Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπελογιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπελογιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2015

Ν. Μόττας-Το ΚΚΕ γεννά Μπελογιάννηδες

Το ΚΚΕ γεννά Μπελογιάννηδες
του Νίκου Μόττα.

«Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας έχει στο λαό βαθιές ρίζες. Συνδέεται μαζί του με ακατάλυτους δεσμούς αίματος και δεν μπορεί κανείς να το εξοντώσει ούτε με στρατοδικεία, ούτε με εκτελεστικά αποσπάσματα. Ο στόχος μας ήταν και είναι να προστατέψουμε τα συμφέροντα του λαού και της χώρας μας…».
(Νίκος Μπελογιάννης)

Σάββατο, 14 Απριλίου 2012

Νίκος Μπελογιάννης-Πρέπει να δανείζεται μια χώρα; Δανειστές και χρεώστες

Νίκος Μπελογιάννης
Το ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα
Μέρος Δεύτερο: Οι συνέπειες
Κεφάλαιο πρώτο
Πρέπει να δανείζεται μια χώρα;

Β. Δανειστές και χρεώστες

Ιδιαίτερα μέσα στον ιμπεριαλισμό, για τους ιμπεριαλιστές το δάνειο είναι πάντα καλό. Για τις χώρες όμως και τους λαούς που τα δέχονται, είναι σαν να πιάνουν στα χέρια τους σίδερο αναμμένο, γιατί πάει αμέσως περίπατο και ο εθνικός πλούτος και η ανεξαρτησία τους, η οικονομική και η πολιτική.

Αλλά --θα ρωτήσει κανείς-- γιατί τότε οι ανεξάρτητες τουλάχιστον χώρες να το παίρνουν, γιατί να μπάζουνε στο εσωτερικό τους το ξένο κεφάλαιο;

Την απάντηση --πολύ εύκολη μάλιστα-- μας την έδωσε η ιστορία των δικών μας δανείων, που απόδειξη ότι η κυρίαρχη τάξη ούτε το χρυσωμένο χάπι που προσφέρουν οι ξένοι τοκογλύφοι αποφεύγει ούτε στην πίεση και τους εκβιασμούς των ξένων ιμπεριαλιστών αντιστέκεται, αλλά, αντίθετα, πάντοτε σχεδόν δεμένη στενά μαζί τους, θυσίασε τα εθνικά και λαϊκά συμφέροντα μπροστά στο συμφέρον το δικό της και των ξένων. Γι' αυτό άλλωστε, και στις χώρες-θύματα υπάρχουν και εκεί θερμοί απολογητές του δανεισμού που υποστηρίζουν ότι όσο περισσότερα δάνεια υπάρχουν τόσο μεγαλύτερος καθίσταται ο εθνικός πλούτος. Ενώ, όπως είδαμε, η πραγματικότητα είναι ότι τα κρατικά δάνεια που δίνονται από τους ξένους στις καθυστερημένες χώρες, συντελούν αποκλειστικά στη μεγαλύτερη οικονομική τους υποδούλωση.

Εδώ θα πρέπει να προσθέσουμε ότι οι υπόλοιπες μορφές του ξένου κεφαλαίου δεν εξσασκούνε λιγότερο καταστρεπτική επίδραση, με τη διαφορά ότι σ' αυτήν την περίπτωση ο ιμπεριαλισμός αντιγράφει ίσαμε ένα βαθμό το μύθο της γάτας που έγλειφε το λάδι το χυμένο πάνω σε μια λίμα.

