Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποιήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποιήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, 2 Μαΐου 2015

Πρωτομαγιά του 2015

Ορίστηκε η τιμή της αξιοπρέπειας--
δέκα ευρώ, Πρωτομαγιά του 2015.
Την ντροπή ούτε να κρύψουμε
δεν ξέρουμε πια. Αμήχανα παρατηρούμε
τους γάντζους στα κρεοπωλεία να γυαλίζουν.

Όταν το μαχαίρι που ακόνισαν γενιές
με μαύρα τα νύχια προσφέρεται
με τη λαβή στραμμένη στον ιππότη
η λάμα στο στομάχι μας --αναμενόμενο ήταν--
εύκολα βρίσκει τον τρόπο για να μπει.

Πάνε πια οι σκέψεις --τι καιροί!-- που καναν
τα ξυπόλυτα πόδια. Ήρθε η εποχή
για τη σκέψη που κάνουν τα ντυμένα γόνατα.
Ικέτες σερνόμαστε στην πορεία της λήθης.
Μέσα σ' αυτό το χάρτινο τούνελ σερνόμαστε.

Τα πρόσωπά μας, εύχομαι,
να μουντζουρώσουν τα παιδιά μας
για να κρυφτεί η άθλια σάρκα μας απ' το λιοπύρι
που επικρατεί ως νόμος ιστορικός, έξω
απ' τα μπουντρούμια όπου κουλουριαστήκαμε.

Κι ας είμαστε εμείς το τελευταίο μηδέν.

Κι ας αρχίσει ξανά το μέτρημα απ' το ένα.

Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2015

Γ. Λαμπρινίδης-Μια σημείωση για το σήμερα

Τον καιρό της Άνοιξης
Οι άνθρωποι θ’ αναρωτιούνται
για το Σήμερα.
Γιατί αγωνίζονταν
αυτοί που αγωνίζονταν;
Από πού το κουράγιο τους αντλούσαν
μέσα στην ομίχλη των αυταπατών;
Πώς ζέσταιναν τις ελπίδες τους
στο καταχείμωνο της απογοήτευσης;
Γι’ αυτές τις απορίες
– και γι΄ άλλες τόσες –
μια σημείωση κάνω
για τον άνθρωπο του μέλλοντος,
για τον Άνθρωπο.

Κυριακή, 11 Ιανουαρίου 2015

Ο Naji al-Ali

Ο Naji al-Ali
γεννήθηκε σ' ένα χωριό που δεν υπάρχει πια.
Στα δέκα του, ήτανε πρόσφυγας στη Σιδώνα
και τη Σατίλα. Μάζευε πορτοκάλια, δούλευε στα εργοστάσια,
μάθαινε για τις μηχανές αυτοκινήτων. Τον πατέρα του τον θάψανε
στον προσφυγικό καταυλισμό.
Ο Naji al-Ali έμαθε γράμματα στις τεχνικές σχολές
και τα κατηχητικά. Ζωγράφιζε ένα παιδί
μες στα κουρέλια, που κοίταγε και δεν μπορούσες
να το κοιτάξεις. Ζωγράφιζε στάχυα, συρματοπλέγματα, σκοτωμένους, λουλούδια.
Και μια πέτρα, μικρή, γιατί ο τόπος του σ' αυτό είχε συμπυκνωθεί.

Κι έτσι, έβγαλε στο τέλος το ψωμί του
με σκίτσα, που ούτε ένα δεν έχω δει να χαχανίζει.
Γύρισε χώρες πολλές, και τον σκοτώσανε στο Λονδίνο,
από κοντά πυροβολώντας τον
στο αριστερό μάτι, που όπως το δεξί, έκλαιγε μες στην πένα του.
Δεν τον αφήσανε ούτε νεκρό
να επιστρέψει στου προσφυγικού καταυλισμού το χώμα.
Και τ' άγαλμά του, στο ίδιο αυτό στρατόπεδο, δεν δέχτηκαν
να υπάρχει. Κι' αυτό στο μάτι το πυροβόλησαν,
κι έπειτα, σαν το χωριό του, το αρπάξαν, για να μη
μείνει ίχνος του κανένα.
Κανένας, φυσικά, δεν πήγε σε πορεία στη μνήμη του
--έτσι κι αλλιώς, δεν καταδέχτηκε ποτέ να ζωγραφίσει πολιτικούς--
ούτε και τόλμησε κανείς να πει "Εγώ είμαι ο Naji al-Ali",
γιατί κανείς δεν θα 'θελε, ούτε στιγμή, να είναι αυτός.

Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2014

Τα ονόματα


Τα ονόματα τραβάνε τα χέρια αδιάφορων περαστικών σαν ορφανά παιδιά.

Ποιος θα τους δώσει μια κάμαρη να στοιβαχτούνε και να ξαποστάσουν, τα ονόματα;

Έρχονται από μακριά, με πόδια σκονισμένα. Διψούν με μια δίψα από πέτρα.

Τα άδεια στομάχια τους αδειάζουν το δωμάτιο, αδειάζουν το χέρι μου, αδειάζουν το ψωμί από ψίχα.

Σάββατο, 12 Απριλίου 2014

Ο συλλέκτης

Εγώ συλλέγω τις ιστορίες.
Αρχειοθετώ αυτό το κόκκινο μάτι, αυτή
τη σκυμμένη ράχη, αυτό το κουδούνισμα
των κλειδιών και το δισταγμό μπροστά στην πόρτα
αυτό το μετέωρο πόδι στο παραπέτο της γέφυρας.
Το ιδρωμένο χέρι πάνω στο παντελόνι,
το φόβο και την έλλειψη του φόβου,
το φάρμακο και την δισημία του φαρμάκου
τη σημαία που ξεδιπλώνεται εσωτερικά
στο θώρακα, στα εντόσθια
εγγράφω
στον κατάλογο.

Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013

Poste Restante

Κανένα δεν ήθελες να ενοχλείς
ή να χεις ανάγκη, και να χρωστάς
δεκάρα δεν σου άρεσε. Ήθελες,
πάνω απ' όλα, την ανεξαρτησία
και την ησυχία σου.

Όμως ανεξαρτησία στ' αλήθεια
καμιά δεν είχες, το χρήμα στις τσέπες σου
με το ίδιο αίμα δήλωνε το ποσό
όπως και όλων των άλλων. Οι ίδιες
αλυσίδες σε δέσανε με όλους τους άλλους.
Οι έγνοιες σου ανώτερες δεν ήταν κανενός.

Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

Ποιος είναι;

Ποιος είναι από του "Πρώτου Θέματος"
καλύτερος τους αναγνώστες;
Πιο άνθρωπος ποιος είναι;
Αυτό ας το αποδείξει έμπρακτα
μιας και δεν είναι θέμα
αισθητικό το να 'σαι
σήμερα άνθρωπος.
Ειδάλλως, ας σιωπήσει.

Έχω να σας πω μια σκληρή αλήθεια (με τον τρόπο του Μπρεχτ)

Τούτες τις μέρες πολλοί από σας ελπίζετε πως μέχρι εδώ ήτανε με τον φασιστικό εφιάλτη.
Όμως δεν είναι έτσι. Μια σκληρή αλήθεια έχω να σας πω:
Είναι πολύ δύσκολο πράγμα να μην είσαι φασίστας στις μέρες που ζούμε.
Εσείς νομίζετε πως οι φασίστες είναι μια πάστα ειδική, συγκεκριμένη.
Όμως ο φασισμός δεν είναι μόνο οι ομάδες κρούσης, το ξυρισμένο κεφάλι και ο αγκυλωτός στο μπράτσο.
Ο φασισμός έχει πρόσωπα πολλά: υποστηρικτές, χρηματοδότες, κι ανοχή
κι έχει επίσης ασύνειδους συμμάχους στο πλευρό του. Ανώριμα ποτέ του δεν
τολμά αν ξεμυτήσει, μόνο όταν είναι γινομένες οι συνθήκες, κι έχει σαπίσει για τα καλά
της κοινωνίας ο ιστός.

Συγκεκριμένα ας μιλήσουμε:
ο παλιός σωβινιστής κι εθνικιστής, ο νοσταλγός της χούντας, ο ενσυνείδητος ρατσιστής,
αυτοί όλοι στην αγκαλιά του φασισμού τρέξανε πρώτοι· με το ζόρι κρατιόντουσαν
μες στα παλιά αστικά κόμματα. Γι αυτό, κανείς σας δεν θα διαφωνήσει.

Παρασκευή, 1 Μαρτίου 2013

Τα λόγια να το πεις

Ψάχνεις τα λόγια να το πεις. Από χτες βράδι. Ψάχνεις τα λόγια να το πεις αλλά δεν τα βρίσκεις αλλά ψάχνεις. Τα λόγια να το πεις. Άγονη η νύχτα, άγονη κι η μέρα, μάταιη εξίσου η κούραση και η ξεκούραση, και η σκέψη και η ηλίθια αναμονή της σκέψης. Κάθεται εκεί, βουβό κι αμίλητο και φράζει το λάρυγγα, φράζει τους νευρώνες, τους έλικες, τα κέντρα του λόγου, τον σιελογόνο αδένα, τη γλώσσα. Ψάχνεις τα λόγια να το πεις, και τα τοπία είναι λευκοί τοίχοι, και τα βιβλία είναι όλα άδεια, κι όλες οι λέξεις δανεικές και κάλπικες, φαίνεται στο χέρι άμα τις ζυγίσεις πως είναι ελαφρύτερες. Η ποίηση έχει εγκαταλείψει τη χώρα. Κάποιος ξερίζωσε τις ωοθήκες της οργής, κι έμεινε στείρα, με κούφια κοιλιά. Αναζητάς τα ονόματα, τις ακριβές περιστάσεις, την ευθύγραμμη απελπισία της κατάστασης νοσηλείας, τις κηδείες και το ιατρικό ανακοινωθέν. Ψάχνεις τα λόγια να το πεις. Αλλά δεν τα βρίσκεις. Αυτή την ώρα, πολλαπλασιάζεται ο θόρυβος. Τα αυτιά γεμίζουν μανιασμένα έντομα. Στο στόμα, το σάλιο έχει κερώσει, περιμένοντας και περιμένοντας κάτι να βγει απ' το μαύρο πηγάδι. Σχεδόν φαντάζεσαι ότι περνά ένα τρένο, πως πρέπει να περιμένεις ένα-ένα τα βαγόνια να περάσουν πριν ανακτήσεις κάποια συγκέντρωση. Η ποίηση έχει εγκαταλείψει τη χώρα. Απλώνεται, από τα μέσα προς τα έξω, μια επικράτεια αλαλίας. Ούτε φωνή, ούτε ακρόαση. Πίσω απ' την πόρτα, σιγούν. Έξω απ' την πόρτα, σιγούν. Ψάχνουν τα λόγια να το πουν. Τα λόγια σταλάζουν προς τα μέσα, σταλάζουν άηχα στο στομάχι, και στο συκώτι, και στη σπλήνα, και στα έντερα, γεμίζει από δαύτα η κοιλιά, σφίγγεται, διαμαρτύρεται, τουμπανιάζει, το κεφάλι άδειο και ξερό σαν καλάμι, ο αέρας απ' το παράθυρο να σφυρίζει κοροϊδευτικά, δεν είναι κανένα τρένο που διέρχεται το εμπόδιο. Ο χρόνος περνάει, έχει περάσει, είναι ήδη αργά, ψάχνεις ακόμα τα λόγια να το πεις, εκ των υστέρων, καθυστερημένα έστω, για την τιμή των όπλων, για την δέουσα πρωτοκόλληση της ήττας. Αλλά δεν τα βρίσκεις. Πετάς μια άγκυρα στην απελπισία πάνω, κάπου να μαγκωθεί, από κάπου να σε κρατήσει για να πεις την πρώτη λέξη. Όμως κάτω είναι μόνο η άμμος και ο άργιλος, κι άγκυρα σέρνεται μάταια σαν δύσμορφο σαλάχι πάνω απ' τις λέξεις και ούτε μία, ούτε μία δεν την μαγκώνει, ούτε μία δεν αντιστέκεται στο τράβηγμα, και πλέεις άστοχος και πλανημένος πάνω απ' τις λέξεις, που τις διακρίνεις θολά, διαθλασμένα. Παντού απλώνεται ένας καπνός που δεν βλέπεις, και δεν βλέπεις τα χέρια σου, πως έχουν πέσει σαν κομμάτια μάρμαρο μες στο νερό. Ζαλίζεσαι, κι έρχεται πάλι η υπνηλία, και θέλεις να ενδώσεις, αφού τίποτε δεν καταφέρνεις, αφού τα πάντα είναι ακριβά, κι εσύ ξοδεμένος, και δεν έχεις με τι να πληρώσεις το ποσό του θρήνου. Βλέπεις μονάχα τα μηδενικά του να εκτινάσσονται πληθρωριστικά στα ουράνια, σαν διμοιρίες από μαύρα χνώτα. Κλείνεις τα μάτια και αφήνεσαι.

