Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φωτόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φωτόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2012

Μια μερική αντι-τοποθέτηση πάνω στο πρόσφατο άρθρο-ομιλία του Τάκη Φωτόπουλου

Οι παρεμβάσεις του Τάκη Φωτόπουλου, επειδή διέπονται πάντοτε από μια καθαρότητα σε ό,τι αφορά τις πολιτικές τους παραδοχές και μια αγωνιστικού χαρακτήρα τιμιότητα προθέσεων, είναι από αυτές που καθιστούν εφικτό τον κριτικό διάλογο ανεξαρτήτως διαφωνιών. Μια τέτοια διαφωνία αφορά και η παρακάτω παρέμβαση, η οποία δεν αποτελεί συνολική τοποθέτηση για το κείμενό του "Η επιτακτική ανάγκη, για ένα Λαϊκό Μέτωπο Κοινωνικής και Εθνικής Απελευθέρωσης: Μετά την ήττα του λαϊκού κινήματος"--εγχείρημα το οποίο θα απαιτούσε αρκετό χρόνο και χώρο-- αλλά μια επιμέρους, ωστόσο κρίσιμη από την πλευρά του γράφοντος παρατήρηση.

Δύο είναι τα --αλληλένδετα κατά την γνώμη μου-- σημεία της παρέμβασης στα οποία θα ήθελα να τοποθετηθώ. Το πρώτο αφορά την πολιτική αποτίμηση της τακτικής του ΚΚΕ, ενώ το δεύτερο καταθέτει με ασυνήθιστη για τα ελληνικά δεδομένα διαφάνεια τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται (πάντα κατά τη δική μου εκτίμηση), αυτή η αποτίμηση.

Ξεκινάμε με την αποτίμηση:
ακόμη και όταν αντισυστημικά κόμματα όπως το ΚΚΕ έπαιρναν σωστές θέσεις για τη διαγραφή του Χρέους και τη συνακόλουθη έξοδο από την ΕΕ/Ευρωζώνη και την ανάγκη αυτοδύναμης ανάπτυξης, ουσιαστικά τις αχρήστευαν με το να συνδέουν την έξοδο από την ΕΕ με τη κατάκτηση της λαϊκής εξουσίας, δηλαδή με την αλλαγή του συστήματος, η οποία βέβαια αυτή τη στιγμή ήταν αδύνατη, όπως άλλωστε και το ίδιο τόνιζε. [...] Όχι τυχαία, τόσο το ΚΚΕ όσο και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ υπέστησαν εκλογική συντριβή, που, συνακόλουθα, δεν οφείλεται μόνο στην τρομοκρατία των ελίτ και τον λαϊκισμό του ΣΥΡΙΖΑ.
Κατ' αρχάς, θα πρέπει να συμφωνήσω με την τελευταία πρόταση του παραθέματος: πράγματι το ΚΚΕ υπέστη εκλογική συντριβή και πράγματι η συντριβή αυτή "δεν οφείλεται μόνο στην τρομοκρατία των ελίτ και τον λαϊκισμό του ΣΥΡΙΖΑ", αλλά έχει πολλαπλές αιτίες. Η αιτία όμως που παραθέτει εκτός από αυτές τις δύο ο Φωτόπουλος είναι μόνο μία και είναι η εξής: οι σωστές θέσεις του ΚΚΕ για έξοδο από την ΕΕ/Ευρωζώνη και την ανάγκη αυτοδύναμης ανάπτυξης "αχρηστεύθηκαν" από την σύνδεσή τους με την κατάκτηση της λαϊκής εξουσίας. Το πρώτο ερώτημα που ανακύπτει από μια τέτοια διάγνωση είναι γιατί δεν εμφανίστηκε καμία απολύτως πολιτική δύναμη που να προκρίνει την έξοδο από την ΕΕ/Ευρωζώνη και την ανάγκη αυτοδύναμης ανάπτυξης χωρίς να τις συνδέσει με την κατάκτηση της λαϊκής εξουσίας. Ο ΑΝΤΑΡΣΥΑ, στον οποίο αναφέρεται επίσης ο Φωτόπουλος, ανέπτυξε αποσπασματικά και κατά περίσταση θέσεις για έξοδο, ανέπτυξε όμως και πρωτοβουλία για την Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου που δεν συμβαδίζει με το πρόταγμα της εξόδου και ρητορική που "θόλωνε" τα νερά με μια αφηρημένη επίκληση "ρήξης και ανατροπής" που δεν περιελάμβανε συγκεκριμένη πρόταση για το ποια πολιτική μορφή και οικονομική μορφή θα είχαν αυτές. Και φυσικά, καταποντίστηκε και ο ίδιος εκλογικά. Στην πραγματικότητα, κανένα από τα κόμματα τα οποία εξελέγησαν στη Βουλή πλην ΚΚΕ δεν έθεσε ζήτημα εξόδου από την ΕΕ/Ευρωζώνη. 

Το ρεαλιστικό "μίνιμουμ" λοιπόν του προγράμματος που προκρίνει ο Φωτόπουλος συμπίπτει στην πολιτικά εκπεφρασμένη πράξη (στη βάση των διαθέσιμων πολιτικών επιλογών) με το μάξιμουμ, με αυτό που ο ίδιος θεωρεί ότι ακύρωσε την θελκτικότητα του "μίνιμουμ": την ανατροπή του αστικού κοινοβουλευτικού συστήματος μέσα από την μαζική κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας. Δεν θα θίξουμε εδώ το κατά πόσο το "μίνιμουμ" ήταν πράγματι "θελκτικό": αρκεί να πούμε ότι αν ήταν, δεν θα υπήρχε τόση πίεση από την κοινή γνώμη στο ΚΚΕ να συμμαχήσει με κόμματα (ΣΥΡΙΖΑ/ΔΗΜΑΡ) που καμία τέτοια πρόταση δεν εκπροσώπησαν, και δεν θα αναδεικνυόταν πρώτο κόμμα η βαρυφορτωμένη με διαχειριστικά σκάνδαλα και πρώην "απονομιμοποιημένη" ΝΔ, με μια αντζέντα που διακήρυττε την παραμονή στο ευρώ ως απόλυτη προτεραιότητα και στόχο.

Τα παραπάνω παραπέμπουν σε μια λογική την οποία ο Φωτόπουλος είναι ξεκάθαρο ότι δεν αποδέχεται, δεν είναι όμως ξεκάθαρο τι τον οδηγεί να την απορρίψει: και η λογική αυτή, που κατά την δική μου εκτίμηση εξέφρασε η πολιτική στάση του ΚΚΕ, είναι πως οι αντικειμενικές συνθήκες σε ό,τι αφορά την σύνδεση του ελληνικού καπιταλισμού με τον ευρωπαϊκό είναι τέτοιες που η ρήξη με την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι αδύνατη (εξόν ως ρητορική φαμφάρα και άσκηση στην πολυγλωσσία) χωρίς ριζική ανατροπή των πολιτικών συσχετισμών σε βαθμό τέτοιο που να ανατρέπεται η ίδια η υφιστάμενη κρατική εξουσία. Το ζήτημα το έθεσε προεκλογικά κατ' επανάληψη η ΓΓ, τα στελέχη και όργανα του κόμματος, όταν έκαναν λόγο για τη διαφορά μεταξύ της αναγκαστικής, νομοτελειακής διαχειριστικότητας μιας "αριστερής κυβέρνησης" ακόμα και αν αυτή περιελάμβανε το ΚΚΕ, και της ρηξιγενούς προοπτικής μιας συνολικής ανατροπής του πολιτικού συστήματος.

Πράγμα το οποίο μας φέρνει σε μια κρίσιμη λεπτομέρεια στο πιο πάνω παράθεμα: για τον Φωτόπουλο, υπήρχε μια αντίφαση στην στάση του ΚΚΕ διότι "το ίδιο τόνιζε" πως η "αλλαγή του συστήματος" που ήταν η μαξιμαλιστική προϋπόθεση για το φαινομενικά ελάχιστο ήταν αδύνατη. Δεν γνωρίζω όμως κανένα κείμενο ή ομιλία του κόμματος που να "τονίζει" κάτι τέτοιο· το αντίθετο, αυτό που τονιζόταν ήταν η ανάγκη ο λαός να κατανοήσει την ιστορική αναγκαιότητα μιας τέτοιας αλλαγής. Και εκεί βέβαια ήταν που το ΚΚΕ απέτυχε να πείσει για τον "ρεαλισμό" των προσδοκιών του, όπως και εκεί ήταν που "πάτησε" ο υποτιθέμενα ρεαλιστικός σαρκασμός ΣΥΡΙΖΑ περί "πίστης στην δευτέρα παρουσία." Ο λαός συμμερίστηκε την άποψη πως το ΚΚΕ έχει χιλιαστικές προσδοκίες που δεν τον αφορούν ούτε επιλύουν τα προβλήματά του στο παρόν, όχι την ιδέα ότι το ΚΚΕ προωθούσε αντιφατικά ένα όραμα ανατροπής για το οποίο το ίδιο "τόνιζε" πως είναι ανέφικτο.

Στην πραγματικότητα, και εδώ θα περάσουμε στο δεύτερο παράθεμα, είναι ο ίδιος ο Φωτόπουλος που διακηρύσσει το αδύνατο της "αλλαγής του συστήματος" και βασίζει σε αυτή την πεποίθηση την λογική και το σκεπτικό της συνολικής του πρότασης:
Ο απώτερος στόχος ενός παρόμοιου Μετώπου δεν μπορεί παρά να είναι η απεξάρτηση της Ελλάδας από τη διεθνοποιημένη καπιταλιστική οικονομία της αγοράς και τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση [...] Η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση είναι ΣΥΣΤΗΜΙΚΟ φαινόμενο και ανατρέπεται μόνο μέσα από την ανατροπή των θεσμών της, και ιδιαίτερα των ανοικτών και «απελευθερωμένων» αγορών κεφαλαίου, εργασίας, εμπορευμάτων και υπηρεσιών. [...] 
Όμως ο στόχος αυτός είναι και άρρηκτα δεμένος με την συστημική αλλαγή και επομένως συναρτάται απόλυτα με τον συσχετισμό δυνάμεων που θα επικρατεί αφού θα έχουν επιτευχθεί οι άμεσοι και μεσοπρόθεσμοι στόχοι οι ΟΠΟΙΟΙ ΔΕΝ ΠΡΟΫΠΟΘΕΤΟΥΝ ΣΥΣΤΗΜΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ [...] 
Όμως γιατί οι στόχοι του ΛΜ δεν πρέπει να προϋποθέτουν τη Λαϊκή Εξουσία και τη συστημική αλλαγή γενικότερα, όπως υποστηρίζει σχεδόν σύσσωμη η πραγματική αντισυστημική Αριστερά [...]; 
-Γιατί σήμερα όλοι παραδέχονται ότι δεν υπάρχουν επαναστατικές συνθήκες (έστω και αν υπάρχουν εξεγερσιακές συνθήκες), ούτε προβλέπονται για το προσεχές μέλλον, πράγμα που κάνει επιτακτική της ανάγκη ενός Λαϊκού Μετώπου με στόχους σαν τους παραπάνω για να σταματήσουμε την οικονομική και κοινωνική καταστροφή, να βάλουμε τις βάσεις για μόνιμη έξοδο από την κρίση αλλά και τα θεμέλια για συστημική ή επαναστατική αλλαγή.
Δεν έχει νόημα να ρωτήσουμε γιατί ο Φωτόπουλος δεν θεωρεί υφιστάμενες τις επαναστατικές συνθήκες σήμερα ή μάλλον αδύνατες στο "προσεχές μέλλον", και συνεπώς απορρίπτει τη θέση του ΚΚΕ για την αναγκαιότητα της λαϊκής εξουσίας ως προϋπόθεσης. Είναι προφανές από το "όλοι παραδέχονται ότι..." πως ο ίδιος θεωρεί αναμφισβήτητη την διαπίστωση, και φυσικά δεν είναι ο μόνος απλώς επειδή είναι σχεδόν ο μόνος που έχει την εντιμότητα να το πει. Μάλλον, η απάντηση εδώ στον Φωτόπουλο οφείλει να έρθει με τη μορφή μιας ερώτησης που απευθύνεται στο ΚΚΕ: γιατί, την στιγμή που "όλοι παραδέχονται ότι δεν υπάρχουν επαναστατικές συνθήκες" επέμενε και επιμένει το ΚΚΕ στην πρόταξη της "λαϊκής εξουσίας"; Η ερώτηση αυτή έχει το πλεονέκτημα να αντικατοπτρίζει ένα πραγματικό, και αναπάντητο για τους περισσότερους, αίνιγμα, σε αντίθεση με την ερώτηση περί επιμονής στην λαϊκή εξουσία όταν το ίδιο το ΚΚΕ δέχεται το αδύνατο της συστημικής αλλαγής (παραδοχή που έδειξα ότι αφορά μάλλον τον ίδιο τον Φωτόπουλο παρά το ΚΚΕ).

Μία απάντηση στο ερώτημα αυτό θα μπορούσε να έρθει με την μορφή της έμφασης στην αυτοκριτική του κόμματος για την πολιτική που ακολούθησε στην περίοδο 1941-49, και συγκεκριμένα της αυτοκριτικής του όχι απλά για την υπογραφή της συμφωνίας της Καζέρτας και της Βάρκιζας, αλλά για την επιμονή των στελεχών του στην ιδέα ότι η επανάσταση στην Ελλάδα μπορούσε να είναι μόνο αστικοδημοκρατική και συνεπώς ότι η πολιτική του κόμματος θα έπρεπε να χτιστεί πάνω σε συνεργασίες με τις προοδευτικές αστικές δυνάμεις. Σύμφωνα με μια τέτοια οπτική, το ΚΚΕ καθοδηγείται από την αποστροφή του για μια ιστορική επιλογή που είχε τεράστιο κόστος αίματος για τα μέλη του, και που κατέληξε όχι απλά στην ήττα αλλά στην δημιουργία των συνθηκών εκείνων που επέτρεψαν στο αστικό κράτος να εξασφαλίσει την μακροχρόνια βιωσιμότητά του και να οδηγήσει τη χώρα στην σημερινή, πλήρη υποτέλεια στο ευρωενωσιακό και διεθνές κεφάλαιο. Πρόκειται άλλωστε για μια αυτοκριτική η οποία ήταν έντονη στην προεκλογική περίοδο, τόσο μέσω του πρόσφατα δημοσιευμένου Β τόμου του Δοκιμίου Ιστορίας του ΚΚΕ, όσο και μέσω τοποθετήσεων των κομματικών στελεχών για τα λάθη του παρελθόντος.

Η απάντηση όμως αυτή βάζει το άλογο μπροστά από το καρότσι, ή τουλάχιστον προϋποθέτει ότι αυτό κάνει το ΚΚΕ: με άλλα λόγια, εικάζει ότι η αιτία για την σημερινή στάση του κόμματος, την οποία θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως "μαξιμαλιστική" (για τον Φωτόπουλο και την συντριπτική πλειοψηφία αβάσιμα και (αυτο)καταστροφικά μαξιμαλιστική) είναι η οπτική του για τα λάθη του παρελθόντος. Το ΚΚΕ, σύμφωνα πάντα με αυτή την οπτική, προσπαθεί να διορθώσει ένα ιστορικό λάθος την "λάθος" στιγμή, λυγίζει το ξύλο υπερβολικά στην άλλη κατεύθυνση, "αριστερίζει", κλπ, ως συνέπεια, σε τελική ανάλυση, μιας εμμονικής ενασχόλησης, σχεδόν υπαρξιακής, με τον εαυτό του και με τα φαντάσματα του παρελθόντος του. Δηλαδή, το ΚΚΕ έχει σήμερα μια πολιτική στάση μόνο και μόνο επειδή δεν θέλει να έχει την πολιτική στάση που είχε στο παρελθόν, και την οποία πλήρωσε ακριβά.

Μια τέτοια ερμηνεία προϋποθέτει φυσικά ότι το ΚΚΕ σχεδιάζει πολιτική βάσει κάποιου είδους ιστορικής μελαγχολίας που το καθιστά ολοκληρωτικά ανίκανο να ανταπεξέλθει στα σημερινά προβλήματα· προϋποθέτει επίσης ένα κόμμα αθεράπευτα ιδεαλιστικό, ένα κόμμα για το οποίο η πολιτική ανάγνωση της συγκυρίας καθυπαγορεύεται από μια αφηρημένη άσκηση στην θεωρητική αυτοκριτική, ώστε το κάρο των θεωρητικών/ιστοριογραφικών ενασχολήσεων να μπαίνει μπροστά απ' το άλογο των υφιστάμενων κοινωνικών δυνάμεων.

Οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι ακόμα και οι πιο καλοπροαίρετοι κριτικοί του ΚΚΕ μοιράζονται τη μία ή την άλλη εκδοχή αυτής της αντίληψης. Στο καλοπροαίρετο σενάριο, το ΚΚΕ έχει καλές (δηλαδή επαναστατικές) προθέσεις, αλλά πάσχει δραματικά στην κατανόηση της συγκυρίας και έτσι αυτές μένουν απλώς κενό γράμμα. Σε κάποιες από τις εκδοχές αυτού του καλοπροαίρετου σεναρίου (όχι όμως σ' αυτή του Φωτόπουλου) αυτός είναι ένας καλός λόγος για να προσχωρήσει κανείς στον ΣΥΡΙΖΑ, που ήταν πιο "ρεαλιστής" σε ό,τι αφορά την απουσία επαναστατικών προοπτικών (θυμηθείτε τον Αλέξη Τσίπρα να λέει πως βεβαίως πιστεύουμε στον σοσιαλισμό, απλώς ο σοσιαλισμός δεν είναι μια προοπτική για το εγγύς μέλλον και πρέπει να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε για να σώσουμε τον κόσμο από τις χειρότερες πλευρές του καπιταλισμού). 

Το ότι ο Φωτόπουλος είναι (σωστά) άκρως καχύποπτος προς μια τέτοια λογική θα έπρεπε να τον κάνει να ψάξει λίγο βαθύτερα τα αίτια της ομολογουμένως αινιγματικής για τους περισσότερους επιμονής του ΚΚΕ στην "λαϊκή εξουσία" σε μια εποχή που η "επανάσταση" ομολογείται ως ανέφικτη, την ίδια βέβαια στιγμή που αποτελεί την τσιχλόφουσκα την οποία μασά μετά μανίας η "μεταμοντέρνα", "κινηματική" αριστερά (για την οποία η "επανάσταση" είναι αυτό που είναι και στην καπιταλιστική διαφήμιση, ένα ωραίο σλόγκαν για να πουλάς παλιά προϊόντα σε νέα συσκευασία). Και τα αίτια για την στάση αυτή δεν συνίστανται στην αυτοκριτική του κόμματος για το παρελθόν. Αντίθετα, η αυτοκριτική του κόμματος για το παρελθόν προέκυψε μέσα από μια ανάγνωση της σημερινής συγκυρίας και εξέφρασε τις εκτιμήσεις για αυτή. Με άλλα λόγια: είναι στη βάση του πώς διαβάζει το τώρα που το ΚΚΕ κριτικάρει τις επιλογές του στο χθες, όπως κάνει οποιοσδήποτε που κάνει αυτοκριτική στον παρελθοντικό του εαυτό.

Αλλά πώς διαβάζει το τώρα το ΚΚΕ και γιατί είναι αυτή η ανάγνωση η βάση και το θεμέλιο της επιμονής του σε κάτι που όχι απλά δεν είχε λαϊκό αντίκρυσμα αλλά και ώθησε πολλούς και διάφορους να σπάνε ανέξοδη πλάκα με την δραστική εκλογική συρρίκνωσή του;

"Η κρίση βαθαίνει": το κόμμα επαναλαμβάνει τη φράση αυτή σε διάφορες παραλλαγές σχεδόν μονότονα· και εξίσου μονότονα επιβεβαιώνεται από τα πράγματα. Ακριβώς επειδή το ΚΚΕ ήταν το μοναδικό κόμμα στην Ελλάδα το οποίο πήρε εξ αρχής την υπόθεση ΕΕ σοβαρά από πολιτική, οικονομική και ακόμα και στρατιωτική άποψη αντί να βαυκαλίζεται με οράματα περί "Ευρώπης των λαών", ακριβώς επειδή είχε την θεωρητική συγκρότηση που του επέτρεψε να αντισταθεί στις βιαστικές σειρήνες του "ευρωκομμουνισμού" και των απογόνων του, είναι επίσης το κόμμα που ήταν καλύτερα προετοιμασμένο για τον μακρύ χειμώνα που πρωτοφάνηκε στον ορίζοντα στα τέλη του 2007 και μετακόμισε στην Ευρώπη το 2008.

Τι σημαίνει στην πράξη το να ξέρεις ότι ο χειμώνας της παρούσας κρίσης είναι μακρύς όσο και βαθύς; Σημαίνει το να ξέρεις ότι δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις· σημαίνει να ξέρεις ότι η ελληνική αστική τάξη, μια τάξη που στηρίχτηκε για την βιωσιμότητά της στην πολιτική και οικονομική παρέμβαση του ξένου παράγοντα, βρίσκεται μπροστά σε δομικά και όχι απλώς  συγκυριακά αδιέξοδα· σημαίνει το να ξέρεις ότι οι τακτικές της αστικής εξουσίας, στην bona fide "δεξιά" ή στην "αριστερή", "μεταρρυθμιστική" εκδοχή της, έχουν πάρα πολύ μικρό shelf life, πολύ σύντομη ζωή στο ιδεολογικό ράφι. Καταρρέουν όσο γρήγορα εμφανίζονται, και η σαγήνη τους ξεθωριάζει πολύ σύντομα. Δεν είναι λοιπόν η πίστη ότι "υπάρχουν επαναστατικές συνθήκες" (αυτό προϋποθέτει πολύ συγκεκριμένη αλληλεπίδραση ανάμεσα σε αντικειμενικές και υποκειμενικές προϋποθέσεις) αλλά η έλλειψη πίστης στο ότι υπάρχουν "μεταρρυθμιστικές προϋποθέσεις" (ζήτημα καθαρά αντικειμενικό στη διάγνωσή του) που καθυπαγορεύει τόσο την επιμονή του ΚΚΕ σε ένα πρόγραμμα ολικής και μετωπικής ρήξης με το αστικό καθεστώς όσο και την μορφή και κατεύθυνση της αυτοκριτικής για το παρελθόν της περιόδου 1941-49. 

Το ΚΚΕ θεωρεί βέβαιο ότι η ελληνική αστική τάξη συγκεκριμένα δεν έχει επιλογές που να μπορούν να εξασφαλίσουν την διαβίωση των μικροαστικών στρωμάτων και δεν μπορεί κατά συνέπεια να χτίσει σταθερές συμμαχίες μαζί τους (αλήθεια, μετρά κανείς από όσους πιστεύουν σε μια τέτοια δυνατότητα πόσοι μικροαστοί έπαψαν να πιστεύουν σ' αυτή αρκετά ώστε να μεταναστεύσουν την τελευταία τριετία); Η όξυνση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών εκτός Ελλάδας δημιουργεί ένα εξόχως αρνητικό περιβάλλον για "μεσοβέζικες λύσεις" και συμβιβασμούς. Και το ΚΚΕ επέλεξε την άμεση, ραγδαία φθορά της εκλογικής του δύναμης από την μαθηματικά βέβαιη φθορά της ενσωμάτωσης σε έναν μεταρρυθμισμό χωρίς περιεχόμενο ή αντικείμενο βάζοντας ένα έλλογο στοίχημα κάτω από ακραίες συνθήκες: ρισκάρει ενσυνείδητα τα πάντα γιατί ξέρει ότι, σε τελική ανάλυση, για το ίδιο και το μέλλον του κρίνονται τα πάντα.

Κανείς δεν ξέρει, και δεν μπορεί να ξέρει, αν αυτό το ιστορικό στοίχημα θα του "βγει", αν δηλαδή το πλήρωμα του πολιτικού κόστους νωρίς θα του επιτρέψει να εκμεταλλευτεί το "ξερό του κεφάλι" όταν τα "εύπλαστα" θα έχουν γίνει πολτός. Αυτό όμως που μπορούμε να ξέρουμε είναι ότι πρόκειται ακριβώς για ιστορικό στοίχημα, για στοίχημα αναμέτρησης με την ιστορία, με αυτό το υπαρκτικά αφόρητο μείγμα τυχαιότητας και αναγκαιότητας που μας ωθεί σε ένα μέλλον που δεν μπορούμε να δούμε ποτέ καθαρά. Πολλοί γελούν με την δυνατότητα να βάλει οποιοσδήποτε τέτοια στοιχήματα σε τέτοιους καιρούς: είναι αυτοί που θεωρούν πως έχουν κάνει τις "καβάντζες" τους για να "τη βγάλουν" ώσπου "να περάσει η μπόρα." Ο χρόνος θα δείξει αν υπάρχουν τέτοιες "καβάντζες" σήμερα, ή αν ήρθε αντίθετα καιρός που η "νίκη" και η "ήττα" σχετικοποιούνται και αλλάζουν θέσεις με μεγαλύτερη ευκολία και ταχύτητα από ό,τι θα ανέμεναν οι "ρεαλιστές."

Κυριακή, 26 Αυγούστου 2012

Τάκης Φωτόπουλος-Μετά την ήττα του λαϊκού κινήματος

Κείμενο που στάλθηκε στο ιστολόγιο από το Δίκτυο για την Περιεκτική Δημοκρατία με την παράκληση δημοσίευσης και δημοσιεύεται στα πλαίσια του πολιτικού διαλόγου με το Δίκτυο.
LR
---
Η επιτακτική ανάγκη, για ένα Λαϊκό Μέτωπο Κοινωνικής και Εθνικής Απελευθέρωσης
Μετά την ήττα του λαϊκού κινήματος
ΤΑΚΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

ΤΑ ΚΡΙΣΙΜΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΝΕΟ ΛΑΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ
1. ΝΙΚΗ Η ΗΤΤΑ ΤΩΝ ΛΑΙΚΩΝ ΣΤΡΩΜΑΤΩΝ;
2. ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΤΑΚΤΙΚΗ ΑΝΑΓΚΗ ΤΟ ΛΑΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ;
3. ΚΡΙΣΙΜΟ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΩΝ ΣΤΟΧΩΝ ΤΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ
4. ΠΟΙΟ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ;
5. ΓΙΑΤΙ ΜΕΤΩΠΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ;
6. ΠΟΙΕΣ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΣΥΝΙΣΤΩΣΕΣ ΤΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ;
7. ΜΟΡΦΕΣ ΔΡΑΣΗΣ ΤΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ


1. ΝΙΚΗ Η ΗΤΤΑ ΤΩΝ ΛΑΙΚΩΝ ΣΤΡΩΜΑΤΩΝ;

Τα λαϊκά στρώματα που προχώρησαν με τις εκλογές του Μάη σε μια πρωτοφανή καταδίκη των κομμάτων εξουσίας, η οποία συνέτριψε τη λογική του Μνημονιακού μονόδρομου, στις εκλογές του Ιούνη έπεσαν στη παγίδα που έστησαν οι ντόπιες και ξένες ελίτ, δηλαδή το δίλημμα "Ευρώ ή καταστροφή", που όχι μόνο ανέτρεψε την προηγούμενη κατάκτηση αλλά και τα οδήγησε στη πιο βαριά ήττα μετά τον εμφύλιο. Σε αυτή την εξέλιξη ήταν αποφασιστική η ευθύνη του ΣΥΡΙΖΑ που κατέβηκε με ένα άκρως αντιφατικό αλλά και επικίνδυνο πρόγραμμα, που ενίσχυε αντί να καταρρίπτει τη παγίδα αυτή, με αποτέλεσμα πολλοί από τους «βολεμένους» αλλά απογοητευμένους δεξιούς και πασόκους, όπως είχαμε προβλέψει, να επιστρέψουν στα κόμματα εξουσίας από όπου βασικά προήλθαν και να νομιμοποιήσουν τα εγκληματικά Μνημόνια, τη δανειακή συνθήκη και τους εφαρμοστικούς Νόμους. Έτσι, οι προβλέψεις μας επιβεβαιώθηκαν απόλυτα από τα γεγονότα, και στην πραγματικότητα οδήγησαν στο χειρότερο δυνατό αποτέλεσμα, τόσο για τα λαϊκά στρώματα, όσο και για την αντισυστημική Αριστερά: το λαϊκίστικο «πρόγραμμα» του ΣΥΡΙΖΑ, που ήταν όχι μόνο αντιφατικό αλλά και άκρως αποπροσανατολιστικό, διότι καλλιέργησε ψευδαισθήσεις στα λαϊκά στρώματα ότι δήθεν μπορούσαν να αποφύγουν τα Μνημόνια ακόμη και μέσα στην ΕΕ, προσελκύοντας έτσι όλους τους «νοικοκυραίους» που τρέμουν μην χάσουν το Ευρώ «τους», αλλά δυστυχώς και μεγάλα λαϊκά στρώματα που δεν είχαν καν Ευρώ στην τσέπη, που τρομοκρατήθηκαν από την αδίστακτη Γκεμπελική προπαγάνδα των ξένων και ντόπιων ελίτ ότι έξοδος από το Ευρώ σημαίνει την ολοκληρωτική κατάρρευση της οικονομίας, αν όχι τον ...κατακλυσμό του Νώε, όπως το παρουσίαζαν τα πανάθλια κανάλια της ντόπιας ελίτ. Το ρεύμα όμως προς τον ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν αρκετό για να τον οδηγήσει στην κυβέρνηση, οπότε θα αποδείχνονταν και η αθλιότητα των θέσεων του και θα επιταχυνόταν η ριζοσπαστικοποίηση της λαϊκής συνειδητοποίησης, ιδιαίτερα εάν ταυτόχρονα παρέμεναν σε αρκετά υψηλά επίπεδα τα ποσοστά της αντισυστημικής, αντι-ΕΕ Αριστεράς και κυρίως του ΚΚΕ. Αντίθετα, η τρομοκρατία των ελίτ από τη μία και ο λαϊκισμός του ΣΥΡΙΖΑ, από την άλλη, τον οδήγησαν στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, όπως ακριβώς ήθελαν οι ντόπιες και ξένες ελίτ (και πιθανότατα και τα ίδια τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, όπως φαίνεται καθαρά τώρα), ώστε να συνεχίσει να αποπροσανατολίζει και να λαϊκίζει ανώδυνα πλέον από τη θέση τώρα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, και έμμεσα να ευνουχίζει κάθε διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης και κάθε συναφή αγώνα, αφού πρώτα κατάφερε να αποδομήσει σημαντικά την αντισυστημική Αριστερά.

Συγχρόνως, ακόμη και όταν αντισυστημικά κόμματα όπως το ΚΚΕ έπαιρναν σωστές θέσεις για τη διαγραφή του Χρέους και τη συνακόλουθη έξοδο από την ΕΕ/Ευρωζώνη και την ανάγκη αυτοδύναμης ανάπτυξης, ουσιαστικά τις αχρήστευαν με το να συνδέουν την έξοδο από την ΕΕ με τη κατάκτηση της λαϊκής εξουσίας, δηλαδή με την αλλαγή του συστήματος, η οποία βέβαια αυτή τη στιγμή ήταν αδύνατη, όπως άλλωστε και το ίδιο τόνιζε. Από την άλλη μεριά, αντισυστημικές δυνάμεις όπως η ΑΝΤΑΡΣΥΑ τόνιζαν τις αποπροσανατολιστικές και ρεφορμιστικές προτάσεις της ΕΛΕ, ενώ το θέμα της εξόδου από την ίδια την ΕΕ (σε αντίθεση με την Ευρωζώνη) συχνά παραπεμπόταν στο απώτερο μέλλον ή μπερδευόταν με την αντικαπιταλιστική ρήξη με την ΕΕ και τη διάλυση της ίδιας της ΕΕ κάτω από τον αντικαπιταλιστικό αγώνα των Ευρωπαϊκών λαών, που παρέπεμπε στις ελληνικές καλένδες. Όχι τυχαία, τόσο το ΚΚΕ όσο και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ υπέστησαν εκλογική συντριβή, που, συνακόλουθα, δεν οφείλεται μόνο στην τρομοκρατία των ελίτ και τον λαϊκισμό του ΣΥΡΙΖΑ.


2. ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΤΑΚΤΙΚΗ ΑΝΑΓΚΗ ΤΟ ΛΑΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ;

Ιδιαίτερα, όταν έτσι κι αλλιώς θα μας βγάλουν από την ευρωζώνη, προσωρινά η μόνιμα, και μάλιστα σύντομα ;

-Γιατί η επιστροφή στη δραχμή με τους δικούς τους όρους θα είναι καταστροφική:

* αύξηση του Χρέους μετρούμενο σε υποτιμημένες δραχμές

* ξεπούλημα κοινωνικού πλούτου

* παγίωση/συνέχιση της κατεδάφισης των εργασιακών δικαιωμάτων

* μόνιμη απώλεια οικονομικής κυριαρχίας

Είναι λοιπόν φανερό, εν όψει της ολοκλήρωσης της σύνθλιψης των λαϊκών στρωμάτων και της καθιέρωσης εργασιακών σχέσεων Ινδικού ή Κινέζικου τύπου, παράλληλα με το ξεπούλημα κάθε κοινωνικού πλούτου από τη νέα κυβέρνηση, και ενώ η αξιωματική αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ θα περιμένει την επανάσταση του Ολλάντ και «των άλλων προοδευτικών δυνάμεων» στην ΕΕ, είναι μονόδρομος η συνένωση όλων των αντισυστημικών δυνάμεων αλλά και των ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων που συνθλίβονται από την κρίση κάτω από ένα ελάχιστο πρόγραμμα κοινών στόχων που θα έβγαζαν τη χώρα από την καταστροφική κρίση, όχι μόνο βραχυπρόθεσμα αλλά και μακροπρόθεσμα, βάζοντας τις βάσεις για την οικονομική αυτοδυναμία, ώστε όταν αυτό θα είχε επιτευχθεί, ο λαός να αποφάσιζε δημοκρατικά τι είδους συστημική αλλαγή θα προτιμούσε για το μέλλον, με βάση τις προτάσεις των αντισυστημικών δυνάμεων που θα διατηρούσαν την ιδεολογική αυτονομία τους σαν συνιστώσες του Μετώπου αυτού, όπως είχαμε προτείνει παλιότερα στην ΕΚΚΛΗΣΗ ΓΙΑ ΕΝΑ ΛΑΪΚΟ ΜΕΤΩΠΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ.


