Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πλάτων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πλάτων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2014

Θεωρία, Ιστορία, Κυριαρχία (πρώτο μέρος)

Το κείμενό μου αυτό δημοσιεύτηκε στον τόμο Χώρες της Θεωρίας, Μεταίχμιο, 2010. Αναδημοσιεύω εδώ το πρώτο μέρος (χωρίς την εισαγωγή).

---

Ι. Χώρα, Θεωρία, Αρχή

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από ένα σημείο μεγάλης, φαινομενικά τουλάχιστον, απόστασης από όσα σκιαγραφήθηκαν ως τώρα: στην διπλή αναγωγή της κυριαρχίας σε κυριαρχία επί του άλλου (κράτος, αρχή) και κυριαρχία επί του εαυτού (αυτοδιάθεση, αυτονομία, ελευθερία). Η διττότητα αυτή παραπέμπει όχι μόνο στην υποφώσκουσα παραδοξότητα της δημοκρατίας (την αναγκαιότητα του κρατείν σε έναν αυτοσυσταθέντα δήμο ίσων)[1] αλλά και στη μορφή του καταμερισμού εργασίας που συγκροτεί την ιστορία και τη θεωρία ως διακριτές πρακτικές ανταπόκρισης και αντίδρασης στις εσωτερικές αντιφάσεις του δημοκρατικού γεγονότος. Από το Θουκυδίδη έως το Marx, η άφευκτη πραγματικότητα των τριβών που δημιουργεί η άσκηση κυριαρχίας επί άλλων αποτελεί τον κινητήριο μοχλό της ιστοριογραφικής προβληματικής, τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στη βίαια σύγκρουση και την απατηλή ειρήνη που την κυοφορεί σιωπηρά, την πηγή της μελαγχολίας ενός ιστορικού βλέμματος που διαμορφώνεται και διαπαιδαγωγείται από το θέαμα του αίματος και των συντριμμιών του παρελθόντος. Από την άλλη πλευρά, η δραστηριότητα του θεωρείν είναι, ήδη από την διαμόρφωσή της σε αποκλειστική και εξειδικευμένη διανοητική πρακτική στον ελληνικό 4ο π.Χ αιώνα[2], ρητά συνυφασμένη με την παιδευτική διάσταση της κυριαρχίας επί του εαυτού.[3] Η δεύτερη αυτή μορφή κυριαρχίας προϋποθέτει, κατά την κλασική τουλάχιστον εποχή, τη δυνατότητα προκαταρκτικής αυτονόμησης του αναστοχαστικού υποκειμένου από τις συνέπειες της ένταξής του στη μεταβλητότητα και αποσπασματικότητα της εγκόσμιας εμπειρίας, η οποία με τη σειρά της παραπέμπει άμεσα στις ταραχώδεις και ασταθείς συνθήκες που ανακύπτουν στο πεδίο της πολιτικής σύγκρουσης. Υπό αυτή την έννοια, αν και η κυριαρχία στην πολιτική θεωρία της πρώιμης νεωτερικότητας και του Διαφωτισμού έμελλε να συνυφανθεί με την έννοια του αδιαιρέτου[4], λειτουργεί ως προάγγελος μιας σειράς ανεξάλειπτων διαιρέσεων: για την ιστορία, της κοινωνικής διαστρωμάτωσης και κατάτμησης που υπονομεύει την πολιτεία εκ των έσω[5]· για τη θεωρία, του σχίσματος vita contemplativa και vita activa[6]· και για τον κλασικό λόγο ευρύτερα, της απόσχισης της θεωρητικής από την ιστοριογραφική προοπτική.[7]

Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2014

Για τη σοσιαλδημοκρατική μετάβαση από τον καπιταλισμό στον καπιταλισμό

Alain Badiou
Η Αριστερά: Προαγωγή τής συνένοχης ανικανότητας στο επίπεδο τής Ιδέας
(Sarkozy pire que prévu. Les autres : prévoir le pire, σελ. 67-83 [pdf])
Μετάφραση, πηγή: Waltendegewalt

Αυτό που αποκαλείται «αριστερά» είναι η σφίγγα τής κοινοβουλευτικής πολιτικής.

Με ποιο τρόπο το ναυάγιο τής κοινοβουλευτικής πολιτικής που εδράζεται στην έννοια τής «αριστεράς» μπόρεσε να επιβιώσει τής μονότονης υποκειμενικής καταστροφής που ανέκαθεν συνόδευε την άνοδό της στην εξουσία; Πώς γίνεται ένα τεράστιο ρεύμα ψηφοφόρων να της χορηγεί κάθε φορά άφεση αμαρτιών για τις αλλεπάλληλες και σοβαρότατες αθετήσεις των υποσχέσεών της, για την προσφορά διακεκριμένων υπηρεσιών και εκδουλεύσεων στην άκρα δεξιά, τον υποτιθέμενο «εχθρό» της, για την άνευ όρων συνθηκολόγησή της άμα τη διαπιστώσει μιας κάπως έντονης απροθυμίας εκ μέρους των αντιδραστικών αστών, για τον συνεχή ενδοτισμό της απέναντι στις υποτιθέμενες «αναπόδραστες αναγκαιότητες» τής φιλελεύθερης οικονομίας, για τη σθεναρή αποδοκιμασία και καταστολή κάθε μαζικής λαϊκής κινητοποίησης, για τις αλλεπάλληλες και συνεχιζόμενες αποκηρύξεις — στο όνομα μάλιστα τής «νεωτερικότητας» — τής ιδεολογίας που υποτίθεται ότι ενστερνίζεται και προωθεί, για την εγγενή της τάση προς κάθε είδους διαφθορά, για την πειθήνια συμμόρφωσή της στον τομέα τής εξωτερικής πολιτικής προς τις υποδείξεις τού κάθε φορά κυρίαρχου ιμπεριαλισμού, για την αναβίωση εκ μέρους της ξεπερασμένων και αντιδραστικών αντιλήψεων, για την ομολογημένη και ολοκληρωτική της αδυναμία μείωσης τής ανεργίας και ανάσχεσης τής αποβιομηχανοποίησης, για τα αναρίθμητα λεκτικά της ατοπήματα που αποπνέουν μεταποικιακό ρατσισμό και παράφορη ισλαμοφοβία, για τη δρομολόγηση τής διπλής μάστιγας τής χρηµατοοικονοµικής απελευθέρωσης και τής αντιπαλότητας τού κράτους τόσο προς τη λαϊκή νεολαία όσο και προς τους αλλοδαπούς εργάτες; 

Σάββατο, 31 Μαΐου 2014

Θέατρο σκιών, ξανά

Αρχική δημοσίευση: 20 Ιουνίου 2013

[514a] Μετὰ ταῦτα δή, εἶπον, ἀπείκασον τοιούτῳ πάθει τὴν
ἡμετέραν φύσιν παιδείας τε πέρι καὶ ἀπαιδευσίας. ἰδὲ γὰρ
ἀνθρώπους οἷον ἐν καταγείῳ οἰκήσει σπηλαιώδει, ἀναπεπταμένην
πρὸς τὸ φῶς τὴν εἴσοδον ἐχούσῃ μακρὰν παρὰ πᾶν
τὸ σπήλαιον, ἐν ταύτῃ ἐκ παίδων ὄντας ἐν δεσμοῖς καὶ τὰ
σκέλη καὶ τοὺς αὐχένας, ὥστε μένειν τε αὐτοὺς εἴς τε τὸ
[514b] πρόσθεν μόνον ὁρᾶν, κύκλῳ δὲ τὰς κεφαλὰς ὑπὸ τοῦ δεσμοῦ
ἀδυνάτους περιάγειν, φῶς δὲ αὐτοῖς πυρὸς ἄνωθεν καὶ πόρρωθεν
καόμενον ὄπισθεν αὐτῶν, μεταξὺ δὲ τοῦ πυρὸς καὶ
τῶν δεσμωτῶν ἐπάνω ὁδόν, παρ’ ἣν ἰδὲ τειχίον παρῳκοδομημένον,
ὥσπερ τοῖς θαυματοποιοῖς πρὸ τῶν ἀνθρώπων
πρόκειται τὰ παραφράγματα, ὑπὲρ ὧν τὰ θαύματα δεικνύασιν.
Ὁρῶ, ἔφη.

Σάββατο, 29 Μαρτίου 2014

Walter Benjamin-Επιστημο-Κριτικός Πρόλογος (Ursprung des deutschen Trauerspiels, 1928)


Walter Benjamin
Επιστημο-Κριτικός Πρόλογος
(αποσπάσματα)
Ursprung des deutschen Trauerspiels, 1928

Είναι χαρακτηριστικό της φιλοσοφικής συγγραφής ότι πρέπει συνεχώς να αντιμετωπίζει το ζήτημα της αναπαράστασης. Στην τελειωμένη της μορφή, η φιλοσοφία –είναι αληθές– θα προσλάβει την ποιότητα του δόγματος, αλλά αυτό δεν ερείδεται επί της δύναμης της απλοϊκής σκέψης να προσδώσει μια τέτοια μορφή. Το φιλοσοφικό δόγμα βασίζεται στην ιστορική κωδικοποίηση. Δεν μπορεί εκ τούτου να αποκληθεί more geometric (γεωμετρικός τρόπος). Όσο ευκρινώς τα μαθηματικά καταδεικνύουν, ότι η ολοκληρωτική εξάλειψη του προβλήματος της αναπαράστασης –το οποίο το καυχιέται κάθε καθώς πρέπει διδακτικό σύστημα είναι το σημάδι της αληθινής γνώσης, τόσο τελειωτικά θα αποκαλύπτουν την αποκήρυξη εκείνης της περιοχής της αλήθειας, προς την οποία η γλώσσα κατευθύνεται. Το μεθοδολογικό στοιχείο στα φιλοσοφικά σχέδια δεν είναι απλά κομμάτι του μηχανισμού διδασκαλίας τους. 

Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2013

Θέατρο σκιών


[514a] Μετὰ ταῦτα δή, εἶπον, ἀπείκασον τοιούτῳ πάθει τὴν
ἡμετέραν φύσιν παιδείας τε πέρι καὶ ἀπαιδευσίας. ἰδὲ γὰρ
ἀνθρώπους οἷον ἐν καταγείῳ οἰκήσει σπηλαιώδει, ἀναπεπτα-
μένην πρὸς τὸ φῶς τὴν εἴσοδον ἐχούσῃ μακρὰν παρὰ πᾶν
τὸ σπήλαιον, ἐν ταύτῃ ἐκ παίδων ὄντας ἐν δεσμοῖς καὶ τὰ
σκέλη καὶ τοὺς αὐχένας, ὥστε μένειν τε αὐτοὺς εἴς τε τὸ
[514b] πρόσθεν μόνον ὁρᾶν, κύκλῳ δὲ τὰς κεφαλὰς ὑπὸ τοῦ δεσμοῦ
ἀδυνάτους περιάγειν, φῶς δὲ αὐτοῖς πυρὸς ἄνωθεν καὶ πόρ-
ρωθεν καόμενον ὄπισθεν αὐτῶν, μεταξὺ δὲ τοῦ πυρὸς καὶ
τῶν δεσμωτῶν ἐπάνω ὁδόν, παρ’ ἣν ἰδὲ τειχίον παρῳκο-
δομημένον, ὥσπερ τοῖς θαυματοποιοῖς πρὸ τῶν ἀνθρώπων
πρόκειται τὰ παραφράγματα, ὑπὲρ ὧν τὰ θαύματα δεικνύασιν.
Ὁρῶ, ἔφη.

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

Συμφέρον, ανιδιοτέλεια και πολιτική. Δεύτερο μέρος

Είναι σαφές, τόσο με την ξεκάθαρη θέση της αμοιβαίας συνάφειας του ερωτήματος τι είναι η πολιτική με το πρόβλημα του τι είναι δίκαιο ("η δε δικαιοσύνη πολιτικόν"), όσο και με την επιμονή στην προβολή του ζητήματος του συμφέροντος ως ζητήματος συγκροτητικού για την πολιτική, ότι ο Αριστοτέλης κληρονομεί την προβληματική του από τον Πλάτωνα, και συγκεκριμένα, από τον Πλάτωνα της Πολιτείας ή του Περί Δικαίου.

