του ακτιβιστή να κάθεται μόνος του στα Προπύλαια, ή του απολυμένου που βγαίνει απ' τη σκηνή του στην αρχή, κι αυτό είναι όλο.

Τι συμβαίνει με την Χαλυβουργία; Γιατί, αφήνοντας παράμερα την διαφανή ως προς τα κίνητρά της και άρα εύκολα εξηγήσιμη περιφρόνηση των ΜΜΕ στην προοπτική κάλυψής της, εξαιρείται αυτό που συμβαίνει τόσο παράδοξα από τη λογική της εικονικότητας που υποτίθεται ότι αποτελεί το απόλυτο χαρακτηριστικό της "μετανεωτερικής" εποχής (Debord, Baudrillard, κα);

Bertolt Brecht, όπως παρατίθεται στο Alexander Kluge, "Ο κινηματογράφος και η δημόσια σφαίρα" (ή στο Benjamin, "Το έργο τέχνης στην εποχή της μηχανικής αναπαραγωγής"):
Όλο και λιγότερο μπορεί η απλή αντανάκλαση της πραγματικότητας να μάς αποκαλύψει οτιδήποτε για την πραγματικότητα. Μια φωτογραφία των εργοστασίων της Krupp ή της AEG δεν μάς λέει σχεδόν τίποτα για αυτούς τους θεσμικούς χώρους.
Κάθε μέλος τής κοινωνίας των ιδιωτών παρουσιάζεται, διότι η παρουσίαση αποτελεί καθοριστικό γνώρισµα τής κοινωνικότητας. Αλλά το εργοστάσιο διαχωρίζεται και διακρίνεται από την κοινωνία μέσω περιφράξεων, φυλάκων ασφαλείας, ιεραρχιών, χρονοδιαγραμμάτων εργασίας, δομών εκμηχανοποίησης. Αυτό οφείλεται στο ότι η παραγωγικότητα ως ρυθμιστικός κανόνας τού εργοστασίου διαστέλλεται απόλυτα από την εν γένει κοινωνική παρουσίαση. Η ομοιότητα μεταξύ τού συστήματος βιομηχανικής παραγωγής και τής στρατιωτικής οργάνωσης έχει προ πολλού επισημανθεί. Η βαθύτερη αιτία για αυτό πρέπει να αναζητηθεί στο ότι και στις δύο περιπτώσεις η παρουσίαση ακυρώνεται μέσω τής απλής καταμέτρησης υποκαταστήσιμων μονοσυνόλων. Το ότι ο στρατιώτης είναι πάντοτε αφανής οφείλεται στο ότι έχει καταταγεί στην υπηρεσία τού θανάτου. Ομοίως, η κατάταξη προσωπικού σε βιομηχανικές θέσεις εργασίας συνεπάγεται την κατάταξή τους σε καθεστώς μη παρουσίασης. Από την σκοπιά τού εργοστασίου, ο εργάτης παραμένει εξίσου αφανής.