3. ΚΡΙΣΙΜΟ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΩΝ ΣΤΟΧΩΝ ΤΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ

Δεδομένου ότι το ίδιο το Μέτωπο ορίζεται αποκλειστικά από τους Στόχους του και όχι από το ποιοι μετέχουν σε αυτό είναι κρίσιμο το θέμα πως ορίζονται οι στόχοι αυτοί.

Α. ΑΜΕΣΟΙ ΣΤΟΧΟΙ

Πιστεύουμε ότι μόνο ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα κοινωνικής αλλαγής με βραχυπρόθεσμους και μεσοπρόθεσμους στόχους σαν τους παρακάτω θα μπορούσε να ενώσει όλες τις αντισυστημικές δυνάμεις αλλά και τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα που πληρώνουν πραγματικά την κρίση γύρω από ένα Μέτωπο κοινωνικής (και συνακόλουθα εθνικής) απελευθέρωσης, που θα ενέπνεε τα λαϊκά στρώματα να ξεσηκωθούν ενάντια στον πραγματικό εχθρό, δηλαδή τη διεθνοποιημένη καπιταλιστική οικονομία της αγοράς και την υπερεθνική ελίτ (που στη χώρα μας εκπροσωπεί η Τρόικα) καθώς και τη ντόπια ελίτ και τα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα. Είναι ο ίδιος εχθρός που οδηγεί καθημερινά όχι μόνο στην εξαθλίωση του λαού μας, αλλά και στον κοινωνικό κανιβαλισμό που φανερώνουν οι αρρωστημένες επιθέσεις κατά άλλων θυμάτων της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, που τα βάζει το σύστημα αυτό κάτω από εμάς στην κοινωνική ιεραρχία της εξαθλίωσης: τους μετανάστες. Έτσι, φασιστοειδείς οργανώσεις, με τη φανερή βοήθεια των κρατικών αρχών που θα μπορούσαν σε μια μέρα να πατάξουν, αν ήθελαν, παρόμοια φαινόμενα, δημιουργούν ένα τεχνητό διχασμό μεταξύ των θυμάτων της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης για να αποπροσανατολίσουν τα λαϊκά στρώματα από τον πραγματικό εχθρό τους. Μόνο ένα Μέτωπο σαν αυτό που προτείνουμε θα μπορούσε, κατά συνέπεια, να βάλει τις βάσεις για μια πραγματική κοινωνική αλλαγή, η οποία θα έφερνε ταυτόχρονα τη μόνιμη έξοδο από τη σημερινή καταστροφική πολυδιάστατη κρίση.

[1]. Άμεση μονομερής έξοδός μας από την ΕΕ (και όχι μόνο από την Ευρωζώνη), η οποία αποτελεί την αναγκαία συνθήκη για την ανάκτηση της απαραίτητης οικονομικής κυριαρχίας.

[2]. Ακύρωση όλων των δανειακών συμβάσεων, Μνημονίων και σχετικών Νόμων με παράλληλη ολοκληρωτική στάση πληρωμών των τοκοχρεολυσίων (που σημαίνει μονομερή διαγραφή του χρέους).

[3]. Αναγκαστική απαλλοτρίωση χωρίς αποζημίωση κάθε κοινού αγαθού που έχει περιέλθει, μέσα από τη διαδικασία των ιδιωτικοποιήσεων, στην ιδιοκτησία των ξένων και ντόπιων ελίτ.

[4]. Επανεισαγωγή της δραχμής και μερική υποτίμησή της με παράλληλη μετατροπή των καταθέσεων σε δραχμές, και μέτρα ώστε να μην πληγούν τα λαϊκά εισοδήματα και οι μικροκαταθέτες (π.χ. επιδοτήσεις των λαϊκών στρωμάτων χρηματοδοτούμενες από τα έσοδα ενός σημαντικού φόρου στη μεγάλη περιουσία ―κινητή και ακίνητη― καθώς και τα έσοδα από ένα βαρύ φόρο στα είδη πολυτελείας).

[5]. Αυστηροί κοινωνικοί έλεγχοι στην κίνηση αγαθών, κεφαλαίων και υπηρεσιών (τελωνειακοί έλεγχοι, συναλλαγματικοί έλεγχοι, ποσοστώσεις κ.λπ.) ώστε να θωρακιστεί η οικονομική αυτοδυναμία της χώρας.

[6]. Επαναφορά μισθών και συντάξεων στα προ Μνημονίων επίπεδα με παράλληλη επαναπρόσληψη των απολυμένων στον δημόσιο τομέα, που θα αναδιοργανωθεί ορθολογικά, στο πλαίσιο της γενικότερης αναδιάρθρωσης της οικονομίας με βάση την αρχή της αυτοδυναμίας.

[7]. Κοινωνικοποίηση των Τραπεζών και των στρατηγικών κλάδων παραγωγής, συμπεριλαμβανομένων όλων των κλάδων που καλύπτουν βασικές ανάγκες, στο πλαίσιο του προτεινόμενου παρακάτω μίγματος μορφών ιδιοκτησίας και μεθόδων κατανομής των οικονομικών πόρων.

[8]. Γενική καταγραφή κινητής και ακίνητης περιουσίας, συμπεριλαμβανομένων των καταθέσεων στο εξωτερικό και επιβολή δραστικού «προοδευτικού» φόρου μεγάλης περιουσίας (φόρος δηλαδή ανάλογος με το μέγεθος της περιουσίας που μπορεί να φθάνει και στο 100% της περιουσίας για τις πολύ μεγάλες περιουσίες κ.λπ.), με στόχο τη δραστική ανακατανομή του εισοδήματος και του πλούτου.

[9]. Δημιουργία ενός πραγματικά λαϊκού συστήματος Υγείας, Εκπαίδευσης και Κοινωνικών Υπηρεσιών που θα καλύπτει τις λαϊκές ανάγκες και θα ελέγχεται από τα λαϊκά στρώματα.


Β. ΜΕΣΟΠΡΟΘΕΣΜΟΙ ΣΤΟΧΟΙ: ΑΥΤΟΔΥΝΑΜΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μεσοπρόθεσμος στόχος του Μετώπου θα έπρεπε να είναι η οικοδόμηση των βάσεων μιας αυτοδύναμης οικονομίας. Χρειάζεται δηλαδή στο στάδιο αυτό να δημιουργηθεί μια ΑΥΤΟΔΥΝΑΜΗ (όχι αυτάρκης) οικονομία που θα στηρίζεται κατ' αρχήν στους εγχώριους παραγωγικούς πόρους για την κάλυψη των αναγκών μας, και μόνο κατ' εξαίρεση σε ξένους παραγωγικούς πόρους, τους οποίους μπορούμε ν' αποκτούμε μέσω των εξαγωγών των πλεονασμάτων μας, και ενός τουρισμού που θα σέβεται τον ελληνικό λαό και το περιβάλλον, προσφέροντας υπηρεσίες, όχι απλά στα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα του εξωτερικού, όπως σήμερα, αλλά σε κάθε κοινωνικό στρώμα, σε ένα κλίμα διεθνούς αλληλεγγύης.

δηλαδή:

1. να ληφθούν μέτρα για να ξανακτιστεί η παραγωγική δομή της χώρας, που έχει καταστραφεί ολοκληρωτικά μετά την πλήρη ενσωμάτωσή της στη διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς, και ιδιαίτερα μετά την ένταξή μας στην ΕΟΚ/ΕΕ, και

2. να διαμορφωθεί ένα συναφές καταναλωτικό πρότυπο, πέρα από αυτό που μας επέβαλαν η εξάρτησή μας από την ΕΕ και το υπάρχον σύστημα, και οδήγησαν στη σημερινή πολυδιάστατη κρίση και στη συνακόλουθη οικονομική, κοινωνική και οικολογική καταστροφή.


ΑΥΤΟΔΥΝΑΜΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΙΣΜΟΣ

Η αυτοδύναμη οικονομία αποτελεί άλλωστε τη μόνη δυνατή διέξοδο από την διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς, που προσφέρει εναλλακτική λύση στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Και φυσικά αυτό δεν σημαίνει «απομονωτισμό» όπως διαστρεβλώνουν την αυτονομία οι «Ευρωπαϊστές» στη ρεφορμιστική Αριστερά, τα Πανεπιστήμια κ.λπ. που έχουν άμεσα ή έμμεσα οικονομικά και άλλα συμφέροντα από την παραμονή μας στην ΕΕ. Αυτή είναι η μόνη φιλολαϊκή λύση, ιδιαίτερα αν αποτελέσει τμήμα οικονομικών ενώσεων με γειτονικές χώρες σε παρόμοιο επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης (π.χ. χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου, Βαλκανικές χώρες, χώρες της Βόρειας Αφρικής κ.λπ.). Οι νέες αυτές οικονομικές ενώσεις που θα θεμελιώνονται στην αλληλεγγύη των λαών, αντί για τις σημερινές ληστρικές ενώσεις του κεφαλαίου, όπως η ΕΕ, αποτελούν τον μόνο αληθινό διεθνισμό σήμερα, σε αντιδιαστολή με τον ψευτοδιεθνισμό της ρεφορμιστικής «Αριστεράς» που δήθεν θα κτιστεί μέσα στην ΕΕ! Πιο σημαντικό, η ίδρυση αυτοδύναμων οικονομιών αποτελεί την αναγκαία προϋπόθεση για να γίνει δυνατή η ανάπτυξη του αγώνα για μια νέα μορφή κοινωνίας. Ούτε μια ΠΔ, ούτε μια σοσιαλιστική (κρατικοσοσιαλιστική ή ελευθεριακή) οικονομία, είναι δυνατές σήμερα σε μια χώρα που δεν έχει ανακτήσει την οικονομική αυτοδυναμία της και την απεξάρτησή της από την διεθνοποιημένη καπιταλιστική οικονομία της αγοράς.

Μεσοπρόθεσμα προτείνεται ένα μίγμα μορφών ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής (κρατική, δημοτική, συνεταιριστική, ατομική μικροϊδιοκτησία) και, επομένως, ένα αντίστοιχο μίγμα των μεθόδων κατανομής των οικονομικών πόρων (Ενδεικτικός Σχεδιασμός, Οικονομική Δημοκρατία, Αγορά). Η παραγωγή, δηλαδή, στο στάδιο αυτό θα μπορούσε να στηριχθεί σε μια ποικιλία μορφών ιδιοκτησίας, ώστε να δοθεί η πρακτική δυνατότητα στον Λαό να αποκτήσει άμεση εμπειρία από τις διάφορες μορφές κοινωνικής οργάνωσης και να επιλέξει κατόπιν τις πιο κατάλληλες για την απελευθερωτική κοινωνία:


Γ. ΜΑΚΡΟΠΡΟΘΕΣΜΟΣ ΣΤΟΧΟΣ

Ο απώτερος στόχος ενός παρόμοιου Μετώπου δεν μπορεί παρά να είναι η απεξάρτηση της Ελλάδας από τη διεθνοποιημένη καπιταλιστική οικονομία της αγοράς και τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση (όπως αυτή εκφράζεται στον χώρο μας με την ΕΕ), η οποία δεν αποτελεί απλά επιλογή κάποιων «κακών» πολιτικών, ή δόγμα, ή, ακόμη χειρότερα, συνωμοσία, όπως υποστηρίζουν βαθύτατα αντιδραστικές συνωμοσιολογικές θεωρίες (π.χ. η δήθεν «θεωρία» της Ναόμι Κλάιν για «σοκ και δέος» που υποστηρίζουν στελέχη της ρεφορμιστικής, της «πατριωτικής», αλλά και της δήθεν «ελευθεριακής» Αριστεράς), με στόχο την παραπλάνηση των λαών ότι αρκεί να αλλάξουμε τους «κακούς» πολιτικούς και τις πολιτικές τους για να ανατρέψουμε τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση! Η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση είναι ΣΥΣΤΗΜΙΚΟ φαινόμενο και ανατρέπεται μόνο μέσα από την ανατροπή των θεσμών της, και ιδιαίτερα των ανοικτών και «απελευθερωμένων» αγορών κεφαλαίου, εργασίας, εμπορευμάτων και υπηρεσιών. Οι αγορές αυτές είναι αποτέλεσμα της δυναμικής της καπιταλιστικής οικονομίας της αγοράς και επιβάλλονται σήμερα από τις ελίτ, είτε «ειρηνικά», μέσα από τους διεθνείς οργανισμούς που ελέγχουν (ΔΝΤ, ΕΕ κ.λπ.), ή ακόμη και με σφαγές (Ιράκ, Αφγανιστάν, Λιβύη), με στόχο την ένταξη κάθε χώρας σε αυτή. Στον γεωγραφικό χώρο μας, αυτό γίνεται μέσω της ΕΕ, και ήταν ακριβώς η ένταξή μας στην ΕΕ και στη συνέχεια στην ΟΝΕ και την Ευρωζώνη που οδήγησαν στην έκρηξη της χρόνιας καπιταλιστικής κρίσης της οικονομίας μας (η παγκόσμια οικονομική κρίση, αντίθετα με τις αποπροσανατολιστικές προσεγγίσεις «Μαρξιστών» και ρεφορμιστών, λειτούργησε μόνο ως καταλύτης της δικής μας κρίσης και όχι ως η αιτία της), τη σημερινή οικονομική καταστροφή και τη μετατροπή της χώρας, στη συνέχεια, σε προτεκτοράτο.

Όμως ο στόχος αυτός είναι και άρρηκτα δεμένος με την συστημική αλλαγή και επομένως συναρτάται απόλυτα με τον συσχετισμό δυνάμεων που θα επικρατεί αφού θα έχουν επιτευχθεί οι άμεσοι και μεσοπρόθεσμοι στόχοι οι ΟΠΟΙΟΙ ΔΕΝ ΠΡΟΫΠΟΘΕΤΟΥΝ ΣΥΣΤΗΜΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ, πέρα βέβαια από τα ριζοσπαστικά μέτρα που επιβάλλουν οι στόχοι, που αποκλείουν για παράδειγμα παραγωγικές δραστηριότητες από πολυεθνικές αλλά και μεγάλες καπιταλιστικές επιχειρήσεις, πέρα από τις μικρομεσαίες, ενώ θα ενισχυθούν -και σαν πρότυπο για το μέλλον- οι εναλλακτικές μορφές οικονομικής δραστηριότητας που ανέφερα. Τότε ο λαός θα αποφασίσει δημοκρατικά τι είδους συστημική αλλαγή θέλει (κεντρικό σχεδιασμό με κρατικιστικό σοσιαλισμό, ΠΔ, ή κάποια μορφή ελευθεριακού σοσιαλισμού) και η μορφή απεξάρτησης από την νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση θα πάρει ανάλογη μορφή με τη συστημική αλλαγή στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες που θα ήθελαν να κτίσουν μια νέα διεθνοποιημένη οικονομία βασιζόμενη στην αλληλεγγύη και την αμοιβαία βοήθεια.

Όμως γιατί οι στόχοι του ΛΜ δεν πρέπει να προϋποθέτουν τη Λαϊκή Εξουσία και τη συστημική αλλαγή γενικότερα, όπως υποστηρίζει σχεδόν σύσσωμη η πραγματική αντισυστημική Αριστερά (στην οποία βέβαια δεν περιλαμβάνω τις συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ καθώς και όλες εκείνες τις δυνάμεις αυτό-αποκαλουνται αντισυστημικές ενώ δεν βάζουν καν θέμα άμεσης εξόδους από την ΕΕ!);

-Γιατί σήμερα όλοι παραδέχονται ότι δεν υπάρχουν επαναστατικές συνθήκες (έστω και αν υπάρχουν εξεγερσιακές συνθήκες), ούτε προβλέπονται για το προσεχές μέλλον, πράγμα που κάνει επιτακτική της ανάγκη ενός Λαϊκού Μετώπου με στόχους σαν τους παραπάνω για να σταματήσουμε την οικονομική και κοινωνική καταστροφή, να βάλουμε τις βάσεις για μόνιμη έξοδο από την κρίση αλλά και τα θεμέλια για συστημική ή επαναστατική αλλαγή.


