Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τζάρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τζάρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2011

Άκης Τζάρας-Η επανίδρυση της ΕΕ και η εκτύπωση χρήματος λίγο πριν τη σύνοδο κορυφής

Συμπληρώθηκαν τρία χρόνια από την τυπική έναρξη της παγκόσμιας κρίσης και το κραχ των ενυπόθηκων δανείων στις Ήπα έχει προ πολλού εξελιχθεί σε παγκόσμια κρίση χρέους που απειλεί την ίδια την υπόσταση της ευρωζώνης (και της ΕΕ). Πλέον δεν υπάρχει κανένας καθεστωτικός αναλυτής που να μην κάνει λόγο για συστημική κρίση, να μη θυμάται με τρόμο το 1929 και να αδυνατεί να προβλέψει μια πιθανή έξοδο από το μακρύ κύμα ύφεσης. Την ίδια στιγμή -και σε παράλληλο επίπεδο- η κρίση ενσωματώνει τις πολιτικές αντιμετώπισής της που συνίστανται σε μια βίαιη μείωση της αξίας της εργατικής δύναμης στη Δύση-και αντίστοιχα του βιοτικού επιπέδου ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων. Εκτός από την αλλαγή της ισορροπίας ανάμεσα στις τάξεις, την απόπειρα εγκαθίδρυσης νέων σχέσεων εκμετάλλευσης και τις φανερές πλέον πολιτειακές μεταλλάξεις της αστικής δημοκρατίας, η κρίση επαναφέρει με οριακό τρόπο τις γεωπολιτικές αντιθέσεις και την πιθανότητα της κλιμάκωσής τους. Χωρίς να παραβλέπεται η σημασία αυτών των ανταγωνισμών και η αλληλοπλοκή τους με τις υπόλοιπες διαστάσεις της κρίσης, στο παρόν άρθρο θα επικεντρωθούμε στις τρέχουσες εξελίξεις στην ευρωζώνη και την ΕΕ με φόντο τη σύνοδο κορυφής της 9ης Δεκεμβρίου.

Επανίδρυση της ΕΕ;

Ο μήνας που πέρασε, εκτός από την επιβολή μη εκλεγμένων κυβερνήσεων σε Ελλάδα και Ιταλία και την ξεκάθαρη πολιτικοποίηση της κρίσης, σημαδεύτηκε κι από τη μεταφορά της από την περιφέρεια στην καρδιά της ευρωζώνης. Μάλιστα αυτή τη φορά δεν πρόκειται για προσωρινό φαινόμενο, όπως είχε συμβεί τον Ιούνιο ή το Νοέμβριο του 2010, αλλά για νέα φάση της κρίσης, για το νέο παρόν της.

Ήδη η Ιταλία βρίσκεται υπό την εποπτεία της τρόικας και μαζί με την Ισπανία δανείζεται με απαγορευτικά επιτόκια, το Βέλγιο παίρνει σειρά, ενώ και η Γαλλία απειλείται με υποβάθμιση από τους οίκους αξιολόγησης. Ή αλλιώς, οι «αόρατες αγορές» επιτίθενται πλέον στο σκληρό πυρήνα της ευρωζώνης. Ας επισημάνουμε εδώ πως πέρα από το μυστικισμό των αγορών ή τη συνωμοσιολογία των κερδοσκόπων, οι αγορές δεν είναι τίποτα περισσότερο από το πεδίο εντός του οποίου το κεφάλαιο (συγκεκριμένα hedge funds και λοιπά ευαγή ιδρύματα), και μάλιστα το ηγεμονικό του τμήμα, διατυπώνει την πολιτική του πρόταση κι επιβάλλει αδιαμεσολάβητα τα συμφέροντα του.

Σε αυτό το πλαίσιο που καταρρίπτει τις αυταπάτες για τον «κακό Νότο» και τον «υγιή Βορρά» πρέπει να ιδωθούν οι τελευταίες προτάσεις της Μέρκελ και του ασθμαίνοντος Σαρκοζί για δημοσιονομική ένωση που ισοδυναμούν με αναδιάρθρωση της αρχιτεκτονικής του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, σε μια –την ύστατη– προσπάθεια να αποφευχθεί η διάλυση του ευρώ με ό,τι αυτή συνεπάγεται σε (γεω)πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο.

Για όσους μπορούν ακόμα να διατηρούν τη μνήμη και την ικανότητα βαθύτερων συνδέσεων παρά τον καταιγισμό των γεγονότων, οι προτάσεις του γαλλογερμανικού άξονα δεν είναι καινούριες. Σχεδόν από την αρχή της μνημονιακής πραγματικότητας (Ιούνιος 2010), η Μέρκελ είχε προτείνει ένα πιο σφιχτό πλαίσιο λειτουργίας της ευρωζώνης με έλεγχο των εθνικών προϋπολογισμών από το Eurogroup, συνταγματική πρόβλεψη για την πορεία του χρέους, κατάργηση της ομοφωνίας στις αποφάσεις, ποινές για τις χώρες που θα παραβιάζουν το σύμφωνο σταθερότητας με αυτόματες μάλιστα διαδικασίες που θα παρακάμπτουν τους χρονοβόρους θεσμούς της ΕΕ. Το νέο στοιχείο είναι η καθιέρωση ενός ακόμα τεχνοκράτη στη θέση του επιτρόπου σταθερότητας με τις αντίστοιχες εξουσίες προς λύπη των ανόητων που προσδοκούν μια δημοκρατική (sic) ενοποίηση της Ευρώπης.

Με λίγα λόγια και στο βαθμό που ο γαλλογερμανικός άξονας πορεύεται ενιαία, προτείνεται μια νέα μορφή ενοποίησης του ευρωπαϊκού καπιταλισμού που να εξασφαλίζει πρωτίστως τα συμφέροντα του γερμανικού κεφαλαίου κι ίσως των προθύμων που θα στοιχηθούν δίπλα του.

Φυσικά αυτή η λύση τυπικά προϋποθέτει την αλλαγή των ευρωπαϊκών συνθηκών (μπορεί όμως να ξεκινήσει να εφαρμόζεται ad hoc), τη συναίνεση τουλάχιστον των χωρών του Βορρά, αλλά και των υπόλοιπων 10 χωρών της ΕΕ που δε μετέχουν στο ευρώ, καθώς και μια σχετική σταθερότητα σε παγκόσμιο επίπεδο. Από αυτήν την άποψη παραμένει προς το παρόν ευσεβής καπιταλιστικός πόθος, παρά δεδομένη λύση. Επιπλέον η ίδια αυτή η πρόταση μπορεί να επιταχύνει τη διάλυση της ευρωζώνης και της ΕΕ, αφού ουσιαστικά δημιουργεί και τυπικά δύο ταχύτητες στην ευρωζώνη, γεγονός που μπορεί να επιφέρει ακόμα βαθύτερη ύφεση στο σύνολο της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Όπως είχαμε πει και παλιότερα ας μην ακουστούν πάλι οι θρήνοι για το θάνατο της πολιτικής Ευρώπης ή για το τέλος του οράματος της ενοποίησής της. Καταρχήν η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση ήταν πάντα μια αντιδραστική ουτοπία, απλά η κρίση αποκρυσταλλώνει αυτό που ήταν πάντα, μια ιμπεριαλιστική ολοκλήρωση που δεν καταργούσε όμως το έθνος-κράτος, για αυτό και τώρα σπαράσσεται από εσωτερικές αντιθέσεις κι ο κάθε καπιταλισμός αναζητά τη θέση του στη νέα διαμορφούμενη ακόμα πραγματικότητα.

