Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φαινομενολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φαινομενολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2012

Το χαλυβουργικό μανιφέστο. #4

2. Αντι-φαινομενολογία της απεργίας

Τι είναι η απεργία σε ένα εργοστάσιο; Είναι, στο πιο προφανές και άμεσο επίπεδο, μια άρνηση της φύσης του εργοστασίου ως περιφραγμένου και ιεραρχημένου χώρου εξ ολοκλήρου αφιερωμένου στην παραγωγή και την παραγωγικότητα. Είδαμε όμως ότι όντας τέτοιου είδους χώρος, το εργοστάσιο είναι επίσης ένας χώρος άρνησης της πολιτικής. Θέση πέμπτη: Η απεργία είναι μια άρνηση της άρνησης της πολιτικής, και συνεπώς μια άρνηση της άρνησης της παράστασης του εργάτη που προϋποθέτει η "φυσιολογική" εργασία του εργοστασίου.

Πώς εκδηλώνεται φαινομενολογικά αυτή η άρνηση της άρνησης της πολιτικής παράστασης; Και πιο συγκεκριμένα, ποιά είναι η σχέση της με την αναπαραστατική τάξη, με την εικόνα και την εικονογραφία; 

Θέση έκτη: Το εργοστάσιο σε απεργία παράγει αντι-αναπαραστάσεις, αντι-εικόνες, και είναι ακριβώς σε αυτές τις αντι-αναπαραστάσεις που η πολιτική παράσταση του εργάτη ως μονάδας μπορεί να λάβει χώρα. 

Τι εννοούμε; Εννοούμε το εξής: ως πολιτική πράξη, η απεργία δεν εισάγει τον εργάτη αδιαφοροποίητα μαζί με τις άλλες ταυτότητες ή συλλογικότητες της "κοινωνίας" σε μια αδιαφοροποίητη αναπαραστατική τάξη. Ο αποκλεισμός του εργάτη από την αναπαράσταση δεν αίρεται μέσα από την ενσωμάτωσή του, χωρίς ίχνος διαφοράς, στην τάξη αυτή. Ο εργάτης αποκτά πολιτική οντότητα μέσα από την αφαίρεσή του από αυτό που τον ορίζει, τόσο από τη σκοπιά του κράτους, όσο και από την σκοπιά της συλλογικής του εκπροσώπησης, του γεγονότος δηλαδή της εργασίας του. Ένας εργάτης που δεν εργάζεται, όπως και ένα εργοστάσιο που δεν παράγει, δεν μπορούν να ενταχθούν μέσα σε μια λογική της ανα-παράστασης, πόσο μάλλον της "δραματικής", "αντιπροσωπευτικής" αναπαράστασης του "iconic image". "Δεν υπάρχει τίποτα να δεις" σε μια εργοστασιακή απεργία, στην εικόνα ανθρώπων που κανονικά έπρεπε να βρίσκονται μέσα στο εργοστάσιο και να εργάζονται να βρίσκονται έξω από το εργοστάσιο και να συζητούν ή να πίνουν καφέ ή να κάθονται. Η εικόνα της απεργίας είναι εικόνα μιας διπλής άρνησης, τόσο με την έννοια που ήδη αναφέραμε, όσο και επειδή ο εργάτης που απεργεί αρνείται την άρνηση της ανθρώπινής του υπόστασης που ήδη πάντοτε εξυπακούεται από την κατασκευή του ως εργάτη, ως υποκαταστάσιμης μονάδας εργατικής δύναμης, ανώνυμης, βιογραφικά αδιάφορης, χωρίς παρελθόν ή μέλλον. 

Θέση έβδομη: Η εργοστασιακή απεργία, μη όντας τίποτε άλλο παρά η αυτο-υφαίρεση του προλεταριακού "μηδέν" από την ολοσχερή του έκθλιψη ή αφανισμό --στοιχεία που αποτελούν προϋποθέσεις της λειτουργίας του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής-- δεν παράγει αναπαραστάσιμο θέαμα. Θέαμα μπορεί να παράξει η "βία εναντίον πολιτών" των "iconic images" που αναφέραμε στην εισαγωγή, ακριβώς επειδή οι "πολίτες" δεν νοούνται ως "μηδέν" εξ αρχής, αλλά ως οργανικά κομμάτια μιας "κοινωνίας", η οποία βλέπει σ' αυτούς την αντανάκλασή της. 

