Πριν κάποιες μέρες, ο καθηγητής Κοινωνιολογίας Θανάσης Αλεξίου είχε την καλοσύνη να μου στείλει δύο πολύ ενδιαφέροντα κείμενά του, όπου θίγει ένα σημαντικό για μένα ζήτημα, αυτό της συνάρτησης των πολιτικών κομμάτων της ούτως λεγόμενης αριστεράς και του χαρακτήρα της εκλογικής βάσης τους. Το ένα από αυτά --και το βραχύτερο-- έχει τον τίτλο "Η κοινωνική διαστρωμάτωση της μισθωτής εργασίας και η αριστερά" και δημοσιεύτηκε στο Πριν στις 16/6/2012. Δυστυχώς, δεν μπόρεσα να το εντοπίσω ηλεκτρονικά, οπότε δεν μπορώ να παραθέσω σχετικό σύνδεσμο. Θα παραθέσω όμως τα αποσπάσματα που με ενδιαφέρει να συζητήσω, στα πλαίσια του δημόσιου διαλόγου για το θέμα.
Το κείμενο του Αλεξίου ξεκινά με την διαπίστωση της μετατόπισης του εκλογικού σώματος προς τα αριστερά, με την οποία διαφωνώ κάθετα, τόσο για θεωρητικούς όσο και για εμπειρικούς λόγους. Αλλά αυτή η διαφωνία δεν είναι για μένα ιδιαίτερα σημαντική στο παρόν κείμενο. Αυτό που με ενδιαφέρει μάλλον είναι η ανάλυση του κοινωνικού και ταξικού χαρακτήρα της βάσης του ΣΥΡΙΖΑ, στην εκλογική επιτυχία του οποίου στηρίζεται κατά βάση το επιχείρημα περί "αριστερής στροφής" της ελληνικής κοινωνίας. Παραθέτω λοιπόν την σχετική ανάλυση αυτού του χαρακτήρα, επισημαίνοντας τα σημαντικά για μένα χωρία με έντονα στοιχεία:
Στις εκλογές της 6ης Μαϊου καταγράφεται μια μαζική μετατόπιση των μεσαίων στρωμάτων που δεν έχουν στη διάθεσή τους ιδιοκτησία (μέσο παραγωγής), αλλά τίτλους σπουδών, επαγγελματική εξειδίκευση και πολιτισμικό κεφάλαιο, αλλά και των μισθωτών του δημόσιου τομέα, προς το ΣΥΡΙΖΑ και τη ΔΗΜΑΡ. Σε ποιο βαθμό αυτή η μετατόπιση συνιστά και αποκατάσταση της σχέσης της μισθωτής εργασίας με την αριστερά; Μπορεί να θεωρηθούν όλοι οι μισθωτοί εργαζόμενοι εργάτες; Μήπως οφείλουμε να λάβουμε υπόψη την εσωτερική διαφοροποίηση της μισθωτής εργασίας που αφορά τόσο το περιεχόμενο της εργασίας, λόγου χάρη αν αυτή έχει αποειδικευτεί και έχει γίνει εκτελεστική (χειρωνακτική), ή αν αυτή είναι διανοητική, σχεδιαστική, ελεγκτική κ.ο.κ. Το 22,5% της εξαρτημένης εργασίας (ΕΕ15:34,5%) στην Ελλάδα ασκεί με βάση τα στοιχεία της EC (2001) εποπτική και διευθυντική εργασία και ανήκει στα μεσαία στρώματα. Στο ποσοστό αυτό δεν συμπεριλαμβάνονται υπάλληλοι γραφείου με σχετικά αναβαθμισμένο περιεχόμενο εργασίας που ανήκουν επίσης στο μεσαίο ή κατώτερο επίπεδο των μεσαίων στρωμάτων. Προέκταση της εργασιακής ανεξαρτησίας και αυτονομίας, -τα στρώματα αυτά αντιλαμβάνονται την εργασία ως δημιουργικότητα και αυτοπραγμάτωση και όχι ως μέσο βιοπορισμού- είναι ένα σύστημα αξιών (μεταϋλιστικές αξίες) που δίνει έμφαση στην αυτονομία, στην ατομική ανέλιξη, στην αισθητική αντίληψη της πραγματικότητας κ.