Κατά δεύτερο, η γερμανική πρόταση αποτελεί αυτή τη στιγμή τη μόνη μορφή ενοποίησης της Ευρώπης, με τη διάλυση της ευρωζώνης και της ΕΕ να παραμένει πάντα το εναλλακτικό σενάριο, για το οποίο εξάλλου τα αστικά επιτελεία επεξεργάζονται λύσεις.

Σε αντίθεση με ό,τι νομίζουν οι διάφοροι χαζοχαρούμενοι ευρωπαϊστές, γνήσια τέκνα της belle époque που καταρρέει, οι υπερεθνικές ολοκληρώσεις γίνονται πάντα υπό την ηγεμονία ενός καπιταλισμού κι όχι ύστερα από δημοκρατική συζήτηση (άντε το πολύ-πολύ μιας στενότερης συμμαχίας), όπως ακριβώς και η παγκόσμια οικονομία ή η ιμπεριαλιστική αλυσίδα για να χρησιμοποιήσουμε κι έναν παλιό, αλλά μάλλον επίκαιρο όρο, αναπαράγεται κάτω από την ηγεμονία του καπιταλισμού που διαθέτει και το παγκόσμιο νόμισμα, που στην εποχή μας ακόμα παραμένει το δολάριο και οι ΗΠΑ. Φυσικά τούτο δε σημαίνει, όπως φαντάζονται οι απανταχού πατριώτες πως οι υπόλοιποι καπιταλισμοί είναι εξαρτημένοι, απλά αποδέχονται πως η αναπαραγωγή τους είναι εφικτή υπό την ηγεμονία του κυρίαρχου καπιταλισμού.

Επιπλέον η αέναη λιτότητα δεν είναι αστοχία των πολιτικών ελίτ, αλλά συνειδητή πολιτική, καθώς μόνο η συμπίεση της αξίας της εργατικής δύναμης, είτε άμεσα, είτε έμμεσα με το τσάκισμα του όποιου κράτους πρόνοιας, μπορεί να δημιουργήσει τέτοια ποσοστά κέρδους, ώστε να καταδεχτεί η αριστοκρατία του χρήματος να επενδύσει ξανά στην Ευρώπη. Αυτή είναι η πολιτική πρόταση της αστικής τάξης και καμία άλλη δεν είναι πιθανή αυτή τη στιγμή. Επιτέλους! πόσα μνημόνια χρειάζονται για να σταματήσουν οι αυταπάτες των «αριστερών» κεϊνσιανιστών της κακιάς ώρας;

Συνοψίζοντας, η δημοσιονομική ένωση της Μέρκελ, η αυτοματοποίηση των κυρώσεων και η θεσμική λιτότητα, αποτελούν και την προϋπόθεση για να δεχτεί το γερμανικό κεφάλαιο, αφού θα έχει επεκτείνει το ζωτικό του χώρο και θα έχει εξασφαλίσει την ηγεμονία, να εκδώσει είτε ευρωομόλογα, είτε να τυπωθεί φρέσκο χρήμα από την ΕΚΤ. Δε σημαίνει πως οι προτάσεις αυτές θα συμπεριλαμβάνουν όλες τις χώρες που μετέχουν τώρα του ευρώ ή ακόμα περισσότερο πώς θα αποτελέσουν τελικά και λύσεις σωτηρίας για τον ευρωπαϊκό καπιταλισμό, αφού εκτός από την ίδια την πάλη των τάξεων, οι ενδοαστικές αντιθέσεις ναρκοθετούν συνεχώς τις ενοποιητικές απόπειρες.

Η εκτύπωση χρήματος είναι και νομισματικός πόλεμος…

Από την αρχή της κρίσης οι ΗΠΑ τυπώνουν συνεχώς χρήμα για να χρηματοδοτούν τις μαύρες τρύπες των τραπεζών τους μιας και τα 700 δις $ του πρώτου πακέτου Πόλσον επί Μπους αποδείχτηκαν σταγόνα στον ωκεανό των τοξικών χρεών. Ας μην ξεχνάμε πως ναι μεν η παγκόσμια κρίση είναι κρίση υπερσυσσώρευσης και κρίση του καπιταλισμού, αλλά ο καπιταλισμός υπάρχει μέσα από τις ιστορικά προσδιορισμένες του μορφές κι όχι αφηρημένα. Με αυτή την έννοια τα παράγωγα και τα υπόλοιπα «εικονικά» κεφάλαια δεν είναι κάποια παρέκλιση του καπιταλισμού, αλλά ο ίδιος ο καπιταλισμός των τελευταίων δεκαετιών που τώρα βρίσκεται σε συστημική κρίση. Καθόλου περίεργο λοιπόν που το πολιτικό του προσωπικό προσπαθεί με κάθε τρόπο να οργανώσει με συντεταγμένο τρόπο την καταστροφή του πλεονάζοντος κεφαλαίου, παράλληλα με την επίθεση στα λεγόμενα κεκτημένα του κράτους πρόνοιας.

Αυτή ακριβώς είναι και η αιτία που η χρηματοπιστωτική κρίση αφενός δεν έχει επιλυθεί, αφού τα «τοξικά» κεφάλαια είναι αμύθητα για να καλυφθούν, αφετέρου έχει μετατραπεί σε κρίση κρατικών χρεών. Λίγο-πολύ αυτά είναι γνωστά και δε θα επιμείνουμε περισσότερο.

Όπως είπαμε η κρίση χρέους αγγίζει πια τον πυρήνα της Ευρωζώνης και Ιταλία-Ισπανία, σε πρώτη φάση, δυσκολεύονται να δανειστούν με «αξιοπρεπή» επιτόκια από τις αγορές ενώ οι πόροι του EFSF δε φτάνουν ούτε για πλάκα. Έχει επανέλθει λοιπόν η συζήτηση και η αντιπαράθεση γύρω από το ρόλο της ΕΚΤ ως ύστατο δανειστή, δηλαδή γύρω από τη δυνατότητα της να τυπώσει χρήμα ώστε να χρηματοδοτήσει τις ευρωπαϊκές τράπεζες για να μην καταρρεύσουν. Η γερμανική αστική τάξη δια στόματος Μέρκελ δε συζητά τέτοια περίπτωση ή πιο σωστά δε τη συζητά πριν από το να επιβάλει την πολιτική της πρόταση, ενώ το γαλλικό κεφάλαιο, σαφώς πιο εκτεθειμένο προς το παρόν από το γερμανικό αν κι επιθυμεί διακαώς φρέσκο χρήμα, θα συνταχθεί με το Βερολίνο απαιτώντας προτεραιότητα πρόσβασης στο νέο χρήμα.