Τρίτη, 14 Αυγούστου 2012

Υπήρχε

Υπήρχε ειρήνη
αλλά δεν υπήρχε
στ' αλήθεια ειρήνη.
Στ' αλήθεια, δεν υπήρχε
ειρήνη. Υπήρχε το ψέμμα
και το ψέμμα λεγόταν
ειρήνη. Και το είπαμε ειρήνη.
Υπήρχε η Ρόζα,
υπήρχε ο Βάλτερ, υπήρχε
ο Καρλ, υπήρχαν αυτοκίνητα και
ομπρέλες και ραδιόφωνα
και μετά δεν υπήρχαν
και μετά υπήρχε ένας μανδύας
που τον ύφαιναν σκουλήκια
και υπήρχε η θάλασσα
από θυμωμένο αίμα. Υπήρχαν
αυτά, όπως και τώρα
υπάρχει ο φτωχός στο Κεντάκι
και στην Ινδιάνα, και ο φτωχός
στη Λατάκεια, και ο φτωχός
στο Κίεβο, και στο Τελ-Αβίβ,
στη Λευκωσία ο φτωχός υπάρχει,
και στην Ταμπρίζ, αλλά δεν τον
βοηθά που υπάρχει, δεν τον βοηθά
που είναι μαλακό σαν ζύμη το στομάχι
κι ο λαιμός του, δεν τον βοηθά
η συγκέντρωση της φωτιάς και η διασπορά
του σίδερου, δεν τον βοηθά η τηλεόραση,
το ραδιόφωνο και οι εφημερίδες
κι οι δυναστείες των στραγγαλισμών,
τα κόκκινα χαλιά, τα φίδια τα χρυσά
πάνω στο δαχτυλίδι, δεν τον βοηθούν.
Γι αυτό θα χαθεί και πάλι
ο φτωχός, θα πάψει να υπάρχει
καθώς βγαίνει απ' το σπίτι του
ή μπαίνει μες στο σπίτι του
ή κάθεται να φάει, ή κοιμάται,
η χαϊδεύει τα κεφάλια των παιδιών
του ο φτωχός, ή πορεύεται στο
λιοπύρι και τη λάσπη και τον θάνατο
πίσω απ' τους θάμνους, στην στέπα,
πίσω από το αυτοκίνητο. Και θα 'ρθουν
πίσω του οι φτωχοί, με φτυάρια, και θα
βλασφημούν και θα θάβουν
τα δικά τους χέρια,
θα ράβουν
τα δικά τους στόματα με σημαίες
θα κόβουν τα δικά τους
αυτιά με μαχαίρια, θα βγάζουν
τα δικά τους μάτια
με το νύχι το μαύρο, και
θα υπνοβατούν οι φτωχοί,
και θα υπάρχουν και δεν θα υπάρχουν,
και θα γεννιούνται
και θα πεθαίνουν.

Πέμπτη, 9 Αυγούστου 2012

Φόβος

(Photo via Disdaimona)

Ακούστε, είναι μια εντελώς φυσική διαδικασία:
ο έλεγχος της ουροδόχου κύστης εμπλέκει
το παρασυμπαθητικό νευρικό σύστημα, το οποίο
με τη σειρά του επηρεάζει τους τύπου άλφα-1 αισθητήρες
στον σφιγκτήρα της ουρήθρας.
Με αρκετή δόση φόβου, η έκχυση αδρεναλίνης
επηρεάζει τους προαναφερθέντες αισθητήρες
με αποτέλεσμα την σύσπαση της ουρήθρας. Εάν
η ουροδόχος κύστη είναι γεμάτη ή μισογεμάτη έστω,
το αποτέλεσμα είναι να κατουρηθείς πάνω σου από φόβο.

Έτσι, πάνω στο τζιν του νεαρού, η Παλαιστίνη
όπως βλέπετε
έγιν' ένας χάρτης από ούρα.
Και κάθε ένας, παρομοίως,
όταν έρχεται η στιγμή να συντριβεί,
βλέπει τους χαμένους πόθους του
να ζωγραφίζονται πάνω στο παντελόνι του με κάτουρο:
πόλεις φόβου, σημαίες φόβου,
ψωμί φτιαγμένο από φόβο, σκεπή από φόβο,
γάλα από φόβο, έρωτες, παιδιά και αγκαλιές του φόβου.

Στους μύθους τους, οι φοβισμένοι λένε πως θα ρθει μια μέρα
που από τέτοιες ζωγραφιές, ίχνη του ζώου
που πιάστηκε στη φάκα, θα ξεπηδήσει χρυσός
στην παραγκούπολη, μολύβι στις επαύλεις, και
πως κανείς τους πια από φόβο δεν θα ουρήσει
την ψυχή στα σκέλια. Όμως αυτό δεν είναι φυσικό
για μας να το δεχτούμε.

Τετάρτη, 8 Αυγούστου 2012

Η εποχή του σιδήρου

Αρχική δημοσίευση: Radical Desire, 27/11/2009

Η εποχή του σιδήρου

Στην αρχή, ξεπαστρέψαμε αυτούς που ζούσανε στα δέντρα:
Αιμομίκτες, φάρα διεστραμμένη, προσκολλημένοι
στο βυζί της μάνας τους ακόμα
παρά τα γένια τους και τα μαλλιά τους,
έτρωγαν και ερωτοτροπούσαν σαν τα ζώα ξαπλωμένοι
και σαν αισχρά, επαίσχυντα γουρούνια σκούζανε
όταν μες στο λαιμό τους μπήγαμε τη σκουριασμένη λόγχη
κι όταν κεντάγαμε στις μαλακές κοιλιές τους
με άλικο τα γράμματα του καθαρμού.

Μετά εκστρατεύσαμε ενάντια στους βάρβαρους,
που ζούσαν πουλιά και ερπετά σκοτώνοντας
με σαϊτιές και πέτρες κοφτερές.
Ήταν πιο δυνατοί από τους άλλους τούτοι.
Τα σώματά τους όρθια, και οι γυναίκες τους κλεισμένες στις σπηλιές
αντί να τριγυρνάνε λάσκα όπως των πρώτων.
Στη μάχη έβγαζαν κάτι ακατάληπτους αλλαλαγμούς.
Έζεχναν, θυμάμαι ακόμα, από ακάθαρτο ζώο και φόβο.
Να ναι καλά το ακόντιο και η συνδρομή του τόξου
γιατί τον φόνο εκ του σύνεγγυς με δαύτους
δεν θα τον άντεχε άνθρωπος σωστός.

Όταν στομώναν τα μαχαίρια απ’ το αίμα
και κουραζόντουσαν τα γόνατα
παίρναμε αμίλητοι το δρόμο της επιστροφής.
Είχαμε ακόμα αβέβαιες τελετουργίες, ακαθόριστες·
τα σύμβολά μας σκέψεις ακόμα ημιτελείς πάνω στο χώμα.
Τις νύχτες έβγαιναν από μέσα μας συλλαβές και επιφωνήματα,
άλλες φορές στον ύπνο μας κι άλλες στον ξύπνιο
και έτσι βογγώντας και παραμιλώντας
λίγο-λίγο οδηγούσαμε ο ένας τον άλλο στα τυφλά
πάνω στο δρόμο που ενώνει νόημα και νόμο.

Δεν ξέραμε πολλά να πούμε ακόμα·
μόνο πως τούτα τα δυο ήταν ζευγάρι
αδιάσπαστο, με αίμα παντρεμένο, που η σάρκα το φοβάται.
Έτσι το γράψαμε τουλάχιστο ένα πρωϊνό
πάνω στις πέτρες των θυσιών και των βασάνων,
εκεί που σπάζαμε τους ασεβείς στα δύο με λοστούς.
Έτσι πια το χαράξαμε και στα νομίσματα τα πρώτα,
μαζί με νύχια του αρπαχτικού και εμβλήματα θανάτου.
Τέτοια εντολή κουβάλαγαν κι οι πρώτοι μας Θεοί,
αυτοί που γέννησε το αμόνι και η λάμα
και το σκοτάδι το πηχτό της νύχτας στο χωριό.

Παρασκευή, 3 Αυγούστου 2012

Πολλαπλότητες του μηδενός-Ποιήματα 2011-2012

Αντώνης Μπαλασόπουλος


Πολλαπλότητες του μηδενός







…soñado esta noche que vivías
de nada y morías de todo…
César Vallejo


Το χτύπημα στην πόρτα

Εγώ είμαι η ακατάλυτη
εκδίκηση, η λαβή του μαχαιριού,
η επικοινωνία της πληγής
και του στήθους. Εγώ είμαι
ο αναίμακτος γάμος,
η αίρεση του σπονδύλου,
εγώ είμαι το θαμπό νερό.