λπ. Σε μεγάλο βαθμό αυτό το σύστημα αξιών αναδεικνύει τους τρόπους ζωής σε πεδίο αυτοπροσδιορισμού και τη σφαίρα κατανάλωσης που συνυφαίνεται μαζί τους σε πρακτικές διάκρισης. Το γεγονός αυτό σχετικοποιεί την ταξικότητα της ψήφου και τη σχέση της με την αριστερά, ενώ φαίνεται να ακυρώνει κατά κάποιο τρόπο τη διάκριση αριστερά-δεξιά. Εφόσον έτσι έχουν τα πράγματα μπορούμε να μιλούμε ακόμη σήμερα για ένα ομοιογενές (ταξικό) σύνολο της αριστεράς;
Οι παρατηρήσεις αυτές επιβεβαιώνουν δικές μου παλαιότερες παρατηρήσεις (βλ. για παράδειγμα
εδώ και
εδώ, καθώς και τις παρατηρήσεις μου για την ταξική βάση του ΣΥΡΙΖΑ στα σχόλια), κι έτσι περιττεύει να επισημάνω εκ νέου την συμφωνία μου με αυτές. Βρίσκω ιδιαίτερα γόνιμο, παρ' όλα αυτά, τον συσχετισμό αυτής της ταξικής βάσης με συγκεκριμένα ιδεολογήματα που αφορούν τόσο την σχέση με την εργασία όσο και την απορρέουσα σχέση με πολιτικά μοντέλα: για παράδειγμα, τον συσχετισμό της "εργασιακής ανεξαρτησίας και αυτονομίας" (για την οποία όμως θα υπογράμμιζα άμεσα ότι είναι, όταν υπάρχει,
εκτελεστική και όχι
δομική, αφορά δηλαδή σχετική ανεξαρτησία και αυτονομία στην εκτέλεση της εργασίας και όχι ανεξαρτησία ή αυτονομία από τη μισθωτή σχέση -- ο Αλεξίου σωστά την χαρακτηρίζει "εξαρτημένη εργασία") με τα ιδεολογήματα της "δημιουργικότητας" και της "αυτοπραγμάτωσης", και κατ' επέκταση, με αυτά της "αυτονομίας" και του "αισθητικού." Πράγματι, η παρατήρηση αυτή εξηγεί με ακρίβεια την άμεση σχέση μεταξύ του χαρακτήρα της εργασίας της εκλογικής βάσης του ΣΥΡΙΖΑ και των πολιτικών ιδεολογημάτων που αυτή προκρίνει και πριμοδοτεί ως κεντρικά για την αριστερά: την έμφαση στην καινοτομία και την επινοητικότητα, την έμφαση στην αυτοδιαχείριση και την αυτονομία, την έμφαση στο αισθητικό και στην αισθητική αντίληψη για τα κοινωνικά φαινόμενα. Όλα αυτά είναι εμφανή στο είδος του πολιτικού λόγου που εκπορεύεται από το κόμμα, στο είδος των ιδεολογημάτων που πριμοδοτεί ως κεντρικά, και εξηγούν την ιδιαίτερη θελκτικότητα θεωρητικών υποδειγμάτων όπως αυτά των Χαρντ και Νέγκρι (και της ιδέας της άυλης εργασίας), αυτό του Καστοριάδη (και της αυτονομίας) ή αυτό της σχολής της Φρανκφούρτης (και της αισθητικής κριτικής του πολιτικού), για την εκλογική αυτή βάση.
