Τοῦ θηρίου
Μίλτος Σαχτούρης
Μὴ φεύγεις θηρίο
Θηρίο μὲ τὰ σιδερένια δόντια
Θὰ σοῦ φτιάξω ἕνα ξύλινο σπίτι
Θὰ σοῦ δώσω ἕνα λαγήνι
Θὰ σοῦ δώσω κι ἕνα κοντάρι
Θὰ σοῦ δώσω κι ἄλλο αἷμα νὰ παίζεις.
Home
- Home
- Για το παρόν ιστολόγιο
- Πολιτική Σχολιασμού
- Πολιτική Αναδημοσιεύσεων
- Επικοινωνία
- Γ. Πολυμερίδης-Εκλαϊκευτικά σεμινάρια στην μαρξιστική κριτική της πολιτικής οικονομίας
- Simon Clarke-Η θεωρία της κρίσης στον Μαρξ
- Διακήρυξη της Πρωτοβουλίας Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων
- Ιδεολογική Επιτροπή της ΚΕ του ΚΚΕ-Θεωρητικά Ζητήματα στο Πρόγραμμα του ΚΚΕ
- Αρχείο Μαρξ στο LR
- Αρχείο Λένιν στο LR
- Αρχείο Γκράμσι στο LR
- Θεωρητικό εργαστήρι
- Η "στήριξη" ΣΥΡΙΖΑ σε 28 Δήμους με αριθμούς: Τα πλ...
- Μ. Παπαδόπουλος-Διαπραγμάτευση στο στρατόπεδο του ...
- Αποκαλυπτικό πανόραμα των επικίνδυνων γεωστρατηγικ...
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαχτούρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαχτούρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2014
Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2012
Μίλτος Σαχτούρης, οχτώ ποιήματα
Ὁ τρελὸς λαγός
Γύριζε στοὺς δρόμους ὁ τρελὸς λαγὸς
γύριζε στοὺς δρόμους
ξέφευγε ἀπ᾿ τὰ σύρματα ὁ τρελὸς λαγὸς
ἔπεφτε στὶς λάσπες
Φέγγαν τὰ χαράματα ὁ τρελὸς λαγὸς
ἄνοιγε ἡ νύχτα
στάζαν αἷμα οἱ καρδιὲς
ὁ τρελὸς λαγὸς
ἔφεγγε ὁ κόσμος
Βούρκωναν τὰ μάτια του ὁ τρελὸς λαγὸς
πρήσκονταν ἡ γλώσσα
βόγγαε μαῦρο ἔντομο ὁ τρελὸς λαγὸς
θάνατος στὸ στόμα
Ὁ ποιητής
Σὰ θὰ μὲ βροῦνε πάνω στὸ ξύλο τοῦ θανάτου μου
γύρω θά ῾χει κοκκινίσει πέρα γιὰ πέρα ὁ οὐρανὸς
μιὰ ὑποψία θάλασσας θὰ ὑπάρχει
κι ἕν᾿ ἄσπρο πουλί, ἀπὸ πάνω, θ᾿ ἀπαγγέλλει μέσα
σ᾿ ἕνα τρομακτικὸ τώρα σκοτάδι, τὰ τραγούδια μου.
Τὸ πράσινο ἀπόγεμα
Ἐκεῖνο τὸ πράσινο ἀπόγεμα
ὁ θάνατος εἶχε βάλει, στόχο τὴν αὐλή μου
ἀπ᾿ τὸ νεκρό μου τὸ παράθυρο
μὲ τὸ βελούδινό μου μάτι
τὸν ἔβλεπα νὰ τριγυρνάει
γύριζε καὶ παράσταινε τὸν κουλουρτζῆ
γύριζε καὶ παράσταινε τὸν λαχειοπώλη
καὶ τὰ παιδιὰ τίποτα δὲν ὑποπτεύονταν
ἔπαιζαν μὲ πιστόλια καὶ τσίριζαν
αὐτὸς πάλι γύριζε καὶ πλησίαζε
καὶ πάλι μάκραινε καὶ ἔφευγε
ὕστερα ξαναρχόταν
στὸ τέλος ἀγριεύτηκε
ἄρχισε νὰ οὐρλιάζει
ἔβαψε τὰ μάτια καὶ τὰ νύχια του
φούσκωσε τὰ βυζιά του
ἄρχισε νὰ μιλάει μὲ ψιλὴ φωνὴ
ἔκανε σὰ γυναίκα...