4. ΠΟΙΟ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ;

Όσον αφορά πρώτα το κοινωνικό υποκείμενο, τόσο στην Ελλάδα όσο και σε κάθε άλλη χώρα ενταγμένη στην διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς, αυτό αποτελείται από όλα τα θύματα της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, όχι μόνο δηλαδή το προλεταριάτο, αλλά και τους ανέργους, τους υποαπασχολούμενους και περιθωριακά απασχολούμενους, τους φοιτητές που καταλήγουν να κάνουν οποιαδήποτε δουλειά διαθέσιμη, ακόμη και εντελώς άσχετη με τις σπουδές τους (εάν δεν αναγκαστούν να μεταναστεύσουν στο εξωτερικό), τους συνταξιούχους που καταδικάζονται σε συντάξεις πείνας, αλλά και όλους αυτούς που έχουν συνειδητοποιήσει την απάτη της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας», καθώς και την ανάγκη αυτοδιαχείρισης σε κάθε τομέα, και φυσικά αυτούς που βλέπουν την επερχόμενη οικολογική καταστροφή όσο συνεχίζεται η σημερινή «ανάπτυξη».

Τέλος, το πολιτικό υποκείμενο αυτού του αγώνα θα είναι βέβαια το νέο Λαϊκό Μέτωπο Κοινωνικής και Εθνικής Απελευθέρωσης που θα γίνει ο καταλύτης των εξελίξεων, κάτω από την αιγίδα του οποίου θα διεξαχθεί ένας μαζικός αγώνας για την επίτευξη των παραπάνω στόχων, βραχυπρόθεσμα, για να επιτευχθεί η συνολική ανατροπή της σημερινής καταστροφικής αντεπανάστασης των ελίτ και, μεσοπρόθεσμα, για τη δημιουργία των βάσεων της οικονομικής αυτοδυναμίας.


5. ΓΙΑΤΙ ΜΕΤΩΠΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ;

Α. ΓΙΑΤΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ;

Διότι είναι τέτοια η αλληλεξάρτηση συμφερόντων της ντόπιας με αυτά της υπερεθνικής ελίτ, και των προνομιούχων στρωμάτων της αστικής τάξης στη χώρα μας με τα αντίστοιχα στρώματα στην ΕΕ, ώστε μόνο αν ο απελευθερωτικός αγώνας στρεφόταν ενάντια στις ελίτ αυτές και τα αντίστοιχα προνομιούχα στρώματα θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις όχι μόνο για την μόνιμη έξοδο από την κρίση αλλά και για την κοινωνική απελευθέρωσή μας, δηλαδή για την πολιτική και οικονομική αυτοδιεύθυνση μας σαν Λαού. Προφανώς δεν μιλάμε για Μέτωπο που θα περιλαμβάνει το 90-95% του Λαού όπως πχ το ΕΑΜ, γιατί το ποσοστό που αντιπροσωπεύουν τα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα, οι "βολεμένοι" που είναι αποφασισμένοι να παλέψουν να μην χάσουν τα προνόμιά τους, (τα οπαία εκφράζονται μέσα από την ενσωμάτωση της χώρας στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και την ΕΕ) είναι πολύ μεγαλύτερο από 5-10%. Κατά τη γνώμη μου είναι τουλάχιστον το 1/3 του Λαού.


Β. ΓΙΑΤΙ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ;

Γιατί η Ελλάδα δεν έχει πια την παραμικρή οικονομική και πολιτική κυριαρχία, δηλαδή ούτε αυτή που είχε από της ίδρυσης του Ελληνικού κράτους. Πάντα είχαμε δικό μας νόμισμα και επομένως νομισματική πολιτική, και δική μας δημοσιονομική πολιτική, δηλαδή ένα ελάχιστο επίπεδο οικονομικής κυριαρχίας, που ελεγχόταν βέβαια από μια σχετικά υποτελή (με διαβαθμίσεις ανάλογα με την περίοδο) ντόπια αστική ελίτ. Τώρα όμως έχουμε μια κυβέρνηση από καθαρά ανδρείκελα της Τρόικας που θα υπακούουν άμεσα την κάθε εντολή της για να εκταμιεύεται η εκάστοτε δόση ενός Χρέους που δεν πρόκειται (ούτε μπορεί πρακτικά, ακόμα και με εκτιμήσεις/αναλύσεις κατεστημένων οικονομολόγων στο εξωτερικό) να ξεπληρωθεί ποτέ, ιδιαίτερα μέσα στην ΕΕ. Άλλωστε με την Οικονομική και Πολιτική Ένωση που ετοιμάζουν η Ελλάδα θα χάσει για πάντα την οικονομική κυριαρχία της

Επομένως, η δημιουργία των προϋποθέσεων οικονομικής αυτοδυναμίας από μια κυβέρνηση Λαϊκής Ενότητας είναι αναγκαία για την πραγματική εθνική απελευθέρωση. Αυτό σημαίνει ότι η Εθνική Απελευθέρωση είναι συνέπεια της Κοινωνικής και όχι το αντίστροφο, όπως υποστηρίζουν διάφορες εθνικιστικές και «πατριωτικές» δυνάμεις. Τα λαϊκά στρώματα δεν έχουν τα ίδια συμφέροντα με τις ελίτ και τα προνομιούχα στρώματα, που άλλωστε στηρίζουν τη σημερινή κοινοβουλευτική Χούντα.

Το Μέτωπο, επομένως, δεν μπορεί να είναι απλά μέτωπο εθνικής απελευθέρωσης όπως το παλιό. Σήμερα η εθνική απελευθέρωση ή είναι και κοινωνική απελευθέρωση, ή είναι απάτη. Γι' αυτό και οι καλοπροαίρετοι μέσα στην «Πατριωτική Αριστερά» αν δεν συνειδητοποιήσουν τον κοινωνικό χαρακτήρα των απαιτούμενων επαναστατικών αλλαγών και παραμείνουν σε δήθεν εθνικιστικές (αν όχι και ύποπτες) ανοητολογίες του τύπου ότι πρέπει να μείνουμε στην ΕΕ για να μας ...προστατεύσει από την Τουρκία κ.λπ. (τη στιγμή που ήδη έχουμε χάσει την εθνική κυριαρχία μας όχι από την ...Τουρκία αλλά από την ΕΕ!) δεν έχουν θέση στο νέο Μέτωπο. Απαιτείται δηλαδή το κτίσιμο μιας πλατιάς αντισυστημικής συμμαχίας, που θα στοχεύει όχι μόνο στην εθνική απελευθέρωση, αλλά θα θέτει και τις βάσεις για την κοινωνική απελευθέρωση στο μέλλον. Όμως, το νέο Λαϊκό Μέτωπο Κοινωνικής και Εθνικής Απελευθέρωσης δεν σημαίνει απλώς την «ενότητα της αντι-Μνημονιακής Αριστεράς», την καραμέλα που πιπιλίζει μεγάλο μέρος της ρεφορμιστικής Αριστεράς, με την υποστήριξη των ΜΜΕ. Το θέμα δεν είναι να αντικαταστήσουμε ένα «κακό» Μνημόνιο με ένα «καλό», αλλά να μην έχουμε κανένα Μνημόνιο να καθορίζει τις τύχες μας, τώρα αλλά και στο μέλλον, και αυτό είναι αδύνατο να γίνει όσο η χώρα είναι ενσωματωμένη στη διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς, μέσω της ΕΕ. Η ενότητα της Αριστεράς, επομένως, έχει νόημα μόνο αν στηρίζεται σε κοινούς στόχους και μέσα για την επίτευξή τους, που στοχεύουν στα ΣΥΣΤΗΜΙΚΑ αίτια της πρωτοφανούς σημερινής Κοινωνικής αλλά και Εθνικής εξάρτησης, πραγματικά θα μας βγάλουν οριστικά από την κρίση ― και αυτή ακριβώς την ενότητα προτείνουμε.


6. ΠΟΙΕΣ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΣΥΝΙΣΤΩΣΕΣ ΤΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ;

Η σύμπηξη του Λαϊκού Μετώπου Κοινωνικής και Εθνικής Απελευθέρωσης από πολιτικές δυνάμεις και ανένταχτους που θα αποδέχονταν τους παραπάνω στόχους για την μόνιμη έξοδο από την καταστροφική κρίση και την οικοδόμηση μιας αυτοδύναμης οικονομίας, σαν το πρώτο βήμα στην μακροπρόθεσμη οικοδόμηση μιας απελευθερωτικής κοινωνίας, θα αποτελούσε αποφασιστικό βήμα στη δημιουργία τόσο των υποκειμενικών συνθηκών, όσο και του πολιτικού υποκειμένου.

Σε αυτό το Μέτωπο θα πρέπει να μετέχουν επομένως όλες οι αντισυστημικές δυνάμεις (είτε είναι οργανωμένες πολιτικές δυνάμεις, είτε συνδικάτα και σύλλογοι, είτε ανένταχτοι), αλλά και όλα τα λαϊκά στρώματα που είναι θύματα της κρίσης και της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης γενικότερα προϋποτιθεμένου βέβαια ότι θα δεσμεύονταν από τους παραπάνω στόχους για την πραγματοποίηση των επαναστατικών αλλαγών που προτείνουμε. Εννοείται ότι οι συνιστώσες πολιτικές δυνάμεις θα διατηρούσαν την ιδεολογική και οργανωτική αυτονομία τους ως προς την μελλοντική μορφή κοινωνίας που επιδιώκει η καθεμία και, επομένως, η δέσμευση όλων των συνιστωσών θα ήταν μόνο στους συγκεκριμένους στόχους που αφορούν τα στάδια οικοδόμησης μιας αυτοδύναμης οικονομίας, ενώ για την τελική μορφή της απελευθερωτικής κοινωνίας θα αποφασίσει ο επαναστατημένος λαός στο μέλλον. Επομένως το Μέτωπο αυτό προϋποθέτει ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές μεταξύ των συνιστωσών του εφόσον όμως όλες θα δεσμεύονταν από τους στόχους αυτούς.


7. ΜΟΡΦΕΣ ΔΡΑΣΗΣ ΤΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ

Α. ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ

Το Μέτωπο θα έπρεπε να ξεκινήσει μια εκστρατεία με εκδηλώσεις σε όλη την Ελλάδα που θα εξηγούσαν γιατί χωρίς την άμεση έξοδο από την ΕΕ (και όχι απλά την Ευρωζώνη) και τα άλλα μέτρα που προτείνουμε δεν είναι δυνατή ούτε η μόνιμη έξοδος από την κρίση ούτε η αποδέσμευση από τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Η μαζική αυτή εκστρατεία θα έπρεπε να συνοδεύεται από τη δημιουργία εναλλακτικών ΜΜΕ που θα απομυθοποιούσαν και θα κατέρριπταν την συστημική προπαγάνδα (εναλλακτικά έντυπα, ραδιόφωνα, κανάλια, διαδικτυακά μέσα κλπ)


Β.ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ

Οργάνωση όλων των ενδιαφερόμενων κατά τόπους και σε εθνικό επίπεδο σε λαϊκομετωπικούς πυρήνες που θα οργανώνονταν αμεσοδημοκρατικά και ακόμη και τα μέλη ήδη υπαρχουσών πολιτικών οργανώσεων θα μετείχαν σε αυτούς τους πυρήνες σαν μέλη του ΛΜ και όχι σαν οργανώσεις. Οι πυρήνες αυτοί θα μπορούσαν ν αναπτύσσονται γεωγραφικά (Πόλεις/γειτονιές/χωριά κλπ) η στον τόπο δουλειάς, εκπαίδευσης κ.λπ. Όλοι αυτοί οι πυρήνες και ανάλογα με την αριθμητική δύναμη των μελών τους θα έπρεπε να συνομοσπονδιοποιούνται στο περιφερειακό επίπεδο και από εκεί στο εθνικό, στέλνοντας εντολοδόχους στα συνομοσπονδιακά όργανα που θα ήταν ανακλητοί.


Γ. ΑΜΕΣΗ ΔΡΑΣΗ

Οι μορφές του αγώνα για την επίτευξη αυτών των στόχων θα κυμαίνονταν από ένα κίνημα άγριων απεργιών από κάτω, που θα ξεπερνούσαν τις συνδικαλιστικές ηγεσίες (ΓΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ κλπ) ― οι οποίες δεν διανοούνται να θέσουν στόχους σαν τους παραπάνω ― μέχρι τις καταλήψεις και, το κυριότερο, την οργανωμένη μαζική άρνηση πληρωμών των χαρατσιών, την άρνηση εφαρμογής περικοπών στην Υγεία, εκπαίδευση κλπ. Το Μέτωπο θα μπορούσε να παίξει καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία, συντονίζοντας και πολιτικοποιώντας τις απεργίες και άλλες κινητοποιήσεις διαφόρων κλάδων, που θα κλιμακώνονταν σε επαναλαμβανόμενες ανά εβδομάδα 48ωρες απεργίες, οι οποίες θα παρέλυαν την οικονομική και κοινωνική ζωή της Χώρας, και θα οδηγούσαν στον εξαναγκασμό της νέας διακομματικής Χούντας για άμεσες εκλογές.

Στόχος: η εκλογή κυβέρνησης ΛΜ που θα ήταν δεσμευμένη να βάλει σε άμεση εφαρμογή το παραπάνω πρόγραμμα και να αρχίσει τη διαδικασία για Συντακτική Συνέλευση που θα αποφάσιζε και τη μορφή συστημικής αλλαγής.

Σάββατο, 18 Αυγούστου 2012

Τάκης Φωτόπουλος-Οι δύο χούντες και οι "αναρχικοί"

Παλιό άρθρο, επικαιροποιημένο από τα πράγματα, και ενδεικτικό της διορατικότητας και της ευθυκρισίας του ανδρός. Δυστυχώς, είναι ένας, και είναι (πάρα) πολλοί, με αποτέλεσμα να τον βγάζουν και τρελό.
LR
---

Οι δυο Χούντες και οι «αναρχικοί»
ΤΑΚΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

Ο λαϊκός σεισμός της 19 και 20 Οκτώβρη με τα μαζικά συλλαλητήρια και καταλήψεις σε όλη τη χώρα είχε εγκληματική κατάληξη τον θάνατο, άμεσα ή έμμεσα από τη κρατική βία, οικοδόμου μαχητού του ΠΑΜΕ αλλά και τον τραυματισμό πολλών άλλων μελών του, είτε από ανθρώπους των υπηρεσιών του κράτους και του παρακράτους (η μετεμφυλιακή Ελληνική Ιστορία βρίθει από παρόμοιες προβοκατόρικες πράξεις) είτε από μια κατηγορία δήθεν αναρχικών που στη πραγματικότητα δεν έχουν καμιά σχέση με τη κλασική αναρχική θεωρία ή πράξη. Πρόκειται δηλαδή για ένα νέο είδος μεταμοντέρνου «αναρχικού», o οποίος δεν διαθέτει καν αντισυστημικό πρόταγμα (όπως οι κλασικοί του αναρχισμού Μπακούνιν, Κροπότκιν και σύγχρονα ο Μπούκτσιν) αλλά είτε ασχολείται με επί μέρους αγώνες για τα δικαιώματα (γυναικών, μεταναστών κ.λπ.) είτε εκφράζεται με ένα είδος «λάιφ στάιλ» αναρχισμού—όπως εύστοχα τον ονόμασε ο τελευταίος θεωρητικός του αναρχισμού, ο Μάρεϊ Μπούκτσιν που αναγκάστηκε να αποκηρύξει τον αναρχισμό στα γηρατειά του. Αυτό το είδος «αναρχικού» εκφράζει ουσιαστικά την ιδεολογία της παγκοσμιοποίησης που στοχεύει στη κατάργηση κάθε εθνικής κυριαρχίας, (παράλληλα με τη κατάργηση της οικονομικής κυριαρχίας που επιφέρει η παγκοσμιοποίηση) χάριν της «προστασίας» των ατομικών δικαιωμάτων κ.λπ. —δικαιολογία που έχει χρησιμοποιηθεί επανειλημμένα από την υπερεθνική ελίτ για να δικαιολογήσει τους εγκληματικούς πολέμους της (Γιουγκοσλαβία, Ιράκ, Αφγανιστάν, Λιβύη) και τώρα αυτούς που ετοιμάζει (Συρία, Ιράν κ.λπ.).

Έτσι, βλέπουμε σήμερα αυτόν τον τύπο «αναρχικού» να ανακηρύσσει «επαναστάτες» (μαζί με κάποιους δήθεν «Μαρξιστές» της εκφυλισμένης «αριστεράς») τους νατοϊκούς αλήτες που μαζί με το ίδιο το ΝΑΤΟ μακέλεψαν τον λαό της Λιβύης, ή να αγωνίζεται σήμερα για τα δικαιώματα των αντιπάλων του Μπααθικού καθεστώτος στη Συρία, ή του Ισλαμικού καθεστώτος στο Ιράν, συμμετέχοντας έτσι και αυτός, εσκεμμένα ή μη, στη διαδικασία αντικατάστασης των καθεστώτων αυτών από πελατειακά καθεστώτα της υπερεθνικής και της Σιωνιστικής ελίτ. Η έλλειψη οποιασδήποτε συστημικής ανάλυσης που χαρακτηρίζει αυτούς τους «αναρχικούς» τους κάνει ανίκανους να καταλάβουν ότι ο πρωταρχικός στόχος ενός πραγματικού αναρχικού είναι, όπως πάντα ήταν, η ανατροπή του ίδιου του παγκόσμιου συστήματος, όπως εκφράζεται αυτό από την διεθνοποιημένη καπιταλιστική οικονομία της αγοράς και την αντιπροσωπευτική «δημοκρατία» καθώς και της υπερεθνικής ελίτ που διαφεντεύει αυτό το σύστημα (μέσω της ΕΕ, του G8, του ΝΑΤΟ κ.λπ.), και όχι η ανατροπή του κάθε...Ασσάντ ή Αχμαντινεζάντ, που απόκειται στους αντίστοιχους λαούς να τη πραγματοποιήσουν, χωρίς τη «βοήθεια» του ΝΑΤΟ και τη συνέργεια της εκφυλισμένης «Αριστεράς». Ιδιαίτερα μάλιστα αν τα καθεστώτα αυτά παίζουν σήμερα σημαντικό ρόλο στο διεθνές κίνημα κατά της υπερεθνικής ελίτ, ακριβώς επειδή δεν είναι πελατειακά καθεστώτα, όπως θέλει να τα μετατρέψει η ελίτ αυτή με το πρόσχημα της προστασίας των δικαιωμάτων.