Και ο Αλεξίου συνεχίζει:
[...] η μετάβαση στη «μεταβιομηχανική κοινωνία» με την συνακόλουθη μείωση της βιομηχανικής εργατικής τάξης και τη διεύρυνση των μεσαίων στρωμάτων διαμόρφωσε νέα κοινωνικά δεδομένα που εγκαλούσαν πρώτα απ’ όλα την αριστερά. Για να εκφράσουν τα νέα κοινωνικά δεδομένα και πρωτίστως μια ανομοιογενή κοινωνική βάση τα μεγάλα σοσιαλδημοκρατικά και ευρωκομμουνιστικά κόμματα της Ευρώπης έδωσαν ιδιαίτερη βαρύτητα σε διαταξικά στοιχεία συγκρότησης του κοινωνικού (ιδιότητα του πολίτη, πολιτισμική ετερότητα κ.ά.) ώστε να προσεταιριστούν το «κοινωνικό κέντρο» («πληθυντική αριστερά», «κεντροαριστερά» κ.ο.κ.). Εγκαταλείποντας την κοινωνική (ταξική) ταυτότητα ως πεδίο αυτοπροσδιορισμού αλλά και μια αντζέντα θεμάτων με ταξικό υπόβαθρο (ανεργία, στέγαση, δημόσια ασφάλεια κ.ά.) αποξενώθηκαν από τα εργατικά και τα λαϊκά στρώματα.
Στο δια ταύτα, δηλαδή σε ό,τι αφορά την διεύρυνση της αποξένωσης των στρωμάτων αυτών από τα εργατικά και λαϊκά στρώματα, συμφωνώ απόλυτα με τον συγγραφέα. Όπως και στην άμεση συνάφεια της προσπάθειας απεύθυνσης στο (αυτοθεωρούμενο) κογκνιταριάτο, όπως είναι γνωστό, με την ευρωκομμουνιστική και σοσιαλδημοκρατική ιδέα της "διαταξικής" συγκρότησης της εργασίας και --συνακόλουθα-- της "διαταξικής συμμαχίας." Η σημασία εδώ των αναλύσεων του Πουλαντζά για το είδος της ανάλυσης πάνω στην οποία βασίστηκε ο ευρωκομμουνισμός είναι κεντρική, και φαντάζομαι ότι και ο συγγραφέας τον Πουλαντζά έχει πρωτίστως κατά νου ως θεωρητικό του "διαταξικού" χαρακτήρα της σύγχρονης μισθωτής εργασίας. Η διαφωνία μου αφορά μάλλον την παραδοχή ότι όλα αυτά πηγάζουν αντικειμενικά από κάποια "μετάβαση στη 'μεταβιομηχανική κοινωνία'", μιας και έχει πολλάκις επισημανθεί ότι σε μια τέτοια διάγνωση εμπλέκεται ήδη ένα υποκειμενικό και ιδεολογικό στοιχείο το οποίο αφορά τις τάσεις των ίδιων των διανοούμενων, και το οποίο συνίσταται στην (μάλλον αυτοναφορική) δραστική υπερτίμηση της σημασίας της άυλης εργασίας έναντι των παραδοσιακότερων μορφών (βλ. για παράδειγμα την
εξαιρετική κριτική του ιστολογίου Praxis στις θεωρητικές προκείμενες των αναλύσεων Ζίζεκ,
τη μελέτη του Ν. Κυρίτση για την ταξική σύνθεση της εργασίας στην Ελλάδα, ή τις ιο πρόσφατες μελέτες της κολλεκτίβας Sarajevo για το θέμα, στο
τρίτο και στο
τέταρτο Τετράδιο για εργατική χρήση).