Πράγματι, η Πολιτεία θα αναδείξει το πρόβλημα διαχείρισης του συμφέροντος ως κεντρικό πρόβλημα για την συγκρότηση της πολιτικής ως σφαίρας: αυτό είναι το κεντρικό ζήτημα σε ό,τι αφορά την εκπαίδευση των φυλάκων στην ιδανική Πολιτεία, που θα πρέπει πάσει θυσία να μην μπορούν να βάλουν το ατομικό τους συμφέρον, την δική τους αναζήτηση χρήματος ή δύναμης ή δόξας, πάνω από το συλλογικό καλό. Αλλά αυτό είναι επίσης το κεντρικό ζήτημα που θέτει αυτή η εκπαίδευση φιλοσοφικά, το πώς δηλαδή θα πεισθούν όσοι εκπαιδευτούν να βλέπουν τον κόσμο των Ιδεών και όχι του αισθητού --με άλλα λόγια να αντιλαμβάνονται το "δίκαιον" και όχι το "ηδύ" ως "συμφέρον"-- να κατεβούν, κόντρα στο προφανές ατομικό τους συμφέρον, πίσω στον κόσμο των σκιών του σπηλαίου για να χειραφετήσουν όσους είναι αλυσοδεμένοι εκεί.

Είναι λοιπόν απόλυτα ξεκάθαρο, ακόμα και στον πιο επιπόλαιο αναγνώστη της Πολιτείας, ότι όπως και ο Αριστοτέλης αργότερα, ο Πλάτωνας προβληματίζεται έντονα για το εμπόδιο που εκπροσωπεί το "συμφέρον", ή ακριβέστερα, μια συγκεκριμένη αντίληψη για το συμφέρον, για την συγκρότηση του πολιτικού βίου με όρους δικαίου. Αυτό που ίσως είναι κάπως λιγότερο προφανές είναι ότι ο Πλάτωνας δεν μπορεί να λύσει αυτό το πρόβλημα, δεν μπορεί δηλαδή να στοιχειοθετήσει μια έλλογη θεωρία της ανιδιοτέλειας ως κινήτρου, παρά μέσω δύο μηχανισμών: της παιδείας και του ψεύδους--και θα έμπαινε κανείς στον πειρασμό να τους ενώσει σε έναν και μόνο: της παιδείας δια του ψεύδους.

Ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι: 

Στο τμήμα 414δ, και αφού έχει παρουσιάσει συνοπτικά το πρόγραμμα εκπαίδευσης των φυλάκων, ο Σωκράτης προβάλλει την αναγκαιότητα να πειστούν οι φύλακες για ένα "γενναίο ψέμμα" το οποίο υπαγορεύεται από μια ανάγκη ("εν δέοντι γιγνομένων"), που δεν είναι άλλη από την ανιδιοτέλεια. Έτσι, προτείνει πως θα πρέπει να πειστούν πρώτα από όλα οι φύλακες (άρχοντες και βοηθοί) πως 

Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2012

Fables of Revolution: Badiou, Plato and Cinematic Science Fiction

Antonis Balasopoulos 
 Fables of Revolution: Badiou, Plato and Cinematic Science Fiction

One of the most prominent features of Alain Badiou’s philosophical oeuvre –and incidentally,one, though not the most important, of his differences from Slavoj Zizek, with whom he is rather ritually associated–is its decided penchant for high culture: the poetry of Stephane Mallarmé, is, as is well known, something akin to what Holderlin's was for Heidegger: a source of constant inspiration and philosophical scrutiny, not least in Badiou’s magnum opus, Being and Event. Badiou has devoted a book-length study to Samuel Beckett and another to Richard Wagner; his collection of essays on aesthetics focuses extensively on Mallarmé, while also drawing on Fernando Pessoa and Paul Celan; and his view of the truth-function of art in The Century is almost exclusively limited to the work of the avant-garde.

Indeed, in his introduction to his Saint Paul: The Foundation of Universalism, Badiou views the displacement of “art” by “culture” in the contemporary world––an operation central to the enterprise of so-called “cultural studies”–with decided hostility:
What, in effect, does our contemporary situation consist of? The progressive reduction of the question of truth (and hence, of thought) to a linguistic form, judgment […] ends up in a cultural and historical relativism that today constitutes at once a topic of public opinion, a ‘political’ motivation, and a framework for research in the human sciences. […] All access to the universal […] collapses when confronted with this intersection between culturalist ideology and the ‘victimist’ conception of man. [...] The ‘culture-technology-management-sexuality’ system, which has the immense merit of being homogeneous to the market, and all of whose terms designate a category of commercial presentation, constitutes the nominal occlusion of the ‘art-science-politics-love’ system, which identifies truth procedures typologically. [1]     
In turn, Badiou’s perceived tendency to mix communist politics and “high culture” (reminiscent, though there are dramatic differences between them otherwise, of Adorno), has occasioned a significant degree of skepticism in contemporary cultural studies. Colin Wright, for instance, notes that the appeal of what he understands as Badiou’s “radical democracy” is significantly diminished by the fact that its “starkly axiomatic quality makes it incompatible with any notion of cultural or aesthetic politics”. In Badiou, Wright contends, culture itself seems entirely identified with the quotidian, “a ritualized ‘way of life’ mired in dumb repetitiveness” that is obviously divested of any role in what Badiou views as necessarily exceptional, eventally generated “truth procedures.” [2] 

Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2012

Alain Badiou-Η Αριστερά: Προαγωγή της συνένοχης ανικανότητας

Alain Badiou
Η Αριστερά: Προαγωγή τής συνένοχης ανικανότητας στο επίπεδο τής Ιδέας
(Sarkozy pire que prévu. Les autres : prévoir le pire, σελ. 67-83 [pdf])
Μετάφραση, πηγή: Waltendegewalt

Αυτό που αποκαλείται «αριστερά» είναι η σφίγγα τής κοινοβουλευτικής πολιτικής.

Με ποιο τρόπο το ναυάγιο τής κοινοβουλευτικής πολιτικής που εδράζεται στην έννοια τής «αριστεράς» μπόρεσε να επιβιώσει τής μονότονης υποκειμενικής καταστροφής που ανέκαθεν συνόδευε την άνοδό της στην εξουσία; Πώς γίνεται ένα τεράστιο ρεύμα ψηφοφόρων να της χορηγεί κάθε φορά άφεση αμαρτιών για τις αλλεπάλληλες και σοβαρότατες αθετήσεις των υποσχέσεών της, για την προσφορά διακεκριμένων υπηρεσιών και εκδουλεύσεων στην άκρα δεξιά, τον υποτιθέμενο «εχθρό» της, για την άνευ όρων συνθηκολόγησή της άμα τη διαπιστώσει μιας κάπως έντονης απροθυμίας εκ μέρους των αντιδραστικών αστών, για τον συνεχή ενδοτισμό της απέναντι στις υποτιθέμενες «αναπόδραστες αναγκαιότητες» τής φιλελεύθερης οικονομίας, για τη σθεναρή αποδοκιμασία και καταστολή κάθε μαζικής λαϊκής κινητοποίησης, για τις αλλεπάλληλες και συνεχιζόμενες αποκηρύξεις — στο όνομα μάλιστα τής «νεωτερικότητας» — τής ιδεολογίας που υποτίθεται ότι ενστερνίζεται και προωθεί, για την εγγενή της τάση προς κάθε είδους διαφθορά, για την πειθήνια συμμόρφωσή της στον τομέα τής εξωτερικής πολιτικής προς τις υποδείξεις τού κάθε φορά κυρίαρχου ιμπεριαλισμού, για την αναβίωση εκ μέρους της ξεπερασμένων και αντιδραστικών αντιλήψεων, για την ομολογημένη και ολοκληρωτική της αδυναμία μείωσης τής ανεργίας και ανάσχεσης τής αποβιομηχανοποίησης, για τα αναρίθμητα λεκτικά της ατοπήματα που αποπνέουν μεταποικιακό ρατσισμό και παράφορη ισλαμοφοβία, για τη δρομολόγηση τής διπλής μάστιγας τής χρηµατοοικονοµικής απελευθέρωσης και τής αντιπαλότητας τού κράτους τόσο προς τη λαϊκή νεολαία όσο και προς τους αλλοδαπούς εργάτες; Αν εξαιρέσουμε την κατάργηση τής θανατικής ποινής που παντού στην Ευρώπη υιοθετήθηκε ήδη προ αιώνος από μουχλιασμένους χριστιανοδημοκράτες και μεταμελημένους «σοσιαλιστές», θα μπορούσε κανείς να αναφέρει ένα μόνο προοδευτικό μέτρο που η αριστερά δεσμεύτηκε να υλοποιήσει στο μέλλον, χωρίς να κάνει στροφή 180 μοιρών, τρέμοντας από φόβο και πικρά μετανιωμένη, όταν ήρθε η (σπάνια) στιγμή τής απόφασης; Πώς ανεχόμαστε να βλέπουμε σοσιαλιστικές κυβερνήσεις, σε μια στιγμή αλλοφροσύνης, να εθνικοποιούν τις τράπεζες και να αποφασίζουν τη μαζική νομιμοποίηση των λαθρομεταναστών και, αφού περάσουν κάποια τέρμινα και έρθουν στα συγκαλά τους, να δρομολογούν μια ατέλειωτη σειρά διωκτικών νόμων κατά των αλλοδαπών και να ιδιωτικοποιούν τα πάντα άρον-άρον; Και σαν να μην έφταναν αυτά, θα πρέπει, ανά πενταετία να σκύβουμε, μέσα στο εκλογικό παραβάν, με ευλάβεια το κεφάλι μπροστά σε τέτοιους ανθρώπους;

Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2012

Utopia Gone to the Pigs? Plato’s The Republic, 370c-372d

Συνεδριακή ανακοίνωση για το Συνέδριο της Εταιρείας για Σπουδές στην Ουτοπία, Tarragona, Ισπανία, 4-7 Ιούλη. Πρώτη, συνοπτική και βιβλιογραφικά μη επεξεργασμένη μορφή. Το παλιότερο "Varieties of Lacanian Anti-Utopianism" (Lublin, 2010) εκδόθηκε σε επεξεργασμένη μορφή εδώ.
Antonis Balasopoulos
Utopia Gone to the Pigs? Plato’s The Republic, 370c-372d

It seems to me that perhaps one of the better ways of making sure one’s students have read their Plato in the context of, say, a classroom discussion of classical utopia, is asking them how many utopian cities the Republic contains. Those who excitedly venture forth “one: the Kallipolis” have probably not been burning the midnight lamp. But then again, their carelessness is interesting in itself, and for a couple of reasons: it is shared by a number of scholars, whose memory of the Republic proves equally unreliable; but also, and more importantly, by Socrates himself, who seems to forget all about the matter soon after he’s done describing this second candidate for utopian status, around line 374 of Book II. Yet it is also Socrates himself who describes it, soon after Glaukon fatefully interrupts him, as a city that is both “true” [alēthinē polis] and “healthy” [hūgiēs] (372e).[i] Certainly, some have not taken Socrates’ praise seriously, regarding it instead as another item in the long list of “Socratic ironies”. In this view, our forgotten utopia is a mere foil to the truly true city, or even a parody of the utopia Kallipolis properly embodies. But then again, some have read the Kallipolis in exactly the same way, and there were a few, like Popper, who read it, incredibly yet influentially, as a dystopia of totalitarian state control. There are then a number of ambiguities and enigmas around this forgotten city, including, quite centrally, the reasons why it has been given such bad press: “city of pigs”, hūon polin (372 d), Glaukon calls it, and this is the name scholars use to refer to it. Kallipolis, the good and virtuous city, sounds like a far more likely name for a city one would dare call “utopian”, to be sure. But Glaukon is not unambiguously the paradigm of goodness and virtue himself, and he is an overwhelmingly irascible fellow to boot.