1. Κριτική της ορατότητας: Παραγωγή, αξία, παραγωγικότητα
α. Μπρεχτ και Μαρξ

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν με την σύντομη αλλά διάσημη ρήση του Μπρεχτ. Γιατί αποτυγχάνει η φωτογραφία, η "απλή αντανάκλαση της πραγματικότητας" να μας πει οτιδήποτε για το εργοστάσιο ως θεσμικό χώρο; Δεν είναι δυνατό να δοθεί απάντηση στο ερώτημα χωρίς να θυμηθούμε μια κεντρική διάσταση του πιο διάσημου ίσως τμήματος του Κεφαλαίου του Μαρξ, αυτού που αφορά στον "Φετιχισμό του εμπορεύματος" (τόμος 1, κεφάλαιο 1, τμήμα 4). Τι είναι ο φετιχισμός του εμπορεύματος παρά ένα φαινόμενο της απατηλής εμφάνισης (schein), της παροδηγητικής προφάνειας, που καθιστά αόρατο αυτό ακριβώς που είναι πραγματικό;
Το εμπόρευμα εμφανίζεται, με πρώτη ματιά, ως κάτι το πολύ τετριμμένο και εύκολα κατανοητό. Η ανάλυσή του δείχνει ότι, στην πραγματικότητα, είναι κάτι πολύ παράξενο, γεμάτο μεταφυσικές αποχρώσεις και θεολογικές πινελιές. [...] Το εμπόρευμα, λοιπόν, είναι κάτι μυστήριο, απλά επειδή μέσα του ο κοινωνικός χαρακτήρας της ανθρώπινης εργασίας εμφανίζεται ως ένας αντικειμενικός χαρακτήρας που σφραγίζει το προϊόν της εργασίας αυτής· επειδή η σχέση των παραγωγών στο σύνολο της δικής τους εργασίας τούς παρουσιάζεται ως κοινωνική σχέση, η οποία όμως υπάρχει όχι ανάμεσά τους αλλά ανάμεσα στα προϊόντα της εργασίας τους. Αυτός είναι ο λόγος που τα προϊόντα της εργασίας γίνονται εμπορεύματα, κοινωνικά πράγματα των οποίων οι ποιότητες είναι την ίδια στιγμή αντιληπτές και μη αντιληπτές από τις αισθήσεις. Με τον ίδιο τρόπο, το φως από ένα αντικείμενο το αντιλαμβανόμαστε όχι ως υποκειμενικό ερεθισμό του οπτικού μας νεύρου, αλλά ως αντικειμενική μορφή κάποιου πράγματος πέρα από το ίδιο το μάτι. Όμως, στην πράξη της θέασης υπάρχει, όπως και να 'χει, ένα κυριολεκτικό πέρασμα του φωτός από το ένα πράγμα στο άλλο, από το εξωτερικό αντικείμενο στο μάτι. Υπάρχει μια φυσική σχέση ανάμεσα σε φυσικά πράγματα. Αλλά τα πράγματα με τα εμπορεύματα είναι διαφορετικά. Εκεί, η ύπαρξη των πραγμάτων ως εμπορευμάτων, και η σχέση αξίας ανάμεσα στα προϊόντα της εργασίας που τα σφραγίζει ως εμπορεύματα, δεν έχουν καμία σύνδεση με τις φυσικές τους ιδιότητες και με τις υλικές σχέσεις που πηγάζουν απ' αυτές.Υπάρχει μια ορισμένη σχέση ανάμεσα στους ανθρώπους που παίρνει, στα δικά τους μάτια, την φανταστική μορφή μιας σχέσης ανάμεσα σε πράγματα. Για να βρούμε λοιπόν μια αναλογία, θα πρέπει να έχουμε πρόσβαση στις νεφελώδεις περιοχές του θρησκευτικού κόσμου. Στον κόσμο αυτό, τα παράγωγα του ανθρώπινου μυαλού εμφανίζονται ως ανεξάρτητα πράγματα με τη δική τους ζωή, και ως πράγματα που εισέρχονται σε σχέσεις το ένα με το άλλο και με το ανθρώπινο είδος. Έτσι γίνεται στον κόσμο των εμπορευμάτων με τα προϊόντα των χεριών του ανθρώπου. Αυτό το ονομάζω φετιχισμό που προσκολλάται στα προϊόντα της εργασίας, απ' τη στιγμή που παράγονται ως εμπορεύματα, και που συνεπώς είναι αδιαχώριστος από την παραγωγή εμπορευμάτων.
Οι εμφάσεις με πλάγια στοιχεία αρκούν, νομίζω, για να αναδειχθεί τόσο η κεντρικότητα του οπτικού λεξιλογίου στην ανάλυση του χαρακτήρα της εμπορευματικής παραγωγής, όσο και η ουσία του επιχειρήματος, που είναι βέβαια ότι το εμπόρευμα από τη μία αποκαλύπτει τον κοινωνικό χαρακτήρα της εργασίας ως "σφραγίδα" κι από την άλλη τον αποκρύπτει, παράγοντας την οφθαλμαπάτη που θέλει αυτόν τον κοινωνικό χαρακτήρα να βιώνεται ως σχέση όχι ανάμεσα στους παραγωγούς αλλά στα εμπορεύματά τους. Και είναι αυτή η ανάλυση πάνω στη βάση της οποίας ο Μπρεχτ συμπεραίνει ότι το να έχεις οπτική πρόσβαση σε ένα εργοστάσιο (σε μηχανήματα, ανθρώπους και αλληλεπιδράσεις μεταξύ τους) δεν σου αποκαλύπτει απολύτως τίποτα για το τι είναι παραγωγή και σχέσεις παραγωγής, τι είναι αξία, ή ποιοί είναι οι μηχανισμοί που μετατρέπουν την μυϊκή προσπάθεια σε αξία μέσα σε μια αναπτυγμένη ανταλλακτική οικονομία, ενώ ταυτόχρονα εγγυώνται την άντληση ενός ποσοστού επενδύσιμης υπεραξίας από την μυϊκή αυτή προσπάθεια.

Για να το πούμε συνοπτικά: το εργοστάσιο είναι ένας προνομιούχος χώρος (προνομιούχος επειδή σ' αυτόν πρωτοσυγκεντρώνεται σε μαζική κλίμακα το μυστηριώδες θέαμα της καπιταλιστικής παραγωγής) της αντίστασης των "μυστηρίων" της πολιτικής οικονομίας στο ορατό, που όπως συμβαίνει συνήθως με τα πράγματα που ξέρουμε ότι βρίσκονται εκεί αλλά δεν μπορούμε να δούμε, τα μετατρέπει ακριβώς σε μυστήρια, τα επενδύει με "θεολογικές πινελιές" και "μεταφυσικές αποχρώσεις".

Να ένας πρώτος λόγος που η απεργία στην Χαλυβουργία δεν παράγει "iconic images." Αφορά το γεγονός ότι το εργοστάσιο είναι, κατά τη διάρκεια της ίδιας της λειτουργίας του, ένα είδος έμπρακτης κριτικής της επάρκειας της εικόνας, της αντανάκλασης της πραγματικότητας, για την κατανόηση της ίδιας της πραγματικότητας. Αυτή είναι η πρώτη θέση του Χαλυβουργικού μανιφέστου.