Φτάνουμε όμως τώρα και στο κομβικό σημείο του κειμένου, αυτό που αφορά την δική του πρόταξη της αναγκαιότητας της κοινωνικής συμμαχίας, για την οποία δεν είναι σαφές πώς και γιατί διαφέρει από την σοσιαλδημοκρατική ή ευρωκομμουνιστική αντίληψη περί "διαταξικής συγκρότησης" της μισθωτής εργασίας που αναφέρεται πιο πάνω, προφανώς από κάποια θεωρητική και όχι απλά χρονική ή ιστορική απόσταση. Παραθέτω και πάλι το κείμενο, ενώ με έντονα στοιχεία είναι πάντα οι δικές μου εμφάσεις:
Εντούτοις, και στο βαθμό που αυτή η μετατόπιση συνδυαζόταν με τη σύμπτυξη μιας κοινωνικής συμμαχίας με τα εργατικά και λαϊκά στρώματα, και εδώ έγκεινται οι ιστορικές ευθύνες του ΚΚΕ, αυτή θα συνέβαλλε με το στρατηγικό βάρος της, όχι μόνο στην αποδέσμευση αυτών των στρωμάτων από το κεφάλαιο αλλά και στη διεύρυνση του κοινωνικού βεληνεκούς του εγχειρήματος, θέτοντας στην ημερήσια διάταξη τόσο το ζήτημα ανακατανομής των αγαθών (σφαίρα κυκλοφορίας) όσο και της ποιότητας των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής. Συνεπώς χωρίς συμπαγή κοινωνική βάση και με μια εκλογική βάση που δεν αρθρώνεται οριζόντια και μετατοπίζεται κατά το δοκούν, τα ζητήματα που μπορούν να τεθούν δεν υπερβαίνουν τη σφαίρα κυκλοφορίας των προϊόντων (ανακατανομή), ενώ δεν μπορεί να τεθεί ούτε καν το ζήτημα εξόδου από την Ευρωζώνη, εφόσον τα συμφέροντα της κοινωνίας και της χώρας το επέβαλαν. Βεβαίως η σύμπτυξη αυτής της κοινωνικής συμμαχία προϋποθέτει χρόνο και δουλειά, κάτι που υπερβαίνει τις χρονικές αντοχές των μεσαίων στρωμάτων, που τα «θέλουν όλα εδώ και τώρα». Επομένως οποιαδήποτε «κυβέρνηση της αριστεράς» κινδυνεύει να βρεθεί αποκομμένη από την κοινωνία ενώ μεγάλος είναι και ο κίνδυνος γραφειοκρατικοποίησης των σχέσεων εκπροσώπησης, ακόμη και μετατροπής των νέων κοινωνικών κινημάτων σε κρατικοδίαιτες ΜΚΟ. [...] Από την άλλη η μαζική προσχώρηση των μεσαίων στρωμάτων στο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να αποδειχτεί Δούρειος Ίππος για την αριστερά, πόσο μάλλον όταν θα λείπουν τα ταξικά κρατήματα που θα προσέφερε μια κοινωνική συμμαχία με τα εργατικά και τα λαϊκά στρώματα. [...] Η εσωτερική διαφοροποίηση της μισθωτής εργασίας, όπως αποτυπώνεται πολιτικά σε όλο το φάσμα της αριστεράς, διαμορφώνει τους όρους σύμπτυξης μιας κοινωνικής συμμαχίας της εργατικής τάξης και των μεσαίων στρωμάτων με τα λαϊκά στρώματα και τους διανοούμενους. Και αυτό γιατί οι ταξικές θέσεις των μεσαίων στρωμάτων της μισθωτής εργασίας είναι κοντά στην ταξική κατάσταση των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων. Σε κάθε περίπτωση αυτές δεν είναι συγκρουσιακές.