Εγώ είμαι το δοχείο που σπάζει,
η ράχη της αστραπής,
ο βούρκος κι ο βυθός από κάτω. Εγώ
η ερμηνεία και η κατάλυση,
εγώ το τίποτα, εγώ το δεν
στο μηδέν, και το μη, εγώ το πέρασμα
της καμήλου κι η έκπτωτος παραβολή.

Εγώ είμαι ο φτωχός από κόσμο,
το αποτσίγαρο του φιλοσόφου,
εγώ η άδεια κοιλιά της καμπάνας
το τυφλό μάτι, το κουφό αυτί,
το κούφιο δόντι. Εγώ η περγαμηνή.
Εγώ το πέλαγος του ονείδους,
εγώ η εξιλέωση των τραυλών.

Εγώ το μακρύ και βρώμικο νύχι
του παππού, εγώ η γάγγραινα, τα νέα
της επαρχίας, ο εμφύλιος σπαραγμός.
Εγώ η ίαση, εγώ η λήθη. Εγώ
το τέταρτο όνειρο, εγώ η καρδιακή
προσβολή, εγώ η βουκέντρα,
εγώ το ζωντανό που σφαδάζει.

Άνοιξέ μου.


Πολλαπλότητες του μηδενός

Οὖτις ἐμοί γ᾿ ὄνομα: Οὖτιν δέ με κικλήσκουσι
μήτηρ ἠδὲ πατὴρ ἠδ᾿ ἄλλοι πάντες ἑταῖροι.

No one is saved.
No one is saved.

Οὖ τις.

One was saved. Ich.
Rejoice. Bloom, rose, bloom!

No one was saved. Nichts.
Sein. Seine.

Ως ξένος ζούσα, ανάμεσα στους ξένους
δεν μπορούσα παρά
να ζήσω

Όμηρος τυφλός, με ένα μάτι, όμηρος
κάτω από ένα μάτι ανοιχτό όλη νύχτα, όλη μέρα
προβολείς στα υπερυψωμένα παρατηρητήρια,
το Aufhebung ψηλά στον καπνό

πάντα δέ οἱ βλέφαρ᾿ ἀμφὶ καὶ ὀφρύας εὗσεν ἀυτμὴ
γλήνης καιομένης

Το όνομα είναι υπό αίρεσιν, τα ονόματα δεν είναι
στην άμμο όπου μάς σβήνουν, στη στάχτη όπου σκορπίζουμε
τα ονόματα

στην ομηρεία ανθίζουν, στην εξορία,
χιλιόφυλλα

Pavel Lvovitch Tselan alias alius aliorum
Ruski poët in partibus nemetskich infidelium
ὑβρισταί τε καὶ ἄγριοι οὐδὲ δίκαιοι,
ἦε φιλόξεινοι
's ist nur ein Jud.

Εσύ ή εγώ, σώματα αδιάκριτα
στοίβες χιλιόφυλλων οστών, κρανίων, δοντιών
χιλιόφυλλων γραμμάτων
αναστροφών,
συστροφών, ανθίσεων από μέσα

Jewgreek is greekjew a rose
by any other name

ανθίζει

απ' τα ονόματα το τελευταίο, το απρόφερτο, το αληθές.
Μπλουμ, το όνομα, το νερό είναι αντίθετο της φωτιάς, στο νερό
σβήνει η φωτιά που δεν σβήνει, δεν σβήνει στο νερό

Ανί χαμπατσέλετ α Σαρόν
Σωσανάτ ααμακίμ
Κε σωσανά μπέιν αχοχίμ

Όμηρος
στη Βαβέλ, στη θραύση των δοχείων, στην καταστροφή του ναού
διάσπαρτος ροδόκρινος σπαρασσόμενος
εν τῳ κρεματορίῳ

Καλὸν μὲν τὸ ῥόδον, τῆς ἐαρινῆς ὥρας αὐτῷ προσφερούσης ὀσφραίνεσθαι,
ἀλλ' ἐὰν τῷ κρίνῳ συμπλακῇ εἰκότως εὐωδέστερον γίνεται

O einer, o keiner, o niemand, o du,

Σαούλ, Σαούλ,
τί με διώκεις;


Επειδή

“Επειδή δε μπορούσα να γεμίζω την κοιλιά μέχρι σκασμού”,
μού 'λεγε ο Μπέρτολτ Μπρέχτ,
“επειδή δεν άντεχα να ταϊζω
τα σύμφωνα
τόση σάλτσα, τόσο αέρα
να προσφέρω στα φωνήεντα.

Επειδή υπάρχει στη γραφή
το παραπλήρωμα της πέψης
ώστε αυτό που βγαίνει να καθρεφτίζει αυτό
που μπαίνει —έτσι συμβαίνει—
επειδή πρόσεξα πως τα μάτια που κοιτάνε
ουρανό δεν βλέπουν
τα άλλα μάτια πώς κοιτάνε χαμηλά,
δεν ξέρουν την τροχιά
στροβιλίζοντος αεροπλάνου χωρίς καύσιμα·

κι επειδή σκέφτηκα πως
όταν είναι να γυρίσεις στη σπηλιά
δεν είναι ο ήλιος που μπορείς
να κουβαλήσεις πίσω μα η τύφλα,
κι επειδή είναι η πείνα που δανείζει
στα λουκάνικα εκείνες τις περίφημες
μεταποιητικές φτερούγες
που υμνούνε οι άνθρωποι του γούστου

για αυτό θα σε παρακαλούσα
να καταλάβεις πως είναι το ίδιο

βρώμικα τα ονόματα της ύλης
για αυτόν που χόρτασε
κι αυτόν που πεινά
αλλά για λόγους διαφορετικούς:
η πλησμονή κι η στέρηση στην ίδια
ναυτία συμψηφίζονται,
μα είναι ωστόσο πράγματα που διαφέρουν
ως προς τη φύση και τις αιτίες τους,
και μαρτυρούνε ανόμοια μυστικά,
μπορεί και να 'λεγε ο Αριστοτέλης,

ή τουλάχιστον εγώ, μέσα σ'αυτό το ξερό,
κεκαρμένο κρανίο άξεστου
διοπτροφόρου, εγώ η αθώα αλεπού του
Μέλανος Δρυμού, τούτο εμπνεύστηκα
από τα δόντια των σκυλιών του κυνηγού,
τούτο μου είπε η ματωμένη ουρά μου
πως είναι
η διαλεκτική.”


Η μικρή πλάση

Είναι πια ζήτημα κλίμακας: κάθε μέρα, μερικοί
άνθρωποι μικραίνουν και μικραίνουν.
Μόνο με μεγενθυντικό φακό φαίνονται τώρα οι ζωές τους· να,
αυτός ο κύριος, συνταξιούχος κατά τα φαινόμενα, που κοιτάζει
τους τίτλους των εφημερίδων στο περίπτερο,
δεν είναι μεγαλύτερος
από ένα σημείο στίξης στην στήλη κάτω δεξιά.
Αυτή η γυναίκα που κλαίει πάνω απ' τον λογαριασμό
της υπεραγοράς πνίγεται ήδη, τοσοδούλα, μέσα σε σταγόνες
από αλάτι και νερό. Αυτό το κορίτσι που μαζεύει
ένα φόρεμα ή ένα παντελόνι έχει λιγοστέψει τόσο
που το μπερδεύεις με το κεφάλι της καρφίτσας. Αυτός
ο εργάτης που μετράει κέρματα στην χούφτα του
πριν παραγγείλει καφέ κρύβεται πίσω από
μπακιρένιο φεγγάρι, αξίας πέντε σεντ. Και σαν να μην έφταναν
αυτά τα ατυχή γεγονότα, η ποίηση παραμένει υψιπετής,
σε μια απόσταση απ' τα πράγματα που ισοδυναμεί
με αβλεψία. Κι έτσι
το ποίημα φουσκώνει και φουσκώνει σαν σουφλέ
που ετοιμάζεται στον φούρνο για ροδομάγουλη οικογένεια
από Πανταγκρουέλ, αντί να έρχεται από μακριά,
με το τρένο, καθώς εσύ περιμένεις στον σταθμό
ξυλιάζοντας και καπνίζοντας αρειμανίως, αντί να έρχεσαι
εσύ πίσω στον εαυτό σου από μακριά, από εκεί
που σε ξέχασες, από μια εξορία όπου έζησες
αποκηρυγμένος, γεμίζοντας με κάτι βρώμικα γένια,
το παντελόνι να σού πέφτει κάθε τόσο επειδή
δεν τρως καλά κι έχασες βάρος. Κι έτσι το ποίημα
στρώνεται στο τραπέζι αντί να συντροφεύει μια μπάλα
χνούδι κάτω απ' τον καναπέ, να νιώθει την ανατριχίλα
που πιάνει τη στάχτη στο τασάκι όταν φυσά
ή να μιλά με τα ξεχασμένα πράγματα πίσω απ' το ψυγείο.
Κάποτε όμως θα πρέπει να μιλήσουνε —ψιθυριστά, ψιθυριστά!—
τα αδιαφοροποίητα πράγματα, η μικρή πλάση,
όσα φοβούνται τη σόλα των παπουτσιών,
το ύπουλο πλησίασμα της παντόφλας, όσα αναδεύει
το σάρωθρο των μεγάλων ανθρώπων άμα πει
να καθαρίσει το τοπίο εκεί, χαμηλά. Κάποτε, λέω,
μιλώντας βέβαια από απόσταση
γιατί καθώς έγραφα αντιλήφθηκα πως έγινα κι εγώ
μια κουκίδα, κάποιος που μόλις
και διακρίνω μακριά μέσα στο χιόνι.

Έρχεται ή φεύγει αυτός που βλέπω;
Αυτό ακόμα δεν μπορώ
να το γνωρίζω.


Των σκύλων το άστρο

Οι ποιητές εκδίδονται εύκολα σήμερα·
η ποίηση λίγο δυσκολότερα,
ευτυχώς.
Μακάριοι οι ανέστιοι
στίχοι!
Ότι αυτών εστί των σκύλων
το άστρο.


Παγοδρόμιο

Όποιος προτίθεται κάτι να θάψει,
μια ψευδή υπόσχεση, για παράδειγμα,
μια δέσμευση που δεν τηρήθηκε,
κάποια σαρακοφαγωμένη ενοχή, μια
συλλογή αντικειμένων χωρίς ειρμό
ή στόχο, καλείται να το πράξει
τώρα: το χιόνι είναι
αρκετά παχύ, είναι χειμώνας
απ’ άκρη σ’ άκρη της επικράτειας
κι η επικράτεια είναι ξεχασμένη
σε κάποια άκρη της ηπείρου
και η ήπειρος είναι ξεχασμένη μες στο
συρτάρι κάποιου γραφείου στον τρίτο όροφο.
Και η ταφή θα κρατήσει πολύ, ίσως για πάντα
και τέλος πάντων όσο είναι
εύλογο να ελπίζει κανείς με δεδομένη
την απότομη αλλαγή θερμοκρασιών
της τρίτης χιλιετίας, ή είναι η εικοστή
έβδομη, έχω χάσει το μέτρημα και τη
βάση του μετρήματος· γι’ αυτό με το παρόν
ανακοινώνω πως είναι μια θαυμάσια ευκαιρία
και πρέπει να βιαστείτε.