Before we say more about the enigmas this city poses for literary and philosophical interpretation, it would probably be wise to briefly remind those who have read their Republic (but draw a symptomatic blank on the hūopolis) of the contextual circumstances surrounding its birth and ignominious death in the text. The Republic, or Of Justice as it is also known, begins with a chance encounter, during a religious festival, between Socrates and Polemarchus, son of Cephalus, who invites him and Glaukon to his father’s home for conversation and sociable company. Socrates accepts and soon finds himself chatting with the elderly Cephalus, who philosophizes somewhat laxly on his contentment with old age. Socrates proves rather difficult as audience for Cephalus’s self-indulgent wisdom, and the conversation quickly shifts from the question of what makes for a happy old age to the fateful question of what constitutes a just life, and therefore justice itself—the subject of the entire rest of the dialogue. Feeling rather ill at ease with Socrates’ inquiries, Cephalus leaves the scene to his son Polemarchus, who, together with Glaukon and his brother Adeimantus and the sophist Thrasymachus, who happens to be in Cephalus’s home at the time, constitute Socrates’ interlocutors for the remainder of the dialogue. The first book then consists in a spirited debate on the nature and comparative advantages of justice and injustice, first between Socrates and his sophist adversary, then, when this has ended in the sophists’ quick defeat, between Socrates and the two siblings, Glaukon and Adeimantus, who step into the fray by taking the role of the advocatus diavoli, and acting as skeptical naysayers to all merely conventional and tradition-bound praising of justice. The “city of pigs” is introduced at this juncture, when Socrates proposes a change of course from what he now proclaims an aporetic conversation, and toward an analogical model of thinking which will substitute justice in the individual with justice in the polis, thus rendering justice “larger” as an object of enquiry and easier to locate for “short-sighted men” (368 d). Hence it is that the “political” discussion of justice is inaugurated, though just what that might mean is a daunting problem in its own right: for defining it presupposes a definition of polis itself and that is a question which impels Socrates in the opposite direction of the metaphorical “magnification” he proposed: a microscopic vision that would dilute the city to its minimal possible components, so as to first procure a kind of pure, unadulterated version of the foundations of the political life wherein justice must now be sought.

At the same time, this enterprise of meiosis, trimming down, or world-reduction, as Jameson might call it, is rather sharply undermined by a kind of textual counter-energy, which consists in the well-nigh universal drive of pleonexia, of wanting more and/or better (the confusion between the quantitative and qualitative implications of “pleon” being an additional headache): so Cephalus, seen “sitting garlanded on some sort of an easy chair” (328c) professes to celebrate his release from the sensual and sexual appetites of a younger age (329 c-d), but is uncomfortably reminded that his enjoyment of old age might have something to do with his wealth (329e-330b); Thrasymachus is forced to admit at once that the unjust man “wants more than his share” (pleonektein, 349c) and that the just man does so as well toward those who are unjust (pleon ehein, pleonektei 349c-d); Glaucon professes his dissatisfaction with how easily Socrates has dispensed with Thrasymachus and requests a far more analytical and rigorous defense of justice (358a-d), while Adeimantus argues that the objections raised by his brother are nowhere near enough (362d); and even Socrates admits that in his conversation with Thrasymachus he let himself get carried away and has lost the proper argumentative track, acting “like a greedy guest who grabs a taste of the next course before he has properly finished the last” (354). A piggishness of sorts seems to prevail over everything in the preamble to the discussion of the “city of pigs”, whether in the form of the sensual and sexual appetite of tyrants and bad men or in the lust for words and for verbosity, this last becoming so unmanageable that a conversation which originally seems to conclude in one book takes ten to finish.

It is quite paradoxical then that the city of pigs itself is not merely introduced into the conversation as a kind of thought experiment in conceptual minimalism, but is also dispensed with far too quickly. And it is equally paradoxical that as to its substance, this city seems to be the very embodiment of the rational and consensual restraint of appetitive desire—in short, the very opposite of what modern western readers would be expected to imagine as a “city of pigs”. But the paradox is at least partly a superficial one: the name “city of pigs” is after all a misnomer, given the fact that this is no inverted anticipation of the porcine dystopia of Animal Farm, but a city of human beings that have only peremptorily and perhaps questionably been called pig-like. It is crucial to keep differences in cultural semantics in mind here: though pigs were not held in higher esteem in classical Greece than they are in western cultures today, they were objects of contempt for entirely different reasons. The vices they emblematized were not lustfulness, avarice, filth and greed, but dull imbecility, lack of “cultured” refinement, lack of ambition for more and/or better, and hence lack of that ethically ambiguous principle of excess the Greeks called pleonexia (Orwell, who wanted his pigs ingenious, ambitious and even diabolically smart is really at Plato’s antipodes in more ways than one, then).

But let us return to the substantive features of this city. Cities, Socrates argues, generally originate in lack, and more precisely in the lack of individual self-sufficiency. The minimal point of origin of political life is the banal fact that we cannot entirely supply for ourselves but need to collaborate with others to do so (369b). The city of bare necessity [anagkaiotatē polis, 369d; polis, not “state” as the Desmond Lee translation has it, for that obscures a very crucial dimension of what is going on in the Republic] would need only a handful of people, “four of five men” to provide food, shelter and clothing (369d). But, as it turns out, the principle of the division and specialization of labor, which a reading of the Republic as whole would reveal as virtually synonymous with the Socratic understanding of “justice” itself, would mean that these four or five would need to increase with the addition of others. These additional recruits of the “city of words” (369c) would help the four or five originally imagined do their work with better quantity and quality (370c) by supplying them with the best available tools for their skills and thus freeing up their time for what they are best fit for. Socrates adds, however, that the city will also require imports and hence introduces a number of merchants besides the farmers and other workers of the original group of the city of bare necessity (371a). It will also, he proposes, have to include a market for the exchange of goods, and hence retailers to staff it and some sort of currency to make trade possible (371 b-d). Finally, it will need “wage-earners” [misthōtoi, 371e], by which Socrates seems to designate a group of proto-proletarians to be distinguished from his original core of specialized craftsmen, people “who have no great powers of mind to contribute, but whose physical strength makes them suitable for manual labor” (371e). And that is where the additive process stops: Socrates asks Adeimantus if he does not now believe their imaginary city “full grown” (371e, telea, meaning literally “complete”, “perfect”) and Adeimantus provisionally agrees. What follows is Socrates’ intensely lyrical evocation of the contentment and happiness of such a city, and hence the core of its candidacy as the book’s forgotten utopia:

They will produce corn, wine, clothes, and shoes, and will build themselves houses. In the summer they will for the most part work unclothed and unshod, in the winter they will be clothed and shod suitably. For food they will prepare wheat-meal or barley-meal for baking or kneading. They will serve splendid cakes and loaves on rushes or fresh leaves, and will sit down to feast with their children on couches of myrtle and bryony; and they will have wine to drink too, and pray to the gods with garlands on their heads, and enjoy each other’s company. And fear of poverty and war will make them keep the numbers of their families within their means (372a-c).

Temperance, conviviality, peaceful demeanor, spontaneous social harmony, vegetarian ethos, avoidance of cruelty to animals, authentic piousness: a balanced life of the sort that we sorely miss today and of the sort that most twentieth-century communitarians, especially since the late sixties, have found far more compatible with their ideals than Kallipolis itself, with its strict and militaristic outlook, its infamous prohibition of poets, its ascetic guardians and philosopher-kings. But Glaukon, the living embodiment of what the Republic will later identify as one of the three parts of the soul and as the feature specific to the guardian class—namely thūmos, spiritedness in all its implications, including anger and aggression—is already annoyed by the description. “You picture them enjoying dinner without relishes”[ii] [opson] he remarks (372c). It does not seem a substantial objection at first, and Socrates is happy to oblige, always in word only of course:

I had forgotten; they will have a few luxuries. Salt, of course, and olive oil and cheese, and different kinds of vegetables from which to make various country dishes. And we must give them some dessert, figs and peas and beans, and myrtle-berries and acorns to roast at the fire as they sip their wine. So they will lead a peaceful and healthy life and probably die at ripe age, bequeathing a similar way of life to their children (372d).

But this is already, however paradoxically, the last we will see of this city of peaceful contentment, for it is now that Glaukon makes his second, lethal intervention: “Really Socrates […] that’s just the fodder you would provide if you were founding a community of pigs!” (372d). Now, what is totally unexpected is that Socrates takes no offense at the insult addressed against the community he has drawn, though he quietly remarks that it seems to him to be “the true one, like a man in health” (372d). What he does instead is readily concede that perhaps the procedure for identifying the origins of justice and injustice in the polis should move on to a more complicated hypothetical state of affairs, one in which luxury plays a role; and the city of pigs quietly gives way to the truphōsan polin, the city of luxury, which, as Socrates warns, will be phlegmainousa polin: a “hot”, “feverish”, “swollen” city. It is there that all the sensual appetites contemporary, critically minded westerners associate with consumerist and greedy piggishness will be found: “a variety of delicacies, scents, perfumes, call-girls [hetairai] and confectionary”, and also the “fine arts of painting and embroidery” and materials like “gold and ivory” (373a). And it is there, in a delightful textual irony, that real pigs may be found, since the citizens of such a city will want pork rather than what Glaukon cholerically disdained as “pig fodder” for food (373c).

The vital and inevitable question is of course why. Why does Socrates not insist on the virtue of the city of pigs before abandoning it for one he warns is a feverish and bloated one, a city of pigs in our own, contemporary western understanding of the term? Why does he nonetheless not denounce it either, but content himself to bid it farewell as “true” and “healthy”? And why does he entirely demur from confirming or denying the existence in it of what he said he wanted to find there, namely justice? This, as is to be imagined, is the cluster of questions implicated in the considerable amount of contemporary critical disagreement over the meaning of the “city of pigs” and its place in the larger ethical and philosophical context of the Republic. Roughly speaking, I think we can speak of six basic directions or positions: in the first, the city is simply insignificant to the argument, a mere foil or a “false” start like the abortive discussion of individual justice in Book I[iii]; in the second, the issue is rather that the city relies on a spontaneous harmonization of appetitive desires that is impossible given the peculiarities of human nature, as Glaukon proves in deed rather than simply argument.[iv] A third position is that such spontaneous harmonization is possible, but it is highly transient and unstable and therefore could not serve as the foundation for a viable society[v]; a fourth credits Glaukon’s point of view over Socrates’s by implicitly reading thūmos in light of the famous Aristotelian distinction between zein and eu zein, that equation of political life with a “living well” that is both quantitatively and qualitatively superior to bare, beastly life and hence the foundation of the possibility of justice.[vi] A fifth position radically inverts the negative consensus on hūopolis by arguing that the city of pigs is not merely as stable as the Kallipolis, but also more unified and better—indeed, it “is the Republic’s ultimate utopia, its best city”.[vii] The problem—and it is a considerable one—is that in order for it to be realizable it must also be “possible to have a city whose citizens are like Socrates”[viii]—an eventuality which by implication Socrates understands is unlikely, particularly after Glaukon’s intervention. Finally, a sixth direction foregrounds the idea that the ambiguities of pleonexia already inform the dynamic of “the city of pigs”; the distinction between need and desire is never stable or secure, and hence that the city is always already in the process of transforming itself into something that supersedes it, always already tending, however naively and unconsciously, toward the truphōsa polis which inevitably takes over it.[ix]

I find some of these readings, particularly those that dwell on the instability of hūopolis, strong and convincing. But they share a weakness avoided only by approaches that resort to the highly idealist, not to mention anachronistically Aristotelian and perhaps Arendtian, emphasis on the specifically human and specifically political nature of “living well”: they say nothing of substance concerning the core issue of the Republic—justice—and of its import for the rather inglorious fate of the “city of pigs”.

The hūopolis is evidently happy and peaceful as can be, but is it just? Or is it rather justifiably abandoned as a model for justice? And for what reason? This seems to me a vital hermeneutic question. But it cannot be answered in the abstract, without taking into account the particular meaning of justice in the Republic: justice is the principle of balance and harmonization between differentiated, specialized and potentially warring classes of the city population and parts of the soul. Let us pause for a minute here: in the Republic, justice is understood as a properly political affair, surely; it is found where there is political life proper. But this also means that it is not allowed to be a principle of pre-political life, though happiness and contentment and good health and piousness may well be. Is the polis of pigs a political city, then? Can it be considered a state, as the Desmond translation rather carelessly has it?