Ας αρχίσουμε από το τέλος: "
Η εσωτερική διαφοροποίηση της μισθωτής εργασίας", γράφει ο Αλεξίου, "
διαμορφώνει τους ορους σύμπτυξης μιας κοινωνικής συμμαχίας της εργατικής τάξης και των μεσαίων στρωμάτων με τα λαϊκά στρώματα και τους διανοούμενους." Αναρωτιέμαι πώς διαφοροποιείται αυτό το σχήμα
από το σχήμα το οποίο εξέθεσε κριτικά η Ellen Meiksens Wood σε ό,τι αφορά την ευρωκομμουνιστική φάση του Πουλαντζά, και σύμφωνα με το οποίο
πρώτα θεμελιώνεται το "σπάσιμο" της εργασίας σε διαφορετικού είδους ταξικά υποσύνολα και
μετά θεμελιώνεται η ανάγκη συμμαχίας τους -- μιας συμμαχίας που τόσο στον Πουλαντζά όσο και στον Αλεξίου αναμένεται να οδηγήσει στον
μετασχηματισμό των μη εργατικών στρωμάτων της συμμαχίας, στην "
αποδέσμευσή τους", λέει ο Αλεξίου, "
από το κεφάλαιο." Αξίζει να θυμηθούμε την σχετική ιδεολογική κριτική της Wood. Και πάλι, οι εμφάσεις είναι δικές μου:
Ποιές είναι, λοιπόν, οι πρακτικές συνέπειες των απόψεων του Πουλαντζά για την κοινωνική τάξη; Γιατί είναι τόσο σημαντικό το εάν οι εργαζόμενοι του λευκού κολάρου συμπεριλαμβάνονται από θεωρητική άποψη στην εργατική τάξη ή όχι; Ο ίδιος ο Πουλαντζάς, όπως είδαμε, ισχυρίζεται ότι είναι στρατηγικά σημαντικό να διαχωριστούν από τη «νέα μικροαστική τάξη», προκειμένου να προστατευθεί η ακεραιότητα και η επαναστατική ηγεμονία της εργατικής τάξης. Υπάρχει, όμως, και μία άλλη οπτική γωνία. [...]
Παρά την κριτική του Πουλαντζά στη θεωρία και τη στρατηγική του ΚΚΓ, η θεωρία του για την κοινωνική τάξη ανήκει στην «προσπάθεια των θεωρητικών του Ευρωκομμουνισμού να υποβιβάσουν τη βαρύτητα του Δυτικού προλεταριάτου σε μειονότητα μέσα στην κοινωνία..».[24] Με μια μονοκονδυλιά το προλεταριάτο υποβαθμίζεται από μια άνετη πλειοψηφία στις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες σε μία κουτσουρεμένη ομάδα η οποία πρέπει αναπόφευκτα να τοποθετήσει τις ταξικές συμμαχίες στην κορυφή της ατζέντας της. Ο ίδιος ο ορισμός του Πουλαντζά για την κοινωνική τάξη γενικά και τη «νέα μικροαστική τάξη» ειδικότερα, μετατοπίζει το επίκεντρο της σοσιαλιστικής στρατηγικής από τη δημιουργία μία ενωμένης εργατικής τάξης στην κατασκευή «λαϊκών συμμαχιών» με βάση τις ταξικές διαφορές, ακόμη και με βάση τις διαιρέσεις που επιβάλλει το κεφάλαιο.
[...] Αυτή η αντίληψη αποδεικνύεται δίκοπο μαχαίρι. Από τη μία πλευρά, δείχνει ότι οι λαϊκές δυνάμεις πρέπει οι ίδιες να μετασχηματιστούν κατά τη διαδικασία της πάλης. Αυτός είναι ο λόγος, υποστηρίζει ο Πουλαντζάς, που η συμμαχία θα πρέπει να συσταθεί «όχι υπό τη μορφή παραχωρήσεων ―με την αυστηρή έννοια του όρου― της εργατικής τάξης στους συμμάχους της λαμβανομένων ως έχουν, αλλά αντίθετα με τον καθορισμό στόχων που μπορεί να μετασχηματίσουν αυτούς τους συμμάχους κατά την πορεία της αδιάλειπτης πάλης και των σταδίων της, λαμβάνοντας υπόψη τον ειδικό ταξικό προσδιορισμό τους και την ειδική πόλωση που τους επηρεάζει.»[26] [...] Ένα κόμμα της «εργατικής τάξης» δεν μπορεί να κάνει απλώς «παραχωρήσεις» σε στοιχεία που βρίσκονται έξω από το ίδιο, από μια πλεονεκτική θέση η οποία προσδιορίζεται σταθερά από τα συμφέροντα της εργατικής τάξης· πρέπει στην πραγματικότητα να εκπροσωπεί άλλα ταξικά συμφέροντα – και αυτό σημαίνει τον καθορισμό στόχων που απευθύνονται σ’ αυτά τα άλλα ταξικά συμφέροντα.