Συγκεκριμένα, το ξένο κεφάλαιο που μπαίνει σε μια καθυστερημένη χώρα και ιδιαίτερα με τη μορφή της ιδιωτικής επιχείρησης και τοποθετιέται σε βιομηχανικές επιχειρήσεις για να εκμεταλλεύεται τα πάμφτηνα εργατικά χέρια και να τρυγάει υπέρογκα κέρδη, συντελεί παράλληλα λίγο-πολύ και παρά τη θέλησή του στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων αυτής της χώρας και --το σπουδαιότερο-- δημιουργιέται ταυτόχρονα και το προλεταριάτο, η κυριότερη πολιτική δύναμη που μπαίνει σε λίγο επικεφαλής όλων των εθνικών δυνάμεων, για την απαλλαγή της χώρας από την ιμπεριαλιστική εξάρτηση. Γι' αυτό το χρηματιστικό κεφάλαιο έχει πάντοτε ιδιαίτερη προτίμηση στα κρατικά δάνεια --όταν πρόκειται για "ανεξάρτητες" χώρες-- ή σε προνομιούχες επιχειρήσεις που δεν αναπτύσσουν τις παραγωγικές δυνάμεις της χώρας. Πολλές φορές όμως οι ιμπεριαλιστές, σφιγμένοι από την ανάγκη, μπορεί να διαθέσουν τα κεφάλαιά τους όχι σύμφωνα με τον παραπάνω τρόπο, αλλά για τη βιομηχανική ανάπτυξη μιας χώρας, πράγμα που ποτέ δεν θα το επιχειρούσαν υπό ομαλές συνθήκες.

Αλλά γενικά και σχεδόν χωρίς εξαίρεση, η κατάσταση γίνεται αφόρητη για τις χώρες όπου το ξένο κεφάλαιο μπήκε κυρίως με τη μορφή του δανείου, όπως έγινε με την Ελλάδα. Και γράφω "σχεδόν χωρίς εξαίρεση", γιατί μερικές φορές οι ιμπεριαλιστές, βλέποντας το καπιταλιστικό καθεστώς ορισμένων χωρών να περνάει θανάσιμη εσωτερική κρίση, τρέχουν πρόθυμοι να δανείσουν τεράστια ποσά στην τάξη που κινδυνεύει για να την βοηθήσουν, από συναδελφική αλληλεγγύη, να περάσει την κρίση και να καλμάρει ή να τσακίσει με τη βία το φουσκωμένο κι απειλητικό λαϊκό κίνημα. Κλασικό παράδειγμα είναι η Γερμανία αμέσως ύστερα από τον πρώτο ιμπεριαλιστικό πόλεμο, η Αυστρία, και άλλες αργότερα και πρωτύτερα χώρες. Σ' όλες τούτες τις περιπτώσεις, φαίνεται ολοκάθαρα ο ανοιχτά αντιδραστικός πολιτικός ρόλος του ξένου κεφαλαίου σε παγκόσμια κλίμακα.

Τα μεγάλα ιμπεριαλιστικά κράτη δεν ακταφεύγουν βέβαια σ' εξωτερικά δάνεια, αλλά φροντίζουνε σχεδόν πάντοτε να ικανοποιούν τις ανάγκες τους μ' εσωτερικά δάνεια, καταφεύγοντας στα κομποδέματα των λαών τους. Κι εκεί όμως το πράγμα έχει και την αντίθετη όψη του που γεννιέται παρά τη θέληση των ιμπεριαλιστών. Δεν είναι δηλαδή σπάνιες οι περιπτώσεις που μεγάλες ιμπεριαλιστικές χώρες δανείστηκαν τεράστια ποσά από άλλες πιο πλούσιες, και αυτό έγινε κάτω από εξαιρετική ανάγκη και το βάρος της οικονομικής τους δύναμης. Έτσι, η Αμερική δάνεισε πολλά δισεκατομμύρια στην Αγγλία και στη Γαλλία από τον πρώτο ιμπεριαλιστικό πόλεμο και ύστερα, μα κι αυτά τα πλήρωσαν με τη σειρά τους οι αποικίες και οι υποδουλωμένες στο αγγλογαλλικό κεφάλαιο χώρες.