Μόνο σκεφτείτε φιγούρες που ’χουμε
να κάνουμε μ’ ελεύθερα
επιτέλους τα δύο χέρια
με πόδια ελαφρά σαν τον ύπνο
αθώου στην πτέρυγα μελλοθανάτων,
όλες αυτές τις αυτοσχέδιες εξτραβαγκάντζες
πάνω στ’ απέραντο παγοδρόμιο
της ιστορίας. Κι από κάτω, σκεφτείτε, εκεί
που ο πάγος θα είναι κάπως περισσότερο
λεπτός, θα φαίνονται
οι σκιές των πραγμάτων: οι ξεπεσμένοι
κίονες στις πυλωτές πολυκατοικιών, οι κεραίες
από τις ορφανές τηλεοράσεις,
τ’ ασπρόρουχα στα σύρματα, εκπτωτικά κουπόνια,
τα χαρτόνια κι οι κουβέρτες των αστέγων.
Αμνησιακούς μας βλέπω ήδη να αφηνόμαστε
σε πιρουέτες πάνω στον πάγο που απλώνεται
πάνω απ’ την ανύπαρκτή μας πολιτεία. Κι
από κάτω θα ροχαλίζει ο ηλεκτρικός
θα ακούγεται μία απόμακρη συγχορδία
από βιολιά επαιτών στο Μετρό, ή θα μαίνεται
μια καταιγίδα από πέτρες στην είσοδο
του Εμπορικού Επιμελητηρίου, και
θα ανεβαίνουν οι ανάσες μας οι τελευταίες
όλο χαμόγελα, μέσα σε γυάλινο ασανσέρ.


“Lasciate ogne speranza, voi ch’ intrate”

“Είμαστε ακόμα ζωντανοί!”
έλεγαν εν χορώ οι πεθαμένοι·

προσπαθούσα να τους ξυπνήσω
ως προς το γεγονός ότι ονειρεύονταν

πως ζούσαν, μες στο δικό μου όνειρο πάντα·
δεν ήξερα σε ποιον να αποδώσω

το βάρος για την ειρωνεία της κατάστασης
ή πώς να ξετυλίξω το κουβάρι

των εικόνων, κι όλο ξέχναγα πώς άρχισαν
όλα αυτά· το φιλμ καιγόταν και καιγόταν

με πληγές ιωδίου. Ξύπνησα πρώτος εγώ,
έτσι μού φάνηκε, μα οι λεπτομέρειες

είχαν χαθεί, ποτάμι ο ιδρώτας και τις σκέπασε.
Μόνο δυο πράγματα θυμάμαι πια:

τη φωσφορίζουσα αποφορά
της ναφθαλίνης μες στο στόμα τους

και το ρολό ταμειακής που ’χαν για γλώσσα
πώς ξεδιπλώνονταν σαν φίδι

κι όλα τα ψηφία μηδέν.


Φλεβάρης του 2012

Δεν τσιγκουνεύεται πια το πικρό της γάλα η αλήθεια.

Όταν ο άνθρωπος σφίγγεται στη φριχτή τανάλια της πείνας
χοντραίνει κι ατσαλώνεται το στομάχι απ’ το γάλα.

Όταν ο άνθρωπος μικράνει πολύ, σκάβει την κοιλιά του
να βρει την σκιά του γιγάντιου αγάλματος

Και ο μεγάλος άνθρωπος μαζεύει σαν πουλόβερ κάτω
απ’ τον ίσκιο που αφήνει ο μεγάλος φόβος του.

Κι ο κάθε ένας ανακαλύπτει μέσα του πολλούς
Κι οι πολλοί συμπεριφέρονται σαν ένας, για δίκαιο

ή για άδικο σκοπό. Και τα ρολόγια που σταμάτησαν κινούνται
φρενιασμένα, κι αυτά που δούλευαν παγώνουν

κάτω απ’ το γυαλί, το γράσσο στα γρανάζια τους
της ιστορίας λάσπη, όπου βυθίζονται τα πέδιλα
του Ερμή και τα μελάνια χύνονται άσκοπα,
ανήμπορα σαν τους ορούς στις φλέβες ανιάτων.

Δεν διάλεξα

εγώ τις πέτρες που βρέθηκαν στα χέρια μου, σας λέω,
τις διάλεξε το σχήμα κάθε χούφτας, οι χαρακιές

που καθυπαγορεύουν τη φύση του συγκεκριμένου μου χαμού,
της συγκεκριμένης μου αθανασίας.

Τις σφίγγω γερά, και δεν ξέρω τι να τις κάνω.

Ίσως να τις πετάξω κάπου, ίσως τις βάλω την μία στην άλλη επάνω.
Ίσως τις τρίψω μανιασμένα ώσπου να φλογίσουν,

είτε το θέλουν, είτε όχι.


Ζήτημα επιστήμης

Πείραμα στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο δείχνει αναμφιβόλως αρουραίοι ικανοί αποφάσεων στη βάση συμπόνοιας για τους ομοίους των που υποφέρουν αποφάσεις υπερβαίνουν τα όρια του έλλογου υπολογισμού κόστους και κέρδους με άλλα λόγια έλλογος υπολογισμός κόστους και κέρδους υπολείπεται της έκτασης διαθέσιμων συναισθημάτων αρουραίων οικονομία εξέλιξη τελευταίοι στον διαγωνισμό θηλαστικών ευφυία ορίζεται από ποιόν ποιός δικαιούται λάθος υπολογισμοί και εν τω μεταξύ η γλώσσα εχέγγυο ανωτερότητας δικαίου λόγον δὲ μόνον ἄνθρωπος ἔχει τῶν ζῴων ἡ μὲν οὖν φωνὴ τοῦ λυπηροῦ καὶ ἡδέος ἐστὶ σημεῖον διὸ καὶ τοῖς ἄλλοις ὑπάρχει ζῴοις μέχρι γὰρ τούτου ἡ φύσις αὐτῶν ἐλήλυθε τοῦ ἔχειν αἴσθησιν λυπηροῦ καὶ ἡδέος καὶ ταῦτα σημαίνειν ἀλλήλοις τι πήγε λάθος όχι δεν είναι ή ίσως είναι κάποια ασθένεια προαιώνια ίσως κάτι στη βιοχημεία πολιτική οικονομία χόμο σάπιενς κρο μανιόν δεσοξυριβοζονουκλεϊνικό οξύ μεγάλη λέξη οι αρουραίοι δεν αρθρώνουν σωστά η γλώσσα τους μπορεί να περιγραφεί Ιωσηφίνα η τραγουδίστρια ή ο λαός των ποντικών ως χαμηλόηχη στριγγλιά ούτε καν μουσική και βεβαίως ούτε κατά διάνοια λόγος ο λόγος που ο Λόγος οδήγησε στο άλογον equus Houyhnhnm δεν μπορείς καν να το προφέρεις χωρίς χλιμίντρισμα έξω απ' τη γλώσσα ως ένδειξη διαμαρτυρίας κραυγάζοντες άναρθρος εκδίκηση ψεύδους υπόδικος Λόγος φταίει το θυμικόν το νοητικόν φταίει ὁ δὲ λόγος ἐπὶ τῷ δηλοῦν ἐστι τὸ συμφέρον καὶ τὸ βλαβερόν ὥστε καὶ τὸ δίκαιον καὶ τὸ ἄδικον τοῦτο γὰρ πρὸς τὰ ἄλλα ζῷα τοῖς ἀνθρώποις ἴδιον τὸ μόνον ἀγαθοῦ καὶ κακοῦ καὶ δικαίου καὶ ἀδίκου καὶ τῶν ἄλλων αἴσθησιν ἔχειν 3.000 χρόνια μετά μέσα στον υπόνομο υπέρ του νόμου υπόδικοι στους αρουραίους.


Δεκέμβρης

Μια μέρα, ο κύριος αυτός έχασε τη φωνή του.
Την βρήκε σ’ ένα συνεργείο επισκευών.
Κι αυτή η κυρία, έχασε τη σκιά της.
Την βρήκε σε κάτι φωτογραφίες απ’ το γάμο της,
το 1953. Αυτές οι δύο αδερφές
έχασαν τα χέρια μέσα απ’ τα χέρια τους
και τώρα βρίσκουν η μια την άλλη
μ’ αδήλωτες κεραίες.
Κι αυτοί εδώ οι γραφειάδες χάσανε την τιμή τους.
Την βρήκανε μαζί με κάποια άλλα αγαθά
κατασχεμένη στο τελωνείο.

Όλοι μια μέρα γεννήθηκαν,
οπλισμένοι σαν αστακοί, κραυγαλέοι, ασθμαίνοντες.
Όλοι μια μέρα πεθαίνουν ντροπαλά,
μην προκαλέσουν κάποια ανησυχία στον περίγυρο.
Αυτός εδώ πέθανε όρθιος, κι ο άλλος ξαπλωμένος.
Αυτός πέθανε απ’ τη μυρωδιά καφεκοπτείου το πρωί
κι εκείνος στον σταθμό του τραίνου τρώγωντας κουλούρι,
κι ο άλλος στα φανάρια, μέσα στο αυτοκίνητο,
την ώρα που κάπνιζε.
Αυτός κοιτώντας τα παιδιά του,
κι εκείνος την ερημιά του
συλλογιζόμενος, την Κυριακή τ’ απόγευμα.

Κι απ’ αυτουνού το κουφάρι αναδύεται
έκπληκτο ένα ερωτηματικό. Κι από του άλλου
τα παγωμένα χέρια φυτρώνει μια αντιφατική
σημαία. Κι από εκεινού το πήλινο στομάχι
γεννιούνται περιπλανώμενα στρατεύματα.
Και προχωρούν οι γενιές στην άσφαλτο
με τα παπούτσια τους
να οδηγούν το δρόμο, κι αποκρυσταλλώνεται
σιγά-σιγά το νόημα της ήττας. Κι έρχεται ο ένας
χειμώνας επάνω στον άλλο. Και τα πουλιά τρελαίνονται
απ’ τη πολλήν αποδημία.

Κι επιστρέφει η ώρα του Λόγου που τραυλίζει.
Κι εγώ ταμπουρώνομαι, οπλίζω μία-μία τις αράδες μου,
τις παρατάσσω πειναλέες σε τάγματα,
τις βλέπω να καλύπτουνε το χιόνι.
Τις βλέπω αξύριστες να χτυπάνε μία-μία
όλες τις πόρτες.