τότε εἶναι ποὺ ἔφυγε ὁριστικὰ
ψιθυρίζοντας:
-Δὲν εἶχα τύχη σήμερα
αὔριο θὰ ξανάρθω
Ο νεκρός τις γιορτές
Ἐδῶ καὶ πολλὰ χρόνια
σὰν πλησιάζουν τὰ Χριστούγεννα
(αὐτός) ὁ νεκρὸς γεννιέται μέσα μου
δὲ θέλει δῶρα
δὲ θέλει χρήματα
πάγο καὶ χρόνια
χιόνια καὶ πάγο
σκισμένα ροῦχα
ἀχνὰ παπούτσια
ὁ χρυσὸς νεκρὸς
θὰ βγεῖ ἔξω
δὲν τὸν γνωρίζει κανένας
τὸν ἀλήτη νεκρὸ
θὰ κάτσει στὸ πικρὸ καφενεῖο
νὰ πιεῖ τὸν καφέ του
κι ὕστερα πάλι
σὲ λίγες μέρες
ἥσυχα θὰ πεθάνει
(ὁ νεκρός)
ὅταν ἔρθει ὁ χρόνος
κι ὅλες οἱ ρόδες
κόκκινες ὅπως πρῶτα
θὰ γυρίζουν πάλι.
Ησυχάστε
Πρωὶ πρωὶ καθὼς ἔβγαινα ἀπὸ τὸ σπίτι μου,
εἶδα τὸ ἀγγελτήριο τοῦ θανάτου μου.
«Τὸν ἀγαπημένο μας φίλο...» ἔγραφε.
Ὥστε λοιπὸν δὲν εἶχα συγγενεῖς.
Πῆρα γρήγορα ἕνα ταξὶ κι ἀνέβηκα στὴν Κηφισιά.
Σ᾿ ὅλο τὸν δρόμο ὑπῆρχαν τεράστια πανὼ ποὺ
γράφαν:
«ΠΕΣΑΝ ΤΑ ΦΡΑΓΜΑΤΑ», «ΠΕΣΑΝ ΤΑ ΦΡΑΓΜΑΤΑ».
Στὴν Κηφισιὰ εἶχα ραντεβοὺ μὲ τὸν Διάβολο.
Καθόταν σ᾿ ἕνα καφενεῖο καὶ μὲ μία μαύρη βούρτσα
βούρτσιζε τὰ ροῦχα του.
-Ἐντάξει, μοῦ εἶπε, εἶναι ὅλα κανονισμένα.
-Σᾶς ἐξασφαλίσαμε ἀκόμα καὶ νερό.
-Ἡσυχάστε
-Ἡσυχάστε
-Ἡσυχάστε
Η Παρουσία
στὸν Χρῆστο Μπράβο Τὸ ποίημα κάθεσαι καὶ τὸ ξενυχτᾶς σὰν τὸν νεκρό
Στις δώδεκα καὶ μισὴ
τὴ νύχτα
τὴν ἴδια ὥρα καὶ συγχρόνως
φάνηκε στὸν μεγάλο καθρέφτη καὶ στὸ παράθυρό μου
ὁ Ντύλαν Τόμας μ᾿ ἕνα ἀναμμένο κόκκινο κερὶ στὸ στόμα
νεκρὸς βέβαια
κι ἅγιος
καὶ τρελὸς
ὅπως τόχω ξαναπεῖ
- Ἔλα ἀδερφέ, μοῦ λέει, μαζί μου
σάπισες ἐδῶ πέρα
ἔλα στὰ βορινὰ φαράγγια τῆς πατρίδας μου
ἐδῶ ζεῖς σ᾿ ἕνα σάπιο τόπο ποὺ σὲ κοροϊδεύουν
ἐκεῖ χαιρετᾶνε τοὺς τρελοὺς καὶ οἱ παπάδες
κι ἡ πάπια δὲ γενάει πιὰ πάγο
γενάει κόκκινο αὐγό
Αὐτὰ τὰ λίγα μοῦ εἶπε ὁ μεγάλος ποιητὴς
ὄχι πιὰ στὸν καθρέφτη καὶ στὸ παράθυρό μου
ἀλλὰ μέσα ἀπὸ τὰ ψηλὰ χορτάρια τοῦ θανάτου του
μισὸς ἀπὸ τὴ μέση κι ἀπάνω στὸ φῶς, ἔξω ἀπὸ τὸ χορτάρι
μισὸς ἀπὸ τὴ μέση καὶ κάτω στὸ σκοτάδι
κάτω ἀπὸ τὸ φῶς.