Αντίστοιχα, όσον αφορά τη σημερινή καταστροφική κρίση για τα λαϊκά στρώματα στη χώρα μας, οι «αναρχικοί» αυτοί, μη διαθέτοντας την παραμικρή αντισυστημική ανάλυση (πέρα από κάποια σλόγκαν για αυτό-οργάνωση) βλέπουν εξίσου (αν όχι περισσότερο!) εχθρό τους το ΚΚΕ με την κοινοβουλευτική Χούντα. Η άθλια αυτή άποψη, που ήδη οδηγεί σε επιθέσεις «αναρχικών» κατά των γραφείων του ΚΚΕ και ένα «εμφύλιο πόλεμο» μέσα στο αντισυστημικό κίνημα, που μόνο οι ελίτ και οι μυστικές υπηρεσίες τους θα είχαν συμφέρον να ενθαρρύνουν, εκφράζεται παραδειγματικά σε επίπεδο κοινωνικού μίντιουμ από το Αθηναϊκό ιντιμίντια, το οποίο δεν δίστασε όλες αυτές τις μέρες να εξαπολύσει μια δυσώδη αντικομμουνιστική εκστρατεία κατά του ΚΚΕ (δήθεν από «αναρχική» σκοπιά), ενώ παράλληλα έκρυβε κάθε επικριτικό σχόλιο της άποψης αυτής, (από ΑΝΤΑΡΣΥΑ και άλλες οργανώσεις, αλλά ακόμη και από πραγματικούς αναρχικούς!)

Οι «αναρχικοί» όμως αυτοί αδυνατούν να καταλάβουν ότι, ανεξάρτητα από την κριτική που θα μπορούσαν να κάνουν, από τη σκοπιά τους, στο κόμμα αυτό για τη τακτική του και τη στρατηγική του, αν όχι και για τους στόχους του σε σχέση με μια απελευθερωτική κοινωνία, σήμερα, είναι η μοναδική δύναμη στον ευρύτερο αντισυστημικό χώρο (κρατικοσοσιαλιστές αλλά και ελευθεριακοί κ.λπ.), με σημαντική απήχηση στο λαϊκό κίνημα, που έχει συνεπή αντισυστημική θέση σε σχέση με την κρίση. Και αυτό, αντίθετα με την την εκφυλισμένη «αριστερά» που ανέφερα, η οποία εξαπατά τον λαό ότι δήθεν θα μπορούσε να βγει από τη σημερινή καταστροφική κρίση όντας μέσα στην ΕΕ (αν όχι και στην Ευρωζώνη!), υιοθετώντας δηλαδή μια «προοδευτική» παραλλαγή των συστημικών θέσεων. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι οι ίδιοι «αναρχικοί» και οι οργανώσεις που τους εκπροσωπούν στην χώρα μας (ΑΚ, Καστοριαδικές οργανώσεις διαφόρων ειδών κ.λπ.) δεν παίρνουν θέση για το κρίσιμο θέμα της εξόδου από την ΕΕ και για την αυτοδύναμη οικονομία, που είναι όμως αναγκαίες προϋποθέσεις για μια συστημική έξοδο από την κρίση, συμπλέοντας έτσι (όπως και με τα θέματα Λιβύης, Συρίας, Ιράν κ.λπ.) με την εκφυλισμένη «Αριστερά.

Με άλλα λόγια, τόσο οι «αναρχικοί» αυτοί όσο και η εκφυλισμένη «Αριστερά» αδυνατούν (ή δεν θέλουν) να αντιληφθούν ότι η δική μας κοινοβουλευτική Χούντα, που κάθε ημέρα γίνεται και περισσότερο εγκληματική, είναι απλό παρακλάδι της υπερεθνικής Χούντας/ελίτ που έχει εγκαθιδρυθεί σήμερα άτυπα σε διεθνές επίπεδο και εκπροσωπείται στη χώρα μας από την τρόικα. Έτσι :

* πρώτον, τόσο η υπερεθνική Χούντα όσο και η δική μας δεν έχουν την παραμικρή λαϊκή νομιμοποίηση, η πρώτη για να μακελεύει λαούς στρατιωτικά, ή να καταστρέφει άλλους οικονομικά (Ελλάδα, Πορτογαλία, Ιρλανδία, Ισπανία κ.λπ.), με στόχο τη μεγιστοποίηση των κερδών των πολυεθνικών, των Τραπεζιτών και γενικά αυτών που ελέγχουν την διεθνοποιημένη καπιταλιστική οικονομία της αγοράς, και η δεύτερη να συμμετέχει στην οικονομική καταστροφή των λαϊκών στρωμάτων της χώρας μας, εξαπατώντας τον λαό ότι δεν υπάρχει άλλη λύση.

* δεύτερον, τόσο η υπερεθνική Χούντα όσο και η δική μας στηρίζονται άμεσα ή έμμεσα από την εκφυλισμένη «Αριστερά», διεθνή και εγχώρια αντίστοιχα, που λειτουργεί σαν δεκανίκι του συστήματος.

* τρίτον, και οι δύο Χούντες ασκούν ολοκληρωτικό έλεγχο στα διεθνή ΜΜΕ η πρώτη (βλ. π.χ. την ολοκληρωτική προπαγάνδα για τη Λιβύη) και στα εγχώρια κανάλια η δεύτερη (βλ. την αντίστοιχη προπαγάνδα για τον «μονόδρομο»).

* τέταρτον, τόσο η υπερεθνική όσο και η δική μας Χούντα στηρίζονται σε πλούσια αμειβόμενες think tanks, συμβούλους και ΜΚΟ για να αναπαράγουν την «αλήθεια» τους και βέβαια σε πρόθυμους «ειδικούς» Πανεπιστημιακούς για να δίνουν και δήθεν «αντικειμενικό» χαρακτήρα σε αυτή.

* Πέμπτον, σε τελική ανάλυση και οι δύο Χούντες θεμελιώνουν τη δύναμη τους στην ωμή βία που ασκούν ο νατοϊκός στρατός, στην πρώτη περίπτωση, και τα ΜΑΤ κ.λπ. στην δεύτερη.

Inclusive Democracy

Σάββατο, 16 Ιουνίου 2012

Τάκης Φωτόπουλος-ΕΕ και Μνημόνια ή αυτοδυναμία σε ένα νέο διεθνισμό;

Ελευθεροτυπία (16 Ιούνη 2012)
*Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε στην απεργιακή έκδοση της Σαββατιάτικης Ελευθεροτυπίας

ΕΕ και Μνημόνια ή αυτοδυναμία σε ένα νέο διεθνισμό;
ΤΑΚΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

Μέσα σε ένα όργιο ιδεολογικής τρομοκρατίας από τις ντόπιες αλλά και, κυρίως, τις ξένες ελίτ, οι αυριανές εκλογές παίρνουν πράγματι ιστορικό χαρακτήρα. Το δίλημμα όμως που μπαίνει σε αυτές είναι απατηλό διότι είτε εκλεγεί μνημονιακή κυβέρνηση, είτε αντιμνημονιακή, με οποιονδήποτε συνδυασμό από τα δεκανίκια της ΕΕ (ΔΗΜΑΡ, Οικολόγοι-Πράσινοι κ.λπ.), το τελικό αποτέλεσμα θα είναι κάποια αναδιαπραγμάτευση του Μνημονίου. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν έχει καμία σημασία η εκλογή μνημονιακής ή αντιμνημονιακής κυβέρνησης.

Έτσι, αν μεν εκλεγεί κυβέρνηση από τα μνημονιακά κόμματα (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ) αυτό θα σημαίνει τη συνέχιση και ολοκλήρωση της σημερινής οικονομικής και κοινωνικής σύνθλιψης των λαϊκών στρωμάτων με βάση το υπάρχον Μνημόνιο με κάποιες, κυρίως διακοσμητικές, τροποποιήσεις (π.χ. στον χρόνο αποπληρωμής του Χρέους) και την προσθήκη κάποιου “αναπτυξιακού” άξονα νεοφιλελεύθερου τύπου, που θα αυξάνει μεν κάπως το εθνικό εισόδημα, στη βάση όμως της μόνιμα πια θεσμοποιημένης σύνθλιψης των εργαζομένων που θα θεμελιώνεται στην ελαστικοποίηση της εργασίας, τους μισθούς πείνας κ.λπ..

Αν πάλι εκλεγεί κυβέρνηση από τα αντιμνημονιακά κόμματα της Αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ) και της Δεξιάς (Ανεξάρτητοι Έλληνες) αυτό θα σημαίνει πιθανώς κάποια επαναδιαπραγμάτευση του Χρέους με στόχο το “Εθνικό Σχέδιο Ανόρθωσης”. Όμως, εάν η κυβέρνηση αυτή δεν είναι αποφασισμένη να επιβάλλει τις σχετικά ήπιες προβλεπόμενες αλλαγές του Σχεδίου, ακόμη και με αποχώρηση από την Ευρωζώνη αλλά και την ΕΕ, αναπόφευκτα, η επαναδιαπραγμάτευση θα καταλήξει σε ένα νέο “προοδευτικό” Μνημόνιο που επίσης θα έχει άξονα την ανταγωνιστικότητα (η οποία αποτελεί τον υπέρτατο νόμο της ΕΕ και της Ευρωζώνης) και σε μια “ανάπτυξη” όπως η παραπάνω, αλλά και σε κάποια αναδιανομή των βαρών υπέρ των λαϊκών στρωμάτων, στην οποία άλλωστε ακόμη και η τρόικα συμφωνεί!

Όπως είναι επομένως φανερό, τα λαϊκά στρώματα μόνο οριακά μπορεί να ωφεληθούν από μια αντιμνημονιακή κυβέρνηση, εάν θα διαπραγματευθεί με τα χέρια πισθάγκωνα δεμένα από την ΕΕ. Η οικονομική και κοινωνική σύνθλιψη που υφίστανται με τη μαζική ανεργία και φτωχοποίηση στην εργασία, η καταστροφή του οποιουδήποτε κοινωνικού κράτους είχε στηθεί στη Μεταπολίτευση που είναι ήδη σε διαδικασία ιδιωτικοποίησης, αλλά και η αντιστροφή κοινωνικών κατακτήσεων πολλών δεκαετιών—όλα αυτά θα μείνουν ανέγγιχτα από μια παρόμοια “επιτυχημένη” αναδιαπραγμάτευση μέσα στην ΕΕ και το Ευρώ. Και αυτό γιατί η ΕΕ και το Ευρώ εκφράζουν την νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση ήδη από την εποχή του Μάαστριχτ, οι αρχές της οποίας απλά υλοποιούνται σήμερα στην Ελλάδα με την ευκαιρία της κρίσης. Όμως, η παγκοσμιοποίηση αυτή δεν είναι κάποια συνωμοσία ή δόγμα ή ‘κακή’ πολιτική (όπως ανοήτως υποστηρίζεται), αλλά δομική αλλαγή που επέβαλλε η δυναμική του συστήματος της αγοράς. Αποτελεί, επομένως, βολικό μύθο ότι δήθεν άλλος άνεμος φυσά σήμερα στην Ευρώπη λόγω της εκλογής του σοσιαλφιλελεύθερου Ολάντ στη Γαλλία και του ‘ευνοϊκού’ πακέτου διάσωσης στην Ισπανία, όπως θα φανεί καθαρά όταν αρχίσει η επαναδιαπραγμάτευση του δικού μας Χρέους!

Όμως, ούτε και τα κοινωνικά στρώματα στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (που σήμερα συρρικνώνεται μαζικά και ιδιωτικοποιείται), τα οποία με τη μετακίνησή τους προς τα αντιμνημονιακά κόμματα οδήγησαν στην απαξίωση των κομμάτων εξουσίας στις περασμένες εκλογές, θα ωφεληθούν ουσιαστικά με την απλή εκλογή αντιμνημονιακής κυβέρνησης. Τα συντηρητικά βασικά αυτά στρώματα αντιφατικότατα θέλουν μεν την ακύρωση του Μνημονίου αλλά όχι και τις αναγκαίες θεμελιακές αλλαγές για την απαλλαγή της χώρας από κάθε Μνημόνιο και τη συνεπαγόμενη κατάργηση κάθε εθνικής και οικονομικής κυριαρχίας, καθώς και το ξεπούλημα του κοινωνικού πλούτου της χώρας—αλλαγές που προϋποθέτουν την μονομερή έξοδο της χώρας όχι μόνο από την Ευρωζώνη αλλά από την ΕΕ γενικότερα.

Τα παραπάνω συμπεράσματα δεν σημαίνουν βέβαια ότι αυτοί που ψήφισαν αντιμνημονιακά στις περασμένες εκλογές θα πρέπει αύριο να γυρίσουν στη “στρούγκα” τους, τα μνημονιακά κόμματα, που θα ολοκληρώσουν τη καταστροφή των λαϊκών στρωμάτων αλλά και των μεσαίων στρωμάτων. Και αυτό γιατί μια αντιμνημονιακή κυβέρνηση θα ήταν πιο εύκολο να αναγκαστεί, κάτω από νέους λαϊκούς αγώνες, σε ρήξη με την ΕΕ, γεγονός που θα άνοιγε τον δρόμο για πραγματικές αλλαγές που θα οδηγούσαν στην οικοδόμηση μιας αυτοδύναμης οικονομίας που θα έλεγχε ο λαός (αντί για τις ελίτ και τα προνομιούχα στρώματα), στη βάση ενός νέου διεθνισμού που θα στηρίζεται στην αρχή της αλληλεγγύης, αντί στην αρχή της ανταγωνιστικότητας. Αντίθετα, μια μνημονιακή κυβέρνηση που θα είχε και “λαϊκή εντολή” δεν θα δίσταζε να πνίξει στο αίμα κάθε παρόμοιο αγώνα. Με βάση την ίδια προβληματική, θα έπρεπε να ενισχυθούν με κάθε τρόπο δυνάμεις όπως το ΚΚΕ που ήταν το μόνο κόμμα που κράτησε συνεπή αντί-ΕΕ θέση από τον καιρό της ένταξής μας, εφόσον θα αποτελούσε ουσιαστικά τη μόνη κοινοβουλευτική (και όχι μόνο) αριστερή αντιπολίτευση σε μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Αυτές τις δυνητικές εξελίξεις τρέμουν οι ελίτ και όχι βέβαια τα ίδια τα αντιμνημονιακά κόμματα…

Κυριακή, 3 Ιουνίου 2012

Τάκης Φωτόπουλος-Η ΕΕ στα κόμματα εξουσίας...αλλά και στην κυβέρνηση της Αριστεράς!

Είναι πια σχεδόν προδιαγεγραμμένο το ουσιαστικό αποτέλεσμα των νέων εκλογών στις 18 Ιούνη, ανεξάρτητα από το εάν θα νικήσει η «μνημονιακή» συμμαχία με κορμό την ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, ή η «αντιμνημονιακή» συμμαχία με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ. Και στις δυο περιπτώσεις θα έχουμε μια βαριά ήττα του λαϊκού κινήματος που κατά τη γνώμη μου θα οδηγήσει στο τέλος της παραδοσιακής Αριστεράς, όπως άλλωστε έχει ήδη ακριβώς γίνει στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Έτσι, στην πρώτη περίπτωση, η νίκη της μνημονιακής παράταξης, που φαίνεται και η πιθανότερη, εφόσον η εκστρατεία των ξένων και ντόπιων ελίτ να παγιδεύσει την αντίδραση των λαϊκών στρωμάτων φαίνεται ότι στέφεται από επιτυχία, θα σημάνει την τελική εκ των υστέρων νομιμοποίηση του συστημικού εγκλήματος που διαπράχθηκε με τα Μνημόνια και τις δανειακές συμβάσεις. Αυτό θα έχει αποτέλεσμα τη μόνιμη φτωχοποίηση της πλειοψηφίας του λαού και την κατάργηση κάθε εθνικής και οικονομικής κυριαρχίας, καθώς και το ξεπούλημα του κοινωνικού πλούτου της χώρας. Θα σημαίνει όμως ακόμη ότι, παρά τις μεγαλόστομες «ταξικές» αναλύσεις για δήθεν μετατόπιση στις προηγούμενες εκλογές εργατικών και λαϊκών στρωμάτων προς την Αριστερά, στην πραγματικότητα αυτό που φαίνεται συνέβη ήταν μια πρόσκαιρη μετατόπιση ψηφοφόρων από τα κόμματα εξουσίας (του ΠΑΣΟΚ κυρίως) που αποτελούνται από νοικοκυραίους οι οποίοι ήθελαν μεν να «τιμωρήσουν» το ΠΑΣΟΚ για την απώλεια σημαντικού τμήματος της ευημερίας τους αλλά όχι να υποστούν και οποιαδήποτε σημαντική θυσία για μια πραγματική αλλαγή. Επομένως, μόλις οι ελίτ τους τρομοκρατήσαν αρκούντως επανέρχονται στη «στρούγκα» τους. Έτσι μπορεί να εξηγηθεί και η γελοιότητα η Ελλάδα να έχει υψηλότερο ποσοστό πίστης στο Ευρώ από άλλες χώρες ακόμη και στα μητροπολιτικά κέντρα, των οποίων οι λαοί σίγουρα έχουν ωφεληθεί από το Ευρώ και την ΕΕ πολύ περισσότερο σε σχέση με τον Ελληνικό λαό ο οποίος μόνο κάποια πρόσκαιρα ωφελήματα είχε!