Μπορούμε ήδη να κατανοήσουμε εδώ την προβληματική φύση της αφομοίωσης της απεργίας στην Χαλυβουργική με απεργίες όπως αυτές στα ΜΜΕ. Στην δεύτερη περίπτωση, η απεργία αφορά τον ίδιο τον μηχανισμό αναπαράστασης και δεν μπορεί να εκφραστεί παρά με περισσότερες αναπαραστάσεις: απολυμένοι δημοσιογράφοι που γράφουν κείμενα εναντίον των πρώην εργοδοτών τους σε άλλα μηντιακά μέσα, αποκαλύψεις, κατάληψη σταθμών, μηνύματα κατά την ώρα της εκπομπής, κλπ. Σε κάθε περίπτωση, αυτό που εμπλέκεται είναι αναπαραστάσεις εναντίον αναπαραστάσεων, και όχι, όπως συμβαίνει στην Χαλυβουργική, μια εγγενής αποκαθήλωση της ίδιας της διαδικασίας αναπαράστασης, που στην "φυσιολογική" της λειτουργία καταδικάζει τον εργάτη στην μόνιμη, "δομική" αφάνεια. 

Η υπογράμμιση της μόνιμης κατάστασης αφάνειας που δεν αναιρείται από μια ένταξη, μέσω της απεργίας, στη γνωστή μετανεωτερική λογική του "όλα είναι εικόνα", είναι επιπρόσθετα σημαντική στα πλαίσια της αντίληψης περί ιστορικής εξαφάνισης της εργατικής τάξης. Στην μόνιμη επωδό ότι "δεν υπάρχει πια εργατική τάξη" δεν θα πρέπει να παραμελήσουμε να θυμήσουμε ότι, ανεξάρτητα από τις όποιες δομικές, χωρικές και δημογραφικές αλλαγές που έχει αποφέρει η "αποβιομηχάνιση", η "εργατική τάξη" ήταν πάντα συνώνυμη της εξαφάνισης του εργάτη ως μονάδας στα πλαίσια της αναπαραστατικής τάξης της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας. Το να είσαι εργάτης σε μια τέτοια κοινωνία σημαίνει να μην φαίνεσαι, να μην είσαι αναπαραστάσιμος ως μονάδα. Αυτή είναι η όγδοη θέση του χαλυβουργικού μανιφέστου.

Η ένατη θέση αφορά τον ψευδή χαρακτήρα της μετανεωτερικής κριτικής στον Μαρξισμό ως "νοσταλγίας για την εργατική τάξη." Όλη η παραπάνω ανάλυση αναδεικνύει το γεγονός ότι αν η νοσταλγία αφορά αναπόφευκτα την επιθυμία για παρουσία, και αν η παρουσία υποδηλώνει πληρότητα ή ολότητα, δεν υπάρχει τίποτα στην μαρξιστική αναφορά στην εργατική τάξη που να αφορά μια τέτοια μεταφυσική της παρουσίας: αντίθετα, η μαρξιστική αναφορά στην εργατική τάξη είναι αναφορά σε ένα αδιόρατο ίχνος, σε μια οντότητα που διαφεύγει πάντοτε από την τάξη του αναπαραστώμενου, που δεν μπορεί να ιδωθεί, που δεν είναι τίποτα παρά μια διακοπή της παντοδυναμίας του βλέμματος. "Νοσταλγία για την παρουσία", αντίθετα, προδίδουν ακριβώς αυτοί που εγκαλούν τον μαρξισμό για μεταφυσική αφέλεια, ανακαλύπτοντας διαρκώς την αδιαμεσολάβητη παρουσία της "γενικής βούλησης", του "πλήθους", του "99%", κλπ σε σκηνογραφίες αυτο-αναπαράστασης, φετιχοποιώντας τις αυτο-αναπαραστάσεις αυτές ως συνώνυμες μιας  διαφανούς, πρόδηλης, άμεσης παρουσίας της υποτιθέμενης "λαϊκής θέλησης". Μόνο μέσα από μια αντιμετάθεση και αντιστροφή της πραγματικότητας άξια του όρου "ιδεολογία" καταφέρνουν οι θιασώτες της εκτυφλωτικής αμεσότητας να πείσουν τον εαυτό τους ότι τα θύματα νοσταλγικής αφέλειας είναι αυτοί ακριβώς που ανθίστανται στην "λαϊκοδημοκρατική" ρητορική της αδιαμεσολάβητης και αναπαραστάσιμης παρουσίας.