15 Αὐγούστου ῾81
τῆς Παναγίας
Ξένε
Ξένε
μὲ τὸ μαῦρο κοστούμι σου
ποὺ χτυπᾶς τὴν πόρτα μου
καὶ μοῦ δείχνεις τ᾿ ἄσπρα αὐτὰ πιάτα
ποῦ ἔχεις κρύψει τὸ πιστόλι σου;
ποῦ ἔχεις κρύψει τὸ μαχαίρι σου;
ἔχεις ἕν᾿ ἄστρο κόκκινο μέσ᾿ τὸ κεφάλι σου
καὶ ψευδίζεις
θέλεις τὰ χρήματα
τὰ χρήματα ποὺ σμίξαν μὲ τὸ αἷμα καὶ χαθῆκαν
τὰ χρήματα ποὺ σμίξαν μὲ τὸν ὕπνο καὶ χαθῆκαν
ἱκετεύεις
φύγε
φύγε ξένε
μέσ᾿ τὴν καρδιά μου ἔχω ἕνα ἥμερο πουλὶ
ἂν τ᾿ ἀφήσω νὰ βγεῖ
τὰ δόντια του θὰ σὲ κατασπαράξουν
Άτιτλο
Δάσος παράξενο μαγεύει τὴ φωνή μου
κάθε μου λέξη μία σταγόνα αἷμα
ὅλο μου τὸ τραγούδι ἕνα δέντρο
ἀπὸ τὸ αἷμα ποτισμένο τῶν φονιάδων
χίλιοι φονιάδες χίλια ἄγρια δέντρα
δάσος παράξενο ποὺ μαγεύει τὴ φωνή μου
Πηγή
Γύριζε στοὺς δρόμους ὁ τρελὸς λαγὸς
γύριζε στοὺς δρόμους
ξέφευγε ἀπ᾿ τὰ σύρματα ὁ τρελὸς λαγὸς
ἔπεφτε στὶς λάσπες
Φέγγαν τὰ χαράματα ὁ τρελὸς λαγὸς
ἄνοιγε ἡ νύχτα
στάζαν αἷμα οἱ καρδιὲς
ὁ τρελὸς λαγὸς
ἔφεγγε ὁ κόσμος
Βούρκωναν τὰ μάτια του ὁ τρελὸς λαγὸς
πρήσκονταν ἡ γλώσσα
βόγγαε μαῦρο ἔντομο ὁ τρελὸς λαγὸς
θάνατος στὸ στόμα
Ὁ ποιητής
Σὰ θὰ μὲ βροῦνε πάνω στὸ ξύλο τοῦ θανάτου μου
γύρω θά ῾χει κοκκινίσει πέρα γιὰ πέρα ὁ οὐρανὸς
μιὰ ὑποψία θάλασσας θὰ ὑπάρχει
κι ἕν᾿ ἄσπρο πουλί, ἀπὸ πάνω, θ᾿ ἀπαγγέλλει μέσα
σ᾿ ἕνα τρομακτικὸ τώρα σκοτάδι, τὰ τραγούδια μου.