β. Badiou

Ας περάσουμε τώρα στο δεύτερο απόσπασμα, από το "Εργοστάσιο ως συμβαντικός τόπος" του Badiou. Η θέση του Badiou αφορά την τάξη της "κοινωνικο-ιστορικής παρουσίασης" και είναι η εξής: από τη σκοπιά του κράτους, αν και το εργοστάσιο "μετράει-ως-ένα" νοούμενο ως "χώρος των εργατών", οι ίδιοι οι εργάτες δεν αποτελούν υποσύνολο και δεν υπόκεινται στην καταμέτρηση, καθώς δεν είναι τίποτε άλλο από υποκαταστάσιμες μονάδες "εργατικής" ή "παραγωγικής" δύναμης. Όπως αναφέρεται στο απόσπασμα που παραθέσαμε, η απόλυτη υποκαταστασιμότητα του εργάτη νοουμένου ως απλώς μονάδα παραγωγικής δύναμης (και όχι ως μοναδικού ατόμου με την μοναδική του ιστορία, σχέσεις, κλπ) σημαίνει πως η "παρουσίαση ακυρώνεται μέσω τής απλής καταμέτρησης υποκαταστήσιμων μονοσυνόλων", όπως συμβαίνει για το κράτος και για τον στρατιώτη, που είναι κατά βάση πάντα "άγνωστος", ένα στατιστικό δείγμα "στην υπηρεσία του θανάτου" και όχι ένα μοναδικό ή αναντικατάστατο πρόσωπο. Αλλά και από τη σκοπιά της συλλογικής τους (συνδικαλιστικής) εκπροσώπησης, η οποία συνίσταται στην ανα-παράσταση των αιτημάτων τους, οι εργάτες δεν παρουσιάζονται, καθώς "η παρουσίαση δεν αποτελεί αναγκαστική απόρροια τής αναπαράστασης, εφόσον θα υπάρχουν πάντοτε υποσύνολα [αναγκών, για παράδειγμα, που δεν μπορούν να μεταφραστούν σε οικονομικά αιτήματα] τα οποία δεν θα έχουν συγχρόνως και την ιδιότητα τού στοιχείου, ακριβώς λόγω τού υπερβάλλοντος τής σχέσεως υπαγωγής έναντι τής απλής παρουσίασης."

Θέση δεύτερη, λοιπόν: υπό "κανονικές συνθήκες", ο εργάτης ως μοναδικό υποκείμενο είναι αόρατος τόσο απ' τη σκοπιά του κράτους όσο και από αυτή της θεσμικής του αναπαράστασης μέσα από παγιωμένους θεσμούς συλλογικής εκπροσώπησης.

Την κατάσταση αυτή έρχεται να επιτείνει με χωρικούς όρους η απόσταση του εργοστασίου από την κοινωνία, ο καθορισμός του ως κοινωνικής "ετεροτοπίας" (Foucault) μέσω --για να επιστρέψουμε στο απόσπασμα που παραθέσαμε-- "περιφράξεων, φυλάκων ασφαλείας, ιεραρχιών, χρονοδιαγραμμάτων εργασίας, δομών εκμηχανοποίησης."

Θέση τρίτη: υπό "κανονικές συνθήκες", το εργοστάσιο είναι ένας χώρος απεκδυμένος από το αναγνωρίσιμα "κοινωνικό", εξόριστος από την "κοινωνία" ως αναπαραστάσιμο σύνολο ταυτοτήτων, πρακτικών, τεχνικών και μέσων συνεύρεσης, σύγκρουσης, και διαπραγμάτευσης.

Στο ίδιο κείμενο, ο Badiou αναδεικνύει το γεγονός ότι υπό "κανονικές συνθήκες", υπό το "κράτος της κατάστασης" (state of the situation) δηλαδή, το εργοστάσιο είναι επίσης ένας χώρος θεμελιωδώς "αποπολιτικοποιημένος", ακόμα και ασύμβατος με την πολιτική διάσταση, τουλάχιστον εφόσον αυτό γύρω από το οποίο οργανώνεται η "φυσιολογική" δραστηριότητα του εργοστασίου είναι η "παραγωγικότητα":
Η ιδέα αυτή καθαυτή τής πολιτικής ικανότητας των εργατών αντιβαίνει στην ουσία τού εργοστασίου. Το εργοστάσιο είναι κατ’ ουσίαν χώρος μη πολιτικός, ανεξαρτήτως τού αν οι εργάτες του έχουν πολιτικοποιηθεί ή όχι. Και αυτό γιατί το καθεστώς τής παραγωγικότητας βρίσκεται σε πλήρη και απόλυτη αντίφαση με την πολιτική. Η πολιτική είναι το ακριβώς αντίθετο τής βιομηχανικής εργασίας, διότι συνιστά η ίδια μορφή εργασίας, μια εξευγενισμένη δημιουργική παραγωγή που απαιτεί τη διακοπή κάθε άλλης εργασίας.
Θέση τέταρτη: Όσο το εργοστάσιο εργάζεται, όσο η λειτουργία του παραμένει αρμονικά δεμένη με την αρχιτεκτονική, μηχανική, και λειτουργική του φύση, αυτό που παράγει είναι η ίδια η άρνηση της πολιτικής, δηλαδή η άρνηση της εργασίας της παρουσίασης, της εμφάνισης υποκειμένων σε ένα χώρο όπου σφυρηλατούνται οι όροι της συλλογικής ύπαρξης. Νοούμενο ως μονοσύνολο (ως σύνολο που μετράει-ως-ένα), το εργοστάσιο και οι εργάτες του εξαιρούνται από την πολιτική τάξη, και άρα από την τάξη της παράστασης.