Στην περίπτωση αυτή, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, πιθανώς και με τη βοήθεια κάποιου από τα «Ευρωπαϊστικά» συστημικά δεκανίκια (ΔΗΜΑΡ, Οικολόγοι-Πράσινοι, κ.λπ.), κατά πάσα πιθανότητα θα έχουν τη δυνατότητα να σχηματίσουν αυτοδύναμη κυβέρνηση να συνεχίσουν το «έργο» τους, με τη δέσμευση ότι θα υιοθετήσουν σημαντικές «τροποποιήσεις» των αποικιοκρατικών όρων που επέβαλλαν τα Μνημόνια, οι δανειακές συνθήκες και οι εφαρμοστικοί νόμοι, καθώς και μια «ανάπτυξη» που θα στηρίζεται βασικά στις ιδιωτικές επενδύσεις και επομένως στην ακόμη μεγαλύτερη «ελαστικοποίηση» της εργασίας, και ίσως και σε κάποια έργα υποδομής. Φυσικά, όλες οι θεσμικές ρυθμίσεις που εισάχθηκαν τα τελευταία δύο χρόνια και ενσωματώνουν πλήρως τη χώρα στην νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση (και όχι απλά τα «νεοφιλελεύθερα δόγματα» στα οποία ανάγουν κάποιοι «Μαρξιστές» την δομική αλλαγή του συστήματος που αποτελεί η παγκοσμιοποίηση αυτή), θα μείνουν ανέγγιχτες, αφού άλλωστε επιβάλλονται από τη συνθήκη Μάαστριχτ και τις συνθήκες που την ακολούθησαν σαν αποτέλεσμα της ένταξής μας στην ΕΕ. Δηλαδή, τα μνημόνια, με την ευκαιρία της κρίσης, απλά εισήγαγαν τα μέτρα αυτά και στην Ελλάδα.

Όμως ακόμη και αν δεχθούμε τη δεύτερη περίπτωση και νικήσει στις εκλογές η αντιμνημονιακή παράταξη, η ήττα θα είναι το ίδιο σημαντική, αν όχι και βαρύτερη, γιατί ο αποπροσανατολισμός της ρεφορμιστικής αριστεράς για την ΕΕ και το Ευρώ θα έχει παρασύρει και σημαντικά λαϊκά τμήματα που στις προηγούμενες εκλογές, παρά την ιδεολογική τρομοκρατία των ελίτ, αποφάσισαν να στραφούν συνειδητά στην Αριστερά, και όχι απλά να ρίξουν ψήφο διαμαρτυρίας και αγανάκτησης, όπως στην πρώτη περίπτωση, —και παρέμειναν στην Αριστερά. Η ευθύνη για την βαριά αυτή ήττα θα ανήκει κατ’ αρχήν στη λαϊκιστική ρεφορμιστική Αριστερά που εκπροσωπεί ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και στην Αριστερά γενικότερα. Έτσι τη στιγμή που οι ντόπιες και ξένες ελίτ θρασύτατα τρομοκρατούν τον λαό απειλώντας ...να μας πάρουν το Ευρώ, (δηλαδή το κατ’ εξοχήν όργανο υποδούλωσης του Ελληνικού λαού όχι μόνο στις ντόπιες ελίτ, όπως συνέβαινε με τη δραχμή, αλλά και στις ξένες!), ο ΣΥΡΙΖΑ, αντί να χρησιμοποιήσει την τρομοκρατία αυτή σαν μοναδική ευκαιρία για να συνειδητοποιήσει ο Ελληνικός λαός το τι πραγματικά σημαίνει η ένταξή μας στην ΕΕ, ιδιαίτερα σε σχέση με την καταστροφή της παραγωγικής δομής μας που είναι η απώτερη αιτία της σημερινής κρίσης, και να διαμορφώσει ένα πρόγραμμα άμεσης εξόδου από την ΕΕ και θεμελίωσης των βάσεων μιας αυτοδύναμης οικονομίας, έκανε ακριβώς το αντίθετο. Δηλαδή, αυτό ακριβώς που επιθυμούσαν οι ξένες ελίτ, παρά τους θεατρινισμούς τους: μια απόπειρα εξαπάτησης του Ελληνικού λαού ότι θα καταγγείλει, αν εκλεγεί, το Μνημόνιο και τις δανειακές συμβάσεις και θα ακυρώσει τους εφαρμοστικούς Νόμους, ενώ όπως αποκαλύπτεται τώρα, ο στόχος του δεν είναι καν αυτός (που βέβαια είναι τόσο ανέφικτος όσο και ανεπιθύμητος μέσα στην ΕΕ, στην οποία ορκίζεται πίστη!) αλλά απλά η επαναδιαπραγμάτευση κάποιων όρων του Μνημονίου. Δηλαδή, η σύναψη ενός νέου «προοδευτικού» Μνημονίου, το οποίο δεν θα περιέχει καν πολλά από αυτά που υπόσχεται σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ, εφόσον θα μπορούν εύκολα οι συνδιαπραγματευτές του να του δείξουν γιατί αντίκεινται προς τις θεμελιακές συμβάσεις της ΕΕ και Ευρωζώνης που δεσμεύουν όλα τα μέλη (και επομένως και την Ελλάδα του ΣΥΡΙΖΑ!), τις οποίες όμως φαίνεται κανένας από τους «ειδικούς» οικονομολόγους του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπήκε στον κόπο να διαβάσει! Και αυτό γατί παρόλο που το επικαιροποιημένο πρόγραμμα που ανακοίνωσε ο ΣΥΡΙΖΑ περιέχει και πολλές «διαρθρωτικές» αλλαγές σοσιαλφιλελεύθερου χαρακτήρα για τις οποίες δεν θα είχαν σοβαρές αντιρρήσεις οι εταίροι μας, αφού και αυτοί πρότειναν παρόμοιες, έχει συγχρόνως και κάποιες άλλες που διαπνέονται από την ‘κρατικιστική’ λογική της περιόδου της σοσιαλδημοκρατίας και όχι από την λογική της ανταγωνιστικότητας που εκφράζουν οι Κοινοτικές συνθήκες μετά την συνθήκη Μάαστριχτ, όταν ολοκληρώθηκε η προσχώρηση της ΕΕ στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση.

Έτσι, τυχόν σχηματισμός κυβέρνησης με βάση την αντιμνημονιακή παράταξη θα έχει να αντιμετωπίσει το έξης άμεσο δίλημμα:

-είτε να δεχτεί το «προοδευτικό» Μνημόνιο που θα ικανοποιούσε τις απαιτήσεις των εταίρων που απορρέουν από τις Κοινοτικές συνθήκες για να αποφευχθεί η ρήξη με την ΕΕ, οπότε όμως θα ήταν θέμα χρόνου να αντιληφθούν τα λαϊκά στρώματα την εξαπάτησή τους όταν θα έβλεπαν ότι η οικονομική κατάσταση τους θα βελτιωνόταν ελάχιστα ή καθόλου με το προοδευτικό Μνημόνιο και θα έστρεφαν οριστικά την πλάτη στην Αριστερά, στρεφόμενα σε κάποιον Έλληνα Μπερλουσκόνι.

-είτε θα αναγκαζόταν να έπαιρνε μέτρα για την «εκούσια» έξοδο από την Ευρωζώνη, ‘σαν λύση ανάγκης’ όμως, και όχι σαν προγραμματική επιλογή σε συνοδεία με άλλα απαραίτητα μέτρα για την αποφυγή μιας κρίσης πιθανώς μεγαλύτερης από τη σημερινή, όπως τα περιγράφω παρακάτω. Δηλαδή τα μέτρα που θα έπαιρνε η κυβέρνηση της Αριστεράς δεν θα απέβλεπαν στην αποδέσμευση από την διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς και τη δημιουργία των βάσεων αυτοδύναμης οικονομίας, και η οικονομία θα εξακολουθούσε κατά συνέπεια να κυβερνάται από την αρχή της ανταγωνιστικότητας, έστω και αν ήταν έξω από την ΕΕ, με καταστροφικές συνέπειες για την παραγωγική δομή της, πέρα από τις βραχυπρόθεσμες συνέπειες εξόδου από το Ευρώ!

Παράλληλα, η ανάδειξη αυτοδύναμης κυβέρνησης της αντιμνημονιακής (ή ρεφορμιστικής) Αριστεράς θα διέγραφε μια σημαντική ήττα των πραγματικά αντισυστημικών δυνάμεων της αριστεράς (αυτών που οι «αντιεξουσιαστές» μας που ...ψηφίζουν ΣΥΡΙΖΑ δεν κατατάσσουν στην Αριστερά!), οι οποίες με συνέπεια από τον καιρό της ένταξης της χώρας στην ΕΕ πάλευαν εναντίον της. Και αυτό, γιατί γνώριζαν βέβαια πολύ καλά ότι αποτελεί εγκληματικό αποπροσανατολισμό, στην καλύτερη περίπτωση, η πάλη για μια «Ευρώπη των Λαών» ή μια Ένωση σοσιαλιστικών δημοκρατιών, μέσα στην ΕΕ του Μάαστριχτ, που οικοδομήθηκε από την αρχή για την εξυπηρέτηση των αναγκών των Ευρωπαϊκών ελίτ και ιδιαίτερα του Ευρωπαϊκού κεφαλαίου στην αναδυόμενη τότε παγκοσμιοποιημένη οικονομία της αγοράς, και όχι βέβαια για τις ανάγκες των λαϊκών στρωμάτων. Αντίθετα, η ΕΕ ισχυροποιούσε τη δύναμη της κάθε ντόπιας ελίτ με την οικονομική, πολιτική και, σε τελική ανάλυση, ακόμη και στρατιωτική βοήθεια που θα μπορούσαν να διαθέσουν οι άλλες ελίτ μέσα στην ΕΕ για να καταπνίξουν κάθε αντισυστημικό κίνημα εν τη γενέσει του.

Η δημιουργία άλλωστε ανυπέρβατων ανισοτήτων μέσα σε μια οικονομική ένωση όπως η ΕΕ μπορεί να θεμελιωθεί όχι μόνο στη ριζοσπαστική αλλά ακόμη και στην ορθόδοξη οικονομική θεωρία, εφόσον, σε συνθήκες ανοικτών και απελευθερωμένων αγορών, οι οικονομικά παραγωγικότερες και αποτελεσματικότερες χώρες θα επικρατήσουν σε σχέση με τις ασθενέστερες και οι διαφορές θα γίνουν ακόμη μεγαλύτερες, εκτός αν υπάρχει μια αντίστροφη ισοδύναμη προσπάθεια μεταφοράς οικονομικής δύναμης από από το κέντρο της ένωσης για την ανατροπή αυτών των τάσεων στην περιφέρεια, που βέβαια δεν υπάρχει μέσα στην ΕΕ, ούτε στις ΗΠΑ, ή οποιοδήποτε άλλο καπιταλιστικό κράτος. Αντίθετα! Και είναι βέβαια γνωστό ότι οι λαοί των χωρών που μετέχουν στην ΕΕ βρίσκονται σε πολύ διαφορετικά επίπεδα οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης, με διαφορετικές ιστορικές παραδόσεις λαϊκών αγώνων κατά των ελίτ. Εάν είναι επομένως μια φορά δύσκολο να ενωθούν τα λαϊκά στρώματα, στο πλαίσιο μιας χώρας, παρά το γεγονός ότι έχουν κοινό επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης και κοινή ιστορική παράδοση αγώνων κατά των ντόπιων ελίτ, πέρα από την κοινότητα οικονομικών (και όχι μόνο!) συμφερόντων, προφανώς είναι πολλαπλάσια δύσκολο να ενωθούν τα λαϊκά στρώματα πολλών χωρών με σημαντικές διαφορές στο επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης, διαφορετικές αγωνιστικές παραδόσεις κ.λπ., παρά την παρόμοια κοινότητα συμφερόντων τους στο αφαιρετικό επίπεδο της κατηγορίας «εργασία». Ο μέσος Γερμανός εργαζόμενος, στη πράξη, κάθε άλλο παρά ταυτίζει τα συμφέροντα του με αυτά του Έλληνα, ή ο Βορειοαμερικανός με αυτά του Λατινοαμερικανού!

Ενώ δηλαδή στην εποχή της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς είναι τέτοια η αντικειμενική αλληλεξάρτηση των συμφερόντων των ελίτ στο κέντρο της οικονομίας αυτής (χοντρικά η G7), ώστε σήμερα είναι αδιανόητοι οι πόλεμοι μεταξύ τους, όπως οι παγκόσμιοι πόλεμοι για το «μοίρασμα των αγορών» πριν την έλευση της Νέας Τάξης που καθιέρωσε η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση (παρά τις «Μαρξιστικές» ανοησίες περί του αντιθέτου που μιλούν για μελλοντικούς γαλλογερμανικούς πολέμους και άλλα παραμύθια), η αντικειμενική αλληλεξάρτηση των λαϊκών στρωμάτων, ακόμη και αν στο αφαιρετικό επίπεδο της «εργασίας» είναι φανερή, στο υποκειμενικό επίπεδο, η αλληλεξάρτηση αυτή είναι σχεδόν μηδαμινή. Γι’ αυτό και οι προσπάθειες για κοινούς αγώνες των λαών στην ΕΕ (ακόμη και των εργατικών συνδικάτων!) για να αντιμετωπίσουν τη σημερινή γενικευμένη επίθεση των ελίτ με στόχο να ισοπεδώσουν τις εργασιακές σχέσεις μέσα στη διεθνοποιημένη οικονομία, με ελάχιστο κοινό παρονομαστή τις άθλιες εργασιακές σχέσεις στην Άπω Ανατολή, την Ινδία κ.λπ., έχουν πέσει στο κενό.

Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι είναι αδύνατοι οι κοινοί αγώνες των λαών κατά των ελίτ τους. Όμως αυτοί οι αγώνες πρέπει να ξεκινούν «από κάτω», από τον λαό της κάθε χώρας χωριστά και όχι στο πλαίσιο μιας ένωσης όπως η ΕΕ--όπως εξαπατά για παράδειγμα ο ΣΥΡΙΖΑ-- όπου οι ελίτ έχουν πολλά μέσα να τους εξουδετερώσουν. Ούτε καν μέσα από πανευρωπαϊκά οργανωμένα σοσιαλιστικά κόμματα ή συνδικάτα, όπως προτείνει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και διάφορα Τροτσκιστικά «κόμματα», πράγμα που επίσης καταντά άλλη μια προσπάθεια «από πάνω», με βάση τις παραπάνω διαφορές μεταξύ των λαών αλλά και με δεδομένες τις ιεραρχικές σχέσεις, γεγονός που επίσης οδήγησε στην ιστορική αποτυχία όλων αυτών των προσπαθειών. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι προσκεκλημένος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ πριν λίγες μέρες, ο «αντικαπιταλιστής» Τάρικ Αλί, ο οποίος έχει σήμερα τόση σχέση με τον αντικαπιταλιστικό αγώνα όση περίπου και ο...Κον Μπεντίτ (είναι γνωστή π.χ. η έμμεση στήριξη του στη ΝΑΤΟϊκή εκστρατεία ενάντια στον λαό της Λιβύης) μίλησε για την ανάγκη να νικήσει η Αριστερά στις εκλογές (δηλ. ο ΣΥΡΙΖΑ) η οποία, όπως είπε, θα πρέπει να προχωρήσει στην εθνικοποίηση των Τραπεζών και στην αθέτηση πληρωμής του Χρέους --όλα αυτά μέσα στην ΕΕ και την Ευρωζώνη, που υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ, για τις οποίες ο Τ. Αλί δεν είπε λέξη! Ούτε είναι συμπτωματικό ότι, στο ίδιο μήκος κύματος, και ο μεταμοντέρνος «Μαρξιστής» Ζίζεκ που (φυσικά ήταν ενθουσιώδης για την «ροζ επανάσταση» του Ιράν, η οποία ήταν πρόδρομος των σημερινών Αραβικών «επαναστάσεων»), παρομοιάζει τον ΣΥΡΙΖΑ με τη «φωνή της λογικής που ορθώνει το ανάστημά της ενάντια στην τρέλα της ιδεολογίας της αγοράς», την οποία προφανώς εκπροσωπούν κάποιοι κακοί Τραπεζίτες και πολιτικοί με τους οποίους, φυσικά, ουδεμία σχέση έχει η ΕΕ και η Ευρωζώνη --για τις οποίες, επίσης, δεν αρθρώνει λέξη

Και όταν μιλώ για αγώνες που πρέπει να ξεκινούν «από κάτω», από τον λαό της κάθε χώρας χωριστά, εννοώ, στην ιδανική περίπτωση, τη συγκρότηση από κάθε λαό οργάνων για την αυτό-οργάνωσή του, σαν αναγκαία προϋπόθεση για τη δημιουργία των βάσεων της οικονομικής και πολιτικής αυτοδυναμίας του. Δεν εννοώ δηλαδή την παρωδία άμεσης δημοκρατίας στις πλατείες, από την Ταχρίρ μέχρι το Σύνταγμα, και από τη Νέα Υόρκη μέχρι το Λονδίνο, εφόσον πραγματική άμεση δημοκρατία σημαίνει θεσπισμένα (όργανα) άμεσης πολιτικής και οικονομικής δημοκρατίας των πολιτών στον τόπο διαμονής τους και αντίστοιχα όργανα στους τόπους δουλειάς, εκπαίδευσης κ.λπ. που θα συνομοσπονδιοποιούνται στο τοπικό, το περιφερειακό, το εθνικό και αργότερα στο ηπειρωτικό επίπεδο.