Επιστρέφω στον Αλεξίου, ο οποίος διαπιστώνει ότι σε αυτή τη συμμαχία της εργατικής τάξης και των στρωμάτων που περιγράφηκαν στην αρχή "έγκεινται οι ιστορικές ευθύνες του ΚΚΕ." Ας εξηγήσουμε τι ακριβώς εννοεί ο συγγραφέας. Κατ' αρχάς, όπως επισημαίνει σε άλλο του κείμενο που είχε επίσης την καλοσύνη να μου στείλει, με τίτλο "Κοινωνικά υποκείμενα και μορφές δράσης στην Ελλάδα στη συγκυρία της κρίσης" (περιοδικό Ουτοπία, τευχ. 93, Ιαν.-Φεβ. 2011), εκλαμβάνει το ΚΚΕ (αναντίρρητα, νομίζω) ως κόμμα με σοβαρά ερείσματα στην εργατική τάξη, αλλά και στα αγροτικά και μικροαστικά στρώματα και συνάμα απορφανισμένο από διανοούμενους. Το αντιλαμβάνεται επίσης ως φορέα για τη "συλλογική μνήμη της ελληνικής εργατικής τάξης που συνδέει το σήμερα με το χθες και προσδίδει συνέχεια στην κοινωνική και πολιτική της ύπαρξη." Επίσης, θεωρεί το ΚΚΕ "κόμμα με συμπαγή κοινωνική βάση", το οποίο "διαθέτει εκείνη την οργανωτική υποδομή" που του επιτρέπει να "κρατήσει μια ισορροπημένη σχέση ανάμεσα στην τακτική και την στρατηγική."
Βάσει αυτών των διαγνώσεων, που οπωσδήποτε κατατάσσουν τον Αλεξίου στην (καλοδεχούμενη για μας) μειονότητα των σημερινών διανοουμένων της αριστεράς, ο συγγραφέας θεωρεί απαραίτητη την παρουσία του ΚΚΕ σε οποιαδήποτε αριστερή συμμαχία, ως ένα είδους ρυθμιστή που θα πρόσφερε τα απαραίτητα "ταξικά κρατήματα", την "συμπαγή κοινωνική βάση" ώστε να μη διολισθήσει σε διάφορες αστικές και στρατηγικά αντιπαραγωγικές κατευθύνσεις το ταξικό εκείνο κομμάτι που είδαμε ότι φυσιολογικά συνέρρευσε στον ΣΥΡΙΖΑ. Ο Αλεξίου λοιπόν, σε αντίθεση με την μεγάλη πλειοψηφία των αριστερών διανοουμένων σήμερα, εντοπίζει στο ΚΚΕ μια ποιοτική διαφορά που το καθιστά απαραίτητο για την πολιτική βιωσιμότητα και προοδευτικότητα των αριστερών συμμαχιών, παρατηρώντας ότι ακόμα και τα στοιχεία για τα οποία κατακρίνεται, όπως ο "δογματισμός" και ο "απομονωτισμός" του, αντανακλούν τις υλικές συνθήκες του κόσμου της εργασίας στον οποίο απευθύνεται, και ο οποίος "κινείται και ζει στο βασίλειο της αναγκαιότητας και μπορεί να κρατηθεί όχι με το άνοιγμα στις μεταϋλιστικές αξίες και στους νεωτεριστικούς τρόπους ζωής, αλλά με αναφορά σε σταθερές βεβαιότητες" ("Κοινωνικά υποκείμενα και μορφές δράσης").