Παρασκευή, 13 Απριλίου 2012

Νίκος Μπελογιάννης-Πρέπει να δανείζεται μια χώρα; Δάνεια "καλά" και "κακά"

Νίκος Μπελογιάννης
Το ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα
Μέρος Δεύτερο: Οι συνέπειες
Κεφάλαιο πρώτο
Πρέπει να δανείζεται μια χώρα;

Α. Δάνεια “καλά” και “κακά”

Πριν γνωρίσουμε τις συνέπειες που ’χε για την Ελλάδα η είσοδος του ξένου κεφαλαίου, πρέπει να βρούμε τη σωστή απάντηση στο παραπάνω ερώτημα, μια και τα εξωτερικά δάνεια διαδραμάτισαν στην Ελλάδα τον κυριότερο ρόλο σε σύγκριση με τις άλλες μορφές του ξένου κεφαλαίου που μπήκανε στη χώρα μας. Οι πολιτικοί οικονομολόγοι και δημοσιολόγοι της κυρίαρχης τάξης κανόνιζαν κάθε εποχή την πορεία τους και τις θέσεις τους πάνω σ’ αυτό το ζήτημα ανάλογα με τα συμφέροντα της τάξης τους. Όταν η αστική τάξη πάλευε για την αφαίρεση της πολιτικής κυριαρχίας από τη φεουδαρχία ή το γκρέμισμά της, όλοι σχεδόνοι αστοί πολιτικοί της Δυτικής Ευρώπης είχαν κηρυχτεί ενάντια στον κρατικό δανεισμό […] Ακόμα απ’ τον καιρό του Λουδοβίκου 14ου, ο Κολμπέρτ, υπουργός του βασιλιά “Ήλιου”, είχε ψηφίσει την ποινή του θανάτου για κείνον που θα ’θελε να δώσει δάνειο στο βασιλιά. Επίσης, ο Εγγλέζος φιλόσοφος και ιστορικός του 18ου αιώνα Ντέιβιντ Χιούμ διακήρυχνε ότι το κράτος πρέπει να σκοτώσει την πίστη [τον δανεισμό], αν δεν θέλει να πέσει θύμα της. Τις ίδιες ιδέες είχε και ο πασίγνωστος τραπεζίτης και υπουργός του Λουδοβίκου 16ου Νεκέρ, καθώς και ο Πρώσος πολιτικός Στάιν στις αρχές του 19ου αιώνα. Και οι κλασικοί αστοί οικονομολόγοι —Σμιθ, Ρικάρντο, Σαίυ— υποστηρίζανε στα βιβλία τους τις ίδιες απόψεις.

Κύλησαν όμως από τότε πολλά χρόνια, άλλαξαν τα πράγματα και μαζί μ’ αυτά μπαγιάτεψαν και οι παραπάνω θεωρίες, ιδέες και αντιλήψεις. Από τη μέση του περασμένου αιώνα και ύστερα, πολλοί αρχίσανε να υποστηρίζουν ότι ένα δάνειο πάντοτε είναι καλό και με τον καιρό, όπως γράφει ο Αγγ. Αγγελόπουλος, “ο αριθμός των υπέρ του δανεισμού κηρυσσομένων ογκούται συνεχώς.” Τινές, μάλιστα, φτάνουν μέχρι του σημείου να υποστηρίζουν ότι όσο περισσότερα δημόσια δάνεια υπάρχουν, τόσο μεγαλύτερος καθίσταται ο εθνικός πλούτος.