2. Αντι-φαινομενολογία της απεργίας

Τι είναι η απεργία σε ένα εργοστάσιο; Είναι, στο πιο προφανές και άμεσο επίπεδο, μια άρνηση της φύσης του εργοστασίου ως περιφραγμένου και ιεραρχημένου χώρου εξ ολοκλήρου αφιερωμένου στην παραγωγή και την παραγωγικότητα. Είδαμε όμως ότι όντας τέτοιου είδους χώρος, το εργοστάσιο είναι επίσης ένας χώρος άρνησης της πολιτικής. Θέση πέμπτη: Η απεργία είναι μια άρνηση της άρνησης της πολιτικής, και συνεπώς μια άρνηση της άρνησης της παράστασης του εργάτη που προϋποθέτει η "φυσιολογική" εργασία του εργοστασίου.

Πώς εκδηλώνεται φαινομενολογικά αυτή η άρνηση της άρνησης της πολιτικής παράστασης; Και πιο συγκεκριμένα, ποιά είναι η σχέση της με την αναπαραστατική τάξη, με την εικόνα και την εικονογραφία;

Θέση έκτη: Το εργοστάσιο σε απεργία παράγει αντι-αναπαραστάσεις, αντι-εικόνες, και είναι ακριβώς σε αυτές τις αντι-αναπαραστάσεις που η πολιτική παράσταση του εργάτη ως μονάδας μπορεί να λάβει χώρα.

Τι εννοούμε; Εννοούμε το εξής: ως πολιτική πράξη, η απεργία δεν εισάγει τον εργάτη αδιαφοροποίητα μαζί με τις άλλες ταυτότητες ή συλλογικότητες της "κοινωνίας" σε μια αδιαφοροποίητη αναπαραστατική τάξη. Ο αποκλεισμός του εργάτη από την αναπαράσταση δεν αίρεται μέσα από την ενσωμάτωσή του, χωρίς ίχνος διαφοράς, στην τάξη αυτή. Ο εργάτης αποκτά πολιτική οντότητα μέσα από την αφαίρεσή του από αυτό που τον ορίζει, τόσο από τη σκοπιά του κράτους, όσο και από την σκοπιά της συλλογικής του εκπροσώπησης, του γεγονότος δηλαδή της εργασίας του. Ένας εργάτης που δεν εργάζεται, όπως και ένα εργοστάσιο που δεν παράγει, δεν μπορούν να ενταχθούν μέσα σε μια λογική της ανα-παράστασης, πόσο μάλλον της "δραματικής", "αντιπροσωπευτικής" αναπαράστασης του "iconic image". "Δεν υπάρχει τίποτα να δεις" σε μια εργοστασιακή απεργία, στην εικόνα ανθρώπων που κανονικά έπρεπε να βρίσκονται μέσα στο εργοστάσιο και να εργάζονται να βρίσκονται έξω από το εργοστάσιο και να συζητούν ή να πίνουν καφέ ή να κάθονται. Η εικόνα της απεργίας είναι εικόνα μιας διπλής άρνησης, τόσο με την έννοια που ήδη αναφέραμε, όσο και επειδή ο εργάτης που απεργεί αρνείται την άρνηση της ανθρώπινής του υπόστασης που ήδη πάντοτε εξυπακούεται από την κατασκευή του ως εργάτη, ως υποκαταστάσιμης μονάδας εργατικής δύναμης, ανώνυμης, βιογραφικά αδιάφορης, χωρίς παρελθόν ή μέλλον.

Θέση έβδομη: Η εργοστασιακή απεργία, μη όντας τίποτε άλλο παρά η αυτο-υφαίρεση του προλεταριακού "μηδέν" από την ολοσχερή του έκθλιψη ή αφανισμό --στοιχεία που αποτελούν προϋποθέσεις της λειτουργίας του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής-- δεν παράγει αναπαραστάσιμο θέαμα. Θέαμα μπορεί να παράξει η "βία εναντίον πολιτών" των "iconic images" που αναφέραμε στην εισαγωγή, ακριβώς επειδή οι "πολίτες" δεν νοούνται ως "μηδέν" εξ αρχής, αλλά ως οργανικά κομμάτια μιας "κοινωνίας", η οποία βλέπει σ' αυτούς την αντανάκλασή της.

Μπορούμε ήδη να κατανοήσουμε εδώ την προβληματική φύση της αφομοίωσης της απεργίας στη Χαλυβουργία με απεργίες όπως αυτές στα ΜΜΕ. Στην δεύτερη περίπτωση, η απεργία αφορά τον ίδιο τον μηχανισμό αναπαράστασης και δεν μπορεί να εκφραστεί παρά με περισσότερες αναπαραστάσεις: απολυμένοι δημοσιογράφοι που γράφουν κείμενα εναντίον των πρώην εργοδοτών τους σε άλλα μηντιακά μέσα, αποκαλύψεις, κατάληψη σταθμών, μηνύματα κατά την ώρα της εκπομπής, κλπ. Σε κάθε περίπτωση, αυτό που εμπλέκεται είναι αναπαραστάσεις εναντίον αναπαραστάσεων, και όχι, όπως συμβαίνει στην Χαλυβουργία, μια εγγενής αποκαθήλωση της ίδιας της διαδικασίας αναπαράστασης, που στην "φυσιολογική" της λειτουργία καταδικάζει τον εργάτη στην μόνιμη, "δομική" αφάνεια.