Πύλη

Το κλειδί και το όνειρο
συναντιούνται κάποτε
μέσα στην τσέπη μου την τρύπια,
αυτή με τη φόδρα από νύχτα.
Νιώθω την αμοιβαία ταραχή
τους στον μηρό, και μετά στον
χαλασμένο μου βραχίονα.
Τότε, από το μέτωπό μου
ξεπηδάνε εφτά άλογα: το τυφλό, εκείνο
που τρέμει, το εωθινό άλογο,
το άλογο της δίψας, το φρόνιμο,
το άλογο του πηγαδιού,
εκείνο της έκστασης.
Χλιμιντρίζουν όλα μαζί
πάνω απ’ τα σκυμμένα κουφάρια
των προγόνων μου,
που πεθαίνουνε διαρκώς σε φωτογραφίες,
χειμώνα καλοκαίρι.

Το κλειδί και το όνειρο
είναι η κληρονομιά
της άγνοιας όπου διέφυγε η γενιά μου,
αυτή η ανεξήγητη φάρα με τα σουγιαδάκια,
την μπριγιαντίνη και τα ρολόγια τσέπης.
Σηκώνω απ’ το χώμα
τη μαύρη ρίζα μου, επιστρέφω
με ένα απατηλό λεωφορείο,
γέρνω δίπλα στη σόμπα του άδειου σπιτιού
και νυστάζω. Αποκοιμιέμαι
κι όταν ξυπνάω είναι πάλι νύχτα
κι έξω τριγυρνάνε ακόμη τα σκυλιά.
Δεν σου το ’χω πει, αλλά αυτό το
βουνό που υψώνεται στην εσωτερική
πλευρά των ματιών μου
με τρομάζει. Μια μέρα, σκέφτομαι,
θα βαδίσει αργά προς τα σπίτια μας.
Μια μέρα θα μάς ποδοπατήσει
όλους, μια και καλή.


Βουλγάρα

Το κριθάρι δεν είναι παιδί μας
είναι η αρρώστια μας, σπυρί το σπυρί. Εμείς
είμαστε οι ράχες, είμαστε τα πουλιά στο αγνάντι
είμαστε η πεθαμένη γη κι ο θρήνος
από μέσα. Έχουμε καταπιεί τα δόντια μας
απ’ του αιώνα τις κλωτσιές.
Τραγουδάμε με το άδειο στομάχι
ασκιά παράφορα στο πανηγύρι του Βάκχου.
Τα μισά σπλάχνα τ’ αφήσαμε στο χώμα,
τα μισά στο κρεβάτι. Στη μήτρα βαθιά
μάς έμειναν του θανάτου τα ρούχα.
Βουλγάρα, Βουλγάρα!

Το τραγουδάνε απ’ το τυφλό νερό του πηγαδιού.
Πλέκουνε όλες μαζί με το σάλιο
μια συνομωσία πηχτή, να με τυλίγει τα βράδια.
Όταν ξυπνήσω, η Μήδεια θα διαβάζει
την εφημερίδα του Κομμουνιστικού Κόμματος.
Θα έχουν ανασταλεί οι Βαλκανικοί πόλεμοι.
Θα μού γνέψει ν’ ανοίξω την κουρτίνα.
Θα μού δείξει το χαρτί, το μαχαίρι,
το σημάδι που έχει από μικρή στο λαιμό.


Λιμνοθάλασσα

Αρκετά με την αλμυρή ανυπαρξία!
Αρκετά με τις κυκλωτικές αυτές ακτές.
Αρκετά, στραγγαλισμοί μου, βρόγχοι μου, δήμιοί μου
κουράστηκα χρόνια τώρα
να κοιτώ πώς καταφθάνει το μηδέν
και πώς αναχωρεί το μηδέν
κουράστηκα κι εμείς στου μηδενός
την τέλεια καμπύλη
να χειμάζουμε.

Αρκετά, λέω, με τ’ ανοιχτά πελάγη!
Χρειαζόμαστε μια έξοδο
κι η έξοδος απαιτεί μια άλλη
γεωγραφική κατατομή,
έναν άλλο αέρα μες στον αέρα,
και μια άλλη λάσπη
κι ένα άλλο σώμα, που να χωρά
το σώμα στη συστροφή του
κι ένα πνευμόνι από σίδερο,
κι ένα άλλο μαχαίρι, κι ένα άλλο τραπέζι
κι ένα άλλο ψωμί.

Πίσω στη λιμνοθάλασσα!
Πίσω στη σκιά της παρανομίας που σιγοκαίει
στο κλεφτοφάναρο!
Πίσω στις φωλιές των φαλαρίδων
στην στιλπνή κι ακαριαία βίδρα
την δεντροσταρήθρα, το γελογλάρονο, τον πετρίτη
πίσω στον αιγυπτιακό άργιλο!
Μιχάλη, Μωυσή, σεσωσμένοι απ’ τα ύδατα
που μας κύκλωσαν, ξετυλίξτε το νήμα
δαχτυλοδείξτε τη διαδρομή με τη στέρεη γη
εκβιάστε τον άνεμο να ’ρθεί με το μέρος μας.
Χωρίστε το νερό απ’ το νερό και το νερό απ’ το χώμα
και το αίμα απ’ το νερό και τη λάσπη απ’ το αίμα.
Συγκεντρώστε, χώρια ή μαζί, τα ερίφια και τα λιοντάρια!

Έφερα πλάκες μαζί μου, και καλέμι, και σφυρί.
Σκάψτε το δίκαιο των δραπετών
αρτηρία την αρτηρία πάνω στα πόδια,
πάνω στα χέρια μου.


Φιάλη οξυγόνου

Με μια φιάλη οξυγόνου κατέβηκε
ο δισέγγονος του ναυμάχου στην πράσινη
καρδιά των βυθών, τ' άγρια γένια του
τα φυσούσε υποθαλάσσιο πνεύμα.
"Είσαι φτωχός λοιπόν
Σαχτούρη, φτωχός σαν τον Καρούζο;"
του φώναξα μέσα απ' το νερό.
"Πούλησα τα σπίτια, έκαψα τα βιβλία δυο φορές",
απάντησε. "Σας τα 'πα εγώ για τον νονό μου,
για την κληρονομιά. Μα σύννεφα εγώ δεν ήθελα
για ν' αρπαχτώ. Το βάρος των σκαφάνδρων
με συνεπήρε, έπρεπε να 'μουν Καλυμνιώτης! "
Και λέγοντάς τα αυτά, το χέρι έτεινε σαν πλόκαμο
κι έναν τεράστιο σπόγγο μου προσέφερε.
Ήταν κίτρινος σαν τον αδιανόητο ήλιο που πύρωνε
μες στο κρανίο του. Το ζούληξα, έμπηξα το νύχι βαθιά·
διεστάλθησαν μεμιάς οι κυψέλες των πνευμόνων μου.
"Ύδρα-οδός Ίμβρου, ενός θανάτου δρόμος!"
είπε, και είχε όντως προλάβει να πεθάνει
αστραπιαία. Κοίταξα το ημερολόγιο, ήταν
μια μέρα πριν γεννηθώ.


Πλεόνασμα

Κύριε τραπεζίτη, βοηθήστε με.
Έχω ένα πλεόνασμα θανάτου.
Έχει δυο χρόνια τώρα που οι άνθρωποι
πεθαίνουν γύρω μου σαν τις μύγες. Έχω χώσει
θάνατο κάτω απ’ το στρώμα μου,
μέσα στα συρτάρια μου, σε κάτι παλιές κάλτσες,
σε κάτι γλάστρες με μαραμένο βασιλικό,
μα όλο περισσεύει.

Η ομπρέλα μου η μαύρη
—αυτή που περισσότερο δανείζω παρά κρατώ—
στάζει θάνατο. Τα παπούτσια μου στάζουν θάνατο.
Τα μαλλιά μου, σήμερα το πρόσεξα, στάζουν θάνατο.
Το βλέμμα μου στάζει θάνατο.

Δεν έχω πια τι να τον
κάνω τόσο θάνατο. Με βαραίνει σαν κάποιου είδους
πλούτος, γεωμετρικώς αυξανόμενος. Κι οι μετοχές
του όλο και ανεβαίνουν. Σήμερα κουβάλαγα τόσο
θάνατο που βυθίστηκα μπροστά
στα μάτια έκπληκτων περαστικών
στο χώμα. Δεν είχε καν βρέξει, καταλαβαίνετε,
η καθημερινότητά μου έχει καταστεί απρόβλεπτος.

Στην ηλικία που έχω εισέλθει βλέπετε,
έρχεται φυσικώς η αποταμίευσις, τα πλεονάσματα,
οι καταθέσεις. Δεν ξοδεύονται εύκολα
τα πράγματα. Στερεύουν μία-μία οι ιδέες για
παραγωγικές επενδύσεις. Επιστρέφει μια
πρωτόγονος οικονομία.

Κι εγώ κατήντησα
σπαγγοραμένος, να συσσωρεύω
άθελά μου τόσες μάταιες εγχειρήσεις, τόσα
βουναλάκια από χώμα, τόσα θλιβερά λουλούδια,
τόσα βλέμματα κατανοήσεως, τόση βουβή,
ή ακατάσχετα ομιλητική —τι σημασία έχει! —
θλίψη, τόσα μαύρα κοστούμια, που μα το Θεό,
κύριε τραπεζίτη, πιστέψτε με, θα προτιμούσα
να ’μαι φτωχός σα βρέφος!


Προς κληρονόμους επιστολή

Μαζευτήκατε εδώ σήμερα για να μοιραστείτε τα υπάρχοντά μου.
Του νεκρού η οργή και ο φθόνος για τους ζωντανούς,
το ξέρετε ήδη, δεν σας αγγίζει. Κι έτσι κουβαληθήκατε
εδώ όλο αδιάκριτα δάχτυλα και μολυβοτέφτερα για την καταγραφή.
Το κυριότερο πρώτα λοιπόν: αυτό που με διέτρησε,
αυτό που τα σωθικά μου κατέφαγε ώσπου έγινα
τέρας ή άνθρωπος, δεν γνωρίζω --ούτε για σας τι είστε--
αυτό λοιπόν που έστρεξε κάθε μου πτήση
δεν το κατάλαβα ποτέ τι είδους πράγμα είναι, ούτε από πού έρχεται.
Ούτε τι έδωσε νόηση στο θυμό μου ξέρω,
ούτε τι συγκόλλησε την επιθυμία επάνω τους
και πώς. Κι έτσι τίποτα από τα τρία αυτά δεν δύναμαι να δώσω,
ούτε και θα τα ξεκολλήσετε το ένα από τ' άλλο, μάταιο.

