Οι παρεμβάσεις του Τάκη Φωτόπουλου, επειδή διέπονται πάντοτε από μια καθαρότητα σε ό,τι αφορά τις πολιτικές τους παραδοχές και μια αγωνιστικού χαρακτήρα τιμιότητα προθέσεων, είναι από αυτές που καθιστούν εφικτό τον κριτικό διάλογο ανεξαρτήτως διαφωνιών. Μια τέτοια διαφωνία αφορά και η παρακάτω παρέμβαση, η οποία δεν αποτελεί συνολική τοποθέτηση για το κείμενό του "Η επιτακτική ανάγκη, για ένα Λαϊκό Μέτωπο Κοινωνικής και Εθνικής Απελευθέρωσης: Μετά την ήττα του λαϊκού κινήματος"--εγχείρημα το οποίο θα απαιτούσε αρκετό χρόνο και χώρο-- αλλά μια επιμέρους, ωστόσο κρίσιμη από την πλευρά του γράφοντος παρατήρηση.
Δύο είναι τα --αλληλένδετα κατά την γνώμη μου-- σημεία της παρέμβασης στα οποία θα ήθελα να τοποθετηθώ. Το πρώτο αφορά την πολιτική αποτίμηση της τακτικής του ΚΚΕ, ενώ το δεύτερο καταθέτει με ασυνήθιστη για τα ελληνικά δεδομένα διαφάνεια τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται (πάντα κατά τη δική μου εκτίμηση), αυτή η αποτίμηση.
Ξεκινάμε με την αποτίμηση:
ακόμη και όταν αντισυστημικά κόμματα όπως το ΚΚΕ έπαιρναν σωστές θέσεις για τη διαγραφή του Χρέους και τη συνακόλουθη έξοδο από την ΕΕ/Ευρωζώνη και την ανάγκη αυτοδύναμης ανάπτυξης, ουσιαστικά τις αχρήστευαν με το να συνδέουν την έξοδο από την ΕΕ με τη κατάκτηση της λαϊκής εξουσίας, δηλαδή με την αλλαγή του συστήματος, η οποία βέβαια αυτή τη στιγμή ήταν αδύνατη, όπως άλλωστε και το ίδιο τόνιζε. [...] Όχι τυχαία, τόσο το ΚΚΕ όσο και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ υπέστησαν εκλογική συντριβή, που, συνακόλουθα, δεν οφείλεται μόνο στην τρομοκρατία των ελίτ και τον λαϊκισμό του ΣΥΡΙΖΑ.
Κατ' αρχάς, θα πρέπει να συμφωνήσω με την τελευταία πρόταση του παραθέματος: πράγματι το ΚΚΕ υπέστη εκλογική συντριβή και πράγματι η συντριβή αυτή "δεν οφείλεται μόνο στην τρομοκρατία των ελίτ και τον λαϊκισμό του ΣΥΡΙΖΑ", αλλά έχει πολλαπλές αιτίες. Η αιτία όμως που παραθέτει εκτός από αυτές τις δύο ο Φωτόπουλος είναι μόνο μία και είναι η εξής: οι σωστές θέσεις του ΚΚΕ για έξοδο από την ΕΕ/Ευρωζώνη και την ανάγκη αυτοδύναμης ανάπτυξης "αχρηστεύθηκαν" από την σύνδεσή τους με την κατάκτηση της λαϊκής εξουσίας. Το πρώτο ερώτημα που ανακύπτει από μια τέτοια διάγνωση είναι γιατί δεν εμφανίστηκε καμία απολύτως πολιτική δύναμη που να προκρίνει την έξοδο από την ΕΕ/Ευρωζώνη και την ανάγκη αυτοδύναμης ανάπτυξης χωρίς να τις συνδέσει με την κατάκτηση της λαϊκής εξουσίας. Ο ΑΝΤΑΡΣΥΑ, στον οποίο αναφέρεται επίσης ο Φωτόπουλος, ανέπτυξε αποσπασματικά και κατά περίσταση θέσεις για έξοδο, ανέπτυξε όμως και πρωτοβουλία για την Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου που δεν συμβαδίζει με το πρόταγμα της εξόδου και ρητορική που "θόλωνε" τα νερά με μια αφηρημένη επίκληση "ρήξης και ανατροπής" που δεν περιελάμβανε συγκεκριμένη πρόταση για το ποια πολιτική μορφή και οικονομική μορφή θα είχαν αυτές. Και φυσικά, καταποντίστηκε και ο ίδιος εκλογικά. Στην πραγματικότητα, κανένα από τα κόμματα τα οποία εξελέγησαν στη Βουλή πλην ΚΚΕ δεν έθεσε ζήτημα εξόδου από την ΕΕ/Ευρωζώνη.