Αντίστοιχα ο μόνιμος μηχανισμός στήριξης που, αν εξακολουθήσει να υπάρχει ευρωζώνη, θα λειτουργήσει από το 2012, αποτελεί επίσης σημείο τριβής ανάμεσα σε Παρίσι και Βερολίνο, καθώς το γαλλικό κεφάλαιο επιθυμεί ο μηχανισμός να αποτελεί ένα είδος ΔΝΤ που θα μπορεί να χορηγεί απεριόριστη ρευστότητα απευθείας στα κράτη κι όχι απλά ένα διευρυμένο EFSF, που θα αντλεί κεφάλαια από τις αγορές.

Σε κάθε περίπτωση κι αν υπολογίσουμε μόνο πως τα τοξικά δάνεια των ευρωπαϊκών τραπεζών, που έχουν παρεπιμπτόντως θωρακιστεί από τα σκουπίδια που λέγονται ελληνικά ομόλογα, φτάνουν τα 18τρις (44% του ενεργητικού τους) μπορούμε να αντιληφθούμε πως λεφτά δεν υπάρχουν, τουλάχιστον για όλα τα κεφάλαια κι άρα κάποια θα καταστραφούν.

Το δίλημμα είναι λοιπόν το εξής: πως για να σωθεί το χρηματοπιστωτικό σύστημα στο σύνολο του (κι άρα ο σύγχρονος καπιταλισμός) από την κατάρρευση, πρέπει να καταστραφεί ένα τμήμα του κεφαλαίου, αλλά ποιο θα είναι αυτό; (Δεν αναφερόμαστε φυσικά στο μικρό ή μεσαίο κεφάλαιο που ήδη πνέει τα λοίσθια.)

Γιατί μπορεί να συμφωνούν οι αστικές τάξεις να τσακίζουν τις όποιες κοινωνικές κατακτήσεις και φυσικά να ποινικοποιούν τις υπαρκτές ή δυνητικές αντιστάσεις, αλλά στο άλλο σκέλος της πολιτικής τους απάντησης στην κρίση που συνίσταται στο ποιος θα καταστραφεί για να σωθεί ο καπιταλισμός ως σύστημα, εκεί υπάρχουν διαφωνίες, μιας κι όπως είναι γνωστό ο χειρότερος εχθρός του καπιταλισμού είναι ο μεμονωμένος καπιταλιστής.

Η ρευστότητα όμως είναι ζήτημα επιβίωσης για το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ευρώπης κι ανεξάρτητα από τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, μια κατάρρευση του ευρώ και των τραπεζών του, θα ισοδυναμούσε με κραχ που θα έκανε εκείνο του 2008 να μοιάζει με προσομοίωση. Αφού λοιπόν προς το παρόν δεν τυπώνεται φρέσκο ευρώ (τουλάχιστον σε σοβαρές ποσότητες), με συντονισμένη κίνησή τους οι έξι μεγαλύτερες κεντρικές τράπεζες της δύσης ( FED, ΕΚΤ, Αγγλίας, Ιαπωνίας, Ελβετίας και Καναδά) μείωσαν τα επιτόκια των swaps δολαρίων ή πιο απλά θα δανείζουν δολάρια σε κάθε ενδιαφερόμενο πιο φτηνά. Η κίνηση αυτή έρχεται σε συνέχεια των δανείων που οι ευρωπαϊκές τράπεζες είχαν λάβει ήδη από το Σεπτέμβριο. Δεν είναι ακριβώς η λύση που επιδιώκουν οι «αγορές» τζάμπα χρήμα φρεσκοτυπωμένο, αλλά είναι μια ένεση ρευστότητας.

Δύο παρατηρήσεις πάνω σε αυτή την εξέλιξη: το δολάριο καθιερώνεται ξανά ως ο σωτήρας του ευρωπαϊκού καπιταλισμού και λέμε ξανά γιατί η μνημονιακή είσοδος του ΔΝΤ αποτέλεσε την αρχή. Ταυτόχρονα η προσφορά αυτή, εκτός από τη γεωπολιτική της σημασία, δίνει μια ανάσα ίσως τριμήνης διάρκειας στην ευρωζώνη, στη λογική της πίστωσης χρόνου προς το γαλλογερμανικό άξονα να προωθήσει τα σχέδια του. Πρέπει όμως να θεωρείται δεδομένο πως οι ΗΠΑ θα απαιτήσουν από τη Γερμανία είτε να πληθωρίσει με τη σειρά της το ευρώ, τυπώνοντας χρήμα, είτε ξεκάθαρα ανταλλάγματα για τη βοήθεια του Θείου Σαμ, η οποία φυσικά έχει ως στόχο να θωρακίσει την αμερικάνικη οικονομία από ένα ευρωπαϊκό κραχ.

Ουσιαστικά η παγκόσμια οικονομία κινείται ανάμεσα στις φυγόκεντρες δυνάμεις του νομισματικού πολέμου και του προστατευτισμού από τη μια και στη κεντρομόλο της αλληλεξάρτησης κι αυτή η αντίφαση ορίζει το πλαίσιο της εποχής μας. Μπορεί λοιπόν το γερμανικό κεφάλαιο να κομπάζει, ότι ανάγκασε τους γιάνκηδες να το υποστηρίξουν, μπλοφάροντας με την κατάρρευση του ευρώ, αλλά αφενός η μπλόφα δεν απέχει πολύ από την υλοποίηση της, αφετέρου αύξησε την εξάρτηση της ευρωζώνης από το δολάριο που κάποτε-προ κρίσης-φιλοδοξούσε να αντικαταστήσει ως παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα.

…ή μαγική λύση;

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα που αφορά στις αυταπάτες γύρω από την εκτύπωση χρήματος από την ΕΚΤ, αυταπάτες που συμμερίζονται τόσο οι αστοί αναλυτές, όσο και οι ευρωπαϊστές αριστεροί που δεν μπορούν να φανταστούν πως υπάρχει ζωή όχι μετά τον καπιταλισμό, αλλά μετά το ευρώ. Ας υποθέσουμε πως η ευρωζώνη δεν καταρρέει από τις αντιφάσεις της ή από τη μονομερή αποχώρηση κρατών ακόμα και της Γερμανίας, αλλά οι αστικές τάξεις της Ευρώπης συνεχίζουν να ποντάρουν στο ευρωπαϊκό χαρτί. Τότε αναγκαστικά μαζί με τη δημοσιονομική ένωση των Μέρκελ-Σαρκοζί και το θεσμικό άγριο καπιταλισμό που έχει ως στόχο τη δημιουργία επενδυτικων ελ ντοράντο στα συντρίμια της μεταπολεμικής Ευρώπης, θα πρέπει το τσουνάμι των χρεών να αντιμετωπιστεί με κάποιο τρόπο, εφόσον είναι προφανές πως δεν μπορεί να διαγραφεί, τουλάχιστον όχι ακόμα, γιατί αυτό θα ισοδυναμούσε με χρεωκοπία. Επομένως το ευρωομόλογο ή το φρέσκο χρήμα από την ΕΚΤ είναι η μοναδική λύση. Μάλιστα είναι σίγουρο πως η όποια εκτύπωση χρήματος θα γίνει σταδιακά και με απόλυτα ελεγχόμενο τρόπο, όχι μόνο ως πολιτικό όπλο πίεσης προς τα απείθαρχα κράτη, αλλά και για να αποφευχθεί μια νομισματική κατάρρευση.