Τὸ πράσινο ἀπόγεμα
Ἐκεῖνο τὸ πράσινο ἀπόγεμα
ὁ θάνατος εἶχε βάλει, στόχο τὴν αὐλή μου
ἀπ᾿ τὸ νεκρό μου τὸ παράθυρο
μὲ τὸ βελούδινό μου μάτι
τὸν ἔβλεπα νὰ τριγυρνάει
γύριζε καὶ παράσταινε τὸν κουλουρτζῆ
γύριζε καὶ παράσταινε τὸν λαχειοπώλη
καὶ τὰ παιδιὰ τίποτα δὲν ὑποπτεύονταν
ἔπαιζαν μὲ πιστόλια καὶ τσίριζαν
αὐτὸς πάλι γύριζε καὶ πλησίαζε
καὶ πάλι μάκραινε καὶ ἔφευγε
ὕστερα ξαναρχόταν
στὸ τέλος ἀγριεύτηκε
ἄρχισε νὰ οὐρλιάζει
ἔβαψε τὰ μάτια καὶ τὰ νύχια του
φούσκωσε τὰ βυζιά του
ἄρχισε νὰ μιλάει μὲ ψιλὴ φωνὴ
ἔκανε σὰ γυναίκα...
τότε εἶναι ποὺ ἔφυγε ὁριστικὰ
ψιθυρίζοντας:
-Δὲν εἶχα τύχη σήμερα
αὔριο θὰ ξανάρθω
Ο νεκρός τις γιορτές
Ἐδῶ καὶ πολλὰ χρόνια
σὰν πλησιάζουν τὰ Χριστούγεννα
(αὐτός) ὁ νεκρὸς γεννιέται μέσα μου
δὲ θέλει δῶρα
δὲ θέλει χρήματα
πάγο καὶ χρόνια
χιόνια καὶ πάγο
σκισμένα ροῦχα
ἀχνὰ παπούτσια
ὁ χρυσὸς νεκρὸς
θὰ βγεῖ ἔξω
δὲν τὸν γνωρίζει κανένας
τὸν ἀλήτη νεκρὸ
θὰ κάτσει στὸ πικρὸ καφενεῖο
νὰ πιεῖ τὸν καφέ του
κι ὕστερα πάλι
σὲ λίγες μέρες
ἥσυχα θὰ πεθάνει
(ὁ νεκρός)
ὅταν ἔρθει ὁ χρόνος
κι ὅλες οἱ ρόδες
κόκκινες ὅπως πρῶτα
θὰ γυρίζουν πάλι.
Ησυχάστε
Πρωὶ πρωὶ καθὼς ἔβγαινα ἀπὸ τὸ σπίτι μου,
εἶδα τὸ ἀγγελτήριο τοῦ θανάτου μου.
«Τὸν ἀγαπημένο μας φίλο...» ἔγραφε.
Ὥστε λοιπὸν δὲν εἶχα συγγενεῖς.
Πῆρα γρήγορα ἕνα ταξὶ κι ἀνέβηκα στὴν Κηφισιά.
Σ᾿ ὅλο τὸν δρόμο ὑπῆρχαν τεράστια πανὼ ποὺ
γράφαν:
«ΠΕΣΑΝ ΤΑ ΦΡΑΓΜΑΤΑ», «ΠΕΣΑΝ ΤΑ ΦΡΑΓΜΑΤΑ».
Στὴν Κηφισιὰ εἶχα ραντεβοὺ μὲ τὸν Διάβολο.
Καθόταν σ᾿ ἕνα καφενεῖο καὶ μὲ μία μαύρη βούρτσα
βούρτσιζε τὰ ροῦχα του.
-Ἐντάξει, μοῦ εἶπε, εἶναι ὅλα κανονισμένα.
-Σᾶς ἐξασφαλίσαμε ἀκόμα καὶ νερό.