Το ρεαλιστικό "μίνιμουμ" λοιπόν του προγράμματος που προκρίνει ο Φωτόπουλος συμπίπτει στην πολιτικά εκπεφρασμένη πράξη (στη βάση των διαθέσιμων πολιτικών επιλογών) με το μάξιμουμ, με αυτό που ο ίδιος θεωρεί ότι ακύρωσε την θελκτικότητα του "μίνιμουμ": την ανατροπή του αστικού κοινοβουλευτικού συστήματος μέσα από την μαζική κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας. Δεν θα θίξουμε εδώ το κατά πόσο το "μίνιμουμ" ήταν πράγματι "θελκτικό": αρκεί να πούμε ότι αν ήταν, δεν θα υπήρχε τόση πίεση από την κοινή γνώμη στο ΚΚΕ να συμμαχήσει με κόμματα (ΣΥΡΙΖΑ/ΔΗΜΑΡ) που καμία τέτοια πρόταση δεν εκπροσώπησαν, και δεν θα αναδεικνυόταν πρώτο κόμμα η βαρυφορτωμένη με διαχειριστικά σκάνδαλα και πρώην "απονομιμοποιημένη" ΝΔ, με μια αντζέντα που διακήρυττε την παραμονή στο ευρώ ως απόλυτη προτεραιότητα και στόχο.
Τα παραπάνω παραπέμπουν σε μια λογική την οποία ο Φωτόπουλος είναι ξεκάθαρο ότι δεν αποδέχεται, δεν είναι όμως ξεκάθαρο τι τον οδηγεί να την απορρίψει: και η λογική αυτή, που κατά την δική μου εκτίμηση εξέφρασε η πολιτική στάση του ΚΚΕ, είναι πως οι αντικειμενικές συνθήκες σε ό,τι αφορά την σύνδεση του ελληνικού καπιταλισμού με τον ευρωπαϊκό είναι τέτοιες που η ρήξη με την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι αδύνατη (εξόν ως ρητορική φαμφάρα και άσκηση στην πολυγλωσσία) χωρίς ριζική ανατροπή των πολιτικών συσχετισμών σε βαθμό τέτοιο που να ανατρέπεται η ίδια η υφιστάμενη κρατική εξουσία. Το ζήτημα το έθεσε προεκλογικά κατ' επανάληψη η ΓΓ, τα στελέχη και όργανα του κόμματος, όταν έκαναν λόγο για τη διαφορά μεταξύ της αναγκαστικής, νομοτελειακής διαχειριστικότητας μιας "αριστερής κυβέρνησης" ακόμα και αν αυτή περιελάμβανε το ΚΚΕ, και της ρηξιγενούς προοπτικής μιας συνολικής ανατροπής του πολιτικού συστήματος.
Πράγμα το οποίο μας φέρνει σε μια κρίσιμη λεπτομέρεια στο πιο πάνω παράθεμα: για τον Φωτόπουλο, υπήρχε μια αντίφαση στην στάση του ΚΚΕ διότι "το ίδιο τόνιζε" πως η "αλλαγή του συστήματος" που ήταν η μαξιμαλιστική προϋπόθεση για το φαινομενικά ελάχιστο ήταν αδύνατη. Δεν γνωρίζω όμως κανένα κείμενο ή ομιλία του κόμματος που να "τονίζει" κάτι τέτοιο· το αντίθετο, αυτό που τονιζόταν ήταν η ανάγκη ο λαός να κατανοήσει την ιστορική αναγκαιότητα μιας τέτοιας αλλαγής. Και εκεί βέβαια ήταν που το ΚΚΕ απέτυχε να πείσει για τον "ρεαλισμό" των προσδοκιών του, όπως και εκεί ήταν που "πάτησε" ο υποτιθέμενα ρεαλιστικός σαρκασμός ΣΥΡΙΖΑ περί "πίστης στην δευτέρα παρουσία." Ο λαός συμμερίστηκε την άποψη πως το ΚΚΕ έχει χιλιαστικές προσδοκίες που δεν τον αφορούν ούτε επιλύουν τα προβλήματά του στο παρόν, όχι την ιδέα ότι το ΚΚΕ προωθούσε αντιφατικά ένα όραμα ανατροπής για το οποίο το ίδιο "τόνιζε" πως είναι ανέφικτο.