Μόνο που αγαπητοί αναλυτές και της αριστεράς μάλιστα, που δικαιώνονται οι προτάσεις σας κι ανησυχείτε τόσο για το μέλλον του ευρώ, λες και η Ευρώπη ως χώρος ταυτίζεται με την ένωση των αφεντικών, το να τυπώνεις χρήμα σημαίνει ότι πληθωρίζεις το νόμισμά σου, ότι το υποτιμάς. Άρα πρώτον υποτιμάς μέσω αυτού μισθούς και συντάξεις, άρα φτηναίνεις την εργατική δύναμη, όχι και τόσο αριστερή, ούτε καν κεϊνσιανιστική πολιτική. Γιατί πολύ απλά το τζάμπα χρήμα σημαίνει ταυτόχρονα και αύξηση της εκμετάλλευσης, για να μπορεί να είναι τζάμπα για την άρχουσα τάξη και ειδικότερα τη χρηματική της αριστοκρατία. Επιπλέον το ευρώ δεν είναι δολάριο, που όσο κι αν υποτιμηθεί χρησιμοποιείται προς το παρόν (με εξαίρεση ίσως Κίνα-Ρωσία στις μεταξύ τους συναλλαγές) σε κάθε παγκόσμια συναλλαγή. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο αν το ευρώ υποτιμηθεί-ακόμα κι ελεγχόμενα- είναι πολύ πιθανό αυτό να οδηγήσει σε μαζική φυγή κεφαλαίων από αυτό κι άρα στην προσπάθεια να σωθεί το τραπεζικό σύστημα, να διαλυθεί το νόμισμα, μαζί κι η ευρωζώνη. Πίσω δηλαδή εκεί που ξεκινήσαμε.

Αυτά ειπώνονται απλά γιατί είναι κουραστική η απλοϊκότητα και η πολιτική αφέλεια της θεωρητικής σκέψης μιας αριστεράς που είτε νομίζει τα μέτρα λιτότητας ιδεολογική εμμονή των αστικών επιτελείων, είτε την εκτύπωση χρήματος λύση παντός καιρού κι εμφανίζεται τελικά ως ο γνησιότερος υποστηρικτής της ευρωζώνης που νουθετεί τους νεοφιλελεύθερους που απειλούν την καπιταλιστική σταθερότητα.

Φυσικά εμάς δε μας ενδιαφέρει ούτε η τύχη του ευρώ, ούτε η λύση στις αντιφάσεις του καπιταλισμού. Μπορεί τελικά η ελεγχόμενη υποτίμηση του ευρώ, η νέα αρχιτεκτονική της ευρωζώνης σε συνδυασμό με την πιθανή κάμψη των ταξικών αγώνων στην Ελλάδα, κι όχι μόνο, και την περαιτέρω μετάλλαξη της αστικής δημοκρατίας να σταθεροποιήσουν την κατάσταση. Τόσο το χειρότερο για τους καταπιεσμένους, αλλά και για την αριστερά που δεν τολμά να συνειδητοποιήσει πως η εναλλακτική στη «δικτατορία των αγορών» μπορεί να οικοδομηθεί μόνο στα συντρίμμια του χρηματοπιστωτικού συστήματος, μόνο στα ερείπια του κόσμου αυτού. Κι ο χρόνος τρέχει κι όσο δε συνειδητοποιείται αυτή η αλήθεια, τόσο η κρίση αυτή θα διαλύει και θα ανασυνθέτει τη βαρβαρότητα, τόσο θα χάνεται η ευκαιρία για μια ανθρώπινη-επαναστατική διέξοδο.

Άκης Τζάρας

Πηγή: Avant Garde

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011

Άκης Τζάρας - Μίλησε κανείς για αστική δημοκρατία;

Ύστερα από μία εβδομάδα συμπύκνωσης της πολιτικής κρίσης κι έπειτα από τις ωμές προτροπές των δανειστών κι ουσιαστικά του κεφαλαίου (εθνικού-διεθνούς) εγένετο μάλλον κυβέρνηση έκτακτης ανάγκης (κεα) καθώς Παπανδρέου-Σαμαράς κατέληξαν σε συμφωνία. Φυσικά αυτή τη στιγμή συνεχίζονται οι συζητήσεις γύρω από τη μορφή αυτής της συνεργασίας που ισοδυναμεί με κοινοβουλευτικό πραξικόπημα βοναπαρτίστικου τύπου. Η τυπική παραβίαση της συνταγματικής τάξης (νέα κυβέρνηση χωρίς την παραίτηση της προηγούμενης και χωρίς διερευνητικές εντολές του Παπούλια στα λοιπά κόμματα), αλλά και το γεγονός πως οι διαδικασίες δεν εξελίσσονται θεσμικά, απλά επιβεβαιώνει την ουσιαστική μεταλλαγή της αστικής δημοκρατίας την εποχή της κρίσης σε μια σύγχρονη μορφή κράτους έκτακτης ανάγκης. Αν τελικά τα πράγματα οδηγηθούν εκεί ακριβώς που τα προδιαγράφει ο σκληρός πυρήνας της αστικής τάξης και της διεθνούς του κεφαλαίου πρωθυπουργός-καίσαρας θα είναι ο τραπεζίτης Παπαδήμος-εκλεκτός των περίφημων «αγορών» και η κεα θα έχει ως αποστολή να επιβάλλει τα συμφωνηθέντα που θα συνιστούν ένα νέο κύμα κοινωνικής αντεπανάστασης.

Ας δούμε επιγραμματικά κάποια στοιχεία της νέας κατάστασης. Καταρχήν η προτεινόμενη αστική λύση αποτελεί προφανώς σύμπτωμα της καθεστωτικής κρίσης, καθώς η αστική τάξη αναζητά νέες μορφές κυριαρχίας που να μπορούν να αναπαράγουν σε συνθήκες συστημικής αστάθειας την ηγεμονία της.

Από αυτή την άποψη παραμερίζονται οι χρονοβόρες διαδικασίες της αστικής δημοκρατίας και η διαμεσολάβηση των κομμάτων και του κοινοβουλίου που αντανακλούν έστω και στρεβλά τις μάζες ή τον λεγόμενο λαϊκό παράγοντα.