Όμως, δεδομένου ότι ο άμεσος στόχος ενός παρόμοιου Μετώπου θα ήταν η πραγματική και μόνιμη έξοδος από την κρίση, η οποία είναι αδύνατη χωρίς την δημιουργία των βάσεων για μια αυτοδύναμη οικονομία, ενώ η αποδέσμευση από την νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση γενικότερα είναι μακροπρόθεσμος στόχος, το Μέτωπο αυτό θα μπορούσε αρχικά να προκύψει, (πάντα σε μια χώρα), από δυνάμεις που δεσμεύονται προγραμματικά για την έξοδο από ΕΕ και Ευρώ και τη δημιουργία των βάσεων μιας αυτοδύναμης οικονομίας, είτε οι δυνάμεις αυτές αποτελούνται από λαϊκά στρώματα που πιστεύουν σε κάποιο τύπο κρατικού σοσιαλισμού, είτε σε μια αμεσοδημοκρατική κοινωνία σαν αυτή που περιέγραψα σύντομα, ενώ το θέμα της μορφής συστημικής αλλαγής, θα αφεθεί να αποφασιστεί με δημοκρατικές διαδικασίες, αφού έχει επιτευχθεί πρώτα η οικονομική αυτοδυναμία.

Η ευθύνη όμως για την μη ανάπτυξη ενός αγώνα με βασικό αίτημα την μονομερή έξοδο από την ΕΕ σαν βασική προϋπόθεση για τη δημιουργία μιας αυτοδύναμης οικονομίας ανήκει μεν πρωταρχικά στην αντιμνημονιακή αριστερά, αλλά δεν είναι άμοιρη ευθύνης και η υπόλοιπη Αριστερά, αντισυστημική και μη, που δεν έβαλε την μονομερή έξοδο από την ΕΕ σαν βασική προϋπόθεση διεξόδου από την κρίση (χωρίς υπεκφυγές που παραπέμπουν στη ...Δευτέρα Παρουσία, δηλαδή στην πανευρωπαϊκή αντικαπιταλιστική και σοσιαλιστική επανάσταση, ή την γενική καπιταλιστική «ρήξη» κ.λπ.). Μέρος αυτής της ευθύνης φέρνει ακόμη και η αντισυστημική Αριστερά (ΚΚΕ) που ενώ έβαζε πάντα με συνέπεια το θέμα της μονομερούς εξόδου από την ΕΕ και είναι η μόνη που αγωνίζεται και σήμερα για να βοηθήσει στη σχετική συνειδητοποίηση των λαϊκών στρωμάτων, εντούτοις, δεν προσπάθησε να συμβάλλει στη σύμπηξη ενός Λαϊκού Μετώπου με βάση ένα μεταβατικό πρόγραμμα που θα μπορούσε να συνενώσει όλα τα λαϊκά στρώματα που αποτελούν τα θύματα της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και σήμερα μάχονται κυριολεκτικά για την επιβίωσή τους. Δηλαδή, ένα Μέτωπο, με βασικό στόχο την έξοδο από την ΕΕ, η οποία θα έκανε άμεσα εφικτούς και τους παρακάτω στόχους:

-την άμεση στάση πληρωμών και την μη αναγνώριση του Χρέους, όχι γατί θα το πιστοποιούσε μια ...Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου αλλά απλά γιατί δεν ρωτήθηκε ποτέ ο Λαός γι’ αυτό!
-την πραγματική καταγγελία Μνημονίου και δανειακών συμβάσεων και ακύρωση των σχετικών εφαρμοστικών νόμων, χωρίς καμιά αναδιαπραγμάτευση για τη δημιουργία ενός «προοδευτικού» Μνημονίου μέσα στην ΕΕ
-την επανακοινωνικοποίηση του εθνικού πλούτου που ξεπουλήθηκε ή είναι για ξεπούλημα
-τη ΜΟΝΙΜΗ εισαγωγή αυστηρών κοινωνικών ελέγχων στις αγορές
-την ανάθεση στην κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου της αποκλειστικής διαχείρισης της οικονομίας, μέχρις ότου να δημιουργηθεί μια άλλη οικονομία που θα ελέγχεται από τον ίδιο τον Λαό, ανάλογα με τη μορφή συστημικής αλλαγής που θα επιλέξει
-την δραστική φορολόγηση της περιουσίας και των υψηλών εισοδημάτων, βραχυπρόθεσμα, για τη κάλυψη των αναγκών για τις κοινωνικές επενδύσεις (όχι τις ιδιωτικές στις οποίες βασίζεται το πρόγραμμα ΣΥΡΙΖΑ!) στην αυτοδύναμη παραγωγική δομή, και, μακροπρόθεσμα, για τη κοινωνική κάλυψη βασικών αναγκών όπως η Υγεία και η Εκπαίδευση.

Θα πρέπει τέλος να σημειωθεί εδώ ότι η τρομοκρατική προπαγάνδα των ελίτ στην εκστρατεία να παγιδεύσουν τον Λαό να εκλέξει είτε φίλο-ΕΕ κόμματα εξουσίας, αλλά και φίλο-ΕΕ ...αξιωματική αντιπολίτευση (που θα «μάχεται» για την τιμή των όπλων, όπως για παράδειγμα η ΓΣΕΕ!), είτε φίλο-ΕΕ «κυβέρνηση της Αριστεράς» έχει πράγματι κάποια βάση, αλλά ακριβώς μόνο γιατί παίρνει κατά γράμμα το αντιφατικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ. Δηλαδή, πράγματι η επιδίωξη ακόμη και των στόχων που διακηρύσσει, μέσα στην ΕΕ, (ακόμη και μετά την «εκούσια» έξοδο από την Ευρωζώνη στην οποία μπορεί να μας εξανάγκαζαν οι «εταίροι» μας), θα μπορούσε να οδηγήσει σε υπερπληθωρισμό, απώλεια καταθέσεων, αδυναμία πληρωμής μισθών και συντάξεων κ.λπ., εφόσον η έξοδος από το Ευρώ δεν θα συνοδευόταν από σειρά συμπληρωματικών μέτρων όπως τα παραπάνω που θα έδιναν πραγματικά τον έλεγχο της οικονομικής διαχείρισης στον Ελληνικό Λαό.

Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με τα «εθνικά θέματα» για τα οποία ανησυχεί η «πατριωτική» Αριστερά και Δεξιά. Η συμμετοχή μας στην ΕΕ και τον πολιτικοστρατιωτικό της εγκληματικό οργανισμό, το ΝΑΤΟ, απλά μας ενέπλεξε σε εγκλήματα όπως αυτό τελευταία κατά του λαού της Λιβύης και αύριο στα προετοιμαζόμενα εγκλήματα κατά των λαών της Συρίας και του Ιράν. Δεν μας ‘έσωσε’ όμως από την εισβολή και κατοχή της μισής Κύπρου, αλλά αντίθετα μας εξανάγκασε να ξοδεύουμε τεράστια ποσά κάθε χρόνο για να πλουτίζουμε τις δυτικές πολεμικές βιομηχανίες, ενώ θα αρκούσε μια επίσημη δέσμευση της ΕΕ και του ΝΑΤΟ ότι εγγυάται τα σύνορά μας σαν σύνορα της ΕΕ που θα έκανε περιττές τις δαπάνες αυτές![1] Η έξοδος όμως από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ θα μας έδινε τη δυνατότητα να κάνουμε, βραχυπρόθεσμα, νέες συμμαχίες με χώρες που αντικειμενικά δεν έχουν σήμερα τα ίδια συμφέροντα με αυτά της υπερεθνικής ελίτ (π.χ. τη Ρωσία) για την προστασία των συνόρων μας (που δεν κινδυνεύουν τόσο από γειτονικούς λαούς όσο από την υπερεθνική ελίτ που τους υποκινεί) και των ανταλλαγών μας (σε σχέση με ενέργεια κ.λπ.) και, μακροπρόθεσμα με τις συνομοσπονδίες άμεσης πολιτικής και οικονομικής δημοκρατίας των λαών που ελπίζουμε να σχηματισθούν στο μέλλον, μετά την πιθανή κατάρρευση της περιφερειακής Ευρωζώνης (δηλ., των περιφερειακών χωρών του Νότου που αδυνατούν να επιβιώσουν στον ανταγωνισμό με αυτές του Βορρά).

Εάν λοιπόν τελικά επιτύχει το φανερό σχέδιο των ντόπιων και ξένων ελίτ να βάλουν την ΕΕ τόσο στην κυβέρνηση όσο και στην αξιωματική αντιπολίτευση, (σε περίπτωση που η αντιμνημονιακή αριστερά αποτύχει στον σχηματισμό κυβέρνησης), μετατρέποντας την Ελλάδα και σε τυπικό προτεκτοράτο της υπερεθνικής ελίτ, τότε το μόνο που θα απομένει είναι να δημιουργηθούν στο μέλλον οι δυνάμεις για ένα Μέτωπο[2] της πραγματικής αντισυστημικής Αριστεράς, με στόχο την άμεση μονομερή έξοδο από την ΕΕ και την οικονομική αυτοδυναμία (και κατά συνέπεια και την εθνική) που θα θέσει και τις βάσεις για μια οικονομία πραγματικά ελεγχόμενη από τον Λαό και όχι από τις ελίτ, ώστε να μην εμπεδωθεί η οριστική οικονομική καταστροφή των λαϊκών στρωμάτων που θα σημάνει η νομιμοποίηση του συστημικού εγκλήματος.

----------
http://inclusivedemocracy.org/fotopoulos


[1] Τ. Φωτόπουλος, Η Ελλάδα ως Προτεκτοράτο της Υπερεθνικής Ελίτ (Γόρδιος, Νοέμβρης 2010), κεφ. 13

[2] Δίκτυο για την Περιεκτική Δημοκρατία, Έκκληση για ένα νεο Μέτωπο Κοινωνικής και εθνικής απελευθέρωσης,(Φλεβάρης 2012)

http://inclusivedemocracy.org/brochures/2012.04.19__metopo_koinonikis_ethnikis_apeleytherosis.html

Τρίτη, 17 Απριλίου 2012

Τ. Φωτόπουλος-Το πραγματικό (και κρίσιμο) διακύβευμα των εκλογών

Περιεκτική Δημοκρατία, Ειδικό Τεύχος (Άνοιξη 2012) [υπό έκδοση]

Το πραγματικό (και κρίσιμο) διακύβευμα των εκλογών *
ΤΑΚΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ
http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos

Οι επικείμενες εκλογές δεν είναι απλά οι πιο κρίσιμες στην μεταπολίτευση, αλλά, θα μπορούσε βάσιμα να υποστηριχθεί, και για όλη τη μεταπολεμική Ιστορία της Χώρας. Ο βαθμός όμως κρισιμότητας των εκλογών είναι απόλυτη συνάρτηση του ποιο θεωρούμε ότι είναι το διακύβευμά τους. Και αυτό, κάθε άλλο παρά σαφές είναι, εφόσον άλλο σχεδόν είναι το διακύβευμα αυτό για κάθε εκλογική παράταξη—αν περιοριστούμε μόνο σε αυτές αρχικά και δεν αναφερθούμε και στις παρατάξεις που δεν μετέχουν στις εκλογές και συνιστούν αποχή.

Φυσικά, το ποιο είναι το διακύβευμα για τον λαό είναι βασικά ταξικό θέμα και, στην πραγματικότητα το διακύβευμα που υιοθετεί η κάθε παράταξη είναι επίσης ταξικό, έστω και αν επιμελώς το αποκρύβει τόσο η παράταξη όσο και τα ΜΜΕ που την στηρίζουν, ώστε να παρασύρουν και τμήματα του εκλογικού σώματος να στηρίξουν παρατάξεις που δεν εκπροσωπούν το ταξικό τους συμφέρον. Αυτή άλλωστε είναι η πεμπτουσία της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» όπου, ενώ υπάρχουν σαφείς ταξικές διαιρέσεις στη κοινωνία, οι διαιρέσεις αυτές αγνοούνται για χάρη δήθεν ενός ‘γενικού συμφέροντος’ που στην πραγματικότητα όμως, και ιδιαίτερα σε μια κρίση καταστροφική σαν τη σημερινή, είναι απλά προϊόν φαντασίας ή θα έλεγα μέσο εξαπάτησης για την υφαρπαγή της λαϊκής ψήφου, εφόσον βέβαια η ύπαρξη ταξικών συμφερόντων δεν επιτρέπει την οποιαδήποτε αναγωγή σε γενικό συμφέρον, τουλάχιστον για θέματα που αφορούν την οικονομική σφαίρα. Γι’ αυτό άλλωστε και μια πραγματική δημοκρατία, όπως η Περιεκτική Δημοκρατία (ΠΔ) που υποστηρίζουμε, δεν αρκεί να είναι άμεση δημοκρατία, όπως εκ του πονηρού υποστηρίζουν διάφοροι «ελευθεριακοί». Άμεση δημοκρατία χωρίς οικονομική δημοκρατία με την έννοια της εξασφάλισης της οικονομικής ισότητας μεταξύ όλων των πολιτών, δηλαδή χωρίς τη κατάργηση των ταξικών διαιρέσεων, που αποτελεί το θεμέλιο μιας πραγματικής δημοκρατίας, είναι μια απλή απάτη.

Για τα κόμματα εξουσίας (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ), που προφανώς αποτελούν τους κύριους εκφραστές όχι μόνο της εγχώριας οικονομικής ελίτ αλλά και της υπερεθνικής ελίτ (μέσω της τρόικας η οποία εκπροσωπεί τόσο το Ευρωπαϊκό τμήμα της όσο και το υπερατλαντικό) το διακύβευμα, είτε το λένε ρητά είτε όχι, είναι : «Ευρώ ή δραχμή». Με άλλα λόγια, παίρνοντας δεδομένες τις δανειακές συμβάσεις και μνημόνια, για τα οποία έχουν δεσμευτεί οι ηγεσίες τους ακόμη και εγγράφως, το δίλημμα που θέτουν , κυρίως στους νοικοκυραίους μικροαστούς που αποτελούν σήμερα—μετά τη δραστική συρρίκνωση της μεσαίας αστικής τάξης που θα δούμε στη συνέχεια— την κύρια εκλογική πελατεία τους, είναι: συνέχιση της σταθερότητας, έστω μέσα στην αυξανόμενη φτωχοποίησή τους, ή «το χάος που (υποτίθεται) θα φέρει η δραχμή.» Φυσικά, η εγχώρια ελίτ και τα ανώτερα στρώματα της αστικής τάξης, των οποίων τα συμφέροντα υποστηρίζουν πραγματικά τα κόμματα εξουσίας, όχι μόνο δεν έχουν υποστεί την παραμικρή ζημιά από την καταστροφική κρίση αλλά αντίθετα ωφελούνται από αυτή, ιδιαίτερα σε μια χώρα όπως η Ελλάδα όπου η φοροδιαφυγή των προνομιούχων στρωμάτων είναι πολύ σημαντικότερη από αυτή των αντίστοιχων στρωμάτων σε χώρες του καπιταλιστικού κέντρου. Αρκεί μια βόλτα στα βόρεια προάστια της Αθήνας καθώς και στις αυξανόμενες γεωμετρικά φτωχογειτονιές της για να δει κανείς από κοντά τους «δύο κόσμους» στη σημερινή Ελλάδα[1].