-Ἡσυχάστε
-Ἡσυχάστε
-Ἡσυχάστε
Η Παρουσία
στὸν Χρῆστο Μπράβο Τὸ ποίημα κάθεσαι καὶ τὸ ξενυχτᾶς σὰν τὸν νεκρό
Στις δώδεκα καὶ μισὴ
τὴ νύχτα
τὴν ἴδια ὥρα καὶ συγχρόνως
φάνηκε στὸν μεγάλο καθρέφτη καὶ στὸ παράθυρό μου
ὁ Ντύλαν Τόμας μ᾿ ἕνα ἀναμμένο κόκκινο κερὶ στὸ στόμα
νεκρὸς βέβαια
κι ἅγιος
καὶ τρελὸς
ὅπως τόχω ξαναπεῖ
- Ἔλα ἀδερφέ, μοῦ λέει, μαζί μου
σάπισες ἐδῶ πέρα
ἔλα στὰ βορινὰ φαράγγια τῆς πατρίδας μου
ἐδῶ ζεῖς σ᾿ ἕνα σάπιο τόπο ποὺ σὲ κοροϊδεύουν
ἐκεῖ χαιρετᾶνε τοὺς τρελοὺς καὶ οἱ παπάδες
κι ἡ πάπια δὲ γενάει πιὰ πάγο
γενάει κόκκινο αὐγό
Αὐτὰ τὰ λίγα μοῦ εἶπε ὁ μεγάλος ποιητὴς
ὄχι πιὰ στὸν καθρέφτη καὶ στὸ παράθυρό μου
ἀλλὰ μέσα ἀπὸ τὰ ψηλὰ χορτάρια τοῦ θανάτου του
μισὸς ἀπὸ τὴ μέση κι ἀπάνω στὸ φῶς, ἔξω ἀπὸ τὸ χορτάρι
μισὸς ἀπὸ τὴ μέση καὶ κάτω στὸ σκοτάδι
κάτω ἀπὸ τὸ φῶς.
15 Αὐγούστου ῾81
τῆς Παναγίας
Ξένε
Ξένε
μὲ τὸ μαῦρο κοστούμι σου
ποὺ χτυπᾶς τὴν πόρτα μου
καὶ μοῦ δείχνεις τ᾿ ἄσπρα αὐτὰ πιάτα
ποῦ ἔχεις κρύψει τὸ πιστόλι σου;
ποῦ ἔχεις κρύψει τὸ μαχαίρι σου;
ἔχεις ἕν᾿ ἄστρο κόκκινο μέσ᾿ τὸ κεφάλι σου
καὶ ψευδίζεις
θέλεις τὰ χρήματα
τὰ χρήματα ποὺ σμίξαν μὲ τὸ αἷμα καὶ χαθῆκαν
τὰ χρήματα ποὺ σμίξαν μὲ τὸν ὕπνο καὶ χαθῆκαν
ἱκετεύεις
φύγε
φύγε ξένε
μέσ᾿ τὴν καρδιά μου ἔχω ἕνα ἥμερο πουλὶ
ἂν τ᾿ ἀφήσω νὰ βγεῖ
τὰ δόντια του θὰ σὲ κατασπαράξουν
Άτιτλο
Δάσος παράξενο μαγεύει τὴ φωνή μου
κάθε μου λέξη μία σταγόνα αἷμα
ὅλο μου τὸ τραγούδι ἕνα δέντρο
ἀπὸ τὸ αἷμα ποτισμένο τῶν φονιάδων
χίλιοι φονιάδες χίλια ἄγρια δέντρα
δάσος παράξενο ποὺ μαγεύει τὴ φωνή μου
Πηγή
Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2012
Φιάλη οξυγόνου: Μίλτος Σαχτούρης
Ἡ δύσκολη Κυριακή
Ἀπ᾿ τὸ πρωὶ κοιτάζω πρὸς τ᾿ ἀπάνω ἕνα πουλὶ καλύτερο
ἀπ᾿ τὸ πρωὶ χαίρομαι ἕνα φίδι τυλιγμένο στὸ λαιμό μου
Σπασμένα φλυτζάνια στὰ χαλιὰ
πορφυρὰ λουλούδια τὰ μάγουλα τῆς μάντισσας
ὅταν ἀνασηκώνει τῆς μοίρας τὸ φουστάνι
κάτι θὰ φυτρώσει ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ χαρά
ἕνα νέο δέντρο χωρὶς ἀνθοὺς
ἢ ἕνα ἁγνὸ νέο βλέφαρο
ἢ ἕνας λατρεμένος λόγος
ποῦ νὰ μὴ φίλησε στὸ στόμα τὴ λησμονιά
Ἔξω ἀλαλάζουν οἱ καμπάνες
ἔξω μὲ περιμένουν ἀφάνταστοι φίλοι
σηκώσανε ψηλὰ στριφογυρίζουνε μιὰ χαραυγὴ
τί κούραση τί κούραση
κίτρινο φόρεμα -κεντημένος ἕνας ἀετός-
πράσινος παπαγάλος -κλείνω τὰ μάτια- κράζει
πάντα πάντα πάντα
ἡ ὀρχήστρα παίζει κίβδηλους σκοποὺς
τί μάτια παθιασμένα τί γυναῖκες
τί ἔρωτες τί φωνὲς τί ἔρωτες
φίλε ἀγάπη αἷμα φίλε
φίλε δῶσ᾿ μου τὸ χέρι σου τί κρύο
Ἤτανε παγωνιὰ
δὲν ξέρω πιὰ τὴν ὥρα ποὺ πέθαναν ὅλοι
κι ἔμεινα μ᾿ ἕναν ἀκρωτηριασμένο φίλο
καὶ μ᾿ ἕνα ματωμένο κλαδάκι συντροφιὰ.