Η υπογράμμιση της μόνιμης κατάστασης αφάνειας που δεν αναιρείται από μια ένταξη, μέσω της απεργίας, στη γνωστή μετανεωτερική λογική του "όλα είναι εικόνα", είναι επιπρόσθετα σημαντική στα πλαίσια της αντίληψης περί ιστορικής εξαφάνισης της εργατικής τάξης. Στην μόνιμη επωδό ότι "δεν υπάρχει πια εργατική τάξη" δεν θα πρέπει να παραμελήσουμε να θυμήσουμε ότι, ανεξάρτητα από τις όποιες δομικές, χωρικές και δημογραφικές αλλαγές που έχει αποφέρει η "αποβιομηχάνιση", η "εργατική τάξη" ήταν πάντα συνώνυμη της εξαφάνισης του εργάτη ως μονάδας στα πλαίσια της αναπαραστατικής τάξης της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας. Το να είσαι εργάτης σε μια τέτοια κοινωνία σημαίνει να μην φαίνεσαι, να μην είσαι αναπαραστάσιμος ως μονάδα. Αυτή είναι η όγδοη θέση του χαλυβουργικού μανιφέστου.

Η ένατη θέση αφορά τον ψευδή χαρακτήρα της μετανεωτερικής κριτικής στον Μαρξισμό ως "νοσταλγίας για την εργατική τάξη." Όλη η παραπάνω ανάλυση αναδεικνύει το γεγονός ότι αν η νοσταλγία αφορά αναπόφευκτα την επιθυμία για παρουσία, και αν η παρουσία υποδηλώνει πληρότητα ή ολότητα, δεν υπάρχει τίποτα στην μαρξιστική αναφορά στην εργατική τάξη που να αφορά μια τέτοια μεταφυσική της παρουσίας: αντίθετα, η μαρξιστική αναφορά στην εργατική τάξη είναι αναφορά σε ένα αδιόρατο ίχνος, σε μια οντότητα που διαφεύγει πάντοτε από την τάξη του αναπαραστώμενου, που δεν μπορεί να ιδωθεί, που δεν είναι τίποτα παρά μια διακοπή της παντοδυναμίας του βλέμματος. "Νοσταλγία για την παρουσία", αντίθετα, προδίδουν ακριβώς αυτοί που εγκαλούν τον μαρξισμό για μεταφυσική αφέλεια, ανακαλύπτοντας διαρκώς την αδιαμεσολάβητη παρουσία της "γενικής βούλησης", του "πλήθους", του "99%", κλπ σε σκηνογραφίες αυτο-αναπαράστασης, φετιχοποιώντας τις αυτο-αναπαραστάσεις αυτές ως συνώνυμες μιας διαφανούς, πρόδηλης, άμεσης παρουσίας της υποτιθέμενης "λαϊκής θέλησης". Μόνο μέσα από μια αντιμετάθεση και αντιστροφή της πραγματικότητας άξια του όρου "ιδεολογία" καταφέρνουν οι θιασώτες της εκτυφλωτικής αμεσότητας να πείσουν τον εαυτό τους ότι τα θύματα νοσταλγικής αφέλειας είναι αυτοί ακριβώς που ανθίστανται στην "λαϊκοδημοκρατική" ρητορική της αδιαμεσολάβητης και αναπαραστάσιμης παρουσίας.


3. Συμπτώματα: Το κενό και η υστερία

Στο ερώτημα που θέσαμε --"τι συμβαίνει στην Χαλυβουργία;"-- λοιπόν, η απάντηση, από τη σκοπιά της μηντιακά επικαθορισμένης τάξης της αναπαράστασης είναι απλή και μονολεκτική: "τίποτα απολύτως." Από την δική μας όμως σκοπιά, αυτό το "τίποτα" μεταφράστηκε σε κάτι διαφορετικό από το τίποτα, σε "άρνηση της άρνησης": σε αφαίρεση, μέσω της αρνητικής δύναμης της απεργίας --της μη επιτέλεσης της δραστηριότητας εκείνης στην οποία συνοψίζεται και στην οποία ταυτόχρονα εξαφανίζεται ο εργάτης-- από ένα "κράτος της κατάστασης" στο οποίο η εργατική υποκειμενικότητα δεν παρουσιάζεται και είναι αδύνατο να παρουσιαστεί.