Για σας αφήνω μόνο χαρτιά, την πίσσα που ανάβλυσε σποραδικά
απ' το ηφαίστειο του στομάχου μου, την ακατάδεχτη
της μύτης μου ευαισθησία, συρτάρια ολόκληρα με ασημαντότητες,
μερικούς κακοπληρωμένους μεταφραστές που αμέλησαν
δικαιολογημένα τη δουλειά τους σε ό,τι με αφορούσε.
Το φαρμακωμένο μου ποτήρι ήταν δανεικό, δεν δικαιούμαι
να σας τ' αφήσω. Την γεύση του --τι ήταν ακριβώς-- την κλείδωσε
για πάντα η μνήμη μου στο καύκαλο, κι αυτό σαπίζει
μακριά απ' τα βλέμματά σας. Εμπρός, γυρίστε τώρα σπίτια
σας, δεν σας κάλεσα εγώ να μοιραστείτε την φριχτή μου
κληρονομιά. Ούτε κι εμένα δεν μου 'πε κανείς να ψαχουλέψω
σε ξένα σπίτια· όσα λίγα μάζεψα τ' άρπαξα, δεν μού δόθηκαν,
και τιμωρία δεν λογάριασα καμιά.

Έτσι είθισται στο δικό μου σόι τουλάχιστο. Κλέφτες από τον πρώτο όλοι μας.

Για σας, δεν ξέρω πούθε κρατά η σκούφια σας, ούτε σας έχω
καμιάν εμπιστοσύνη. Νομότυποι αν είστε ιδιαίτερα, κι αν κάθεστε
προσηλωμένοι στη διαθήκη, ανάξιους σας κρίνω -- δεν το κρύβω.


Έξυπνα ποιήματα

Θα προτιμούσα οτιδήποτε
απ' το να είμαι έξυπνος. Θα
προτιμούσα, για παράδειγμα, να είμαι
όχι μόνο τα άδεια
μάτια ενός σκιάχτρου, αλλά και το άχυρο
της καρδιάς του. Θα προτιμούσα να
είμαι όχι μόνο το ίχνος του κόρακα
πάνω σε τεντωμένο σύρμα, αλλά
κι η τρέλα που τον αρπάζει πάνω
απ' τα στάχια. Θα προτιμούσα να είμαι όχι
μόνο η άχρηστη πέτρα
στο παλιό ελαιοτριβείο, αλλά και η
φωτογραφία στο πορτοφόλι ενός
αυτόχειρα στον ποταμό Σηκουάνα.

Η εξυπνάδα σήμερα είναι τρομακτική:
υπό την έννοια ότι υπερβαίνει
κάθε βλακεία, έχει πυκνότητα
μεγαλύτερη της βλακείας, ταχύτητα
μεγαλύτερη της βλακείας, και μάζα μεγαλύτερη
από όλες τις μάζες, είτε αυτές

είναι κρανία Αζτέκων, καθώς και όλων των θυμάτων
παρανοημένων προφητειών από καταβολής
του σύμπαντος, είτε γραφίδες που αρθρογραφούν
ημερησίως στο παγκόσμιο για τις ερωτικές
εξάψεις μετοχών. Τόση πολύ εξυπνάδα
δεν υπήρξε ποτέ πριν μαζεμένη, κι εγώ,
ως εχθρός της, ως μελλοντικό της και παρελθοντικό
της θύμα, νιώθω αδύναμος, αδύναμος
να σταματήσω τις ροές της, τις εκσπερματώσεις
τις παρακρούσεις, τα ντελίρια, τις εκπυρώσεις,
τις εκστατικές εκχύσεις εξυπνάδας απ' τις οποίες

δημιουργείται το λεπτό στρώμα των τάφων
όπου εισρέουν αγαλλιάζοντα πλήθη ατελείωτα αναγνωστών
έγκριτης στήλης με τις νυχτικιές τους, και κριτικών,
ποδεμένων με κάτι παντούφλες
από δέρμα αλλιγάτορος, και κωφάλαλων διερμηνέων
απ’ τα ερείπια του βομβαρδισμού των Βρυξελλών,

το λεπτό στρώμα, έλεγα, όπου βουλιάζουν, βουλιάζουν
μπροστά στα έντρομα μάτια μου
τα παιδικά αμαξάκια, τα μπαστούνια του γκολφ, τα τρόπαια
και οι τροπαιοθήκες, τα τραυλίζοντα μικρόφωνα,
τα μπαούλα, σεντούκια, κενοτάφια, κρύπτες,
θυρίδες, κυτία, κιβώτια, συρτάρια, ερμάρια, θησαυροφυλάκια,
κατακόμβες, καταπακτές, ψευδείς πάτοι
όλων αυτών των υποστάσεων, όλων αυτών
των θεσπέσιων, θαυμάσιων ανθρώπων που γράφουν
ακόμα και σήμερα έξυπνα
ποιήματα.


Στάσις

Εγώ καθόμουν από την άλλη πλευρά του ανέμου· είχε ο άνεμος μιαν άλλη πλευρά.
Εσείς σειόσαστε, σειόσαστε σαν τους ορυζώνες, μα οι ικεσίες σας
δεν έφταναν στ' αυτιά μου, τις καταπίνανε αιμόφυρτοι κάτι ερωδιοί.
Ακόμα κι έτσι, προσπαθούσα να σας κοινωνήσω τα νεότερα
εκ μέρους του πυρετού μου, ήμουν ο απεσταλμένος
μιας αυξημένης εσωτερικής θερμοκρασίας.
Έπιανα με τα δάχτυλα και μέτραγα ένα-ένα τα αγκάθια
του βήχα σαν κομποσκοίνι. Υπήρχε ένα νόημα
ιστορικό στην ασθένεια· εγώ ήμουν φαίνεται η μαία,
κι από μιαν άλλη σκοπιά ο ασθενής. Παρίσταντο δυο άλογα εκ μέρους
της αλληγορίας. Στο θυσείο δεν υπήρχαν σφάγεια,
οι Θεοί πεινούσαν. Καθόμασταν όλοι μαζί πάνω σε μια τοκογλύφο γη,
επέστρεφαν οι γέννες άμεσα στο χώμα. Αναιρούνταν
το σπέρμα στη μήτρα. Κάποιος είχε αντικαταστήσει
την αναπαραγωγή με την παραχάραξη. Η πόλις ήταν ένα λάθος,
και οι ναοί της επικύρωση του λάθους. Δια μέσω
της κοιλίας μου, διαβίβαζα τα νέα περί εμφυλίου και περί λιμού,
ενώ απ' τη βιασύνη να εξευμενιστούν οι Θεοί θυσιάζονταν
οι γέροι και οι γυναίκες και τα παιδιά όπου τους έβρισκαν
και δεν πιάνανε τόπο έτσι οι θυσίες, ήταν ως μη γενόμενες.
"Μάταια η εξαγορά!" διαπίστωναν θλιμμένοι οι ιερείς,
οι νεκροθάφτες έπιασαν να δαγκώνουν τα κέρματα εκ των προτέρων,
τα πτώματα τουμπάνιαζαν πάνω στα έδρανα του κοινοβουλίου,
οι αποικίες μας στη Σικελία είχαν χαθεί προ καιρού. Βασίλευε η πόρνη,
η συμμορία των κιβδηλοποιών μοίραζε παραμυθίες, και οι στρατοί που
αδημονούσαν ήτανε κόκκινα εξανθήματα πάνω στο δέρμα μου,
συγκεντρωνόντουσαν και διαλυόντουσαν σε όλη την επικράτεια. Ήμουν
με τον Ιωάννη στην Πάτμο, ήμουν με τον Αρχίλοχο μετά από μια
οικτρή εκστρατεία, ήμουν στην κηδεία του Παλαμά, κι όλο τράβαγα
απ' το μανίκι τον Σικελιανό.
"Σύντροφε!", τού 'λεγα, "αυτό το φέρετρο
ήτανε πρώτα δέντρο, και πριν απ' αυτό τουφέκι, και πριν από αυτό χρησμός!"
Αυτός συνέχιζε να ερωτοτροπεί με τα ερείπια, καμωνόταν πως ήμασταν
ακόμα στους Δελφούς. Τέλος, κατέβηκαν κάτι άνθρωποι αξύριστοι,
με πρόσωπα από ντοκυμαντέρ. Με πήραν πίσω στο βουνό,
ήμουν ακόμη ιδρωμένος από τον πυρετό της σπαραγμένης πόλεως.
Δεν είχα προλάβει να σας μιλήσω, να σας απευθυνθώ.
Χαθήκατε απ' το βλέμμα μου, σαν νησιά από σηκωμένα χέρια,
που κατάπινε ο σεισμός.


Προθάλαμος

Γλιστράω μέσα κι έξω απ' τη ζωή μου.
Την κοιτάζω σαν τον ταμία πίσω απ' το γκισέ του
να πλησιάζει με μια χούφτα γραμμάτια απλήρωτα
στα χέρια. Με κοιτάζει όταν στέκομαι στο ασανσέρ
μετράει την καλογερική διάταξη του κρανίου μου,
τη στάχτη που με στεφανώνει. Αυξάνεται η έλξη
του μαγνητικού πεδίου της γης ως προς το βλέμμα μου,
νιώθω το χθόνιο βάρος των οστών μου, τα σημάδια
της ανταπόκρισης στην κούραση της όρθιας θέσης:
την κούραση του να είσαι δίποδο, την κούραση
του να φτιάχνεις καφέ και να πλένεις τα δόντια
και να ξυρίζεσαι και να διασχίζεις το δρόμο.

Φυλλομετρώ ένα βιβλίο με ναυάγια, σκέφτομαι
για τον παφλασμό του κύματος στα αυτιά μου αν αφηνόμουν,
σκέφτομαι για τα πράγματα που αφήνονται
τα ίδια απ' τα χέρια μου. Δεν είμαι βέβαια ο ναυαγός, όχι.
Είμαι τα κομμάτια της πλώρης που ονειρεύονται
την συνοχή τους, ο αφιονισμένος αφρός που άφησε
πίσω της η πρύμνη. Πεθαίνω οργανικά, όλες μου οι
ζωτικές διαδικασίες συμμετέχουν σ' αυτό τον θάνατο,
κοπιάζουν στην κατεύθυνση αυτή. Παραμένω αφοσιωμένος
στην τακτοποίηση των λεπτομερειών μιας διαθήκης
της οποίας το περιεχόμενο παραμένει ασαφές.