Στην πραγματικότητα, και εδώ θα περάσουμε στο δεύτερο παράθεμα, είναι ο ίδιος ο Φωτόπουλος που διακηρύσσει το αδύνατο της "αλλαγής του συστήματος" και βασίζει σε αυτή την πεποίθηση την λογική και το σκεπτικό της συνολικής του πρότασης:
Ο απώτερος στόχος ενός παρόμοιου Μετώπου δεν μπορεί παρά να είναι η απεξάρτηση της Ελλάδας από τη διεθνοποιημένη καπιταλιστική οικονομία της αγοράς και τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση [...] Η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση είναι ΣΥΣΤΗΜΙΚΟ φαινόμενο και ανατρέπεται μόνο μέσα από την ανατροπή των θεσμών της, και ιδιαίτερα των ανοικτών και «απελευθερωμένων» αγορών κεφαλαίου, εργασίας, εμπορευμάτων και υπηρεσιών. [...]
Όμως ο στόχος αυτός είναι και άρρηκτα δεμένος με την συστημική αλλαγή και επομένως συναρτάται απόλυτα με τον συσχετισμό δυνάμεων που θα επικρατεί αφού θα έχουν επιτευχθεί οι άμεσοι και μεσοπρόθεσμοι στόχοι οι ΟΠΟΙΟΙ ΔΕΝ ΠΡΟΫΠΟΘΕΤΟΥΝ ΣΥΣΤΗΜΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ [...]
Όμως γιατί οι στόχοι του ΛΜ δεν πρέπει να προϋποθέτουν τη Λαϊκή Εξουσία και τη συστημική αλλαγή γενικότερα, όπως υποστηρίζει σχεδόν σύσσωμη η πραγματική αντισυστημική Αριστερά [...];
-Γιατί σήμερα όλοι παραδέχονται ότι δεν υπάρχουν επαναστατικές συνθήκες (έστω και αν υπάρχουν εξεγερσιακές συνθήκες), ούτε προβλέπονται για το προσεχές μέλλον, πράγμα που κάνει επιτακτική της ανάγκη ενός Λαϊκού Μετώπου με στόχους σαν τους παραπάνω για να σταματήσουμε την οικονομική και κοινωνική καταστροφή, να βάλουμε τις βάσεις για μόνιμη έξοδο από την κρίση αλλά και τα θεμέλια για συστημική ή επαναστατική αλλαγή.
Δεν έχει νόημα να ρωτήσουμε γιατί ο Φωτόπουλος δεν θεωρεί υφιστάμενες τις επαναστατικές συνθήκες σήμερα ή μάλλον αδύνατες στο "προσεχές μέλλον", και συνεπώς απορρίπτει τη θέση του ΚΚΕ για την αναγκαιότητα της λαϊκής εξουσίας ως προϋπόθεσης. Είναι προφανές από το "όλοι παραδέχονται ότι..." πως ο ίδιος θεωρεί αναμφισβήτητη την διαπίστωση, και φυσικά δεν είναι ο μόνος απλώς επειδή είναι σχεδόν ο μόνος που έχει την εντιμότητα να το πει. Μάλλον, η απάντηση εδώ στον Φωτόπουλο οφείλει να έρθει με τη μορφή μιας ερώτησης που απευθύνεται στο ΚΚΕ: γιατί, την στιγμή που "όλοι παραδέχονται ότι δεν υπάρχουν επαναστατικές συνθήκες" επέμενε και επιμένει το ΚΚΕ στην πρόταξη της "λαϊκής εξουσίας"; Η ερώτηση αυτή έχει το πλεονέκτημα να αντικατοπτρίζει ένα πραγματικό, και αναπάντητο για τους περισσότερους, αίνιγμα, σε αντίθεση με την ερώτηση περί επιμονής στην λαϊκή εξουσία όταν το ίδιο το ΚΚΕ δέχεται το αδύνατο της συστημικής αλλαγής (παραδοχή που έδειξα ότι αφορά μάλλον τον ίδιο τον Φωτόπουλο παρά το ΚΚΕ).