Με άλλα λόγια η νέα κυβέρνηση δε θα στηρίζεται παρά μόνο τυπικά στο απονεκρωμένο κοινοβούλιο και λυτρωμένη από το «πολιτικό κόστος» θα πετύχει εκεί που μπλόκαρε η κυβέρνηση ΓΑΠ. Όχι τόσο στο να ψηφίζει τα νέα μέτρα, όσο να τα εφαρμόζει τσακίζοντας τις αντιδράσεις -- που πριν την «εβδομάδα του δημοψηφίσματος» και την προς το παρόν επιτυχημένη ενσωμάτωση της ταξικής πάλης στο εσωτερικό του αστικού μπλοκ είχαν πάρει τη μορφή γενικευμένης αμφισβήτησης.

Ας σημειώσουμε εδώ πως αυτή η ενσωμάτωση, συνεπικουρούμενη από τη μετατροπή των εξελίξεων σε θέαμα, μετατόπισε το κέντρο βάρος από την καπιταλιστική επίθεση και την αντίσταση των καταπιεσμένων, στις μηχανορραφίες και τις διαπραγματεύσεις των αστικών επιτελείων. Ταυτόχρονα η τρομοκρατία της κατάρρευσης -όσο κι αν είναι υπαρκτό ενδεχόμενο- στο βαθμό που δεν απαντήθηκε από τις συνειδητές δυνάμεις της αριστεράς επέβαλε μούδιασμα και σιωπή σε ευρύτερα στρώματα που τις προηγούμενες εβδομάδες ήταν με διάφορους τρόπους στο δρόμο.

Σε αντίθεση με πολλές φωνές στην αριστερά και στον αναρχικό χώρο, δε θεωρούμε πως η κυβέρνηση έκτακτης ανάγκης και γενικότερα η πολιτική κρίση αποδεικνύουν ότι «οι αστοί τρομάξανε» και άρα αμύνονται. Αντίθετα θεωρούμε πως επιχειρείται μια επιθετική ανασύνταξη του αστικού μπλοκ εξουσίας, μια ενοποίηση των δυνάμεων τους με στόχο την επιβολή μιας νέας ταξικής ισορροπίας. Φυσικά αυτό δε σημαίνει πως η κεα δε θα είναι μια εύθραυστη και ενδεχομένως προσωρινή λύση, αλλά πως η δυνατότητα των αστών να επιβάλλουν τελικά πραξικοπηματικές λύσεις αντανακλά τη δική μας αμηχανία και αδυναμία. Αυτά ειπώνονται γιατί απαραίτητος όρος οποιασδήποτε απάντησης της εργατικής τάξης και ευρύτερα των καταπιεσμένων είναι η ψυχρή εκτίμηση της κατάστασης κι όχι η ωραιοποίηση της.

Από αυτή την άποψη είναι πιθανό μια καθυστερημένη πολιτικά μερίδα του κόσμου, που «αγανακτούσε» όμως το προηγούμενο διάστημα, να υπακούσει στα κελεύσματα των τηλεοπτικών -κι όχι μόνο- γκεμπελίσκων να νιώσει ανακούφιση που “επιτέλους οι πολιτικοί τα βρήκαν”, να αισθανθεί ίσως και υπερήφανεια για την ωριμότητα του πολιτικού κόσμου και να συστρατευθεί στην -τελευταία- επιχείρηση «διάσωσης της πατρίδας». Γιατί η νέα κυβέρνηση δε θα επιβληθεί μόνο με την ωμή βία των πραιτοριανών, αλλά και με την επίθεση στο ιδεολογικό πεδίο. Πολύ απλά κάθε αμφισβήτηση, κάθε απεργία θα καλείται να απολογηθεί στο καθεστώς, καθώς θα θέτει εν αμφιβόλω την παραμονή της χώρας στο ευρώ, αν δεν απαγορευτεί κιόλας και τυπικά. Η όποια ανασύνταξη του μπλοκ εξουσίας θα επιχειρηθεί εξάλλου στη βάση της συστράτευσης με την πυγμή του “νόμου και της τάξης” με ένα κάλεσμα προς τα απομεινάρια της μεσαίας τάξης (εμπορικό κεφάλαιο-γιάπηδες δημόσιους ή ιδιωτικούς, απολιτίκ συντηρητικούς) να συνδράμουν τον “εθνικό αγώνα” ενάντια “στους αριστερούς που συνεχώς διαμαρτύρονται, στους μετανάστες που μας κάνουν ξένους στον τόπο μας και σε όσους σαμποτάρουν τη χώρα”, όλη δηλαδή την ακροδεξιά ρητορεία και πρακτική που ηγεμονεύει ήδη σε ζητήματα τάξης. Αν τα υλικά οφέλη από αυτή τη συστράτευση μοιάζουν προς το παρόν απίθανα, δεν πρέπει να υποτιμούμε την ιδεολογική-συμβολική διάσταση που μπορεί να ενοποιήσει διάφορα στρώματα κατασκευάζοντας μια νέα κοινωνική συμμαχία και ένα ανάχωμα στους απόκληρους που θα πληθαίνουν, μέχρι να έρθουν και τα πρώτα υλικά ανταλλάγματα.

Αυτή όμως η πόλωση, αυτή η πολιτικοποίηση από τη μεριά των αστών της αντιπαράθεσης, φέρνει πιο κοντά αφενός την αποκρυστάλλωση των στρατοπέδων, αφετέρου την ανάγκη ενός εναλλακτικού πολιτικού σχεδίου. Γιατί αν στο πλαίσιο της αστικής νομιμότητας κάθε διεκδίκηση θα θεωρείται αντισυστημική, τότε ήρθε η ώρα να σκεφτούμε σοβαρά τι σημαίνει και πολιτικός ανατρεπτικός αγώνας. Ήρθε η ώρα να γίνει κατανοητό σε όλους πως τέλειωσε η εποχή των ανώδυνων λύσεων και πως η επανάσταση και η ανατροπή που ευαγγελίζονται διάφοροι δεν είναι περίπατος ή γιορτή, αλλά προϋποθέτει κόστος και θυσίες, αλλά και τόλμη και θάρρος. Αυτή η συνειδητοποίηση που ήδη συμβαίνει σε ευρύτερα στρώματα εξηγεί την αμηχανία και το μούδιασμα μπροστά στο μέγεθος της αντιπαράθεσης, αλλά είναι απαραίτητη για την όποια έφοδο στον ουρανό και ταιριάζει στο συνειδητό προλεταριάτο πολύ περισσότερο από την άρνηση, τον πασιφισμό και άλλες μικροαστικές τελικά επιδράσεις.