Έχω έναν διαρκή πονοκέφαλο
που τον προκαλεί διαδοχικά ο αέρας και η έλλειψη αέρα
η σκέψη και η έλλειψη της σκέψης, η αγωνία και η
απουσία αγωνίας. Μετράω τον τάφο
που μ' άφησε ο αιώνας μου
και τον βρίσκω λειψό, περισσεύει το κεφάλι μου
--κι αποζητώ τη χαύνωση--
περισσεύουν τα πόδια μου
--κι αποζητώ τον οδικό χάρτη.
Περιόρισα το ακροατήριο της τάξης μου
στον ένα, κι αυτός ανοίγει το παράθυρο
και μια με διακόπτουν τα πουλιά, μια η μηχανή, και χάνομαι
προσπαθώντας να μεταφράσω τη διακοπή αυτή σε γλώσσα.
Είναι και που δεν μ' ακούν πια τα αυτιά μου. Ένας
βόμβος ιστορικός παρεμβάλλεται στην εκπομπή ή
την πρόσληψη. Εδώ όσο κάθησα όλοι με αποχαιρετούν,

ενώ εγώ θα ήθελα να κάτσω λίγο παραπάνω στον καναπέ τους,
λάθρα να παρατείνω την παραμονή μου στο σαλόνι τους, δεν
θα χρειαζόταν να μου δίνουν σημασία, θα ήμουν μόνο
κάποιος που ροχάλιζε ακίνδυνα. Αλλά όχι, όλοι κοιτάζουν τα ρολόγια
τους, και είναι αργά, το πρωί πρέπει να σηκωθούν νωρίς,
καταλαβαίνετε, αντίο. Παλιότερα οι άνθρωποι ήταν αλλιώς.
Τώρα ενδιαφέρονται υπερβολικά
για όλα, διαβάζουν διαρκώς εφημερίδα όπως οι Κύκλωπες.
Κι έτσι κι εγώ θα σηκωθώ από εκεί που κούρνιασα, θα πάρω
το καπελάκι μου, θα φύγω, θα έρθω, θα φύγω,
θα κατευθυνθώ ίσως στο γηροκομείο των προφητών
ή ίσως στο άσυλο για εγελιανούς, θα υπογράψω το όνομά μου
αποφασιστικά στον κατάλογο των απόντων.

Κι έτσι μονάχα θα σας βρω, όλους μαζί μαζεμένους
στον προθάλαμο, εκεί που περιμένατε τόσο καιρό,
και θα μ' αναγνωρίσετε, θα αδειάσετε μια θέση για μένα,
κι ένας θα βήξει για να με υποδεχτεί, κι άλλος θα ξύσει
τη γάμπα του κάτω απ' το παντελόνι και θα είμαστε πάλι
όλοι μαζί, η κοινότητα του προθαλάμου.


Το τέλος από πριν

Εάν δεν ήταν η πείνα, θα ήταν η δίψα.
Εάν δεν ήταν το μαχαίρι, θα ήταν το σκοινί.
Εάν δεν ήταν η φωτιά, θα ήταν η πλημμύρα.
Εάν δεν ήσουν εσύ, θα ήμουν εγώ.

Εάν δεν ήμασταν γενναίοι, θα βαφτίζαμε τη δειλία αλλιώτικα.
Εάν δεν είχαμε μάτια, δεν θα ξέραμε το δρόμο καλά.
Εάν δεν μας εξαγόραζε η ζωή, θα σχηματίζαμε ουρές για το θάνατο.
Εάν δεν ήταν η πύλη ανοιχτή, θα υποπτευόμασταν πως μας ζώσαν εχθροί.

Εάν κρατούσε κι άλλο ο βράχος, θα ίδρωνε η ράχη της θάλασσας.
Εάν εξέπνεε σύσσωμος ο κήπος, θα ήταν μαυροντυμένοι οι κηπουροί.
Εάν είχαμε όνειρα, θα μας βασάνιζαν οι ορδές των εντόμων.
Εάν είχαμε στόμα, θα βήχαμε απ’ τη σκόνη του γράμματος.

Σάββατο, 28 Ιουλίου 2012

Φιάλη οξυγόνου

Με μια φιάλη οξυγόνου κατέβηκε
ο δισέγγονος του ναυμάχου στην πράσινη
καρδιά των βυθών, τ' άγρια γένια του
τα φυσούσε υποθαλάσσιο πνεύμα.
 "Είσαι φτωχός λοιπόν
Σαχτούρη, φτωχός σαν τον Καρούζο;"
του φώναξα μέσα απ' το νερό.
"Πούλησα τα σπίτια, έκαψα τα βιβλία δυο φορές",
απάντησε. "Σας τα 'πα εγώ για τον νονό μου,
για την κληρονομιά. Μα σύννεφα εγώ δεν ήθελα
για ν' αρπαχτώ. Το βάρος των σκαφάνδρων
με συνεπήρε, έπρεπε να 'μουν Καλυμνιώτης! "
Και λέγοντάς τα αυτά, το χέρι έτεινε σαν πλόκαμο
κι έναν τεράστιο σπόγγο μου προσέφερε.
Ήταν κίτρινος σαν τον αδιανόητο ήλιο που πύρωνε
μες στο κρανίο του. Το ζούληξα, έμπηξα το νύχι βαθιά·
διεστάλθησαν μεμιάς οι κυψέλες των πνευμόνων μου.
"Ύδρα-οδός Ίμβρου, ενός θανάτου δρόμος!"
είπε, και είχε όντως προλάβει να πεθάνει
αστραπιαία. Κοίταξα το ημερολόγιο, ήταν
μια μέρα πριν γεννηθώ.

Σάββατο, 14 Ιουλίου 2012

Προς κληρονόμους επιστολή

Μαζευτήκατε εδώ σήμερα για να μοιραστείτε τα υπάρχοντά μου.
Του νεκρού η οργή και ο φθόνος για τους ζωντανούς,
το ξέρετε ήδη, δεν σας αγγίζει. Κι έτσι κουβαληθήκατε
εδώ όλο αδιάκριτα δάχτυλα και μολυβοτέφτερα για την καταγραφή.
Το κυριότερο πρώτα λοιπόν: αυτό που με διέτρησε,
αυτό που τα σωθικά μου κατέφαγε ώσπου έγινα
τέρας ή άνθρωπος, δεν γνωρίζω --ούτε για σας τι είστε--
αυτό λοιπόν που έστρεξε κάθε μου πτήση
δεν το κατάλαβα ποτέ τι είδους πράγμα είναι, ούτε από πού έρχεται.
Ούτε τι έδωσε νόηση στο θυμό μου ξέρω,
ούτε τι συγκόλλησε την επιθυμία επάνω τους
και πώς. Κι έτσι τίποτα από τα τρία αυτά δεν δύναμαι να δώσω,
ούτε και θα τα ξεκολλήσετε το ένα από τ' άλλο, μάταιο.

Για σας αφήνω μόνο χαρτιά, την πίσσα που ανάβλυσε σποραδικά
απ' το ηφαίστειο του στομάχου μου, την ακατάδεχτη
της μύτης μου ευαισθησία, συρτάρια ολόκληρα με ασημαντότητες,
μερικούς κακοπληρωμένους μεταφραστές που αμέλησαν
δικαιολογημένα τη δουλειά τους σε ό,τι με αφορούσε.
Το φαρμακωμένο μου ποτήρι ήταν δανεικό, δεν δικαιούμαι
να σας τ' αφήσω. Την γεύση του --τι ήταν ακριβώς-- την κλείδωσε
για πάντα η μνήμη μου στο καύκαλο, κι αυτό σαπίζει
μακριά απ' τα βλέμματά σας. Εμπρός, γυρίστε τώρα σπίτια
σας, δεν σας κάλεσα εγώ να μοιραστείτε την απογοητευτική
κληρονομιά. Ούτε κι εμένα δεν μου 'πε κανείς να ψαχουλέψω
σε ξένα σπίτια· όσα λίγα μάζεψα τ' άρπαξα, δεν μού δόθηκαν,
και τιμωρία δεν λογάριασα καμιά.

Έτσι είθισται στο δικό μου σόι τουλάχιστο. Κλέφτες από τον πρώτο όλοι μας.

Για σας, δεν ξέρω πούθε κρατά η σκούφια σας, ούτε σας έχω
καμιάν εμπιστοσύνη. Νομότυποι αν είστε ιδιαίτερα, κι αν κάθεστε
προσηλωμένοι στη διαθήκη, ανάξιους σας κρίνω -- δεν το κρύβω.

Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2012

Το τέλος από πριν

Εάν δεν ήταν η πείνα, θα ήταν η δίψα.
Εάν δεν ήταν το μαχαίρι, θα ήταν το σκοινί.
Εάν δεν ήταν η φωτιά, θα ήταν η πλημμύρα.
Εάν δεν ήσουν εσύ, θα ήμουν εγώ.

Εάν δεν ήμασταν γενναίοι, θα βαφτίζαμε τη δειλία αλλιώτικα.
Εάν δεν είχαμε μάτια, δεν θα ξέραμε το δρόμο καλά.
Εάν δεν μας εξαγόραζε η ζωή, θα σχηματίζαμε ουρές για το θάνατο.
Εάν δεν ήταν η πύλη ανοιχτή, θα υποπτευόμασταν πως μας ζώσαν εχθροί.

Εάν κρατούσε κι άλλο ο βράχος, θα ίδρωνε η ράχη της θάλασσας.
Εάν εξέπνεε σύσσωμος ο κήπος, θα ήταν μαυροντυμένοι οι κηπουροί.
Εάν είχαμε όνειρα, θα μας βασάνιζαν οι ορδές των εντόμων.
Εάν είχαμε στόμα, θα βήχαμε απ’ τη σκόνη του γράμματος.

Κυριακή, 1 Ιουλίου 2012

Προθάλαμος

Γλιστράω μέσα κι έξω απ' τη ζωή μου.
Την κοιτάζω σαν τον ταμία πίσω απ' το γκισέ του
να πλησιάζει με μια χούφτα γραμμάτια απλήρωτα
στα χέρια. Με κοιτάζει όταν στέκομαι στο ασανσέρ
μετράει την καλογερική διάταξη του κρανίου μου,
τη στάχτη που με στεφανώνει. Αυξάνεται η έλξη
του μαγνητικού πεδίου της γης ως προς το βλέμμα μου,
νιώθω το χθόνιο βάρος των οστών μου, τα σημάδια
της ανταπόκρισης στην κούραση της όρθιας θέσης:
την κούραση του να είσαι δίποδο, την κούραση
του να φτιάχνεις καφέ και να πλένεις τα δόντια
και να ξυρίζεσαι και να διασχίζεις το δρόμο.

Φυλλομετρώ ένα βιβλίο με ναυάγια, σκέφτομαι
για τον παφλασμό του κύματος στα αυτιά μου αν αφηνόμουν,
σκέφτομαι για τα πράγματα που αφήνονται
τα ίδια απ' τα χέρια μου. Δεν είμαι βέβαια ο ναυαγός, όχι.
Είμαι τα κομμάτια της πλώρης που ονειρεύονται
την συνοχή τους, ο αφιονισμένος αφρός που άφησε
πίσω της η πρύμνη. Πεθαίνω οργανικά, όλες μου οι
ζωτικές διαδικασίες συμμετέχουν σ' αυτό τον θάνατο,
κοπιάζουν στην κατεύθυνση αυτή. Παραμένω αφοσιωμένος
στην τακτοποίηση των λεπτομερειών μιας διαθήκης
της οποίας το περιεχόμενο παραμένει ασαφές.