Μία απάντηση στο ερώτημα αυτό θα μπορούσε να έρθει με την μορφή της έμφασης στην αυτοκριτική του κόμματος για την πολιτική που ακολούθησε στην περίοδο 1941-49, και συγκεκριμένα της αυτοκριτικής του όχι απλά για την υπογραφή της συμφωνίας της Καζέρτας και της Βάρκιζας, αλλά για την επιμονή των στελεχών του στην ιδέα ότι η επανάσταση στην Ελλάδα μπορούσε να είναι μόνο αστικοδημοκρατική και συνεπώς ότι η πολιτική του κόμματος θα έπρεπε να χτιστεί πάνω σε συνεργασίες με τις προοδευτικές αστικές δυνάμεις. Σύμφωνα με μια τέτοια οπτική, το ΚΚΕ καθοδηγείται από την αποστροφή του για μια ιστορική επιλογή που είχε τεράστιο κόστος αίματος για τα μέλη του, και που κατέληξε όχι απλά στην ήττα αλλά στην δημιουργία των συνθηκών εκείνων που επέτρεψαν στο αστικό κράτος να εξασφαλίσει την μακροχρόνια βιωσιμότητά του και να οδηγήσει τη χώρα στην σημερινή, πλήρη υποτέλεια στο ευρωενωσιακό και διεθνές κεφάλαιο. Πρόκειται άλλωστε για μια αυτοκριτική η οποία ήταν έντονη στην προεκλογική περίοδο, τόσο μέσω του πρόσφατα δημοσιευμένου Β τόμου του Δοκιμίου Ιστορίας του ΚΚΕ, όσο και μέσω τοποθετήσεων των κομματικών στελεχών για τα λάθη του παρελθόντος.
Η απάντηση όμως αυτή βάζει το άλογο μπροστά από το καρότσι, ή τουλάχιστον προϋποθέτει ότι αυτό κάνει το ΚΚΕ: με άλλα λόγια, εικάζει ότι η αιτία για την σημερινή στάση του κόμματος, την οποία θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως "μαξιμαλιστική" (για τον Φωτόπουλο και την συντριπτική πλειοψηφία αβάσιμα και (αυτο)καταστροφικά μαξιμαλιστική) είναι η οπτική του για τα λάθη του παρελθόντος. Το ΚΚΕ, σύμφωνα πάντα με αυτή την οπτική, προσπαθεί να διορθώσει ένα ιστορικό λάθος την "λάθος" στιγμή, λυγίζει το ξύλο υπερβολικά στην άλλη κατεύθυνση, "αριστερίζει", κλπ, ως συνέπεια, σε τελική ανάλυση, μιας εμμονικής ενασχόλησης, σχεδόν υπαρξιακής, με τον εαυτό του και με τα φαντάσματα του παρελθόντος του. Δηλαδή, το ΚΚΕ έχει σήμερα μια πολιτική στάση μόνο και μόνο επειδή δεν θέλει να έχει την πολιτική στάση που είχε στο παρελθόν, και την οποία πλήρωσε ακριβά.
Μια τέτοια ερμηνεία προϋποθέτει φυσικά ότι το ΚΚΕ σχεδιάζει πολιτική βάσει κάποιου είδους ιστορικής μελαγχολίας που το καθιστά ολοκληρωτικά ανίκανο να ανταπεξέλθει στα σημερινά προβλήματα· προϋποθέτει επίσης ένα κόμμα αθεράπευτα ιδεαλιστικό, ένα κόμμα για το οποίο η πολιτική ανάγνωση της συγκυρίας καθυπαγορεύεται από μια αφηρημένη άσκηση στην θεωρητική αυτοκριτική, ώστε το κάρο των θεωρητικών/ιστοριογραφικών ενασχολήσεων να μπαίνει μπροστά απ' το άλογο των υφιστάμενων κοινωνικών δυνάμεων.
Οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι ακόμα και οι πιο καλοπροαίρετοι κριτικοί του ΚΚΕ μοιράζονται τη μία ή την άλλη εκδοχή αυτής της αντίληψης. Στο καλοπροαίρετο σενάριο, το ΚΚΕ έχει καλές (δηλαδή επαναστατικές) προθέσεις, αλλά πάσχει δραματικά στην κατανόηση της συγκυρίας και έτσι αυτές μένουν απλώς κενό γράμμα. Σε κάποιες από τις εκδοχές αυτού του καλοπροαίρετου σεναρίου (όχι όμως σ' αυτή του Φωτόπουλου) αυτός είναι ένας καλός λόγος για να προσχωρήσει κανείς στον ΣΥΡΙΖΑ, που ήταν πιο "ρεαλιστής" σε ό,τι αφορά την απουσία επαναστατικών προοπτικών (θυμηθείτε τον Αλέξη Τσίπρα να λέει πως βεβαίως πιστεύουμε στον σοσιαλισμό, απλώς ο σοσιαλισμός δεν είναι μια προοπτική για το εγγύς μέλλον και πρέπει να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε για να σώσουμε τον κόσμο από τις χειρότερες πλευρές του καπιταλισμού).
Το ότι ο Φωτόπουλος είναι (σωστά) άκρως καχύποπτος προς μια τέτοια λογική θα έπρεπε να τον κάνει να ψάξει λίγο βαθύτερα τα αίτια της ομολογουμένως αινιγματικής για τους περισσότερους επιμονής του ΚΚΕ στην "λαϊκή εξουσία" σε μια εποχή που η "επανάσταση" ομολογείται ως ανέφικτη, την ίδια βέβαια στιγμή που αποτελεί την τσιχλόφουσκα την οποία μασά μετά μανίας η "μεταμοντέρνα", "κινηματική" αριστερά (για την οποία η "επανάσταση" είναι αυτό που είναι και στην καπιταλιστική διαφήμιση, ένα ωραίο σλόγκαν για να πουλάς παλιά προϊόντα σε νέα συσκευασία). Και τα αίτια για την στάση αυτή δεν συνίστανται στην αυτοκριτική του κόμματος για το παρελθόν. Αντίθετα, η αυτοκριτική του κόμματος για το παρελθόν προέκυψε μέσα από μια ανάγνωση της σημερινής συγκυρίας και εξέφρασε τις εκτιμήσεις για αυτή. Με άλλα λόγια: είναι στη βάση του πώς διαβάζει το τώρα που το ΚΚΕ κριτικάρει τις επιλογές του στο χθες, όπως κάνει οποιοσδήποτε που κάνει αυτοκριτική στον παρελθοντικό του εαυτό.
Αλλά πώς διαβάζει το τώρα το ΚΚΕ και γιατί είναι αυτή η ανάγνωση η βάση και το θεμέλιο της επιμονής του σε κάτι που όχι απλά δεν είχε λαϊκό αντίκρυσμα αλλά και ώθησε πολλούς και διάφορους να σπάνε ανέξοδη πλάκα με την δραστική εκλογική συρρίκνωσή του;
"Η κρίση βαθαίνει": το κόμμα επαναλαμβάνει τη φράση αυτή σε διάφορες παραλλαγές σχεδόν μονότονα· και εξίσου μονότονα επιβεβαιώνεται από τα πράγματα. Ακριβώς επειδή το ΚΚΕ ήταν το μοναδικό κόμμα στην Ελλάδα το οποίο πήρε εξ αρχής την υπόθεση ΕΕ σοβαρά από πολιτική, οικονομική και ακόμα και στρατιωτική άποψη αντί να βαυκαλίζεται με οράματα περί "Ευρώπης των λαών", ακριβώς επειδή είχε την θεωρητική συγκρότηση που του επέτρεψε να αντισταθεί στις βιαστικές σειρήνες του "ευρωκομμουνισμού" και των απογόνων του, είναι επίσης το κόμμα που ήταν καλύτερα προετοιμασμένο για τον μακρύ χειμώνα που πρωτοφάνηκε στον ορίζοντα στα τέλη του 2007 και μετακόμισε στην Ευρώπη το 2008.