Δεν αρκεί να χαιρετίσουμε την οξυδέρκεια με την οποία ο συγγραφέας κατορθώνει, όπως λίγοι άλλοι σήμερα, να κατανοήσει τη διαφορά του ΚΚΕ από τους επικριτές του με όρους ταξικής απεύθυνσης και υλικών προϋποθέσεων της ζωής των συναφών ταξικών στρωμάτων. Θα πρέπει να επιστρέψουμε στον κόμβο του επιχειρήματός του, που αφορά την αναγκαιότητα της διαταξικής συμμαχίας. Η αναγκαιότητα αυτή μπορεί να στηριχτεί ως ιδεατά επιθυμητή, επιβαλλόμενη από τις πρακτικές συνθήκες, κλπ. Το ζήτημα όμως είναι αν μπορεί να στηριχτεί κοινωνιολογικά ως εφικτή, και δη βάσει των παραδοχών της ίδιας της ανάλυσης του Αλεξίου. Η ανάλυση αυτή όπως είδαμε, διαχωρίζει ξεκάθαρα τόσο την ταξική βάση των δύο κομμάτων, όσο και την ιδεολογική συγκρότηση που επιβάλλει η θέση των μελών αυτής της βάσης στην παραγωγή. Από τη μία φορείς της άυλης εργασίας (διευθυντικής, κυβερνητικής, ιδεοπαραγωγικής), από την άλλη εργάτες, αγρότες και μικροαστοί· από τη μία αυτοπραγμάτωση, αυτονομία, δημιουργικότητα και αισθητική, από την άλλη ο κόσμος της αναγκαιότητας, ο κάματος, η αντίληψη σταθερών νόμων (όπως, για παράδειγμα, ο νόμος της ταξικής πάλης!) ως συγκροτητικών για την κοινωνική ζωή. Σε ό,τι με αφορά, ως εδώ καμία διαφωνία. Αλλά γιατί έχουν κοινά συμφέροντα αυτές οι δύο κοινωνικές τάξεις; Ποια είναι η βάση πάνω στην οποία μπορεί να ισχυρίζεται ο συγγραφέας ότι "οι ταξικές θέσεις των μεσαίων στρωμάτων της μισθωτής εργασίας είναι κοντά στην ταξική κατάσταση των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων", ή ότι "σε κάθε περίπτωση αυτές δεν είναι συγκρουσιακές"; Γιατί, συνεπώς, είναι "ιστορική ευθύνη" του ΚΚΕ να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις συμμαχίας τους; Είναι, άραγε, αυτή η συμμαχία εφικτή καν, βάσει οιουδήποτε κομματικού προγράμματος;
Ας πάρουμε ένα υποθετικό παράδειγμα, δύο ανέργων. Ο πρώτος είναι πρώην γραφίστας με εμπειρία στον σχεδιασμό εταιρικών διαφημίσεων, ο δεύτερος πρώην οικοδόμος. Η ανεργία είναι σήμερα το κοινό σημείο εκκίνησής τους. Και προφανώς, μια από τις βασικές και πιεστικές κοινές επιδιώξεις τους είναι μια κοινωνία στην οποία θα μπορούσαν και οι δύο να βρουν δουλειά. Όμως μια τέτοια κοινωνία, όπου ο γραφίστας θα μπορούσε να ξαναγίνει γραφίστας και ο οικοδόμος να ξαναγίνει οικοδόμος, δεν θα ήταν ακριβώς μια κοινωνία προς συμφέρον του οικοδόμου, αν και θα ήταν σίγουρα προς (συγκριτικό) συμφέρον του γραφίστα. Και αυτό γιατί η κατανομή εργασίας ανάμεσα στην νοητική/"άυλη" και την χειρωνακτική/"υλική" είναι ήδη αποτέλεσμα ενός άνισου συστήματος το οποίο είναι γνωστό ως καπιταλισμός. Γιατί λοιπόν πρέπει να συμμαχήσουν δύο άνθρωποι με άνιση κοινωνική θέση που βρίσκονται συγκυριακά στην ίδια μοίρα (ανεργία) για να δημιουργήσουν εκ νέου μια κοινωνία που θα επιβεβαιώνει και θα αναπαράγει την προνομιακή θέση του πρώτου σε βάρος του δεύτερου;