Η μεταβολή τούτη έχει βέβαια τις αιτίες της και πρώτη είναι η συσσώρευση κεφαλαίου που ’χει αρχίσει να βαδίζει παράλληλα με τη βιομηχανική ανάπτυξη. Αυτή η συσσώρευση δημιουργεί έναν πληθωρισμό, μικρό ακόμα, κεφαλαίων, που αρχίζουνε μ’ αργό ρυθμό στην αρχή να βγαίνουν στο εξωτερικό, στις αποικιακές και στις καθυστερημένες οικονομικά χώρες. Επίσης, από τα μέσα του 19ου αιώνα και νωρίτερα, η αστική τάξη είχε σταθεροποιηθεί οριστικά στην πολιτική εξουσία είτε γκρεμίζοντας με τη βία το φεουδαρχικό καθεστώς, είτε κατακτώντας με συμβιβασμούς και με την εκμετάλλευση των λαϊκών εξεγέρσεων μια μια τις κυριότερες θέσεις του κρατικού μηχανισμού. Γι’ αυτό τώρα τα δάνεια είναι καλά και απαραίτητα, γιατί στο μεγαλύτερο μέρος τους θα διατεθούν ή για την ενίσχυση των παραγόντων εκείνω που συντελούνε στην οικονομική ανάπτυξη μιας χώρας και κυρίως της βιομηχανίας, συγκοινωνίες, κλπ, ή θα χρηματοδοτήσουν τους κατακτητικούς πολέμους της κυρίαρχης τάξης. Και κοντά σε τούτους τους λόγους πρέπει να αναγράψουμε και το ότι τα δάνεια δυναμώνουν όλο και περισσότερο τις τράπεζες που αρχίζουν να κυριαρχούν στην οικονομική ζωή των μεγαλοκαπιταλιστικών χωρών και να γίνονται, για την εποχή εκείνη, ένας από τους κυριότερους συντελεστές της βιομηχανικής ανάπτυξης. Εδώ πρέπει να κάνουμε και κάποιο ξεχωρισμό. Ενώ δηλαδή τα δάνεια που γίνονται στο εσωτερικό του κάθε καπιταλιστικού κράτους για λογαριασμό του απορροφούν κυρίως τα μικροκομποδέματα των μικροαστών και άλλων εργαζομένων, αντίθετα τις μικρές και καθυστερημένες χώρες τις δανείζουν κυρίως οι μεγάλοι οργανσιμοί του εξωτερικού, γεγονός με μεγάλες πολιτικές και οικονομικές συνέπειες.

Έτσι, λοιπόν, ύστερ’ από τις μεγάλες πολιτικές και οικονομικές μεταβολές που σημειώσαμε, επόμενο ήτνα οι πολιτικοί και οι οικονομολόγοι της κυρίαρχης τάξης ν’ αλλάξουν το τροπάρι τους πάνω στο ζήτημα του δανεισμού.

Ο Γερμανός K. Dietzel γίνεται από το 1855 ο κυριότερος απολογητής του κρατικού δανείου. Κι όταν στα τέλη του 19ου αιώνα ο καπιταλισμός αρχίζει να περνάει στο τελευταίο του στάδιο, τον ιμπεριαλισμό, τότε πια το δάνειο θεοποιείται. Στην περίοδο τούτη το τραπεζικό και το βιομηχανικό κεφάλαιο ενώνονται πια μ’ αξεχώριστους δεσμούς, παίρνοντας τα δυο μαζί την καινούργια μορφή του χρηματιστικού κεφαλαίου. Ταυτόχρονα δημιουργούνται τα μεγάλα τραστ, τα καρτέλ και στα χέρια των μεγαλοκαπιταλιστών συγκεντρώνονται τόσα κεφάλαια, που θα πάθαιναν ασφυξία, αν δεν έβρισκαν διέξοδο, γι’ αυτό και δισεκατομμύρια ολόκληρα αρχίζουν να παίρνουν το δρόμο προς τις αποικίες ή τις ανεξάρτητες αλλά καθυστερημένες οικονομικά χώρες, για να τις αποικιοποιήσουν κι αυτές ειρηνικά.