Τι σημαίνει στην πράξη το να ξέρεις ότι ο χειμώνας της παρούσας κρίσης είναι μακρύς όσο και βαθύς; Σημαίνει το να ξέρεις ότι δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις· σημαίνει να ξέρεις ότι η ελληνική αστική τάξη, μια τάξη που στηρίχτηκε για την βιωσιμότητά της στην πολιτική και οικονομική παρέμβαση του ξένου παράγοντα, βρίσκεται μπροστά σε δομικά και όχι απλώς συγκυριακά αδιέξοδα· σημαίνει το να ξέρεις ότι οι τακτικές της αστικής εξουσίας, στην bona fide "δεξιά" ή στην "αριστερή", "μεταρρυθμιστική" εκδοχή της, έχουν πάρα πολύ μικρό shelf life, πολύ σύντομη ζωή στο ιδεολογικό ράφι. Καταρρέουν όσο γρήγορα εμφανίζονται, και η σαγήνη τους ξεθωριάζει πολύ σύντομα. Δεν είναι λοιπόν η πίστη ότι "υπάρχουν επαναστατικές συνθήκες" (αυτό προϋποθέτει πολύ συγκεκριμένη αλληλεπίδραση ανάμεσα σε αντικειμενικές και υποκειμενικές προϋποθέσεις) αλλά η έλλειψη πίστης στο ότι υπάρχουν "μεταρρυθμιστικές προϋποθέσεις" (ζήτημα καθαρά αντικειμενικό στη διάγνωσή του) που καθυπαγορεύει τόσο την επιμονή του ΚΚΕ σε ένα πρόγραμμα ολικής και μετωπικής ρήξης με το αστικό καθεστώς όσο και την μορφή και κατεύθυνση της αυτοκριτικής για το παρελθόν της περιόδου 1941-49.
Τι σημαίνει στην πράξη το να ξέρεις ότι ο χειμώνας της παρούσας κρίσης είναι μακρύς όσο και βαθύς; Σημαίνει το να ξέρεις ότι δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις· σημαίνει να ξέρεις ότι η ελληνική αστική τάξη, μια τάξη που στηρίχτηκε για την βιωσιμότητά της στην πολιτική και οικονομική παρέμβαση του ξένου παράγοντα, βρίσκεται μπροστά σε δομικά και όχι απλώς συγκυριακά αδιέξοδα· σημαίνει το να ξέρεις ότι οι τακτικές της αστικής εξουσίας, στην bona fide "δεξιά" ή στην "αριστερή", "μεταρρυθμιστική" εκδοχή της, έχουν πάρα πολύ μικρό shelf life, πολύ σύντομη ζωή στο ιδεολογικό ράφι. Καταρρέουν όσο γρήγορα εμφανίζονται, και η σαγήνη τους ξεθωριάζει πολύ σύντομα. Δεν είναι λοιπόν η πίστη ότι "υπάρχουν επαναστατικές συνθήκες" (αυτό προϋποθέτει πολύ συγκεκριμένη αλληλεπίδραση ανάμεσα σε αντικειμενικές και υποκειμενικές προϋποθέσεις) αλλά η έλλειψη πίστης στο ότι υπάρχουν "μεταρρυθμιστικές προϋποθέσεις" (ζήτημα καθαρά αντικειμενικό στη διάγνωσή του) που καθυπαγορεύει τόσο την επιμονή του ΚΚΕ σε ένα πρόγραμμα ολικής και μετωπικής ρήξης με το αστικό καθεστώς όσο και την μορφή και κατεύθυνση της αυτοκριτικής για το παρελθόν της περιόδου 1941-49.