Στο "Εργοστάσιο ως συμβαντικός τόπος" ο Badiou παρατηρεί, αναφερόμενος στην πρωτοποριακή εργασία του Μαρξ σε ό,τι αφορά την δομική εξαφάνιση της εργατικής υποκειμενικότητας στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής:
θα ήταν αδύνατο στη νεώτερη εποχή να διατυπωθεί οποιαδήποτε πολιτική — ακόμη και υπό τη μορφή υπόθεσης — εκτός και εάν συνίστατο σε πρόταση μιας εν υποκειμένω ερμηνείας των εντυπωσιακών εκείνων υστερικών συμπτωμάτων τού κοινωνικού, κατά τη διάρκεια των οποίων οι εργάτες, κατονομάζοντας το γεγονός τής μη παρουσίασής τους, θα είχαν συγχρόνως κατονομάσει και το υπολανθάνον κενό τής καπιταλιστικής κατάστασης.
Η ονομασία, εκ μέρους των εργατών, του "υπολανθάνοντος κενού της καπιταλιστικής κατάστασης" --του στοιχείου εκείνου που πρέπει να παραμείνει έξω απ' το μέτρημα για να συγκροτηθεί το κοινωνικό όλον ως τέτοιο-- υπέχει τη θέση ενός "υστερικού συμπτώματος του κοινωνικού." Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον εδώ να θυμηθούμε την ακριβή σκηνογραφία των συνεπειών τής παρέμβασης του Μάριου Αθανασίου στο "Μες στην καλή χαρά":

Στάδιο πρώτο: σιωπή (χαρακτηριστικά άβολη στο τηλεοπτικό πλαίσιο, όπου το δευτερόλεπτο μη φλυαρίας μετρά ως αιωνιότητα)
Στάδιο δεύτερο: άρνηση ("Εγώ; Τίποτα", "μπλακ άουτ", -"Κανένας; τίποτα;"-"Όχι").
Στάδιο τρίτο: κατά τα φαινόμενα παραδοχή ("Είναι σε απεργία. Είναι σε απεργία εδώ και πάρα πολλές μέρες").
Στάδιο τέταρτο: διαστροφή της κατά τα φαινόμενα παραδοχής, που μετατρέπεται σε δευτερογενή νομιμοποίηση της σιωπής. Το γεγονός της απεργίας δεν είναι ούτε άγνωστο ούτε ανομολόγητο --δεν καταστέλλεται-- είναι, αντιθέτως, υπερβολικά γνωστό και άρα όχι "newsworthy" ("Α, αυτό λες. Νόμιζα ότι έγινε κάτι σήμερα" [από την ίδια ομιλήτρια που αρχικά απάντησε ότι δεν γνωρίζει τίποτα για την Χαλυβουργία]).
Στάδιο πέμπτο: αντιστροφή της φοράς της εκλαμβανόμενης "επιθετικότητας" της ερώτησης Αθανασίου: ("Είναι σε απεργία εδώ και πάρα πολλές μέρες. Τι θέλεις;" [Che vuoi?]--από την ίδια ομιλήτρια. Απάντηση: -"Είσαι επιθετική". Εκ νέου απάντηση: "Είμαι επιθετική." Νέα επίθεση από άλλο ομιλητή: "Το πήγες εντελώς αλλού". Και από τρίτο ομιλητή, με επιστράτευση της ειρωνείας: "Καλά, ήρθες στο 'Μες στην καλή χαρά' για να μάθεις για τη Χαλυβουργική;").
Στάδιο έκτο: αλλαγή θέματος, απόπειρα επιστροφής στην "φυσιολογική" αναπαραστατική τάξη: ("από τους τηλεοπτικούς ρόλους που έχεις ερμηνεύσει μέχρι σήμερα...).
Στάδιο έβδομο: απειλητική επίκληση της κατασταλτικής συνδρομής της ψυχαναλυτικής παρέμβασης (όταν διαπιστώνεται η επιμονή Αθανασίου στο να μην αλλάξει θέμα): ("θα φέρω την ψυχολόγο").