Έχω έναν διαρκή πονοκέφαλο
που τον προκαλεί διαδοχικά ο αέρας και η έλλειψη αέρα
η σκέψη και η έλλειψη της σκέψης, η αγωνία και η
απουσία αγωνίας. Μετράω τον τάφο
που μ' άφησε ο αιώνας μου
και τον βρίσκω λειψό, περισσεύει το κεφάλι μου
--κι αποζητώ τη χαύνωση--
περισσεύουν τα πόδια μου
--κι αποζητώ τον οδικό χάρτη.
Περιόρισα το ακροατήριο της τάξης μου
στον ένα, κι αυτός ανοίγει το παράθυρο
και μια με διακόπτουν τα πουλιά, μια η μηχανή, και χάνομαι
προσπαθώντας να μεταφράσω τη διακοπή αυτή σε γλώσσα.
Είναι και που δεν μ' ακούν πια τα αυτιά μου. Ένας
βόμβος ιστορικός παρεμβάλλεται στην εκπομπή ή
την πρόσληψη. Εδώ όσο κάθησα όλοι με αποχαιρετούν,

ενώ εγώ θα ήθελα να κάτσω λίγο παραπάνω στον καναπέ τους,
λάθρα να παρατείνω την παραμονή μου στο σαλόνι τους, δεν
θα χρειαζόταν να μου δίνουν σημασία, θα ήμουν μόνο
κάποιος που ροχάλιζε ακίνδυνα. Αλλά όχι, όλοι κοιτάζουν τα ρολόγια
τους, και είναι αργά, το πρωί πρέπει να σηκωθούν νωρίς,
καταλαβαίνετε, αντίο. Παλιότερα οι άνθρωποι ήταν
αδιάφοροι και φιλόξενοι συνάμα. Τώρα ενδιαφέρονται υπερβολικά
για όλα, διαβάζουν διαρκώς εφημερίδα όπως οι Κύκλωπες.
Κι έτσι κι εγώ θα σηκωθώ από εκεί που κούρνιασα, θα πάρω
το καπελάκι μου, θα φύγω, θα έρθω, θα φύγω,
θα κατευθυνθώ ίσως στο γηροκομείο των προφητών
ή ίσως στο άσυλο για εγελιανούς, θα υπογράψω το όνομά μου
αποφασιστικά στον κατάλογο των απόντων.

Κι έτσι μονάχα θα σας βρω, όλους μαζί μαζεμένους
στον προθάλαμο, εκεί που περιμένατε τόσο καιρό,
και θα μ' αναγνωρίσετε, θα αδειάσετε μια θέση για μένα,
κι ένας θα βήξει για να με υποδεχτεί, κι άλλος θα ξύσει
τη γάμπα του κάτω απ' το παντελόνι και θα είμαστε πάλι
όλοι μαζί, η κοινότητα του προθαλάμου.

Τετάρτη, 16 Μαΐου 2012

"Τι είναι η πατρίδα μας;"

Τι είναι η πατρίδα μας;
Η αναταραχή απ’ το κενό αέρος
μια θουκυδίδειος σκοτοδίνη
μία στημένη φωτογραφία όπου χαμογελάς με τους εκτελεστές
η αντανάκλαση του ψεύδους στον καθρέφτη
μια χαλασμένη οδοντοστοιχία από χαμένες δεκαετίες,
μια πόρτα που ξεβάφει σφαλιστή.
Απ' το "Ο διάσπαρτος βίος και πολλαπλός θάνατος του Αλέξανδρου Σχινά", του υποφαινομένου.

Πέμπτη, 5 Απριλίου 2012

Στάσις

Εγώ καθόμουν από την άλλη πλευρά του ανέμου· είχε ο άνεμος μιαν άλλη πλευρά.
Εσείς σειόσαστε, σειόσαστε σαν τους ορυζώνες, μα οι ικεσίες σας
δεν έφταναν στ' αυτιά μου, τις καταπίνανε αιμόφυρτοι κάτι ερωδιοί.
Ακόμα κι έτσι, προσπαθούσα να σας κοινωνήσω τα νεότερα
εκ μέρους του πυρετού μου, ήμουν ο απεσταλμένος
μιας αυξημένης εσωτερικής θερμοκρασίας.
Έπιανα με τα δάχτυλα και μέτραγα ένα-ένα τα αγκάθια
του βήχα σαν κομποσκοίνι. Υπήρχε ένα νόημα
ιστορικό στην ασθένεια· εγώ ήμουν φαίνεται η μαία,
κι από μιαν άλλη σκοπιά ο ασθενής. Παρίσταντο δυο άλογα εκ μέρους
της αλληγορίας. Στο θυσείο δεν υπήρχαν σφάγεια,
οι Θεοί πεινούσαν. Καθόμασταν όλοι μαζί πάνω σε μια τοκογλύφο γη,
επέστρεφαν οι γέννες άμεσα στο χώμα. Αναιρούνταν
το σπέρμα στη μήτρα. Κάποιος είχε αντικαταστήσει
την αναπαραγωγή με την παραχάραξη. Η πόλις ήταν ένα λάθος,
και οι ναοί της επικύρωση του λάθους. Δια μέσω
της κοιλίας μου, διαβίβαζα τα νέα περί εμφυλίου και περί λιμού,
ενώ απ' τη βιασύνη να εξευμενιστούν οι Θεοί θυσιάζονταν
οι γέροι και οι γυναίκες και τα παιδιά όπου τους έβρισκαν
και δεν πιάνανε τόπο έτσι οι θυσίες, ήταν ως μη γενόμενες.
"Μάταια η εξαγορά!" διαπίστωναν θλιμμένοι οι ιερείς,
οι νεκροθάφτες έπιασαν να δαγκώνουν τα κέρματα εκ των προτέρων,
τα πτώματα τουμπάνιαζαν πάνω στα έδρανα του κοινοβουλίου,
οι αποικίες μας στη Σικελία είχαν χαθεί προ καιρού. Βασίλευε η πόρνη,
η συμμορία των κιβδηλοποιών μοίραζε παραμυθίες με κουπόνια, και οι στρατοί που
αδημονούσαν ήτανε κόκκινα εξανθήματα πάνω στο δέρμα μου,
συγκεντρωνόντουσαν και διαλυόντουσαν σε όλη την επικράτεια. Ήμουν
με τον Ιωάννη στην Πάτμο, ήμουν με τον Αρχίλοχο μετά από μια
οικτρή εκστρατεία, ήμουν στην κηδεία του Παλαμά, κι όλο τράβαγα
απ' το μανίκι τον Σικελιανό.
"Σύντροφε!", τού 'λεγα, "αυτό το φέρετρο
ήτανε πρώτα δέντρο, και πριν απ' αυτό τουφέκι, και πριν από αυτό χρησμός!"
Αυτός συνέχιζε να ερωτοτροπεί με τα ερείπια, καμώνονταν πως ήμασταν
ακόμα στους Δελφούς. Τέλος, κατέβηκαν κάτι άνθρωποι αξύριστοι,
με πρόσωπα από ντοκυμαντέρ. Με πήραν πίσω στο βουνό,
ήμουν ακόμη ιδρωμένος από τον πυρετό της σπαραγμένης πόλεως.
Δεν είχα προλάβει να σας μιλήσω, να σας απευθυνθώ.
Χαθήκατε απ' το βλέμμα μου, σαν νησιά από σηκωμένα χέρια,
που κατάπινε ο σεισμός.

Πρώτη δημοσίευση 4 Μάρτη 2012

Κυριακή, 4 Μαρτίου 2012

Στάσις

Εγώ καθόμουν από την άλλη πλευρά του ανέμου· είχε ο άνεμος μιαν άλλη πλευρά.
Εσείς σειόσαστε, σειόσαστε σαν τους ορυζώνες, μα οι ικεσίες σας
δεν έφταναν στ' αυτιά μου, τις καταπίνανε αιμόφυρτοι κάτι ερωδιοί.
Ακόμα κι έτσι, προσπαθούσα να σας κοινωνήσω τα νεότερα
εκ μέρους του πυρετού μου, ήμουν ο απεσταλμένος
μιας αυξημένης εσωτερικής θερμοκρασίας.
Έπιανα με τα δάχτυλα και μέτραγα ένα-ένα τα αγκάθια
του βήχα σαν κομποσκοίνι. Υπήρχε ένα νόημα
ιστορικό στην ασθένεια· εγώ ήμουν φαίνεται η μαία,
κι από μιαν άλλη σκοπιά ο ασθενής. Παρίσταντο δυο άλογα εκ μέρους
της αλληγορίας. Στο θυσείο δεν υπήρχαν σφάγεια,
οι Θεοί πεινούσαν. Καθόμασταν όλοι μαζί πάνω σε μια τοκογλύφο γη,
επέστρεφαν οι γέννες άμεσα στο χώμα. Αναιρούνταν
το σπέρμα στη μήτρα. Κάποιος είχε αντικαταστήσει
την αναπαραγωγή με την παραχάραξη. Η πόλις ήταν ένα λάθος,
και οι ναοί της επικύρωση του λάθους. Δια μέσω
της κοιλίας μου, διαβίβαζα τα νέα περί εμφυλίου και περί λιμού,
ενώ απ' τη βιασύνη να εξευμενιστούν οι Θεοί θυσιάζονταν
οι γέροι και οι γυναίκες και τα παιδιά όπου τους έβρισκαν
και δεν πιάνανε τόπο έτσι οι θυσίες, ήταν ως μη γενόμενες.
"Μάταια η εξαγορά!" διαπίστωναν θλιμμένοι οι ιερείς,
οι νεκροθάφτες έπιασαν να δαγκώνουν τα κέρματα εκ των προτέρων,
τα πτώματα τουμπάνιαζαν πάνω στα έδρανα του κοινοβουλίου,
οι αποικίες μας στη Σικελία είχαν χαθεί προ καιρού. Βασίλευε η πόρνη,
η συμμορία των κιβδηλοποιών μοίραζε παραμυθίες με κουπόνια, και οι στρατοί που
αδημονούσαν ήτανε κόκκινα εξανθήματα πάνω στο δέρμα μου,
συγκεντρωνόντουσαν και διαλυόντουσαν σε όλη την επικράτεια. Ήμουν
με τον Ιωάννη στην Πάτμο, ήμουν με τον Αρχίλοχο μετά από μια
οικτρή εκστρατεία, ήμουν στην κηδεία του Παλαμά, κι όλο τράβαγα
απ' το μανίκι τον Σικελιανό.
"Σύντροφε!", τού 'λεγα, "αυτό το φέρετρο
ήτανε πρώτα δέντρο, και πριν απ' αυτό τουφέκι, και πριν από αυτό χρησμός!"
Αυτός συνέχιζε να ερωτοτροπεί με τα ερείπια, καμώνονταν πως ήμασταν
ακόμα στους Δελφούς. Τέλος, κατέβηκαν κάτι άνθρωποι αξύριστοι,
με πρόσωπα από ντοκυμαντέρ.  Με πήραν πίσω στο βουνό,
ήμουν ακόμη ιδρωμένος από τον πυρετό της σπαραγμένης πόλεως.
Δεν είχα προλάβει να σας μιλήσω, να σας απευθυνθώ.
Χαθήκατε απ' το βλέμμα μου, σαν νησιά από σηκωμένα χέρια,
που κατάπινε ο σεισμός.