Ὁ σωτήρας
Μετρῶ στὰ δάχτυλα τῶν κομμένων χεριῶν μου
τὶς ὦρες ποὺ πλανιέμαι στὰ δώματα αὐτὰ τ᾿ ἀνέμου
δὲν ἔχω ἄλλα χέρια ἀγάπη μου κι οἱ πόρτες
δὲ θέλουνε νὰ κλείσουν κι οἱ σκύλοι εἶναι ἀνένδοτοι
Μὲ τὰ γυμνά μου πόδια βουτηγμένα στὰ βρώμια αὐτὰ νερὰ
μὲ τὴ γυμνὴ καρδιά μου ἀναζητῶ (ὄχι γιὰ μένα)
ἕνα γαλανὸ παράθυρο
πῶς χτίσανε τόσα δωμάτια τόσα βιβλία τραγικὰ
δίχως μιὰ χαραμάδα φῶς
δίχως μιὰ ἀναπνοὴ ὀξυγόνου
γιὰ τὸν ἄρρωστο ἀναγνώστη
Ἀφοῦ κάθε δωμάτιο εἶναι καὶ μιὰ ἀνοιχτὴ πληγὴ
πῶς νὰ κατέβω πάλι σκάλες ποὺ θρυμματίζονται
ἀνάμεσα ἀπ᾿ τὸ βοῦρκο πάλι καὶ τ᾿ ἄγρια σκυλιὰ
νὰ φέρω φάρμακα καὶ ρόδινες γάζες
κι ἂν βρῶ τὸ φαρμακεῖο κλειστὸ
κι ἂν βρῶ πεθαμένο τὸ φαρμακοποιὸ
κι ἂν βρῶ τῇ γυμνὴ καρδιά μου στὴ βιτρίνα τοῦ φαρμακείου
Ὄχι ὄχι τέλειωσε δὲν ὑπάρχει σωτηρία
Θὰ μείνουν τὰ δωμάτια ὅπως εἶναι
μὲ τὸν ἄνεμο καὶ τὰ καλάμια του
μὲ τὰ συντρίμια τῶν γυάλινων προσώπων ποὺ βογγᾶνε
μὲ τὴν ἄχρωμη αἱμορραγία τους
μὲ χέρια πορσελάνης ποὺ ἁπλώνονται σὲ μένα
μὲ τὴν ἀσυχώρετη λησμονιὰ
Ξέχασαν τὰ δικά μου σάρκινα χέρια ποὺ κόπηκαν
τὴν ὥρα ποὺ μετροῦσα τὴν ἀγωνία τους.