Η «εβδομάδα του δημοψηφίσματος» έκανε όμως χίλια κομμάτια και τις τελευταίες αυταπάτες για την ΕΕ. Η απαρχή της κρίσης ανέδειξε τις αντιφάσεις της ευρωζώνης και της ΕΕ κατέρριψε τον αστικό μύθο της ενοποίησης της οικονομίας και οδήγησε στην όξυνση των ανταγωνισμών στο εσωτερικό της. Η τωρινή φάση της κρίσης, πιο «πολιτικοποιημένη», οδηγεί την ευρωζώνη και την ΕΕ σε ρήξη με τις “δημοκρατικές” -τις δικές της- διαδικασίες. Οι ωμές προτροπές Μέρκελ και το Σαρκοζί που αίφνης, και τυπικά εκπροσωπούν όλη την ευρωζώνη, και των διαφόρων γραφειοκράτων-στελέχη των αγορών, προς το πολιτικό προσωπικό της Ελλάδας να βρει επιτέλους μια λύση συνιστούν μια τομή. Επίσημα οι δανειστές δεν υπαγόρευσαν απλά την οικονομική πολιτική, αλλά απαίτησαν ρητά μια κυβέρνηση της αρεσκείας της αριστοκρατίας του χρήματος.

Μια επισήμανση εδώ: η παρέμβαση αυτή της ευρωπαϊκής ελίτ δε συνιστά παραβίαση δήθεν της εθνικής κυριαρχίας κι άρα δεν αντιστοιχεί καμία εθνική ενότητα κατά των ξένων δανειστών, όπως υπαινίσσεται ένα κομμάτι της πατριωτικής αριστεράς. Αντίστοιχα είναι εντυπωσιακή και η σιωπή της ευρώφιλης αριστεράς στην οριστική αποκαθήλωση του «ευρωπαϊκού δημοκρατικού κεκτημένου».

Η ωμή όμως παρέμβαση του ευρωπαϊκού διευθυντηρίου σε συνεργασία φυσικά με την ελληνική αστική τάξη αποτελεί μεταμοντέρνο πραξικόπημα και απόδειξη της αντίφασης ανάμεσα στην τυπική εξουσία (κοινοβούλιο-κυβέρνηση) και την ουσιαστική (εξωθεσμικοί μηχανισμοί-αγορές-βαθύ κράτος). Είναι εξάλλου σίγουρο πως όπως μια εξέγερση στην Ελλάδα θα έχει άμεσο αντίκτυπο στην υπόλοιπη Ευρώπη, έτσι και το βελούδινο πραξικόπημα που βρίσκεται σε εξέλιξη, αποτελεί κι αυτό προϊόν προς εξαγωγή με πρώτο υποψήφιο «αγοραστή» την Ιταλία.

Η προτεινόμενη αστική λύση -αν τελικά ολοκληρωθεί- δε συνιστά σε καμία περίπτωση εγγύηση σταθερότητας για το καθεστώς, αλλά είναι σίγουρα προτιμότερη από την προσφυγή στις κάλπες που μετατίθεται για τα μέσα Φλεβάρη (αν κι είναι αμφίβολο αν θα γίνουν και τότε). Η συνεχιζόμενη κρίση στην Ευρώπη και ένα νέο παγκόσμιο κύμα ύφεσης αποτελούν επίσης παράγοντες που ενισχύουν την αβεβαιότητα.

Σε αυτό το πλαίσιο οι συνειδητές προλεταριακές δυνάμεις χωρίς καμία περιστροφή οφείλουν να οργανώσουν τη δική τους εναλλακτική λύση. Αν οι αστοί απαντούν με κυβέρνηση έκτακτης ανάγκης, αν κλιμακώνουν τη σύγκρουση θέτοντας ευθέως το ερώτημα ευρώ ή χρεοκοπία, αν τελικά δε διστάζουν να αναιρέσουν τη νομιμότητα τους, τότε η απάντηση μας πρέπει να είναι αντίστοιχης έντασης. Η επίκληση των εκλογών από τη μεριά της αριστεράς και η άρνηση της να νομιμοποιήσει τη διαδικασία της διαδοχής στο βαθμό που δεν υφίσταται επαναστατικό κίνημα που να διεκδικεί την εξουσία μπορούν να αποτελέσουν τακτικούς σταθμούς μιας επαναστατικής στρατηγικής. Αρκεί να συνοδευτούν από άμεσες ριζοσπαστικές δράσεις και από την επίγνωση πως εκλογές και κοινοβούλιο -ειδικά τώρα- αποτελούν περιορισμένο πεδίο της ταξικής πάλης. Επίσης η υπεράσπιση αλλά και οργάνωση μιας πιθανής εξέγερσης των νέοφτωχων αποτελεί απαραίτητο στοιχείο της όποιας επαναστατικής προοπτικής.

Από την εποχή της «ανάπτυξης» όπου μικρές μειοψηφίες αντιστέκονταν ή κατήγγειλαν τον άγριο καπιταλισμό φτάσαμε στην εποχή της κρίσης που διαλύει την προηγούμενη κοινωνική ισορροπία. Κι από την άρνηση και τον οικονομίστικο αγώνα της 1ης περιόδου περάσαμε στην «εξέγερση» του λαού (και την αριστερή ή δεξιά εκδοχή τους) στις πλατείες, κινητοποιήσεις που είχαν πάνω τους τη σφραγίδα της παλιάς εποχής, όσο κι αν ήταν τέκνα της κρίσης. Τώρα ήρθε η στιγμή του συνειδητού πολιτικού αγώνα που θα ενοποιήσει το στρατόπεδο των καταπιεσμένων, καθώς είναι καταδικασμένος σε αποτυχία οποιοσδήποτε απομονωμένος αγώνας για τα κεκτημένα όταν η επίθεση είναι ολική, αλλά και κάθε ειρηνική διαδήλωση που έχει ως στόχο να πιέσει την κυβέρνηση. Γιατί πολύ απλά μια κυβέρνηση έκτακτης ανάγκης αποτελεί το ωμό μήνυμα των αστών προς κάθε ενδιαφερόμενο: «ποσώς μας ενδιαφέρουν οι όποιες αντιδράσεις, τώρα έχουμε μια κυβέρνηση που και επίσημα εκπροσωπεί μόνο εμάς». Χωρίς ωραιοποιήσεις της κατάστασης και δισταγμούς δειλών, κόντρα στην αδράνεια και τη νοσταλγία της αλλοτριωτικής belle époque, ενάντια στις δηλώσεις νομιμοφροσύνης που θα μας ζητηθούν και στο σάπιο ρεαλισμό, ας κινηθούμε στο στρόβιλο της ιστορίας με πίστη στις δυνάμεις μας και με το όραμα της επαναστατικής αλλαγής του κόσμου.

Άκης Τζάρας

Πηγή: Avant Garde

Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2011

Περί δημοψηφίσματος και άλλων δαιμονίων (Avant Garde)

Περί δημοψηφίσματος και άλλων δαιμονίων

Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές «αγορές» και ευρωπαϊκές κυβερνήσεις κινούνται στους ρυθμούς της όξυνσης της κρίσης που πυροδοτήθηκαν από την προαναγγελία δημοψηφίσματος του Παπανδρέου, ενώ το Πασοκ μετρά προς το παρόν 152 βουλευτές.