It most definitely does not possess either an army or a ruler, for it does not need either. And hence, it is without that principle of violent division that both occasions the emergence of the state and stamps the logic of its function as monopolist of legitimate violence. A standing army of specialized warriors is in fact a feature of the luxurious city, for its incessant and uncontrollable appetite soon makes it imperialistically aggressive and implicated in acts of war (373e-374a). The consensual acknowledgement of a need for an organized body responsible for both predatory and defensive war leads our company to a discussion of the role and necessary training of a class of soldier-guardians. And that discussion in turn brings us all the way to Kallipolis, which is precisely the city that will use rational, philosophical wisdom to restrain the thūmotic nature of this class against temptations that would be destructive for it and for the polis as well. Kallipolis is the city that needs true philosophers because it needs good soldiers, whom it needs because it needs to avoid the worst consequences of appetitive ambition. Platonic justice thus sublates, in the properly Hegelian sense, both the spontaneous self-restraint of hūopolis and the pleonexia of the trūphosa polis. It emerges in the text not as a spontaneous but as a mediated good, one that thought can gestate only after negating or purging the excess of the city that has forced the city of pigs from the argument. Christopher Rowe puts it with great acumen:

The ‘true’, ‘healthy’ city, which satisfied itself with necessities, would itself have been a good and just one; in Glaukon’s ‘fevered’ city, by contrast, with its requirement for all sorts of luxuries, justice will require additional measures to cure, or check, the ‘fever.’ […] Some mechanism is needed, not only to repel external enemies but to impose internal control if people are inclined to break the laws, and the auxiliaries will fulfill these roles—both of which, one might add, would apparently have been unnecessary if ‘fever’ hadn’t been let into the city in the first place.[x]

And there you have it: for justice to be conceptualized as a political virtue, one needs to imagine a polis proper, not a mere community for the consensual servicing of mutual needs; in order to obtain that, one needs to think the necessity of a principle of violent division that the mechanism of the state both embodies and reputedly regulates or contains; and in order to obtain that mechanism as philosophical prerequisite, one needs to accept not simply the angry, thūmotic denunciation of “cities of pigs”, but their philosophical forgetting as well. The Republic is the utopian romance between philosophy and the state, the state as institutional excess (as pleon ehein) that is necessary in order to control appetitive excesses. Philosophy must tolerate both appetitive and statist excesses if it wants to justify and legitimate its own necessity as their ultimate regulative principle. No wonder that a contemporary green anarchist like Michael Becker notes the “tragic force” of Plato’s text, where the “inherent” justice of the “simple, primitive” city of pigs is sacrificed for the “failed project” of civilization.[xi] “Civilization” marks a state of affairs where pigs tend to get sacrificed, not least by philosophers. But it seems to me a question of justice to keep this in memory, with and against philosophy; to remember why utopia was originally taken away from people thought too pig-like for it. Adorno and Horkheimer, in lieu of a conclusion:

Every animal suggests some crushing misfortune that took place in primeval times. […] In this world divested of illusion in which men, following the loss of reflection, have again become the cleverest of animals and are busy enslaving the rest of the universe (assuming always that they do not tear themselves to pieces), respect for animals is regarded no longer as sentimental but as a betrayal of progress. […] Dominant practice and its inescapable alternatives are not threatened by nature, which tends rather to coincide with them, but by the fact that nature is remembered.[xii]


Notes

[i] Plato, The Republic, trans. Desmond Lee (London: Penguin, 2003); For the original, I have used Platon, Politeia, trans. N.M. Skouteropoulos (Athens: Polis, 2002).
[ii] My translation.
[iii] Julia Annas, An Introduction to Plato’s Republic (Oxford: Oxford University Press, 1981).
[iv] C.D.C Reeve, Philosopher-Kings: The Argument of Plato’s Republic (Indianapolis, IN: Hackett, 2006).
[v] See Catherine McKeen, “Swillburg City Limits (The ‘City of Pigs’: Republic 370c-372d), Polis 21: 1-2 (2004), 70-92.
[vi] Leon Cass, The Hungry Soul: Eating and the Perfecting of our Nature. Chicago: The University of Chicago Press, 1991.
[vii] Donald R. Morrison, “The Utopian Character of Plato’s Ideal City”, in The Cambridge Companion to Plato’s Republic, ed. G.R.F. Ferrari (Cambridge: Cambridge University Press, 2007), 252.
[viii] Ibid., 253.
[ix] See Hannah Hintz, “Gluttony and Moderation in Plato’s Republic”, Phd diss., University of Chicago, 2009, 33-34, 36-39, 44-46.
[x] Christopher Rowe, “The Place of the Republic in Plato’s Political Thought”, in The Cambridge Companion to Plato’s Republic, 43, 45.
[xi] Michael Becker, “Anarcho-Primitivism: The Green Scare in Green Political Theory”, The Anarchist Library, 2012, 3,
[xii] Max Horkheimer and Theodor W. Adorno, Dialectic of Enlightenment, trans. John Cumming (New York: Continuum, 1991), 247, 253-255; emphasis mine.

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2012

Alain Badiou-Μία θεωρητική πραγματεία για την έννοια της δημοκρατίας (ΙΙI)

Φτάνουμε εδώ στο τέλος του πρώτου τμήματος της ανάλυσής μας, δηλαδή: τι γίνεται αν ο στόχος της πολιτικής δεν είναι ο γενολογικός κομμουνισμός;

Το δεύτερο τμήμα αφορά την ίδια τη φιλοσοφία. Ας προωθήσουμε την υπόθεση ότι η σχέση της φιλοσοφίας με την πολιτική δεν είναι μια σχέση αναπαράστασης ή σύλληψης των τελικών της στόχων· ας προτείνουμε ότι η σχέση της φιλοσοφίας με την πολιτική είναι κάτι διαφορετικό, και ότι η σχέση αυτή δεν είναι ούτε η αξιολόγησε των τελικών σκοπών, ούτε η εμφάνισή τους μπροστά από μια κριτική ετυμηγορία, ούτε η νομιμοποίησή τους. Τότε ποια είναι η σχέση της φιλοσοφίας με την πολιτική, και πώς να την ονομάσουμε ή να την καθυπαγορεύσουμε; Υπάρχει μια πρώτη υπόθεση, η οποία είναι πως το καθήκον της φιλοσοφίας συνίσταται σ’ αυτό που θα ονόμαα τυπική περιγραφή των στιγμών της πολιτικής, τυπολογία τους.

Η φιλοσοφία θα συνιστούσε έναν χώρο συζήτησης για τις στιγμές αυτές εντοπίζοντας τους διαφορετικούς τους τύπους. Γενικά, η φιλοσοφία θα ήταν μια τυπική σύλληψη των Κρατών και των στιγμών της πολιτικής που θα αποκάλυπτε και θα επεξεργαζόταν εκ των προτέρων τους τύπους που εμπλέκονται σύμφωνα με εφικτά κριτήρια. Αλλά όταν συμβαίνει αυτό –και αναμφίβολα αυτή είναι μια όψη της εργασίας στοχαστών όπως ο Αριστοτέλης και ο Μοντεσκιέ– το γεγονός είναι πως ακόμα και στη φιλοσοφία η “δημοκρατία” φαίνεται να λειτουργεί ως όνομα για μια μορφή του Κράτους. Δεν υπάρχει αμφιβολία για αυτό. Η κατηγοριοποίηση ξεκινά από κρατικιστικούς σχηματισμούς και η “δημοκρατία” γίνεται και πάλι, ακόμα και από την φιλοσοφική οπτική, η σηματοδότηση μιας μορφής του Κράτους η οποία αντιτίθεται σε άλλες μορφες όπως η τυραννία, η αριστοκρατία, κλπ.

Αλλά αν η “δημοκρατία” σηματοδοτεί μια μορφή του Κράτους, τότε τα πάντα εξαρτώνται, σε ό,τι αφορά τη μορφή αυτή, από το πώς συλλαμβάνουμε τους στόχους της πολιτικής. Πρόκειται για ζήτημα του απαραίτητου αυτής της μορφής; Αν ισχύει αυτό, τότε παραμένουμε μέσα στα όρια της λογικής του καλού Κράτους, και επιστρέφουμε στο ερώτημα που εξετάσαμε πιο πάνω. Είναι ζήτημα του ξεπεράσματος αυτής της μορφής, διάλυσης της κυριαρχίας, ακόμα και της δημοκρατικής κυριαρχίας; Στην περίπτωση αυτή επιστρέφουμε πίσω στο λενινιστικό πλαίσιο που έχει ως υπόθεσή του τον μαρασμό του Κράτους. Είτε έτσι είτε αλλιώς, η επιλογή αυτή μάς οδηγεί πίσω στο πρώτο μέρος της ανάλυσής μας.

Η δεύτερη πιθανότητα είναι η προσπάθεια, εκ μέρους της φιλοσοφίας, να συλλάβει την πολιτική ως την ιδιάζουσα δραστηριότητα της σκέψης, της οποίας η σύλληψη, μέσα στην ιστορική και συλλογική σφαίρα, να προσφέρει η ίδια μια μορφή σκέψης την οποία να πρέπει να συλλάβει ως τέτοια η φιλοσοφία. Εδώ η φιλοσοφία –ορισμένη συναινετικά– γίνεται κατανοητή ως σύλληψη μέσα στη σκέψη των προϋποθέσεων για την εφαρμογή της σκέψης στα διαφορετικά της επίπεδα. Αν η πολιτική είναι η εφαρμογή μιας σκέψης σε ένα απόλυτα αυτεπαρκές επίπεδο (εδώ αναγνωρίζει κανείς την κεντρική θέση του [Sylvain] Lazarus), τότε μπορούμε να πούμε πως το καθήκον της φιλοσοφίας είναι να συλλάβει της προϋποθέσεις για την εφαρμογή της σκέψης μέσα σε αυτό το ιδιάζον επίπεδο που γνωρίζουμε ως πολιτική. Στην περίπτωση αυτή λοιπόν, θα ισχυριστώ το εξής: αν η πολιτική είναι σκέψη, και στον βαθμό στον οποίο είναι τέτοια, τότε είναι αδύνατο για αυτή να διέπεται από το Κράτος· δεν μπορεί να συλληφθεί μέσα από την κρατικιστική της διάσταση ούτε να συρρικνωθεί σ’ αυτή. Ας αποπειραθούμε μια ελαφρώς υβριδική διατύπωση: το Κράτος δεν σκέφτεται.

Παρεμπιπτόντως, το γεγονός ότι το Κράτος δεν σκέφτεται είναι η πηγή κάθε είδους δυσκολιών για την φιλοσοφική σκέψη περί πολιτικής. Μπορεί να δείξει κανείς πώς όλες οι “πολιτικές φιλοσοφίες” (και αυτός είναι ο λόγος που πρέπει να εγκαταλείψει κανείς το εγχείρημά τους) επιβεβαιώνουν το γεγονός ότι το Κράτος δεν σκέφτεται. Και όταν προσπαθούν αυτές οι πολιτικές φιλοσοφίες να προσανατολιστούν απ’ το Κράτος για να διερευνήσουν την πολιτική ως σκέψη, οι δυσκολίες πολλαπλασιάζονται. Το γεγονός πως το Κράτος δεν σκέφτεται οδηγεί τον Πλάτωνα, στο τέλος του ένατου βιβλίου της Πολιτείας, να καταφύγει τελικά στο να δηλώσει πως η πολιτική μπορεί να διεξαχθεί παντού, εκτός από την δική του χώρα. Αυτό οδηγεί και τον Αριστοτέλη στην καταθλιπτική παρατήρηση ότι, όταν απομονωθούν οι ιδανικοί τύποι της πολιτικής, είναι αξιοσημείωτο πως αυτό που στην πραγματικότητα απομένει είναι παθολογικού χαρακτήρα τύποι. Για παράδειγμα, για τον Αριστοτέλη η μοναρχία είναι ένα Κράτος που σκέφτεται, και το οποίο είναι συλλήψιμο απ’ τη σκέψη. Αλλά στην πραγματικότητα, υπάρχουν μόνο τυραννίες που δεν σκέφτονται και είναι αδιανόητες. Ο κανονιστικός τύπος δεν υλοποιείται ποτέ. Αυτό οδηγεί και τον Ρουσώ στην παρατήρηση ότι σε όλη την ιστορία υπήρξαν μόνο διαλυμένα Κράτη, αλλά ούτε ένα νόμιμο Κράτος. Τελικά, αυτές οι προτάσεις, οι οποίες αντλούνται από πολύ διαφορετικές πολιτικές αντιλήψεις, συμφωνούν σε ένα σημείο: Δηλαδή, ότι δεν είναι εφικτό για ένα Κράτος να χρησιμεύσει ως δίοδος στην διερεύνηση της πολιτικής, τουλάχιστον εφόσον η πολιτική είναι σκέψη. Φτάνει κανείς αναπόφευκτα στο εμπόδιο του Κράτους ως μη-σκέψης, το οποίο απαιτεί να πλησιάσουμε τα πράγματα από διαφορετική σκοπιά.