Μίλτος Σαχτούρης-Ποιήματα
Ἀπ᾿ τὸ πρωὶ κοιτάζω πρὸς τ᾿ ἀπάνω ἕνα πουλὶ καλύτερο
ἀπ᾿ τὸ πρωὶ χαίρομαι ἕνα φίδι τυλιγμένο στὸ λαιμό μου
Σπασμένα φλυτζάνια στὰ χαλιὰ
πορφυρὰ λουλούδια τὰ μάγουλα τῆς μάντισσας
ὅταν ἀνασηκώνει τῆς μοίρας τὸ φουστάνι
κάτι θὰ φυτρώσει ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ χαρά
ἕνα νέο δέντρο χωρὶς ἀνθοὺς
ἢ ἕνα ἁγνὸ νέο βλέφαρο
ἢ ἕνας λατρεμένος λόγος
ποῦ νὰ μὴ φίλησε στὸ στόμα τὴ λησμονιά
Ἔξω ἀλαλάζουν οἱ καμπάνες
ἔξω μὲ περιμένουν ἀφάνταστοι φίλοι
σηκώσανε ψηλὰ στριφογυρίζουνε μιὰ χαραυγὴ
τί κούραση τί κούραση
κίτρινο φόρεμα -κεντημένος ἕνας ἀετός-
πράσινος παπαγάλος -κλείνω τὰ μάτια- κράζει
πάντα πάντα πάντα
ἡ ὀρχήστρα παίζει κίβδηλους σκοποὺς
τί μάτια παθιασμένα τί γυναῖκες
τί ἔρωτες τί φωνὲς τί ἔρωτες
φίλε ἀγάπη αἷμα φίλε
φίλε δῶσ᾿ μου τὸ χέρι σου τί κρύο
Ἤτανε παγωνιὰ
δὲν ξέρω πιὰ τὴν ὥρα ποὺ πέθαναν ὅλοι
κι ἔμεινα μ᾿ ἕναν ἀκρωτηριασμένο φίλο
καὶ μ᾿ ἕνα ματωμένο κλαδάκι συντροφιὰ.
Ὁ σωτήρας
Μετρῶ στὰ δάχτυλα τῶν κομμένων χεριῶν μου
τὶς ὦρες ποὺ πλανιέμαι στὰ δώματα αὐτὰ τ᾿ ἀνέμου
δὲν ἔχω ἄλλα χέρια ἀγάπη μου κι οἱ πόρτες
δὲ θέλουνε νὰ κλείσουν κι οἱ σκύλοι εἶναι ἀνένδοτοι
Μὲ τὰ γυμνά μου πόδια βουτηγμένα στὰ βρώμια αὐτὰ νερὰ
μὲ τὴ γυμνὴ καρδιά μου ἀναζητῶ (ὄχι γιὰ μένα)
ἕνα γαλανὸ παράθυρο
πῶς χτίσανε τόσα δωμάτια τόσα βιβλία τραγικὰ
δίχως μιὰ χαραμάδα φῶς
δίχως μιὰ ἀναπνοὴ ὀξυγόνου
γιὰ τὸν ἄρρωστο ἀναγνώστη
Ἀφοῦ κάθε δωμάτιο εἶναι καὶ μιὰ ἀνοιχτὴ πληγὴ
πῶς νὰ κατέβω πάλι σκάλες ποὺ θρυμματίζονται
ἀνάμεσα ἀπ᾿ τὸ βοῦρκο πάλι καὶ τ᾿ ἄγρια σκυλιὰ
νὰ φέρω φάρμακα καὶ ρόδινες γάζες
κι ἂν βρῶ τὸ φαρμακεῖο κλειστὸ
κι ἂν βρῶ πεθαμένο τὸ φαρμακοποιὸ
κι ἂν βρῶ τῇ γυμνὴ καρδιά μου στὴ βιτρίνα τοῦ φαρμακείου
Ὄχι ὄχι τέλειωσε δὲν ὑπάρχει σωτηρία
Θὰ μείνουν τὰ δωμάτια ὅπως εἶναι
μὲ τὸν ἄνεμο καὶ τὰ καλάμια του
μὲ τὰ συντρίμια τῶν γυάλινων προσώπων ποὺ βογγᾶνε
μὲ τὴν ἄχρωμη αἱμορραγία τους
μὲ χέρια πορσελάνης ποὺ ἁπλώνονται σὲ μένα
μὲ τὴν ἀσυχώρετη λησμονιὰ
Ξέχασαν τὰ δικά μου σάρκινα χέρια ποὺ κόπηκαν
τὴν ὥρα ποὺ μετροῦσα τὴν ἀγωνία τους.
Μίλτος Σαχτούρης-Ποιήματα
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
