Η δυνατότητα και η πραγματικότητα των οικονομικών κρίσεων «υπερπαραγωγής»
Ο Κ. Μαρξ, στο έργο του «Το Κεφάλαιο», απέδειξε επιστημονικά ότι το προτσές ανταλλαγής των εμπορευμάτων κλείνει μέσα του αντιφατικές και αλληλοαποκλειόμενες σχέσεις. Η εξέλιξη του εμπορεύματος δεν αναιρεί αυτές τις αντιφάσεις. Δημιουργεί, όμως, τη μορφή, μέσα στην οποία μπορούν να κινούνται.
Η αφηρημένη δυνατότητα των κρίσεων βρίσκεται, ήδη, μέσα στα σπλάχνα της απλής εμπορευματικής οικονομίας και συνδέεται άμεσα με τις λειτουργίες του χρήματος σαν μέσου κυκλοφορίας και σαν μέσου πληρωμής.
Στην άμεση ανταλλαγή των εμπορευμάτων (Ε-Ε), η αγορά και η πώληση ταυτίζονται, συμπίπτουν σε τόπο και χρόνο. Κανένας δεν μπορεί να πουλήσει χωρίς να αγοράσει κάποιος άλλος. Δηλαδή, πουλάω για να αγοράσω. Με την ανάπτυξη της εμπορευματικής παραγωγής και με την εμφάνιση του χρήματος, τα πράγματα αλλάζουν. Κανένας δεν είναι υποχρεωμένος να αγοράσει αμέσως, γιατί πούλησε ο ίδιος. «Η κυκλοφορία εμπορευμάτων - τονίζει ο Μαρξ - σπάει τους φραγμούς της άμεσης ανταλλαγής προϊόντων, ακριβώς, επειδή διασπά σε δύο αντίθετες πράξεις, σε πούληση και αγορά, την άμεση ταυτότητα που υπάρχει εδώ ανάμεσα στο δόσιμο του δικού του προϊόντος και στο πάρσιμο σε αντάλλαγμα του ξένου»1. Παρά το γεγονός ότι τα δύο αυτά προτσές, της πώλησης και της αγοράς (που έρχονται αντιμέτωπα σαν αυτοτελείς πράξεις), αποτελούν μια εσωτερική ενότητα, ωστόσο κινούνται μέσα σε εξωτερικές αντιθέσεις. Το όλο ζήτημα συνίσταται στο ότι το προτσές της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, που εκφράζεται στον τύπο: ε-χ-ε, δηλαδή ε (εμπόρευμα) - χ (χρήμα) - ε (εμπόρευμα), μπορεί να χωριστεί σε χρόνο και τόπο, έτσι που η πράξη της πώλησης (ε-χ) να μην ταυτιστεί, να μη συμπέσει με την πράξη αγοράς (χ-ε). Ομως, «αν συνεχιστεί πέρα από ένα ορισμένο σημείο η εξωτερική αυτοτελοποίηση των προτσές, που εσωτερικά δεν είναι αυτοτελή, επειδή συμπληρώνουν το ένα το άλλο, τότε η ενότητα επιβάλλεται βίαια - με μια κρίση»2.