Κατά συνέπεια, αν η “δημοκρατία” είναι μια κατηγορία της πολιτικής ως σκέψης, ή αν είναι απαραίτητο η φιλοσοφία να χρησιμοποιήσει αυτή την κατηγορία ώστε να συλλάβει την πολιτική διαδικασία ως τέτοια, αυτή η πολιτική διαδικασία είναι αντιληπτό πως αφαιρείται από το καθαρό πρόταγμα του Κράτους, διότι το Κράτος το ίδιο δεν σκέφτεται. Εξυπακούεται ότι η “δημοκρατία” δεν μπορεί εδώ να συλληφθεί ως μορφή του Κράτους, αλλά με μια εντελώς διαφορετική έννοια. Έτσι, παραπεμπόμαστε πίσω στο πρόβλημα υπαριθμόν 3.

Μπορεί λοιπόν κάποιος να προτείνει ένα δοκιμαστικό συμπέρασμα: Η “δημοκρατία” είναι μια φιλοσοφική κατηγορία μόνο όταν σηματοδοτεί κάτι άλλο από μια μορφή του Κράτους. Αλλά τι;

Εδώ νομίζω πως βρίσκεται η καρδιά του ερωτήματος. Πρόκειται για ένα πρόβλημα διασύνδεσης. Με τι, εκτός από το Κράτος, πρέπει να συνδεθεί η “δημοκρατία” έτσι ώστε να προσφέρει πραγματική πρόσβαση στην πολιτική ως σκέψη; Προφανώς, το ερώτημα αυτό προϋποθέτει μια σημαντική πολιτική κληρονομιά που δεν τίθεται θέμα να αναλύσουμε εδώ. Θα προσφέρω απλώς δύο παραδείγματα του πώς η προσπάθεια να συνδέσουμε τη “δημοκρατία” με κάτι άλλο από το Κράτος θα μπορούσε να εξυπηρετήσει μια μεταπολιτική (φιλοσοφική) επανεξέταση της πολιτικής ως σκέψης.

Η πρώτη απόπειρα θα ήταν να συσχετίσουμε την “δημοκρατία” άμεσα με την μαζική πολιτική δραστηριότητα· όχι με την κρατικιστική διαμόρφωση, αλλά με αυτό που είναι πιο άμεσα ανταγωνιστικό σ’ αυτή. Γιατί η μαζική πολιτική δραστηριότητα, ή η αυθόρμητη κινητοποίηση των μαζών, επισυμβαίνει γενικά μέσα από μια αντικρατική ορμή. Αυτό μας έχει δώσει το εκφραστικό σύνταγμα, ρομαντικό κατά την άποψή μου, της μαζικής δημοκρατίας, και της αντίθεσης μεταξύ μαζικής δημοκρατίας και τυπικής δημοκρατίας, ή της δημοκρατίας ως μορφής του Κράτους.

Όποιος έχει εμπειρία της μαζικής δημοκρατίας –με άλλα λόγια, ιστορικών φαινομένων όπως οι γενικές συλλογικές σύνοδοι, οι μαζικές συγκεντρώσεις, τα βίαια επεισόδια και λοιπά– θα αναγνωρίσει ξεκάθαρα ένα άμεσο σημείο αντιστρεψιμότητας μεταξύ μαζικής δημοκρατίας και μαζικής δικτατορίας. Η ουσία της μαζικής δημοκρατίας αποφέρει στην πραγματικότητα την μαζική κυριαρχία, και η μαζική κυριαρχία είναι μια κυριαρχάι της αμεσότητας και έτσι της ίδιας της συγκέντρωσης. Γνωρίζουμε ότι η κυριαρχία της συγκέντρωσης ασκεί μια τρομοκρατική αδερφότητα στις τροπικότητες εκείνες που ο Σαρτρ ονόμασε “ομάδα σε σύμφυρση”. Η σαρτρική φαινομενολογία παραμένει αδιαφιλονίκητη στο σημείο αυτό. Υπάρχει ένας οργανικός συσχετισμός ανάμεσα στην πρακτική της μαζικής δημοκρατίας ως εσωτερικής αρχής της ομάδας σε σύμφυρση και σ’ ένα σημείο αναστρεψιμότητας με το άμεσα αυταρχικό ή δικτατορικό στοιχείο που βρίσκεται σε λειτουργία στην τρομοκρατική αδερφότητα. Αν εξετάσει κάποιος το ζήτημα αυτό της μαζικής δημοκρατίας ως τέτοιο θα δει πως είναι αδύνατο να νομιμοποιήσει την αρχή στο όνομα μόνο της δημοκρατίας, γιατί αυτή η ρομαντική δημοκρατία περιλαμβάνει άμεσα, τόσο εμπειρικά όσο και εννοιολογικά, την ίδια της την αντιστρεψιμότητα σε δικτατορία. Αντιμετωπίζουμε έτσι μια δυάδα δημοκρατίας/δικτατορίας η οποία ανθίσταται στην στοιχειώδη περιγραφή, ή στην φιλοσοφική σύλληψη, κάτω από την αποκλειστική έννοια της δημοκρατίας. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι όποιος αποδίδει νομιμότητα στην μαζική δημοκρατία, τουλάχιστον σήμερα, το κάνει μέσα στον ορίζοντα, ή ξεκινώντας από τον ορίζοντα, της μη-κρατικιστικής οπτικής της καθαρής παρουσίασης. Η επικύρωση της μαζικής δημοκρατίας ως τέτοιας, ακόμα και στ’ όνομα της δημοκρατίας, είναι αδιαχώριστη από την υποκειμενικότητα του γενολογικού κομμουνισμού. Αυτή η δυάδα δημοκρατικής και δικτατορικής αμεσότητας μπορεί να μονιμοποιηθεί μόνο στον βαθμό που κάποιος την στοχάζεται, και την επικυρώνει, από τοο γενολογικό σημείο της εξαφάνισης του ίδιου του Κράτους, εκκινώντας αλλιώς από τον ριζοσπαστικό αντι-Κρατισμό. Στην πραγματικότητα, ο πρακτικός πόλος που έρχεται αντιμέτωπος με την συνεκτικότητα του Κράτους, η οποία εμφανίζεται ακριβώς στην αμεσότητα της μαζικής δημοκρατίας, είναι ο δοκιμαστικός εκπρόσωπος του ίδιου του γενολογικού κομμουνισμού. Αυτό μάς οδηγεί πίσω στα ερωτήματα τα οποία ανέκυψαν από την πρώτη κύριά μας υπόθεση: αν η “δημοκρατία” συνδεθεί με τη μάζα, τότε πράγματι προϋποθέτει κανείς ότι ο στόχος της πολιτικής είναι ο γενολογικός κομμουνισμός· εκ του οποίου συνάγεται ότι η “δημοκρατία” δεν είναι φιλοσοφική κατηγορία. Το συμπέρασμα αυτό εκφέρεται εμπειρικά και εννοιολογικά από το γεγονός ότι είναι αδύνατο, όταν το ζήτημα είναι αυτό της μαζικής δημοκρατίας, να ξεχωρίσουμε τη δημοκρατία απ’ την δικτατορία. Αυτό προφανώς έχει επιτρέψει στους Μαρξιστές να κρατήσουν την δυνατότητα της χρήσης της έκφρασης “δικτατορία του προλεταριάτου.” Παρ’ όλα αυτά, είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι αυτό που διευκόλυνε την υποκειμενική επικύρωση της λέξης “δικτατορία” ήταν ακριβώς η ύπαρξη σημείων αναστρεψιμότητας μεταξύ δημοκρατίας και δικτατορίας, τα οποία πήραν την ιστορική μορφή της μαζικής δημοκρατίας, ή της επαναστατικής δημοκρατίας, ή της ρομαντικής δημοκρατίας.

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2012

Alain Badiou-Για Σήμερα: Πλάτωνας! (19/11/2008)

Ανοικτό σεμινάριο τού Αλαίν Μπαντιού (2008-2009)
[Σημειώσεις τού Ντανιέλ Φισέρ]
19 Νοεμβρίου 2008
Μετάφραση και σημειώσεις: Waltendegewalt

Υπάρχουν κοινά χαρακτηριστικά ανάμεσα στην ιστορική αλληλουχία στο πλαίσιο τής οποίας έγραφε ο Πλάτωνας και στην τωρινή συγκυρία; Καθώς ζούμε σε μια κρίσιμη περίοδο — ομολογουμένως, μια περίοδο κρίσης τού καπιταλισμού, αλλά και ορισμένων άλλων παράλληλα εξελισσομένων κρίσεων, οι οποίες, κατά κάποιον τρόπο, διαμορφώνουν μια «γενική ατμόσφαιρα κρίσης» —, πρέπει να θυμηθούμε ότι ο ίδιος ο Πλάτωνας έγραφε σε μια κρίσιμη περίοδο, στις απαρχές τής μακεδονικής κατάκτησης, όταν το τέλος τής ελληνικής πόλης-κράτους ήταν ήδη ορατό. Ο Πλάτωνας πρόβαλλε ένα πρότυπο για την δίκαιη πόλη, ένα πολιτειακό υπόδειγμα κατ’ εναρμόνιση προς την ιδέα, τη στιγμή ακριβώς που το πραγματικό στο οποίο το πρότυπο αυτό θα ’πρεπε να «εφαρμοστεί» τελούσε υπό κατάρρευση· κατά κάποιο τρόπο, συνέταξε έτσι τον επικήδειο λόγο για όλα όσα θα έμελλε να χάσει, έτσι ώστε δεν θα δίσταζα να πω ότι το πρότυπο του είναι τυλιγμένο στο πένθος.

Η εικόνα που συνειδητά προβάλλει προς τα έξω ο κόσμος στον οποίο σήμερα ζούμε εμφανίζεται με τη μορφή τής διαπλοκής δύο στοιχειών: τού κύρους των συναλλαγών και τής κανονιστικής μορφής τής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Το εγχείρημα τής αναμόρφωσής του — όπως προτάθηκε τον δέκατο ένατο αιώνα υπό διάφορες ονομασίες (κομουνισμός, σοσιαλισμός … λίγη σημασία έχει εδώ) — έγινε αιτία για την διαμόρφωση πολιτειακών προτύπων που, όπως γνωρίζουμε, κατέρρευσαν με την εξαφάνιση των σοσιαλιστικών Κρατών. Και είναι άξιο προσοχής το ότι η κατάρρευσή τους συνέβη πριν την υλοποίηση τού αντίστοιχου προτύπου (δηλ. πριν την ανατροπή και αντικατάσταση τού προηγούμενου συστήματος). Συνεπώς, είμαστε μάρτυρες μιας εξαιρετικής μεταπλατωνικής συγκυρίας, η οποία χαρακτηρίζεται από την ταυτόχρονη κατάρρευση τού προς αναμόρφωση πραγματικού (καπιταλιστική κρίση) και των πολιτειακών προτύπων που υποτίθεται θα έπαιρναν τη θέση του (εξαφάνιση των σοσιαλιστικών Κρατών). Πρόκειται για μια χρονική σύμπτωση που επιβεβαιώνει την πρωταρχική διαλεκτική ενότητα που συνδέει την κατάρρευση τής ΕΣΣΔ και τής κρίσης των ΗΠΑ.