Δεν υπάρχει λοιπόν καμιά αμφιβολία ότι για τα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα και τις εγχώριες ελίτ το Ευρώ αποτελεί μονόδρομο. Όμως, για τις Ευρωπαϊκές ελίτ η Ελλάδα ήδη θεωρείται «βαρίδι» μέσα στην Ευρωζώνη, και ενώ βέβαια δεν διανοούνται τη χώρα έξω από την ΕΕ, ώστε να είναι εξασφαλισμένη η ενσωμάτωσή της στην διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς που συνεπάγεται την προσφορά φθηνού εργατικού δυναμικού και προπαντός του κοινωνικού της πλούτου σε τιμή ευκαιρίας, εντούτοις, μέσο-μακροπρόθεσμα την προτιμούν έξω από το Ευρώ, ώστε να αποφευχθούν τα συνεχή προβλήματα στη σταθερότητα του νομίσματος που δημιουργεί η παραμονή της σε αυτό, όπως άλλωστε και άλλων περιφερειακών χωρών της Ευρώπης (Πορτογαλία, Ισπανία κ.ά.). Απλά, δηλαδή, βραχυπρόθεσμα συμπίπτουν τα συμφέροντα ντόπιων και ξένων ελίτ στην παραμονή της Ελλάδος στην Ευρωζώνη, ακόμη και αν αυτό σημαίνει την φτωχοποίηση της πλειοψηφίας του πληθυσμού της.

Όμως, αν αυτό είναι το διακύβευμα των εκλογών για τις ελίτ και τα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα, αυτό δεν ισχύει πια για την ιδιότυπη Ελληνική μεσαία τάξη. Ιδιότυπη, γιατί η μεσαία τάξη στην Ελλάδα είχε την ιδιαιτερότητα (όπως άλλωστε και σε πολλές άλλες χώρες της περιφέρειας και ημιπεριφέρειας) ότι ανήκει βασικά στον δημόσιο τομέα. Και αυτό, διότι η στρεβλή ανάπτυξη μιας χώρας στην περιφέρεια που ανοίγει και απελευθερώνει τις αγορές της, όπως υποχρεώθηκε να κάνει η Ελλάδα από τη στιγμή που εντάχθηκε στην ΕΕ, οδηγεί στην αποδιάρθρωση μιας κατά κανόνα δασμοβίωτης βιομηχανίας και μιας μη ανταγωνιστικής γεωργίας. Γεγονός που αναπόφευκτα οδηγεί τους νέους που αδυνατούν να απορροφηθούν από τον ιδιωτικό τομέα είτε στη μετανάστευση (όπως έγινε μαζικά τη δεκαετία του 60), είτε στο δημόσιο τομέα. Δηλαδή, η ραγδαία μεγέθυνση του δημοσίου τομέα στη μεταπολίτευση ήταν αναγκαία συνέπεια της εισαγωγής ενός εξωστρεφούς οικονομικού μοντέλου ανάπτυξης σε μια μη ανταγωνιστική παραγωγική δομή— μολονότι βέβαια τα θεμέλια γι’ αυτή την εξαρτημένη ανάπτυξη είχαν τεθεί από την αρχή της μεταπολεμικής περιόδου.[2] Η διαδικασία όμως αυτή χρησιμοποιήθηκε φυσικά από τα κόμματα εξουσίας για να παράγουν και αναπαράγουν την εκλογική πελατεία τους, με αντίστοιχη επέκταση του δανεισμού, εφόσον τα δημόσια έσοδα λόγω της πελώριας φοροδιαφυγής και παραοικονομίας ήταν πάντα εντελώς ανεπαρκή σε σχέση με τις δημόσιες δαπάνες—γεγονός που τελικά οδήγησε στη σημερινή κρίση. Από τη στιγμή όμως που η κρίση λόγω της έκρηξης του δημοσίου Χρέους (που ήταν βέβαια μόνο το σύμπτωμα και όχι η αιτία της κρίσης) οδήγησε στη σημερινή μετατροπή της Ελλάδος σε τυπικό σχεδόν προτεκτοράτο της ΕΕ,[3] η απόφαση για παραμονή στην Ευρωζώνη αναπόφευκτα συνεπαγόταν τον σημερινό «μονόδρομο» και τη συνακόλουθη καταστροφή της κρατικοδίαιτης μεσαίας τάξης.

Είναι όμως ακριβώς αυτή η διάσπαση του «ταξικού μετώπου εξουσίας», που στήριζε σε ολόκληρη τη μεταπολεμική περίοδο τα κόμματα εξουσίας, το γεγονός που οδηγεί σε πιθανή μόνιμη πολιτική αστάθεια. Και αυτό, γιατί όσο καιρό τα κόμματα αυτά συγκέντρωναν, εκτός από τις ψήφους των προνομιούχων στρωμάτων (που δεν ξεπερνούν το 20% του εκλογικού σώματος) και τις ψήφους της μεσαίας τάξης, μαζί με αυτές των μικροαστών, μπορούσαν και επιτύγχαναν συντριπτική πλειοψηφία που ξεπερνούσε συνήθως το 75% του συνόλου. Δεδομένου όμως ότι τα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα ελέγχουν απόλυτα τα επίσημα ΜΜΕ, και έμμεσα ακόμη και κάποια από τα εναλλακτικά, έχουν τη δύναμη να καθορίζουν την εκλογική ατζέντα και να αποπροσανατολίζουν ακόμη και κοινωνικά στρώματα από εκείνα που ιδιαίτερα υποφέρουν σήμερα, και είναι σίγουρο ότι θα υποστούν για δεκαετίες, ακόμη χειρότερες συνέπειες από την Βουλγαροποίηση των εισοδημάτων και την Κινεζοποίηση των εργασιακών σχέσεων, καθώς και το ξεπούλημα του κοινωνικού πλούτου της χώρας που επιβάλλει η τρόικα. Και υπάρχουν πολλοί τρόποι να αποπροσανατολίσουν τα λαϊκά στρώματα προσελκύοντας πάλι ψήφους από τους μικροαστούς, τους αυτο-απασχολούμενους κ.λπ.: από την ανάδειξη της μετανάστευσης στην Ελλάδα ως βασικής αιτίας της κρίσης, καλλιεργώντας στη διαδικασία και ρατσιστικές τάσεις, μέχρι την ανακήρυξη της διαφθοράς ως του κύριου στοιχείου της κρίσης, που υποτίθεται θα πατάξει τώρα η ελίτ με τη δίωξη παροπλισμένων πολιτικών τύπου Τσοχατζόπουλου ή κάποιων παρόμοιων ακίνδυνων πολιτικάντηδων στο μέλλον!

Είναι φανερό επομένως ότι ακόμη και αν το διακύβευμα των εκλογών ήταν μόνο «Ευρώ ή δραχμή», όπως το παρουσιάζουν τα κόμματα εξουσίας, τα ΜΜΕ κ.λπ. πάλι θα ήταν σημαντικές οι εκλογές αυτές, για τους λόγους που ανέπτυξα. Όμως οι εκλογές είναι κρίσιμες (από τη μεριά πάντα των ελίτ) και για ένα άλλο βασικό λόγο: ότι μόνο εάν σχηματιστεί κυβέρνηση που θα συνεχίσει τις πολιτικές του μονόδρομου, έστω και με κάποιες επουσιώδεις τροποποιήσεις των δανειακών συμβάσεων για να στηρίξουν τη νέα δανειακή κυβέρνηση και τα δεκανίκια του συστήματος στην Αριστερά (ΔΗΜΑΡ, Κοινωνική Συμμαχία, Οικολόγοι-Πράσινοι κ.λπ.) και στην δεξιά (ΛΑΟΣ κ.ά.) θα νομιμοποιηθεί τουλάχιστον εκ των υστέρων το συστημικό έγκλημα που διαπράχθηκε με τις δανειακές συμβάσεις, οι οποίες όχι μόνο οδηγούν στη μόνιμη φτωχοποίηση της πλειοψηφίας του λαού και στην κατάργηση κάθε εθνικής και οικονομικής κυριαρχίας, αλλά και στο ξεπούλημα του κοινωνικού πλούτου της χώρας. Και είναι γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο που όσοι προτείνουν αποχή ειδικά για αυτές τις εκλογές λειτουργούν αντικειμενικά σαν συστημικά όργανα. Είναι δηλαδή ένα πράγμα να μην μετέχεις γενικά στις κοινοβουλευτικές εκλογές γιατί δεν δέχεσαι την κοινοβουλευτική «δημοκρατία», όπως είναι άλλωστε και η θέση της ΠΔ , και εντελώς άλλο να μην μετέχεις ειδικά στις συγκεκριμένες εκλογές, ακόμη και αν το διακύβευμα τους ήταν μόνο αυτό που περιέγραψα, εφόσον η συγκεκριμένη αποχή, στη πράξη, σημαίνει τη «νομιμοποίηση» του συστημικού εγκλήματος. Φυσικά, δεν μπορεί κανένας να ισχυριστεί ότι αυτοί που δεν ψηφίζουν ποτέ για λόγους αρχής θα λειτουργήσουν αντικειμενικά σαν συστημικά όργανα αν απόσχουν πάλι, και απόκειται στη συνείδηση τους η απόφαση για το εάν η κρισιμότητα των επικείμενων εκλογών δικαιολογεί την παραβίαση των αρχών τους ή όχι.

Όμως, το διακύβευμα των εκλογών αυτών είναι ακόμη κρισιμότερο από τη μεριά του Λαού. Στην πραγματικότητα, το διακύβευμα δεν είναι καν απλά, «Ευρώ ή δραχμή», αλλά «ΕΕ ή αυτοδύναμη οικονομία». Και η διαφορά μεταξύ των δύο είναι καθοριστική. Και αυτό, διότι το πρώτο, για τα λαϊκά στρώματα, είναι ένα ψευτοδίλημμα εφόσον είτε παραμείνουμε στην Ευρωζώνη είτε όχι, από τη στιγμή που συνεχίσουμε να παραμένουμε στην ΕΕ, όλες οι αιτίες που δημιούργησαν το Χρέος και την κρίση εξακολουθούν να παραμένουν και μάλιστα σε απείρως χειρότερες συνθήκες για τα λαϊκά στρώματα. Ακόμη και όλο το Χρέος να μας χάριζαν οι ελίτ, σε μερικά χρόνια θα είχαμε νέο δυσβάστακτο χρέος όσο η παραγωγική δομή της χώρας παραμένει μη ανταγωνιστική. Και η ανταγωνιστικότητα δεν εξαρτάται απλά από το επίπεδο τιμών και μισθών, όπως βολεύει να λένε οι ελίτ και τα ΜΜΕ που ελέγχουν, αλλά και από την παραγωγικότητα, δηλαδή από τις επενδύσεις στην παραγωγική δομή. Όμως, το ντόπιο και ξένο κεφάλαιο ποτέ δεν πραγματοποίησε τις απαιτούμενες παραγωγικές επενδύσεις στη μεταπολεμική περίοδο[4] και φυσικά δεν πρόκειται να το κάνει ούτε στο μέλλον, ακόμη και αν Κινεζοποιηθεί όλο το εργατικό δυναμικό μας (από άποψη εργασιακών συνθηκών), εφόσον η Ελλάδα δεν έχει τη παραγωγική υποδομή που είχε δημιουργήσει στη Κίνα η κομουνιστική επανάσταση. Με άλλα λόγια, στη σημερινή διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς οι χώρες στην περιφέρεια/ ημιπεριφέρεια είναι καταδικασμένες να χάσουν κάθε ίχνος οικονομικής και εθνικής κυριαρχίας και οι λαοί τους, πέρα από τις ελίτ και κάποια προνομιούχα κοινωνικά στρώματα, είναι καταδικασμένοι στη φτώχεια, τον εργασιακό Μεσαίωνα και την περιστασιακή ή μερική απασχόληση, ή εναλλακτικά τη μετανάστευση, όταν ανακάμψουν οι χώρες του κέντρου. Η συνθήκη άλλωστε του Μάαστριχτ και αυτές που την ακολούθησαν ακριβώς θεσμοποίησαν τις προϋποθέσεις για τη δημιουργία αυτών των συνθηκών.

Αυτό σημαίνει ότι αν δεν δημιουργηθούν οι δυνάμεις για ένα Μέτωπο[5] με στόχο την άμεση μονομερή έξοδο από την ΕΕ και την οικονομική αυτοδυναμία που θα θέσει και τις βάσεις για μια οικονομία πραγματικά ελεγχόμενη από τον Λαό και όχι από τις ελίτ, με μορφή την οποία θα αποφασίσει ο λαός σε ένα δεύτερο στάδιο, τότε η οριστική οικονομική καταστροφή των λαϊκών στρωμάτων που θα σημάνει η νομιμοποίηση του συστημικού εγκλήματος θα είναι μη αναστρέψιμη. Επομένως δεν αρκεί να καταψηφιστούν τα κόμματα εξουσίας και τα δεκανίκια τους.

Όμως, εδώ θα πρέπει να κάνουμε τη σημαντική διάκριση μεταξύ συστημικών και μη συστημικών κομμάτων και παρατάξεων, μια θεμελιακή διάκριση που είναι ιδιαίτερα σημαντική στις εκλογές αυτές, όπου, σε σημαντικό βαθμό, κρίνεται η μακροπρόθεσμη επιβίωση του συστήματος της οικονομίας της αγοράς και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας στον τόπο μας, και όχι απλά το αν θα επικρατήσουν μνημονιακές ή αντιμνημονιακές δυνάμεις οπως ισχυρίζεται η ρεφορμιστική «Αριστερά» —επιλογή που αποτελεί άλλη μια φενάκη. Και αυτό, διότι στην πραγματικότητα κανένα κόμμα δεν μπορεί να εφαρμόσει στην εξουσία πραγματικά διαφορετικές πολιτικές από αυτές που δεσμεύθηκαν να εφαρμόσουν τα κόμματα εξουσίας, εφόσον δεν επιτύχει πρώτα την μονομερή έξοδο, όχι απλά από την Ευρωζώνη, όπως παραπλανητικά υποστηρίζει ένα τμήμα της δήθεν αντισυστημικής Αριστεράς (π.χ. ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ΕΛΕ κ.λπ.), αλλά από την ίδια την ΕΕ, και ό,τι αυτό συνεπάγεται από άποψη συμπληρωματικών πολιτικών[6]. Άλλωστε έξω από την Ευρωζώνη μπορεί να βρεθούμε έτσι και αλλιώς σύντομα χάρη σε απόφαση των ελίτ, όπως ανέφερα παραπάνω, όπως άλλωστε είχαμε και «κούρεμα του Χρέους» από τις ίδιες ελίτ (άλλο παλαιότερο αίτημα της ίδιας Αριστεράς!). Και τα ίδια βέβαια ισχύουν και για την «πατριωτική» Αριστερά (ΕΠΑΜ κ.λπ.) που επίσης δεν θέτει θέμα εξόδου από την ΕΕ. Και, φυσικά, έξοδος από την ΕΕ δεν σημαίνει έξοδο από την Ευρώπη, όπως υποστηρίζουν οι λακέδες του κεφαλαίου επαγγελματίες πολιτικοί, αλλά απλά έξοδο από την Ευρώπη των ελίτ, για μια νέα Ευρώπη των Λαών.

Είναι δηλαδή η θέση ενός κόμματος ή οργάνωσης απέναντι στην ίδια την ένταξη της χώρας στην ΕΕ, (που είναι το κύριο μέσο για την ενσωμάτωσή της στη διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς), αυτό που καθορίζει αποφασιστικά την ενσωμάτωση ενός κόμματος ή οργάνωσης στις συστημικές δυνάμεις ή όχι. Η μη θέση επομένως θέματος άμεσης εξόδου από την ΕΕ, με στόχο τη δημιουργία των βάσεων οικονομικής αυτοδυναμίας (που είναι ο μόνος τρόπος απεμπλοκής μας από την νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση), τη στιγμή που βλέπουμε να συντελείται μπροστά στα μάτια μας η εντεινόμενη εξαθλίωση της πλειοψηφίας του λαού και η μετατροπή της χώρας σε μόνιμο προτεκτοράτο της υπερεθνικής ελίτ, είναι αυτόχρημα εγκληματική, και έτσι θα κριθεί από την Ιστορία.-

* Το άρθρο αυτό αποτελεί προδημοσίευση του υπό έκδοση ειδικού τεύχους του περιοδικού Περιεκτική Δημοκρατία (κυκλοφορεί τέλος Απριλίου)

[1] Rupert Neate, “Crisis, what crisis? In Greece’s Chelsea they are still enjoying a life of luxury”, The Observer, 11/3/2012

[2] βλ. Τάκης Φωτόπουλος, Εξαρτημένη Ανάπτυξη: η Ελληνική περίπτωση, (Εξάντας, 1987)

[3] Τάκης Φωτόπουλος, Η Ελλάδα ως προτεκτοράτο της υπερεθνικής ελίτ, (Γόρδιος, Νοέμβρης 2010)

[4] Εξαρτημένη Ανάπτυξη, ο.π. κεφ. Γ3

[5] Δίκτυο για την Περιεκτική Δημοκρατία, Έκκληση για ένα νεο Μέτωπο Κοινωνικής και εθνικής απελευθέρωσης, (Νοέμβρης 2011) http://www.inclusivedemocracy.org/brochures/2011.11.13__neo_ethniko_koinoniko_metopo_extented.html

[6] στο ίδιο