Ο ΓΑΠ γνώριζε σαφώς εξαρχής πως η πρόταση του θα προκαλούσε εκ νέου πολιτική κρίση σε τοπικό και ευρωπαϊκό επίπεδο και πως είναι μάλλον αδύνατο να διεξαχθεί σε 2,5 μήνες (πολύ-πολύ μακριά) ή και νωρίτερα το παραμικρό δημοψήφισμα γύρω από τη νέα δανειακή σύμβαση, δηλαδή την παραμονή στην Ευρωζώνη (και την ΕΕ).

Η αλήθεια είναι πως η κίνηση Παπανδρέου αποτελεί με τη σειρά της σύμπτωμα της πολιτικής κρίσης που είναι ουσιαστικά πλέον κρίση του καθεστώτος, κάτι που έγινε ορατό και από τις αντιδράσεις την 28η. Οι οποίες δεν είχαν φυσικά την ομοιομορφία και το πολιτικό πρόσημο που της αποδίδει η αριστερά (και η αναρχία), αλλά αντίθετα συμμετείχαν σε αυτές εκτός άλλων και αγανακτισμένοι πατριώτες, φασίστες και μικροαστοί που μέχρι πρότινος ανήκαν στο μπλοκ εξουσίας που τώρα κυριολεκτικά καταρρέει.

Σε νέα φάση πολιτικής κρίσης

Ας δούμε κάποια πράματα με τη σειρά. Η κυβέρνηση ουσιαστικά από τον Ιούνιο έχει μπει σε τροχιά κατάρρευσης επειδή ακριβώς στερείται κάθε νομιμοποίησης. Όχι μόνο με τη στενή συνταγματική έννοια (καθώς έχει παραβιάσει πολλάκις την αστική νομιμότητα, αφού αποτελεί μεταβαση προς ένα κράτος έκτακτης ανάγκης) αλλά με την ευρύτερη κοινωνική. Ε, λοιπόν αυτή τη στιγμή λαμβάνει χώρα αυτή η κατάρρευση.

Για την εργατική τάξη, τους μικροαστούς που τμήμα τους αποτέλεσε κομμάτι του μπλοκ εξουσίας της «ανάπτυξης», αλλά και για την άρχουσα τάξη, η κυβέρνηση αυτή είναι κατώτερη των προσδοκιών της. Από αυτή την άποψη η κίνηση Παπανδρέου αποτελεί όχι μια απόπειρα νομιμοποίησης, εφόσον είναι μάλλον απίθανο να γίνει το παραμικρό δημοψήφισμα (κι ειδικά το Γενάρη), αλλά μάλλον μια φυγή του ΓΑΠ προς τα μπροστά και πρελούδιο ραγδαίων πολιτικών εξελίξεων που θα επιφέρει η πτώση της κυβέρνησης.

Ταυτόχρονα η «διάσωση της χώρας» κρίνεται εν αμφιβόλω και οι δανειστές προφανώς θα απαιτήσουν καταρχήν από την όποια κυβέρνηση να σεβαστεί τη συμφωνία, αλλά καθόλου δεν αποκλείεται αν τα πράγματα οδηγηθούν σε αδιέξοδο, (συνέπεια και της δομικής κρίσης της ΕΕ) να αφήσουν τον ελληνικό καπιταλισμό στη μοίρα του. Η θέση αυτή θα αποτυπωθεί εξάλλου στις επίσημες δηλώσεις.

Αυτή η εξέλιξη απηχεί όμως πια και τα συμφέροντα μιας μερίδας του ελληνικού κεφαλαίου που έχει αποθηκεύσει πλούτο σε ξένες τράπεζες περιμένοντας την κατάρρευση και το πλιάτσικο και που όπως το εφοπλιστικό προβαίνει σε παραγγελίες νέων πλοίων αυξάνοντας το στόλο του. Αυτά για όσους θεωρούν πως η επιστροφή στη δραχμή αποτελεί αποκλειστικά μια λαϊκή νίκη στον παρατεταμένο πόλεμο, αγνοώντας πως η «εθνική» καπιταλιστική επανεκκίνηση ενάντια στην «ξένη κατοχή της εποπτείας» αποτελεί ένα εναλλακτικό αστικό σενάριο, προφανώς με τουλάχιστον εφάμιλλη καταστολή και ελληνική εποπτεία. Αντίστοιχα όσοι νομίζουν ακόμα πως η ΕΕ μεταρρυθμίζεται ή ακόμα χειρότερα πως υπάρχει σοσιαλισμός με ευρώ είναι τουλάχιστον εκτός τόπου και χρόνου.

Από την άλλη μεριά το κυρίαρχο ρεύμα στην αστική τάξη και ειδικότερα το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, αλλά και η ευρωζώνη, θα παίξει το χαρτί μιας κυβέρνησης έκτακτης ανάγκης (Κεα) που θα σεβαστεί τη συμφωνία, θα συνεχίσει την πολιτική κοινωνικής αντεπανάστασης και θα κυβερνήσει με υπερεξουσίες καταργώντας και τα αντίστοιχα άρθρα του συντάγματος.

Η Βάσω Παπανδρέου αντιγράφοντας το πορτογαλικό μοντέλο προτείνει Κεα που θα εγκρίνει το κούρεμα και μετά εκλογές.

Το πιο καθαρό ιδεολογικά κομμάτι των αστών προτείνει φυσικά Κεα χωρίς εκλογές μέσω βουλής μιας και αντιλαμβάνεται πως ιδεολογικά ούτε το παραμύθι της “διάσωσης της πατρίδας από χρεοκοπία”, ούτε η επίκληση μιας μακρινής ανάπτυξης μπορεί να συσπειρώσει ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Το μόνο λοιπόν που απομένει είναι η ανασύνταξη του μπλοκ εξουσίας στη βάση της αυταρχικής διακυβέρνησης και οι αντίστοιχες μετατοπίσεις στο ιδεολογικό πεδίο με πρότυπο τον υπεύθυνο πολίτη που συνεργάζεται με τις αρχές.

Η αριστερά από την άλλη απαιτεί εκλογές κι εδώ που τα λέμε στο βαθμό που άμεσα δε διαφαίνεται η επαναστατική ανατροπή του καθεστώτος, οι εκλογές με αυξημένα τα ποσοστά της αριστεράς δε θα αποτελέσουν σε καμιά περίπτωση δικλείδα ασφαλείας και εκτονωτική κίνηση, αλλά αντίθετα θα βαθύνουν την πολιτική κρίση.

Η αλήθεια είναι πως σε τέτοιες συνθήκες η προσφυγή στις κάλπες--εκλογών αλλά και δημοψηφίσματος--αποτελεί παρακινδυνευμένη επιλογή για την αστική τάξη --εθνική και διεθνή--, αλλά από την άλλη μια κυβέρνηση που θα προκύψει από συμβιβασμούς ανάμεσα σε ΝΔ-Πασόκ-Λάος και λοιπά δεκανίκια όχι μόνο θα μεγαλώσει το κενό νομιμοποίησης αλλά μπορεί να αποδειχτεί και ιδιαίτερα εύθραυστη.