Το ενδιαφέρον μιας επιστροφής στον Πλάτωνα (στο μέτρο που δικαιολογείται) θα ήταν λοιπόν ότι αυτό μάς επιτρέπει να προσεγγίσουμε την κρίση μέσω ενός χρονικού διανύσματος μεγαλύτερου εύρους από ό,τι συνηθίζεται. Θα έπρεπε έτσι να έχουμε τη δυνατότητα να θέσουμε ερωτήματα όπως τα εξής: Ποια είναι η σχέση ανάμεσα στο «παράδειγμα» και στο πραγματικό; Τι είναι η πολιτική σκέψη (ειδικότ. σε ένα πλαίσιο, όπου μπορεί να διαφανεί το πιθανό τέλος τής καθυπόταξης τής πολιτικής στο σχήμα τού Κράτους);

*

Τόσο στις θεωρητικές του παρεμβάσεις όσο και στις παρεμβάσεις του σε επίπεδο πράξης (πβ. τη διαμονή του στη Σικελία), η στάση τού Πλάτωνα είναι αμφίθυμη. Ενώ δείχνει να προτιμά την εις βάθος πραγμάτευση των προβλημάτων (σήμερα θα τον χαρακτηρίζαμε ως «ριζοσπάστη»), διακρίνουμε ένα τόνο μελαγχολίας να μετριάζει τη ριζοσπαστικότητα αυτή: όταν επιχειρεί να προσεγγίσει τα προβλήματα στη ρίζα τους, εκφράζει συγχρόνως αβεβαιότητα για το αν θα μπορέσει να τα καταφέρει. Εκείνο που τον διακρίνει είναι, επομένως, ένας συγκαλυμμένος οπτιμισμός. Όταν στο τέλος τού βιβλίου Θ΄ τής Πολιτείας, ένας από τους νεαρούς συνομιλητές επιχειρεί μια συνοπτική αναδρομή στα κεντρικά σημεία τής διδασκαλίας τού διαλόγου, όπως έχει αναπτυχθεί έως το σημείο αυτό, δηλώνοντας ότι δεν θα ’πρεπε βέβαια κανείς να θέλει να αναμιχθεί με την πολιτική, ο Σωκράτης τού ανταπαντά με έντονο ύφος «Άι στην οργή ! (κατά λέξη: «μα τον κύνα») [που δεν θα θελήσει]!». Και διευκρινίζει «σε μια πόλη σαν αυτή που το σχέδιο της χαράξαμε και που μόνο στα λόγια μας υπάρχει», ώστε να αναρωτιόμαστε μήπως «δεν βρίσκεται σε κανένα μέρος τής γης», ο σοφός άνθρωπος βεβαίως και θα αναμιχθεί με τα πολιτικά της, όχι όμως στη δική του πατρίδα, εκτός κι αν, από μια θεία τύχη, του δοθεί η δυνατότητα γι’ αυτό». Με άλλα λόγια, όποιος σκοπεύει «να αναμιχθεί με την πολιτική», θα δρα σύμφωνα με την ιδέα που σχηματίζει γι’ αυτήν και σ’ έναν τόπο που δεν υπάρχει κανένας λόγος να ταυτισθεί με την πατρίδα του — εκτός κι αν συμβεί κάτι το απίθανο (πράγμα που, σύμφωνα με την ορολογία που χρησιμοποιώ, θα χαρακτηριζόταν ως «συμβάν»). Σύμφωνα με την κρατούσα ερμηνεία τού αποσπάσματος αυτού, ο Πλάτωνας θεωρεί ότι η πολιτική αποτελεί ουτοπία που προορίζεται για προσωπική χρήση και τής οποίας η υλοποίηση στην ιδιαίτερη πατρίδα τού ατόμου είναι κάτι το απόλυτα τυχαίο. Πρόκειται, κατά τη γνώμη μου, για εντελώς λανθασμένη ερμηνεία και, επιπλέον, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι για τον Πλάτωνα η χωροθέτηση τού χώρου εντός τού οποίου θα ασκηθεί η πολιτική δράση δεν είναι εμπειρικά δεδομένη: ο πολιτικός χώρος δεν προϋπάρχει, ούτε και καθορίζεται από κάποιο εξωπολιτικό σημείο. Η πολιτική, ως σκέψη ενεργός στο συλλογικό, κατασκευάζει τον χώρο που της προσιδιάζει.

Αντιστρόφως, «Κράτος» είναι το όνομα εκείνου που οργανώνει τη δεδομένη εκ των προτέρων οροθέτηση τής πολιτικής δράσης· είναι επομένως ο οργανωτής των προκαθορισμένων για την πολιτική τόπων, όταν αυτή δεν αναπτύσσεται «σύμφωνα με την ιδέα». Πρόκειται τόσο για οροθέτηση χωρική — οπότε θα έχουμε οντότητες όπως χώρες, έθνη, κ.λπ. — όσο και για οροθέτηση στο εσωτερικό των πληθυσμών (φύλα, τάξεις, οικογένειες, προελεύσεις …), ή και για οροθέτηση τής ιστορίας των τόπων, έτσι ώστε αυτοί να μετατραπούν σε κατανεμημένους και νόμιμους χώρους, κ.λπ. Εν συντομία, το Κράτος αποτελεί το υπερβατολογικό τής πολιτικής. Η θέση την οποία αρνείται ο Πλάτωνας συνίσταται στο ότι το Κράτος, τού οποίου η ύπαρξη μαρτυρείται παντού και πάντα, αποτελεί το αποκλειστικό υπερβατολογικό τής πολιτικής δράσης. Αυτή είναι και η άποψη τού Μαρξ, όταν διακηρύσσει ότι οι προλετάριοι δεν έχουν πατρίδα. Είτε εγείρεται, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, το θέμα τού διεθνισμού, είτε πρόκειται για τη θέση σύμφωνα με την οποία το υποκείμενο τής πολιτικής συνιστά ταξικό υποκείμενο, είτε ακόμα για τη θέση που υποστηρίζει ότι η Ιστορία ταυτίζεται με την ιστορία τής ταξικής πάλης, εκείνο που, σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, μας απασχολεί είναι μια πολιτική αποτοπικοποίηση, δηλαδή το αξίωμα ότι υπάρχουν πολιτικοί χώροι εκτός εκείνων που καθορίζονται από το Κράτος.

Τι ισχύει σήμερα για τις επιβαλλόμενες στην κρατική σφαίρα οροθετήσεις;

Η γεωγραφική οροθέτηση οργανώνει δύο τύπους χώρων: τον ανοιχτό χώρο τού παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, που χαρακτηρίζεται από έντονη διακίνηση κεφαλαίων, εμπορευμάτων και — αν γίνει λόγος για πρόσωπα — μελών των διευθυνουσών ελίτ· και κλειστούς χώρους που οριοθετούνται μέσω τής ανέγερσης τειχών, τής πρακτικής των απελάσεων, κ.λπ. (για παράδειγμα, η Ευρώπη). Στην χωροθέτηση αυτή, οφείλουμε να αντιτάξουμε, όπως το έχουμε ήδη κάνει σ’ αυτό το σεμινάριο, το εξής αξίωμα: υπάρχει ένας μόνο κόσμος, δεν υπάρχει παρά ένας μόνο κόσμος ζώντων υποκειμένων. Σύμφωνα με τη φόρμουλα αυτή, διακηρύσσουμε ότι οι αλλοδαποί που ζουν ανάμεσά μας ανήκουν στον ίδιο κόσμο με μας — πράγμα από το οποίο όμως δεν προκύπτει ότι το ζήτημα των αλλοδαπών αναδεικνύεται σε υπόθεση εξαιρετικής πολιτικής σημασίας. Το συγκεκριμένο αξίωμα πρέπει απλώς κατανοηθεί ως επιταγή δηλωτική τής αποτοπικοποίησης.

Όσο για την κοινωνιολογική οροθέτηση, αυτή έχει ως πυρήνα της την κανονιστικότητα των περιφράξεων [clôtures] και ως επιτακτική αξίωση την ενσωμάτωση. Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι έχει σε μεγάλο βαθμό συναινετικό χαρακτήρα (όσον αφορά στη θέση κατά την οποία η ενσωμάτωση όλων εκείνων που «μοιράζονται τις ίδιες αξίες με εμάς» είναι έντονα επιθυμητή). Μια τέτοια οροθέτηση είναι εντελώς ακατάλληλη για την άσκηση μιας «πολιτικής σύμφωνα με την ιδέα».

Τέλος, η ιστορική οροθέτηση συνίσταται στη διαβεβαίωση ότι η ιστορία των πολιτικών χειραφέτησης (όπως κι αν τις χαρακτηρίσουμε: «κομουνισμό», «πολιτική ισότητας» κ.ο.κ.) έχει πλέον ολοκληρωθεί. Στη θέση αυτή θα αντιτάξουμε την ιδέα ότι η ιστορία αυτή παραμένει πάντοτε ανοικτή.

Σύντομη παρέμβαση αναφορικά με την περίφημη και τόσο διακωμωδημένη θέση τού Μαρξ για το μαρασμό τού Κράτους. Στο φως των όσων έχουν προαναφερθεί για τον Πλάτωνα, η θέση αυτή πρέπει κατανοηθεί ως πρόταση που αφορά την απο-κρατικοποίηση [dés-étatisation]. Όπως και ο Πλάτωνας, ο Μαρξ θεωρεί ότι η πολιτική είναι μια αυτάρκης διαδικασία, διαδικασία η οποία τηρεί αποστάσεις απ’ ό,τι τυχόν επιβάλλει το Κράτος, και μάλιστα σε τέτοιο σημείο, ώστε το κράτος-πόλη που πραγματεύεται η Πολιτεία να στερείται τελείως νόμων (στο μέτρο που οι νόμοι είναι άνευ αντικειμένου σε μια πολιτεία τής οποίας η λειτουργία είναι εμμενής στην πολιτική διαδικασία). Το να βασιστούμε στην πρόταση τού μαρασμού τού Κράτους ισοδυναμεί με τη διαφοροποίησή μας από αντιλήψεις που καθιστούν το Κράτος αναγκαίο παράγοντα κάθε πολιτικής — αντιλήψεις σύμφωνα με τις οποίες το Κράτος λειτουργεί είτε ως θεματοφύλακας τού συλλογικού καλού είτε, αντιθέτως, ως καταπιεστικός θεσμός (ως «ασφάλεια» [police], σύμφωνα με την έκφραση τού Ρανσιέρ) [σε τελική ανάλυση, όλες οι αντιλήψεις για το Κράτος παλινδρομούν μεταξύ των δύο αυτών πόλων]. Τόσο ο Πλάτωνας όσο και ο Μαρξ θεωρούν ότι κάθε πολιτική συνιστά κατ’ αρχήν μια έξοδο, ένα βήμα στο πλάι … αλλά για να πάμε πού; Για να φτάσουμε εκεί όπου — από πλευράς κράτους — δεν υπάρχει χώρος. Η τροχιά που διαγράφει η πολιτική είναι ανυπολόγιστη (και άνευ εγγύησης).

*

Αξίζει τον κόπο εδώ να επικαλεστούμε εκ νέου τον εγελιανό ορισμό τού Κράτους. «Το Κράτος είναι η πραγματικότητα σε δράση τής αντικειμενικής ηθικής Ιδέας» (Φιλοσοφία τού Δικαίου, §257, σελ.239).[1] Η έννοια πραγματώνεται στο πλαίσιο τού Κράτους, το οποίο συνιστά την πραγματική πεμπτουσία τής «συνταύτισης τής εμπειρικής πραγματικότητας και τής έννοιας».