Τα κεφάλαια τούτα τοποθετούνται σ’ επιχειρήσεις “παραγωγικές” ή δίνονται με τη μορφή κρατικού είτε ιδιωτικού δανείοου κι αμέσως στις μεγάλες ιμπεριαλιστικές χώρες αλλά και στι ςμικρές αρχίζουνε να ξεπηδάνε και να πληθαίνουν οι ραντιέρηδες, που για να τους γνωρίσουμε με δυο λόγια μοναδική τους απασχόληση είναι να εισπράττουν κάθε χρόνο ή εξάμηνο τους τόκλους και τα χρεολύσια από τα δάνεια και τα κεφάλαια που ’χουν τοποθετήσει στο εξωτερικό, και κυρίως στις αποικές και τις καθυστερημένες χώρες.

Έτσι, βουνά ολόκληρα από λίρες, δολάρια, φράγκα ή μάρκα αρπάζονται κάθε χρόνο από τον εθνικό πλούτο των χωρών αυτών και περνάνε στα χέρια των μεγάλων παραλήδων, και κάθε χώρα που ’χε την ατυχία να δεχτεί τα κεφάλαια και τα δάνεια των ιμπεριαλιστικών χωρών είναι καταδικασμένη στον μαρασμό και στην καθυστέρηση, γιατί ο λαϊκός ιδρώτας που χύνεται άφθονα δεν ξοδεύεται πια για την προκοπή του τόπου, αλλά κλέβεται από τους ραντιέρηδες.

[…] Το τελικό μας συμπέρασμα είναι ότι, όταν δεν σύμφερε στον καπιταλισμό, το δάνειο ήταν κακό και από τότε που τον συμφέρει είναι καλό, κάλλιστο!

Τετάρτη, 11 Απριλίου 2012

Νίκος Μπελογιάννης-Το ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα. Κεφ 21, Γενική ανακεφαλαίωση (ΙΙ)

...Με τα συνολικά νούμερα που βγαίνουν από κάθε περίοδο συμπληρώνουμε τον παρακάτω πίνακα, που δείχνει πόσα δανειστήκαμε, πόσα πληρώσαμε και πόσα χρωστάμε πολύ πριν από τον πόλεμο, γιατί από τότε μέχρι σήμερα πρέπει να αυξήθηκε αρκετά το χρέος, δεδομένου ότι για τους τοκογλύφους οι τόκοι τρέχουν.

Περίοδος 1821-1893
Δανειστήκαμε 478 εκατ. χρυσά φράγκα, πληρώσαμε 550 εκατ. χρυσά φράγκα, χρωστάμε 645 εκατ. χρυσά φράγκα.
Τιμή έκδοσης 69%
Τόκος πραγματικός 6.8%
Περίοδος 1893-1922
Δανειστήκαμε  702 εκατ. χρυσά φράγκα, πληρώσαμε 730 εκατ. χρυσά φράγκα, χρωστάμε 1.000 εκατ. χρυσά φράγκα
Τιμή έκδοσης 89%
Τόκος πραγματικός 4.7%
Περίοδος 1922-1932
Δανειστήκαμε 817 εκατ. χρυσά φράγκα, πληρώσαμε 924 εκατ. χρυσά φράγκα, χρωστάμε 2.000 εκατ. χρυσά φράγκα
Τιμή έκδοσης 87%  
Τόκος πραγματικός 7,5%
Σύνολο
Δανειστήκαμε 1.997 εκατ., πληρώσαμε 2.204 εκατ., χρωστάμε 2.000 εκατ.
Τιμή έκδοσης 87%
Τόκος πραγματικός 6.33%

Από τον παραπάνω πίνακα βγαίνουν τα παρακάτω συμπεράσματα:

1. Το μέσο ποσοστό του τόκου ξεπερνάει για όλες τις περιόδους το κανονικό ποσοστό και μάλιστα στην πρώτη και στην τελευταία περίοδο, όταν τα κεφάλαια βρωμούσαν στη διεθνή αγορά, τότε το ποσοστό φτάνει σε καθαρά τοκογλυφικά επίπεδα.