Ο Αλεξίου γράφει στο παράθεμα που έδωσα πιο πάνω πως μια τέτοια συμμαχία θα επέτρεπε "την αποδέσμευση αυτών των στρωμάτων [των εργαζομένων στην "διανοητική, σχεδιαστική, ελεγκτική", εν ολίγοις άυλη" εργασία] από το κεφάλαιο." Γιατί; Υπάρχει το παραμικρό στην αντζέντα μιας ενδεχόμενης πολιτικο-κομματικής συμμαχίας αυτών των εργαζομένων με τον εργάτη και τον αγρότη που να εξαναγκάζει την αποδέσμευσή τους από το σύστημα απ' το οποίο αντλούν τόσο την κοινωνική τους θέση όσο και τον ιδεολογικό πυρήνα (ανεξαρτησία, αυτονομία, αυτοπραγμάτωση, κλπ) της αυτοαντίληψής τους; Ποιο ακριβώς συμφέρον θα είχαν αυτά τα στρώματα άλλο από το να εξακολουθήσουν να είναι η "αυτόνομη", "ανεξάρτητη" και "αυτοπραγματούμενη" "διανοητική, σχεδιαστική και ελεγκτική" ελίτ της μισθωτής εργασίας, που φυσικά προϋποθέτει ότι η υπόλοιπη εργασία (η κοινωνική βάση του ΚΚΕ) θα παρέμενε χειρωνακτική, παγιδευμένη στον κόσμο της αναγκαιότητας, χωρίς πρόσβαση στην διανοητική αυτοπραγμάτωση, στην ελεγκτική λειτουργία, κλπ;
Τι είδους "συμμαχία" θα ήταν αυτή που θα συνέφερε αντικειμενικά μόνο τον ένα από τους συμμάχους, ο οποίος θα χρησιμοποιούσε την οργανωτική δύναμη και μαχητική αποφασιστικότητα του άλλου για να επαναδιαπραγματευτεί με μεγαλύτερη ισχύ την δική του θέση στην κοινωνική αλυσίδα; Aν δεν συμφέρει μόνο τον ένα, πώς ακριβώς θα ενίσχυε τη θέση του δεύτερου; Γιατί το πρόβλημα παραμένει το αρχαίο εκείνο πρόβλημα που επεσήμανε ο Μαρξ: μόνο αυτός για τον οποίο η "φυσιολογική" κατανομή εργασίας είναι ήδη άδικη έχει συμφέρον στην "αποδέσμευση από το κεφάλαιο", γιατί χωρίς αυτή την αποδέσμευση θα παραμείνει απλώς αυτό που ήταν πάντα. Για τον άλλο, ο οποίος στην περίοδο πριν την κρίση μπορούσε ήδη να αντλήσει την ικανοποίηση πως η εργασία του είναι "αυτόνομη", "ανεξάρτητη", "δημιουργική" ή "αισθητικά ικανοποιητική", ποιος είναι ο λόγος να αποδεσμευτεί ποτέ από αυτό που ήδη του χάριζε αυτή την ικανοποίηση, οσοδήποτε "ιδεολογικός" και αν ήταν ο χαρακτήρας της; Και τελικά, πώς και γιατί διαφέρει η αντίληψη Αλεξίου για τις ιστορικές ευθύνες του ΚΚΕ από αυτή του Πουλαντζά για το κόμμα της εργατικής τάξης που "αναγκαστικά" πρέπει να εκπροσωπήσει, όπως παρατηρεί η Wood, άλλα συμφέροντα από αυτά της τάξης που δημιουργήθηκε για να εκπροσωπεί;
Νομίζω ότι πρόκειται για ερωτήματα που ζητούν επιστημονικά ρητές και ξεκάθαρες απαντήσεις. Και ότι το "ευκταίο" δεν είναι με κανένα τρόπο ούτε δεδομένο ούτε αδιαμφισβήτητο χωρίς να έχει ξεκαθαριστεί για ποιον τελικά είναι ευκταίο.