Στην πολιτική κοινωνία, τα άτομα θεωρούν ότι πραγματώνουν την ελευθερία τους, ως εάν η βούληση τους ταυτιζόταν με τη λογική βούληση «καθ’ εαυτήν και δι’ εαυτήν». Ωστόσο, εκείνο που αντιπροσωπεύει «το λογικό καθ’ εαυτό και δι’ εαυτό» είναι «το Κράτος, ως πραγματικότητα εν ενεργεία τής υποστατικής βούλησης» (αυτόθι §258, σελ.239).[2] Πράγματι: «Αν συγχέουμε το Κράτος με την πολιτική κοινωνία κι αν το προορίζουμε για την ασφάλεια και για την προστασία τής προσωπικής ιδιοκτησίας και τής προσωπικής ελευθερίας, το συμφέρον των ατόμων σαν ατόμων είναι ο υπέρτατος σκοπός που εξαιτίας του αυτά συγκεντρώνονται, και απ’ αυτό το συμπέρασμα προκύπτει το ότι είναι προαιρετικό να είναι ένα άτομο μέλος ενός Κράτους. Μα η σχέση τού Κράτους με το άτομο είναι τελείως διαφορετική· αν το Κράτος είναι το αντικειμενικό πνεύμα, τότε το άτομο, αυτό το ίδιο, δεν έχει αντικειμενικότητα, αλήθεια και ηθικότητα παρά αν είναι μέλος εκείνου. Ο σύλλογος σαν σύλλογος είναι αυτός ο ίδιος το αληθινό περιεχόμενο και ο αληθινός σκοπός, κι ο προορισμός των ατόμων είναι να περνάνε μια ζωή συλλογική» (αυτόθι, σελ.240).[3] Όπως το διατυπώνει και ο Ζαν Ιπολίτ, «μόνο θέλοντας συνειδητά το Κράτος, [που τα μέλη του είναι πολίτες συνειδητοί, ώστε να θέλουν την ενότητα τού Όλου,] το άτομο ξεπερνάει το τυχαίο τής ελευθερογνωμίας* για να μπει μέσα στη φυσική γη τής ελευθερίας» (αυτόθι, σελ.21).[4] «Το Κράτος είναι η πραγματικότητα εν ενεργεία τής συγκεκριμένης ελευθερίας· έτσι, η συγκεκριμένη ελευθερία συνίσταται σε τούτο, ότι η προσωπική ατομικότητα και τα ιδιαίτερα συμφέροντά της δέχονται την πλέρια ανάπτυξή τους και την αναγνώριση των δικαιωμάτων τους δι’ εαυτά (…), τον ίδιο χρόνο που αυτά τα ίδια ολοκληρώνονται στο γενικό συμφέρον ή, μάλλον, αναγνωρίζοντάς το συνειδητά και εκούσια σαν την υπόσταση τού δικού τους πνεύματος, δρουν για λογαριασμό του σαν τον τελικό σκοπό τους» (αυτόθι §260, σελ.247).[5]

Οι εγελιανές αυτές θέσεις — ότι μόνο εκείνο που είναι στο εσωτερικό τού Κράτους είναι και πραγματικό, ότι η συγκεκριμένη ελευθερία είναι αδιανόητη έξω από το υπερβατολογικό πλαίσιο τής (κρατικής) νομιμότητας— παραμένουν εξαιρετικά διαδεδομένες μέχρι τις μέρες μας. Θα μπορούσε μάλιστα να υποστηριχθεί ότι η κοινοβουλευτική μας δημοκρατία αποτελεί την πλέον ομοιογενή ως προς την εγελιανή ουσία τού Κράτους πολιτική μορφή: πραγματώνει ένα αρκούντως ευέλικτο και ευμετάβλητο υπερβατολογικό, ώστε να εξασφαλισθεί η λειτουργία τού Κράτους με τον ύψιστο βαθμό αποτελεσματικότητας. Για τον Έγελο, οποιαδήποτε ελευθερία εκτός τού πλαισίου τού Κράτους κρίνεται είτε ασήμαντη είτε τρομοκρατική. Και η ασημαντότητα μπορεί πράγματι να είναι ιδιαίτερα επώδυνη. Αναφέρομαι συγκεκριμένα σε μέλη τού πολιτικού προσωπικού που για διάστημα πολλών ετών παραμένουν απομακρυσμένα από τον Κρατικό μηχανισμό· και ναι μεν τα άτομα αυτά μπορεί να γεμίζουν τον χρόνο τους με ποικίλες δημόσιες χειρονομίες ή την ανάπτυξη πολιτικών πλατφόρμων ή τη συμμετοχή τους σε εκπομπές στα μέσα μαζικής ενημέρωσης κ.λπ., πλην όμως ούτε οι ίδιοι ούτε και κανένας άλλος δεν είναι τόσο αφελείς ώστε να να μην αντιλαμβάνονται ότι το «πολιτικό είναι» εντοπίζεται αναγκαστικά στο Κράτος και δεν υφίσταται διαφορετικά· ως εκ τούτου, αυτές οι γυναίκες και αυτοί οι άνδρες τής πολιτικής, φανατικοί οπαδοί τού Έγελου, ταλανίζονται από την απώλεια τού είναι τους, βυθισμένοι κυριολεκτικά σε μαύρο πένθος. Επί τροχάδην, θα αναφερθώ στον πειρασμό να επιχειρεί κανείς να ξεφύγει από την ασημαντότητα μέσω τής τρομοκρατίας· αλλά κάνοντάς το αυτό δεν θα μπορέσει να ξεφύγει από τον έλεγχο τού Κράτους, διότι το Κράτος είναι εκείνο που παρέχει το πλαίσιο όπου αντιδιαστέλλεται η ασημαντότητα με την τρομοκρατία.

*

Είναι επομένως σημαντικό η πολιτική δράση να συγκροτεί από μόνη της τον ιδιάζοντα σε αυτήν κανόνα αξιολόγησης. Είναι αυτονόητο ότι αυτό συνεπάγεται κινδύνους, εφόσον θα είμαστε αναγκασμένοι να παραπαίουμε χωρίς σημείο αναφοράς εκτεθειμένοι στην αυθαιρεσία των αυτοεκτιμήσεων. Αλλά, σε επίπεδο αρχής, η πολιτική δράση δεν συνοδεύεται από καμία εγγύηση. Καθ’ όσον η πολιτική τίθεται εκτός τού κρατικού υπερβατολογικού, θα διέπεται από μια αναστοχαστική κανονιστικότητα. Θα μπορούσαμε, επομένως, να μεταφράσουμε το τέλος τού βιβλίου Θ΄ τής Πολιτείας ως εξής: «Δεν έχει καμιά σημασία αν θα επιδιώξουμε την υλοποίηση τής πολιτικής μας με τη μορφή κράτους, ή αν η πολιτική μας θα λάβει τελικά τη μορφή αυτή, για τον λόγο ακριβώς ότι η δράση οφείλει να ανάγεται στο ίδιο το πεδίο τής πολιτικής». Η πολιτική δεν βρίσκεται εδώ σε αντιπαλότητα με το κρατικό υπερβατολογικό, δεν αποτελεί επιταγή αντιτιθέμενη σε κάποια αντίστοιχη επιταγή, η πολιτική ιδέα δεν επιβάλλει μια μορφή Κράτους παρά μόνο ένα γίγνεσθαι.

Στο πλαίσιο μιας συνθετικής προσέγγισης, θα έλεγα ότι η πολιτική αποτελεί μια αλληλουχία, συναρτώμενη προς μια κρατική μορφή, η οποία οργανώνει μια έξοδο από το σχήμα αυτό μέσω τής κατασκευής νέων χώρων. Η πολιτική ιδέα αποτελεί το επισφράγισμα τής «συγκεκριμένης ελευθερίας», αλλά, σύμφωνα με τον Πλάτωνα και σε αντίθεση προς τον Έγελο, το στοιχείο που την6 αναδεικνύει σε ελευθερία συνίσταται στην ικανότητά της να βρίσκεται εκτός των ορίων τής εξουσίας, χωρίς με τον τρόπο αυτό να καθίσταται ανίκανη. Η ουσία της έγκειται στο γίγνεσθαι μέσω τού οποίου έρχονται στην ύπαρξη νέοι χώροι, των οποίων η θέση δεν βρίσκεται σε κάποια εξωτερικότητα (δηλ. δεν είναι φαλανστήρια): οι χώροι αυτοί θα εντοπίζονται στο εσωτερικό τής κατάστασης, χωρίς όμως να ανάγονται στο πεδίο που οροθετεί το Κράτος· η ύπαρξή τους ευθυγραμμίζεται προς ένα σύστημα ετερογενών σχέσεων οι οποίες δεν υπαγορεύονται από το Κράτος. Παρεμπιπτόντως, βλέπουμε εδώ σε ποιον βαθμό ο Πλάτωνας διαψεύδει τη φήμη που συνήθως τον συνοδεύει: η ιδέα δεν είναι γι’ αυτόν κάτι το εξωτερικό, αλλά έχει πάντοτε τη μορφή ενός γίγνεσθαι — δεν αποτελεί αποτέλεσμα (υλοποιηθέν ή μη). Εφόσον η πολιτική εξελίσσεται σύμφωνα με την ιδέα, μια αλληλουχία εξόδου δεν μπορεί ποτέ να ταυτιστεί με το Κράτος ως τελικό αποτέλεσμα. Η αιτία για την οποία το πρόβλημα τής υπέρβασης τού κράτους απασχόλησε τόσο τον Λένιν όσο και τον Μάο ήταν ότι και οι δύο θέλησαν να συνεχίσουν την πολιτική δράση, αντί να αρκεσθούν στα κεκτημένα και να παριστάνουν τους αργόσχολους βασιλιάδες (όπως έκανε ο Τίτο για παράδειγμα).

*

Σύμφωνα με τον Έγελο, ο πόλεμος είναι η αλήθεια τού Κράτους. «Ο πόλεμος σαν κατάσταση που μέσα σ’ αυτή παίρνουμε στα σοβαρά τη μηδαμινότητα των αγαθών και των εφήμερων πραγμάτων, τα οποία, συνήθως, δεν είναι παρά ένα θέμα ψεύτικης ρητορικής, είναι έτσι η στιγμή κατά την οποία η ιδανικότητα τού μερικού Είναι δέχεται αυτό που της οφείλεται και γίνεται μια πραγματικότητα» (Φιλοσοφία τού Δικαίου, §324, σελ.313-14).[7] Ο πόλεμος καθίσταται η πολιτική τού Κράτους στις στιγμές που το σύνηθες κρατικό υπερβατολογικό χάνει την αποτελεσματικότητά του: πρόκειται για πόλεμο τόσο εσωτερικό (εγκληματοποίηση των αντιστάσεων, οι οποίες γίνονται αντιληπτές με τη μορφή τής εξάπλωσης εν δυνάμει τρομοκρατικών δραστηριοτήτων), όσο και εξωτερικό (με διακύβευμα την εδαφική βάση τής κρατικής οροθεσίας). Αντιστρόφως, η πολιτική σύμφωνα με την ιδέα είναι κατ’ αρχήν πολιτική ειρήνης, πράγμα που δεν αποκλείει εκ των προτέρων το ενδεχόμενο τής προσφυγής στη βία· αλλά αυτή η βία είναι η απαιτούμενη για την υπεράσπιση των πολιτικών χώρων, και οι πολιτικοί αυτοί χώροι είναι κατ’ εξοχήν χώροι ειρήνης.

Η παρατήρηση αυτή μας οδηγεί στην εξέταση τού ζητήματος τού κινδύνου και τής θυσίας. Επί τού σημείου αυτού, υπάρχουν σήμερα τρεις απόψεις.

Σύμφωνα με την εγελιανή θεώρηση, η στιγμή τής πολεμικής θυσίας αποτελεί τη λυδία λίθο για την πολιτική που συμμορφώνεται προς το πρότυπο τού Κράτους. Αυτός είναι ο προσανατολισμός και η στάση των κρατών-εθνών. «Αν η θυσία για την ατομικότητα τού Κράτους είναι η υποστατική διαγωγή [σχέση] όλων και, επομένως, ένα καθολικό καθήκον, μπορούμε ταυτόχρονα να την θεωρήσουμε σαν την πλευρά τής ιδανικότητας, σε αντιδιαστολή προς την πραγματικότητα, τής μερικής ύπαρξης κι’ αυτή* φέρνει έναν ιδιαίτερο όρο και μια τάξη που της είναι αφιερωμένη, την τάξη τού θάρρους» (Φιλοσοφία τού Δικαίου, §325, σελ.315). [8] Πώς μπόρεσαν να εξωθηθούν μεγάλες μάζες ανθρώπων να πάρουν τα όπλα; Η απάντηση βρίσκεται στον Έγελο: ήταν επειδή θεωρούσαν ότι αυτό ήταν «καθολικό καθήκον». Θα μπορούσατε να μου αντιτείνετε ότι δεν πρέπει να αγνοούμε τον παράγοντα τού καταναγκασμού τού Κράτους. Ενώ αναμφίβολα ο καταναγκασμός αυτός υφίσταται, είναι, σε τελική ανάλυση, δευτερεύουσας σημασίας: ουσιαστικά, ο λόγος για τον οποίο ο αγρότης από την περιοχή τού Μπιγκόρ βρέθηκε τελικά να πολεμάει στο Βερντέν δεν ήταν ότι οι χωροφύλακες τον τράβηξαν με το ζόρι, αλλά ότι πήγε εκεί οικειοθελώς και έπραξε έτσι γιατί, ως συνεπής εγελιανός, πίστευε ότι εκπλήρωνε ένα «καθολικό καθήκον» στο όνομα τού Κράτους τού οποίου θεωρούσε τον εαυτό του πολίτη. Σήμερα το Κράτος θα είχε πολύ μεγαλύτερη δυσκολία να πείσει τους ανθρώπους να πάνε να πολεμήσουν στο Αφγανιστάν και αυτό ο Έγελος, αν κυκλοφορούσε ξανά ανάμεσα μας, θα το θεωρούσε χωρίς αμφιβολία προφανές σύμπτωμα τής επικείμενης αποσύνθεσης τού εν λόγω Κράτους.