Έχουμε εδώ μια πλήρη εκδίπλωση του "υστερικού συμπτώματος του κοινωνικού" απέναντι στο "υπολανθάνον κενό" που συγκροτεί το "κράτος της κατάστασης"· και μάλιστα μια εκδίπλωση η οποία καταλήγει στην χαρακτηριστικά υστερική επίκληση της συνδρομής της ίδιας της ψυχανάλυσης κόντρα στην πίεση να κατανομαστεί το ιδεολογικά ακατανόμαστο, το κενό της καπιταλιστικής εκδοχής της "κοινωνικής ολότητας" -- με άλλα λόγια, ο εργάτης-σε-απ/εργία. Αλλά η "πολιτική", λέει ο Badiou (και "πολιτική" εδώ σημαίνει πάντα "χειραφέτηση", για αυτό και η "πολιτική είναι κάτι το εξαιρετικό", όπως γράφει στο Μεταπολιτική), δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ανάδειξη αυτού του κενού. Δεν πρωτοτυπεί ο Γάλλος ως προς την ουσία της διαπίστωσής του: αυτή ήταν η πολιτική και για τον Μαρξ, που έγραψε (Κριτική της εγελιανής φιλοσοφίας του Κράτους και του Δικαίου):
Πού λοιπόν βρίσκεται η θετική δυνατότητα της γερμανικής χειραφέτησης;
Απάντηση: στη διαμόρφωση μιας τάξης με ριζικές αλυσίδες, μιας τάξης της κοινωνίας-των-ιδιωτών που να μην είναι τάξη της κοινωνίας-των-ιδιωτών [Badiou: "θα υπάρχουν πάντοτε υποσύνολα τα οποία δεν θα έχουν συγχρόνως και την ιδιότητα τού στοιχείου, ακριβώς λόγω τού υπερβάλλοντος τής σχέσεως υπαγωγής έναντι τής απλής παρουσίασης"], ενός κοινωνικού στρώματος που να είναι η διάλυση όλων των στρωμάτων, μιας σφαίρας που να έχει χαρακτήρα καθολικότητας εξ αιτίας της καθολικότητας των παθών της, που να μη διεκδικεί το επί μέρους δικαίωμα, γιατί έχει υποστεί όχι μια επί μέρους αδικία άλλα την αδικία καθ’ εαυτή, που να μην μπορεί πια να επαίρεται για έναν ιστορικό τίτλο, αλλά μόνο για έναν τίτλο ανθρώπινο, που να μη βρίσκεται σε αποκλειστική αντίθεση με τις συνέπειες, αλλά σε συστηματική αντίθεση με τις προϋποθέσεις του γερμανικού πολιτικού καθεστώτος, μιας σφαίρας τέλος που να μην μπορεί να χειραφετηθεί χωρίς να χειραφετηθεί απ’ όλες τις άλλες σφαίρες της κοινωνίας και χωρίς μ' αυτό τον τρόπο να χειραφετήσει όλες τις άλλες σφαίρες της κοινωνίας, που να είναι, με μια λέξη, η ολική απώλεια του ανθρώπου και, άρα, να μην μπορεί να επανακτήσει τον εαυτό της χωρίς μια ολική επανάκτηση του ανθρώπου.
Η διάλυση αυτή της κοινωνίας, πραγματωμένη σε μια επιμέρους τάξη, είναι το προλεταριάτο.
[...]
Αναγγέλλοντας τη διάλυση της προγενέστερης τάξης του κόσμου, το προλεταριάτο δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να εκφράζει το μυστικό της ίδιας του της ύπαρξης, γιατί είναι η ντε φάκτο διάλυση της τάξης αυτής.
Η δέκατη θέση του χαλυβουργικού μανιφέστου εκφράζεται πλήρως από τα λόγια του Badiou, στα οποία θα χρειαστεί να παρεμβούμε μόνο ελάχιστα:
Εάν στις κοινωνίες μας το εργοστάσιο αντιπροσωπεύει πράγματι τον παραδειγματικό συμβαντικό τόπο, αυτό οφείλεται στο ότι είναι κυριολεκτικά αδύνατο να πραγματοποιηθεί εντός αυτού οποιοδήποτε συμβάν [...] [εκτός και αν αναδυθεί] στην ύπαρξη εκείνο ακριβώς το στοιχείο τού οποίου η ανυπαρξία συντηρεί στην ύπαρξη το ένα-τού-εργοστασίου — αναφέρομαι, δηλαδή, στους εργάτες.

4. Τι να κάνουμε;

Σε αντίθεση, λοιπόν, με τους συντρόφους που καλούν τα ΜΜΕ να "δείξουν" --να προβάλλουν-- την απεργία, εμείς θα ισχυριστούμε ότι αυτό δεν είναι απλώς ανεπιθύμητο για τα ΜΜΕ αλλά και αδύνατο: δεν υπάρχει τίποτε για να δείξουν, γιατί η αφαίρεση ενός υποκειμένου από την δομικά εγγυημένη του ανυπαρξία μέσα στο κοινωνικό σύνολο δεν παράγει θέαμα: δεν ανήκει καν στην τάξη των συμβολικών αναπαραστάσεων.

Θέση ενδέκατη: Η αφαίρεση του εργάτη από την ίδια του την αορατότητα ή αναπαραστατική εξάλειψη αποτελεί ρήγμα στη συνοχή της συμβολικής τάξης, και συνεπώς αποτυπώνει το ίχνος ενός Πραγματικού.

Φυσικά, το Πραγματικό μπορεί να νοηθεί μόνο ως ρήγμα, μόνο ως στιγμιαία ή εφήμερη διακοπή της "φυσικής" εργασίας της συμβολικής τάξης. Δεν έχουμε χαθεί στις αφαιρέσεις της ψυχανάλυσης παρατηρώντας κάτι τέτοιο: μια τυχόν "ικανοποίηση" των αιτημάτων θα δώσει τέλος στην απεργία και θα εξαναγκάσει έτσι τους εργάτες να επιστρέψουν στην "φυσιολογική" τους εξαφάνιση μέσα στον θεμελιωδώς αντιπολιτικό τόπο του εργοστασίου. Η "νίκη" θα έχει έτσι ένα ανεξάλειπτο ποσοστό ήττας, στον βαθμό που θα επιτρέψει την επανασυγκόλληση της συμβολικής τάξης την οποία προς το παρόν εξακολουθεί να ρηγματώνει.