2. Η μέση τιμή έκδοσης για όλες τις περιόδους ξεπερνάει τα όρια της νόμιμης συναλλαγής και φτάνει τα όρια μιας καθαρά ληστρικής πράξης.

3. Το καταπληκτικότερο όμως συμπέρασμα είναι ότι δανειστήκαμε και στις τρεις περιόδους 1.997 εκατομμύρια χρυσά φράγκα και για την εξόφλησή τους πληρώσαμε σε τοκοχρεωλύσια πολύ περισσότερα, δηλαδή 2.204 εκατομμύρια χρυσά φράγκα. Με βάση τους αριθμούς τούτους, ένας αμύητος θα νόμιζε ίσως ότι έπρεπε να 'χουμε περίπου ξοφλήσει τους λογαριασμούς μας με τους ξένους κεφαλαιούχους, ενώ όπως δείχνει ο πίνακας τους χρωστάμε ακόμα πάνω από 2 δισεκατομμύρια χρυσά φράγκα, δηλαδή, πιο πολλά από όσα μας έδωσαν. Με πολλά μάλιστα δάνεια συμβαίνει κάτι το εξωφρενικό. Π.χ. με το δάνειο του 1881 πήραμε 89 εκατομμύρια χρυσά φράγκα και χρωστάγαμε το 1932 70.4 εκατομμύρια. Αν σ' αυτά προστεθούν κι οι απλήρωτοι τόκοι μόνο μέχρι το 1941, χρωστάμε περισσότερα από όσα δανειστήκαμε. Με το δάνειο των μονοπωλίων του 1887 πήραμε 91 εκατομμύρια και το 1932 χρωστάγαμε 95 εκατομμύρια! Το 1893 με το δάνειο της κεφαλαιοποίησης πήραμε 5.5 εκατ. και το 1932 χρωστάγαμε 6.5, κλπ, κλπ. Νομίζει κανείς ότι επαναλαμβάνεται η ιστορία της Λερναίας Ύδρας. Όσο περισσότερα πληρώναμε, τόσο περισσότερο μεγάλωνε το χρέος μας.

4. Το τέταρτο συμπέρασμα βγαίνει αν μελετήσουμε την τελευταία στήλη των τριών πινάκων, για το πώς χρησιμοποιήθηκαν τα δάνεια που πήραμε. Απ' όλα αυτά, αν εξαιρέσει κανείς ελάχιστα που διατέθηκαν για αμφίβολους παραγωγικούς σκοπούς και για την πρόοδο της χώρας, όλα τα άλλα ή σπαταλήθηκαν ή ξανάφυγαν πάλι στο εξωτερικό ως τοκοχρεωλύσια ή χρησιμοποιήθηκαν για εξόφληση της Εθνοτράπεζας ή διατέθηκαν για πολεμικούς σκοπούς. Το συμπέρασμα είναι ότι το μεγαλύτερο ποσοστό --περίπου 85%-- από τα 2.204 εκατομμύρια χρυσά φράγκα που πληρώσαμε, επιβάρυναν τον προϋπολογισμό της χώρας, γεγονός που είχε, όπως θα δούμε, ανυπολόγιστη σημασία.

Τρίτη, 10 Απριλίου 2012

Νίκος Μπελογιάννης-Το ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα, Κεφ. 21. Γενική Ανακεφαλαίωση (Ι)

Κλείνοντας το πρώτο μέρος του βιβλίου, είναι απαραίτητο να κάνουμε μια γενική ανακεφαλαίωση σχετικά με τα ποσά του ξένου κεφαλαίου που μπήκανε στη χώρα μας, τα ποσά που πληρώσαμε για την εξυπηρέτησή τους και τα υπόλοιπα που μένουν ανεξόφλητα. Έτσι, θα 'χουμε πάντοτε πρόχειρη μια εικόνα του αντεθνικού και αντιλαϊκού "δούναι και λαβείν" των ντόπιων αστικοτσιφλικάδων με τους ξένους τοκογλύφους. Τους πίνακες του θλιβερού τούτου απολογισμού τους γεμίζουν τα δημόσια δάνεια, γιατί την ιστορία του ιδιωτικού κεφαλαίου, και πολύ σύντομα την ίδια τη φύση του, τη διαγράψαμε σε γενικές γραμμές στο προηγούμενο κεφάλαιο. 