Σε κάθε περίπτωση λοιπόν η πολιτική κρίση οδηγείται με γρήγορους ρυθμούς σε κορύφωση, ενώ αναδεικνύεται το μέγεθος αυτών που διακυβεύονται για την αστική τάξη και ευρύτερα τη διεθνή του χρήματος. Ουσιαστικά η όποια απόπειρα σταθεροποίησης από αστική σκοπιά δε φαίνεται να περνά από το κοινοβούλιο ή τις κάλπες, αλλά να επιβάλλεται ως άμεση λύση από την εθνική αστική τάξη συνεπικουρούμενη φυσικά από το ιππικό της τρόικας.

Ας μην υπάρχει η παραμικρή αυταπάτη πως θα σεβαστούν τα όποια απομεινάρια της αστικής δημοκρατίας ή πως το ευρωπαϊκό κεκτημένο(sic) δεν προβλέπει αυταρχικές λύσεις.

Δίχως φόβο αλλά με τόλμη

Ενώ λοιπόν όλα δείχνουν πως τις επόμενες ώρες και μέρες θα επιχειρηθεί η ανασύνταξη των δυνάμεων του αστικού καθεστώτος, τι άραγε θα πράξουμε όσοι μπορούμε να φανταστούμε πως υπάρχει ζωή μετά το ευρώ και τον καπιταλισμό;

Αρχικά ας αντιληφθούμε πια το μέγεθος της αντιπαράθεσης, κατανοώντας πως μόνο ο πολιτικός ανατρεπτικός αγώνας αντιστοιχεί στην περίοδο αυτή. Αντίστοιχα ο αγώνας αυτός απαιτεί ένα συνειδητό εναλλακτικό σχέδιο που θα αποτελέσει την δική μας επόμενη μέρα. Κανένα τέτοιο σχέδιο όμως δε θα προκύψει αν συντηρείται ο μύθος της εθνικής κατοχής ή πιο προσφιλής μύθος των εξεγερμένων πολιτών που ανεξάρτητα από ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές εξεγείρονται ενάντια στους βολεμένους πολιτικούς, μιας και οι δύο αυτές εκδοχές επαναφέρουν το φάντασμα της εθνικής ενότητας και αποϊδεολογικοποιούν την αντιπαράθεση στο όνομα της αδιαμεσολάβητης οργής.

Ας ξεκαθαρίσουμε πως όπως σωστά καμία αλλαγή δε θα προκύψει από τις κάλπες, έτσι αντίστοιχα καμία ριζοσπαστική ανατροπή δε συμβαίνει επειδή ο κόσμος--έτσι αφηρημένα--κατεβαίνει στους δρόμους. Σε αυτό το πλαίσιο ας σκεφτούμε τι νόημα έχουν σήμερα οι καθαρές θέσεις παντός καιρού αν δε μετουσιώνονται σε τακτική και επαναστατική στρατηγική.

Από αυτή την άποψη όσο κι αν είμαστε οπαδοί της άποψης που υποστηρίζει πως η επαναστατική αλλαγή προϋποθέτει την τομή της εξέγερσης και την καταστροφή του αστικού κράτους, δε θεωρούμε πως αν τελικά προκηρυχθούν εκλογές η ψήφος στην αριστερά ισοδυναμεί με συμβιβασμό κι εκτόνωση, αλλά πως αντίθετα μπορεί να ευνοεί ένα τολμηρό ανατρεπτικό σχέδιο. Ένα σχέδιο που θα ενσωματώσει την εμπειρία των πρόσφατων ταξικών συγκρούσεων, θα υποτάξει τη συμβολική αντιβία σε μια επαναστατική στρατηγική.

Αντίστοιχα αν τελικά συμβεί το απίθανο και πραγματοποιηθεί το όποιο δημοψήφισμα, η αποχή θα έχει νόημα μόνο στο βαθμό που η μη συμμετοχή λειτουργεί ως πραγματική κι όχι συμβολική απονομιμοποίηση του καθεστώτος και των διαδικασιών του, άρα στο βαθμό που υπάρχει και νομιμοποιείται ένα εναλλακτικό σχέδιο πέρα από τα ψευτοδιλήμματα. Αλλιώς η αποχή, όπως και στις εκλογές, παραμένει απλώς μια διαμαρτυρία ηθικού τύπου.

Ταυτόχρονα η αριστερά αν είναι το εποικοδόμημα των καταπιεσμένων δεν μπορεί να επιζητά τη χαμένη καπιταλιστική ασφάλεια, δεν μπορεί να ανησυχεί για τη σταθερότητα των τραπεζών, αλλά να έχει την τόλμη να δηλώσει εξαρχής πως στις άγριες μέρες που ζούμε και που θα ρθούν, όσοι μιλούν για ηρεμία και ταξική ειρήνη προϋποθέτουν τη συντριβή των προλετάριων και ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων, πως δεν υπάρχουν ανώδυνες λύσεις που να τους χωράνε όλους δούλους κι αφέντες

Παράλληλα με τον πολιτικό αγώνα, κινήσεις στο κοινωνικό επίπεδο, όπως η οργάνωση και η περιφρούρηση συσσιτίων, οι καταλήψεις σπιτιών για τη στέγαση των απόκληρων, θα μάς προσφέρουν την οργανωτική τεχνογνωσία για την οικοδόμηση εναλλακτικών δομών και θα αποτελέσουν λειτουργικές λύσεις που θα συσπειρώσουν ένα ευρύτερο δυναμικό.

Ας μη βαυκαλιζόμαστε πως η καθεστωτική κρίση σημαίνει κι αυτόματα πως ο αντίπαλος μας έχει ηττηθεί ή μας τρέμει, αλλά αντίθετα εκμεταλλευόμενος την αμηχανία του δικού μας στρατοπέδου προετοιμάζει την επιθετική ανασύνταξη των δυνάμεων του. Όπως έχουμε ξαναπεί, αν κι εφόσον ο καπιταλισμός βρει ένα νέο σημείο ισορροπίας αυτό θα σημάνει πως θα χει περάσει πάνω από τα πολιτικά και εργασιακά δικαιώματα, εγκαθιστώντας νέες εκμεταλλευτικές σχέσεις και νέα βαρβαρότητα.

Αντί να τρεφόμαστε από το ένδοξο παρελθόν των επαναστάσεων και τους νεκρούς μας, που αρνούμαστε να θάψουμε κι άρα να τιμήσουμε, ας στρέψουμε το βλέμμα στο μέλλον ενός κόσμου που θα γεννηθεί από τη σύγκρουση στο παρόν και οι συνειδητές δυνάμεις με τόλμη θα πρέπει να είναι στην πρώτη γραμμή.

Άκης Τζάρας

Πηγή: Avant Garde