Οι ενδείξεις που έχουμε για την ανθρώπινη σκέψη σχετικά με το δικαίωμα στο φόνο είναι πως, τουλάχιστον απ' το ιστορικό στάδιο της επινόησης του Μονοθεϊσμού, το δικαίωμα αυτό συνδεόταν με την καθολική, απόλυτη εξουσία και άρα με την αναγνώριση της οικουμενικότητας, των καθολικών δικαιωμάτων αυτής της εξουσίας.
Αρχικά λοιπόν, ο ηθικά νόμιμος δολοφόνος ήταν ο ίδιος ο Θεός, ο οποίος προβαίνει σε διάφορα μαζικά ξεπαστρέματα στην Παλαιά Διαθήκη, ακριβώς επειδή είναι ο δημιουργός των πάντων, η ενσάρκωση της οικουμενικής βούλησης -- και συνεπώς μπορεί να είναι επίσης η απόλυτη πηγή νομιμοποίησης των φόνων του ως κάτι άλλου από ηθικά κολάσιμων πράξεων.
Κατά την περίοδο μετά την πτώση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, η πολιτική θεολογία εργάστηκε για να μεταφέρει αυτό το θεϊκό προνόμιο της νομοθετικής και άρα και βίαιης οικουμενικότητας στον κυρίαρχο, τον απολυταρχικό βασιλέα, τον οποίο απεικόνιζε ως επί γης εκπρόσωπο του Θεού. Αρχικά, το δικαίωμα του μονάρχη επί ζωής και θανάτου --το δικαίωμα, με όρους Φουκώ, να θανατώνει ή να αφήνει να ζουν-- ήταν δικαίωμα "κατ' εικόνα και ομοίωση" της θεϊκής οικουμενικότητας, καθώς, όπως αναδεικνύει η κορπορατιστική έννοια της κυριαρχίας στον Χομπς, ο κυρίαρχος είναι η ενσάρκωση του συνθετικού σώματος του πληθυσμού του κράτους, ο Λεβιάθαν ή υπερσώμα που ανακύπτει από τα επιμέρους σώματα των υπηκόων του.