Πώς θα μπορούσε να γίνει αλλιώς; Τι είδους νίκη θα μπορούσε να υπάρξει η οποία να μην αναπαραγάγει, ουσιαστικά, τα συστατικά της ήττας μιας και, για να επιστρέψουμε στιγμιαία στον Μαρξ, η διόρθωση μιας "επιμέρους" αδικίας (πχ των απολύσεων) δεν κάνει τίποτα για να διορθώσει την "αδικία καθ' εαυτή", την αδικία του απόλυτου διαχωρισμού της διανοητικής από την χειρωνακτική εργασία που καταδικάζει τον εργάτη σε μια ζωή εξοντωτικής εργασίας με ελάχιστες απολαβές και αποκλεισμό από τη ζωή του πνεύματος που τού ανήκει, ως άνθρωπο, στον ίδιο ακριβώς βαθμό που ανήκει και σε κάθε άλλο άνθρωπο;

Θα ήταν απαραίτητο για τον σκοπό αυτό η απεργία να αποκτήσει καθολικότητα, να εξελιχθεί σε γενική απεργία. Θα ήταν απαραίτητο, για να το πούμε όσο παραστατικά γίνεται, το "ρήγμα" στη συμβολική τάξη να μεγαλώσει τόσο πολύ που η ίδια η συμβολική τάξη να καταρρεύσει, αδυνατώντας να βρει οποιονδήποτε τρόπο να το επανασυγκολλήσει. Αυτή είναι η δωδέκατή μας θέση.

Στην διαδικασία όμως αναζήτησης ενός τρόπου καθολικοποίησης της απεργίας, εκ βάθρων καταστροφής της καπιταλιστικής συμβολικής τάξης, δεν είναι εφικτό να μείνουμε στο ρήγμα του Πραγματικού, καθώς αυτό παρεμποδίζει οποιαδήποτε συμβολοποίηση και η συμβολοποίηση είναι απαραίτητη για τις --πάντα φαντασιακές σε έναν βαθμό-- διαδικασίες πολιτικής ταύτισης. Αυτό είναι το σημείο όπου οι κόκκινες σημαίες και οι επικλήσεις των προγόνων εργατών αναλαμβάνουν το δικό τους έργο: να δώσουν μια συμβολική έκφραση στην κατάσταση, χτίζοντας πάνω στο ρήγμα που ανοίγει η απεργία· να επιτρέψουν, δηλαδή, την υποκειμενική αγκυροβόληση σε μια εναλλακτική συμβολική τάξη. Οι αναπαραστάσεις του ηρωϊκού εργάτη στην προλεταριακή εικονογραφία --αντικείμενο συστηματικής γελοιοποίησης από την αστική κουλτούρα-- έχουν αυτόν ακριβώς τον ρόλο: να αγκυροβολήσουν ένα αβάσταχτο Πραγματικό σε μια καταφατικού περιεχομένου συμβολική αναπαράσταση.

Φυσικά, η μνημειοποίηση του εργάτη στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού λειτούργησε σε σημαντικό βαθμό ως μέσο καταστολής ή απώθησης του ζητήματος που τίθεται από την θέση του εργάτη ως κενού μέσα στο κράτος της κατάστασης, και αυτό δεν συνδέεται τυχαία με το γεγονός ότι ακόμα και σ' αυτές τις κοινωνίες δεν επιλύθηκε ποτέ η αντίφαση ανάμεσα στην χειρωνακτική και την διανοητική εργασία, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την μετάφρασή της σε μια αντίφαση ανάμεσα σε απλούς εργαζόμενους και κομματικούς γραφειοκράτες. Υπάρχουν λοιπόν φυσικά πάντοτε κίνδυνοι σ' αυτή τη διαδικασία "χτισίματος" μιας εναλλακτικής συμβολικής τάξης πάνω στο αρχικό ρήγμα που προκλήθηκε στην προηγούμενη συμβολική τάξη. Αλλά ταυτόχρονα, η διαδικασία διεύρυνσης του ρήγματος στην κυρίαρχη συμβολική τάξη είναι απαραίτητο να συνοδεύεται από την προσπάθεια υποκατάστασής της με μια άλλη συμβολική τάξη. Αυτή είναι η δέκατη τρίτη και τελευταία μας θέση.

Από τη δική μας σκοπιά, αυτή μιας θνήσκουσας καπιταλιστικής κοινωνίας, τα προβλήματα που τίθενται από το πέρασμα απ' το Συμβολικό στο Πραγματικό και από εκεί σε ένα νέο Συμβολικό παραμένουν απόμακρα. Οι πρακτικές προτεραιότητες του αγώνα μας είναι πολύ πιο στοιχειώδεις. Το ζητούμενο σε πρώτη φάση δεν μπορεί να είναι άλλο από τη διάνοιξη του ρήγματος, όπως θα προκύψει για παράδειγμα αν μια σειρά πληθυσμιακών ομάδων, με προεξέχουσα την εκτεταμένη άλλη εκείνη ομάδα που "δεν εργάζεται", τους ανέργους, δει στην αντι-εικόνα της απεργίας της Χαλυβουργίας τη βάση μιας ταύτισης που γίνεται εφικτή στην από κοινού έκθεση στο "χείλος του κενού."

Με τη σειρά της, όμως, η διάνοιξη αυτού του ρήγματος, που είναι ταυτόχρονα και υλοποίηση ενός ρήγματος με την αστική και αστικά προσανατολισμένη μικροαστική τάξη, προϋποθέτει την στοιχειώδη ανάδειξή τού ρήγματος ως τέτοιου, την επιμονή στο ότι ένα ρήγμα, και η δυνατότητα για μια διεύρυνση αυτού του ρήγματος, έχουν δημιουργηθεί. Αυτό το πολύ προκαταρκτικό καθήκον προσπάθησα να υπηρετήσω στο χαλυβουργικό μανιφέστο.