Το ΚΚΕ θεωρεί βέβαιο ότι η ελληνική αστική τάξη συγκεκριμένα δεν έχει επιλογές που να μπορούν να εξασφαλίσουν την διαβίωση των μικροαστικών στρωμάτων και δεν μπορεί κατά συνέπεια να χτίσει σταθερές συμμαχίες μαζί τους (αλήθεια, μετρά κανείς από όσους πιστεύουν σε μια τέτοια δυνατότητα πόσοι μικροαστοί έπαψαν να πιστεύουν σ' αυτή αρκετά ώστε να μεταναστεύσουν την τελευταία τριετία); Η όξυνση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών εκτός Ελλάδας δημιουργεί ένα εξόχως αρνητικό περιβάλλον για "μεσοβέζικες λύσεις" και συμβιβασμούς. Και το ΚΚΕ επέλεξε την άμεση, ραγδαία φθορά της εκλογικής του δύναμης από την μαθηματικά βέβαιη φθορά της ενσωμάτωσης σε έναν μεταρρυθμισμό χωρίς περιεχόμενο ή αντικείμενο βάζοντας ένα έλλογο στοίχημα κάτω από ακραίες συνθήκες: ρισκάρει ενσυνείδητα τα πάντα γιατί ξέρει ότι, σε τελική ανάλυση, για το ίδιο και το μέλλον του κρίνονται τα πάντα.
Κανείς δεν ξέρει, και δεν μπορεί να ξέρει, αν αυτό το ιστορικό στοίχημα θα του "βγει", αν δηλαδή το πλήρωμα του πολιτικού κόστους νωρίς θα του επιτρέψει να εκμεταλλευτεί το "ξερό του κεφάλι" όταν τα "εύπλαστα" θα έχουν γίνει πολτός. Αυτό όμως που μπορούμε να ξέρουμε είναι ότι πρόκειται ακριβώς για ιστορικό στοίχημα, για στοίχημα αναμέτρησης με την ιστορία, με αυτό το υπαρκτικά αφόρητο μείγμα τυχαιότητας και αναγκαιότητας που μας ωθεί σε ένα μέλλον που δεν μπορούμε να δούμε ποτέ καθαρά. Πολλοί γελούν με την δυνατότητα να βάλει οποιοσδήποτε τέτοια στοιχήματα σε τέτοιους καιρούς: είναι αυτοί που θεωρούν πως έχουν κάνει τις "καβάντζες" τους για να "τη βγάλουν" ώσπου "να περάσει η μπόρα." Ο χρόνος θα δείξει αν υπάρχουν τέτοιες "καβάντζες" σήμερα, ή αν ήρθε αντίθετα καιρός που η "νίκη" και η "ήττα" σχετικοποιούνται και αλλάζουν θέσεις με μεγαλύτερη ευκολία και ταχύτητα από ό,τι θα ανέμεναν οι "ρεαλιστές."
Κανείς δεν ξέρει, και δεν μπορεί να ξέρει, αν αυτό το ιστορικό στοίχημα θα του "βγει", αν δηλαδή το πλήρωμα του πολιτικού κόστους νωρίς θα του επιτρέψει να εκμεταλλευτεί το "ξερό του κεφάλι" όταν τα "εύπλαστα" θα έχουν γίνει πολτός. Αυτό όμως που μπορούμε να ξέρουμε είναι ότι πρόκειται ακριβώς για ιστορικό στοίχημα, για στοίχημα αναμέτρησης με την ιστορία, με αυτό το υπαρκτικά αφόρητο μείγμα τυχαιότητας και αναγκαιότητας που μας ωθεί σε ένα μέλλον που δεν μπορούμε να δούμε ποτέ καθαρά. Πολλοί γελούν με την δυνατότητα να βάλει οποιοσδήποτε τέτοια στοιχήματα σε τέτοιους καιρούς: είναι αυτοί που θεωρούν πως έχουν κάνει τις "καβάντζες" τους για να "τη βγάλουν" ώσπου "να περάσει η μπόρα." Ο χρόνος θα δείξει αν υπάρχουν τέτοιες "καβάντζες" σήμερα, ή αν ήρθε αντίθετα καιρός που η "νίκη" και η "ήττα" σχετικοποιούνται και αλλάζουν θέσεις με μεγαλύτερη ευκολία και ταχύτητα από ό,τι θα ανέμεναν οι "ρεαλιστές."