Σύμφωνα με μια εκχυδαϊσμένη πλατωνική θεώρηση (δηλ. από τη σκοπιά ενός αφομοιωμένου από τη θεολογία πλατωνισμού), η πολεμική θυσία νομιμοποιείται στο όνομα τής υπερβατικότητας τής ίδιας τής ιδέας. Σ’ αυτές τις πράξεις θυσίας θρησκευτικής έμπνευσης, η ιδέα λειτουργεί εν είδει ενδιαθέτου Κράτους. Στην παρούσα στιγμή, μας έρχονται στο νου, πρώτ’ απ’ όλα, ενέργειες καθοδηγούμενες από το Ισλάμ, αλλά αυτή την ίδια θυσία για την ιδέα την συναντάμε ήδη σε λογοτεχνικούς χαρακτήρες, όπως ο Τσεν τής Ανθρώπινης Μοίρας τού Μαλρό ή οι αναρχικοί τής Ελπίδας τού ίδιου, ή ακόμα και σε κάποιον όπως ο Λόρενς τής Αραβίας..

Και στον αυθεντικό πλατωνισμό; Εδώ, σημείο αφετηρίας δεν είναι η θυσία, αλλά ο κίνδυνος, ο οποίος είναι εγγενής στην εξελικτική διαδικασία τού γίγνεσθαι τής ίδιας τής πολιτικής. Αποτελεί, ουσιαστικά, κίνδυνο αμυντικό. Οι Κινέζοι είχαν ήδη θεμελιώσει την πρωτοκαθεδρία τής στρατηγικής άμυνας. Στην πολιτική, τίθεται ζήτημα προστασίας τής νέας οροθέτησης των καταστάσεων (πράγμα που σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να οδηγήσει στην υποστήριξη τής αναδίπλωσης ως στρατηγικής επιλογής). Θα μπορούσε κανείς να αναφέρει πολλά σχετικά παραδείγματα: το οδόφραγμα (του οποίου ναι μεν έχει αμφισβητηθεί η στρατιωτική σπουδαιότητα, πλην όμως, από συμβολική άποψη, αποτελεί μέτρο προστασίας τής «απελευθερωμένης» άκρης τού δρόμου), την απελευθερωμένη ζώνη των αντιστασιακών, τα κατειλημμένα εργοστάσια, τον ίδιο τον δρόμο (όπως διαπιστώσαμε κατά την ανατροπή τού Σάχη τού Ιράν: καμιά εξουσία δεν μπορεί εσαεί να ανθίσταται στην ακατάπαυστη παρουσία, σε καθημερινή βάση, μάζας λαού που καταλαμβάνει τους δρόμους), ή ακόμη και τις εστίες διαμονής Αφρικανών εργατών. Πρόκειται, επιπλέον, για κίνδυνο οργανωτικό (με άλλα λόγια, για κίνδυνο που αναλαμβάνεται αναφορικά μ’ έναν οργανωμένο χώρο), που αντιδιαστέλλεται τόσο προς την έννοια τής θυσίας όσο και προς αυτήν τής αιτίασης [plainte] και ο οποίος δυσπιστεί προς τη θυσιαστική τάση που μεγαλοποιεί και εξιδανικεύει τον κίνδυνο και συνάμα προς την καθαρά αμυντική στάση που εύκολα μπορεί να μετατραπεί σε απλή μομφή. [Στις συμφορές που μας βρήκαν] «πρέπει να κοιτάζουμε, όπως όταν στα ζάρια μάς τύχει καμιά στραβή ριξιά, να κανονίζουμε τα πράγματα σύμφωνα με τα νούμερα που φέραμε, καθώς δηλαδή μας δείχνει το λογικό πώς θα είναι καλύτερα, και να μην κάνουμε όπως τα παιδιά που, όταν τύχει να πέσουν, κρατούν το μέρος που χτύπησαν και εξακολουθούν να ξεφωνίζουν, αλλά πάντοτε να συνηθίζουμε την ψυχή μας να καταπιάνεται όσο το δυνατόν γρηγορότερα με τη θεραπεία τού νοσήματος και την επανόρθωση τού ατυχήματος κάνοντας έτσι περιττές τις θρηνωδίες [plaintes]» (Πολιτεία, Ι΄, 604c).[9] Μη ρομαντικό σύστημα τής μη παθιασμένης απόφασης.

Σημειώσεις
[1] [Der Staat ist die Wirklichkeit der sittlichen Idee]; [L’État est la réalité en acte de l’Idée morale objective]; [The state is the actuality of the ethical Idea].
Σημ. Μετ. Τα αποσπάσματα από τη Φιλοσοφία τού Δικαίου είναι από τη μετάφραση τού Γ.Λιόνη τής γαλλικής έκδοσης (η οποία προλογίζεται από τον J. Hyppolite), εκδ. Αναγνωστίδη. Για το πρωτότυπο γερμανικό κείμενο δες εδώ, και για την αγγλική μετάφραση εδώ.
[2] [Der Staat ist als die Wirklichkeit des substantiellen Willens … das an und für sich Vernünftige.]
[l’État, comme réalité en acte de la volonté substantielle … est le rationnel en soi et pour soi.]
[The state is absolutely rational inasmuch as it is the actuality of the substantial will …]
[3] [Wenn der Staat mit der bürgerlichen Gesellschaft verwechselt und seine Bestimmung in die Sicherheit und den Schutz des Eigentums und der persönlichen Freiheit gesetzt wird, so ist das Interesse der Einzelnen als solcher der letzte Zweck, zu welchem sie vereinigt sind, und es folgt hieraus ebenso, daß es etwas Beliebiges ist, Mitglied des Staates zu sein. – Er hat aber ein ganz anderes Verhältnis zum Individuum; indem er objektiver Geist ist, so hat das Individuum selbst nur Objektivität, Wahrheit und Sittlichkeit, als es ein Glied desselben ist. Die Vereinigung als solche ist selbst der wahrhafte Inhalt und Zweck, und die Bestimmung der Individuen ist, ein allgemeines Leben zu führen;]
[Si on confond l’État avec la société civile et si on le destine à la sécurité et à la protection de la propriété et de la liberté personnelle, l’intérêt des individus, en tant que tels, est le but suprême en vue duquel ils sont rassemblés, et il en résulte qu’il est facultatif d’être membre d’un État. Mais sa relation à l’individu est tout autre; s’il est l’esprit objectif, alors l’individu lui-même n’a d’objectivité, de vérité et de moralité que s’il en est un membre. L’association en tant que telle est elle-même le vrai contenu et le vrai but, et la destination des individus est de mener une vie collective.]
[If the state is confused with civil society, and if its specific end is laid down as the security and protection of property and personal freedom, then the interest of the individuals as such becomes the ultimate end of their association, and it follows that membership of the state is something optional. But the state’s relation to the individual is quite different from this. Since the state is mind objectified, it is only as one of its members that the individual himself has objectivity, genuine individuality, and an ethical life. Unification pure and simple is the true content and aim of the individual, and the individual’s destiny is the living of a universal life.]
[4] Σημ. Μετ. Ο όρος «libre arbitre» θα ήταν ορθότερο να μεταφρασθεί ως «ελευθεροβουλία».
[c’est seulement en voulant consciemment l’État [dont les membres sont des citoyens conscients de vouloir l’unité du Tout] que l’individu dépasse la contingence du libre arbitre pour entrer dans la terre native de la liberté.]
Πρόλογος τού Ζαν Ιπολίτ στην Φιλοσοφία τού Δικαίου τού Γ.Β.Φ. Χέγκελ, εκδ. Γκαλλιμάρ, συλλ. «Tel», σελ.24.[5] Σημ. Μετ. μετάφραση ελαφρώς τροποποιημένη.
[Der Staat ist die Wirklichkeit der konkreten Freiheit; die konkrete Freiheit aber besteht darin, daß die persönliche Einzelheit und deren besondere Interessen sowohl ihre vollständige Entwicklung und die Anerkennung ihres Rechts für sich (…) haben, als sie durch sich selbst in das Interesse des Allgemeinen teils übergehen, teils mit Wissen und Willen dasselbe und zwar als ihren eigenen substantiellen Geist anerkennen und für dasselbe als ihren Endzweck tätig sind, …]
[L’État est la réalité en acte de la liberté concrète; or la liberté concrète consiste en ceci que l’individualité personnelle et ses intérêts particuliers reçoivent leur plein développement et la reconnaissance de leurs droits pour soi (…), en même temps que d’eux-mêmes ils s’intègrent à l’intérêt général, ou bien le reconnaissent consciemment et volontairement comme la substance de leur propre esprit, et agissent pour lui, comme leur but final.]
[The state is the actuality of concrete freedom. But concrete freedom consists in this, that personal individuality and its particular interests not only achieve their complete development and gain explicit recognition for their right (…) but, for one thing, they also pass over of their own accord into the interest of the universal, and, for another thing, they know and will the universal; they even recognise it as their own substantive mind; they take it as their end and aim and are active in its pursuit.]
[6] [Αντωνυμική αναφορά είτε στην «πολιτική» είτε στην «πολιτική ιδέα»].
[7] [Der Krieg als der Zustand, in welchem mit der Eitelkeit der zeitlichen Güter und Dinge, die sonst eine erbauliche Redensart zu sein pflegt, Ernst gemacht wird, ist hiermit das Moment, worin die Idealität des Besonderen ihr Recht erhält und Wirklichkeit wird;]
[La guerre comme état dans lequel on prend au sérieux la vanité des biens et des choses temporelles qui, d’habitude, n’est qu’un thème de rhétorique artificielle, est donc le moment où l’idéalité de l’être particulier reçoit ce qui lui est dû et devient une réalité.]
[War is the state of affairs which deals in earnest with the vanity of temporal goods and concerns - a vanity at other times a common theme of edifying sermonising. This is what makes it the moment in which the ideality of the particular attains its right and is actualised.]
[8] Σημ. Μετ. Η αντωνυμία αναφέρεται στην «υποστατική διαγωγή/δεσμός/σχέση» [substantielle Verhältnis/conduite substantielle/substantial tie].
[Indem die Aufopferung für die Individualität des Staates das substantielle Verhältnis aller und hiermit allgemeine Pflicht ist, so wird es zugleich, als die eine Seite der Idealität gegen die Realität des besonderen Bestehens, selbst zu einem besonderen Verhältnis und ihm ein eigener Stand, der Stand der Tapferkeit, gewidmet.]
[Si le sacrifice pour l’individualité de l’État est la conduite substantielle de tous et, par conséquent, un devoir universel, en même temps, on peut la considérer comme le côté de l’idéalité en face de la réalité de l’existence particulière et elle entraîne une condition particulière et une classe qui lui est consacrée, la classe du courage.]
[Sacrifice on behalf of the individuality of the state is the substantial tie between the state and all its members and so is a universal duty. Since this tie is a single aspect of the ideality, as contrasted with the reality, of subsistent particulars, it becomes at the same time a particular tie, and those who are in it form a class of their own with the characteristic of courage.]
[9] Σημ.Μετ.Μετάφραση (ελαφρά τροποποιημένη) Ι. Γρυπάρη. εκδ. Ζαχαρόπουλος. Στο πρωτότυπο, η μετάφραση που χρησιμοποιεί ο Μπαντιού είναι τού Ρ. Μπακού.

Πηγή: waltendegewalt