Α. Τι πήραμε, τι δώσαμε και τι χρωστάμε
Ευκολότερα μπορούμε να παρακολουθήσουμε τον πίνακα του δανεισμού αν τον χωρίσουμε σε τρεις περιόδους, πράγμα που επιβάλλεται άλλωστε κι από την ίδια την ιστορία των εξωτερικών δανείων.

Περίοδος 1821-1893

Τίτλος δανείου Δάνεια ανεξαρτησίας
Πότε έγινε 1824
Κεφάλαιο σε εκατομμύρια χρυσά φράγκα Ονομαστικό* 70 Πραγματικό** (1) 
Τιμή έκδοσης*** 53% το α, 54% το β
Τόκος Ονομαστικός 5% Πραγματικός 9% 
Παρατηρήσεις Τα 'φαγαν σχεδόν στο σύνολό τους οι ξένοι τοκογλύφοι και τυχοδιώκτες και οι ντόπιοι αστοκοτζαμπάσηδες

Τίτλος δανείου Δάνειο 1833
Πότε έγινε 1832
Κεφάλαιο σε εκατομμύρια χρυσά φράγκα Ονομαστικό* 57.2 Πραγματικό**53.8
Τιμή έκδοσης*** 94%
Τόκος Ονομαστικός 5% Πραγματικός 5.3% 
Παρατηρήσεις Ένα μέρος για την εξαγορά της Εύβοιας και τα υπόλοιπα τα 'φαγαν οι Βαυαροί

Τίτλος δανείου Δάνειο 1879
Πότε έγινε 1879
Κεφάλαιο σε εκατομμύρια χρυσά φράγκα Ονομαστικό* 60 Πραγματικό**44
Τιμή έκδοσης***73%
Τόκος Ονομαστικός 6% Πραγματικός 8.2% 
Παρατηρήσεις Τα περισσότερα τα πήρε η Εθνοτράπεζα και τα υπόλοιπα ξοδεύτηκαν στις θεατρικές κινητοποιήσεις του 1879-1880

Τίτλος δανείου Δάνειο 1881 5%
Πότε έγινε 1881
Κεφάλαιο σε εκατομμύρια χρυσά φράγκα Ονομαστικό* 100 Πραγματικό**89.5
Τιμή έκδοσης*** 74.6%
Τόκος Ονομαστικός 5% Πραγματικός 6.7% 
Παρατηρήσεις Πληρώθηκαν τα χρέη στην Εθνοτράπεζα και τον Συγγρό και με τα υπόλοιπα σκεπάστηκαν τα ελλείμματα του προϋπολογισμού

Τίτλος δανείου Δάνειο 1884 5%
Πότε έγινε 1884
Κεφάλαιο σε εκατομμύρια χρυσά φράγκα Ονομαστικό* 100 Πραγματικό**69.8
Τιμή έκδοσης*** 69.8%
Τόκος Ονομαστικός 5% Πραγματικός7.1% 
Παρατηρήσεις Για την άρση της αναγκαστικής κυκλοφορίας

Τίτλος δανείου Δάνειο 4% μονοπωλίων
Πότε έγινε 1887
Κεφάλαιο σε εκατομμύρια χρυσά φράγκα Ονομαστικό* 135 Πραγματικό**90.9
Τιμή έκδοσης*** 70%
Τόκος Ονομαστικός 4% Πραγματικός 6% 
Παρατηρήσεις 20 εκατ. για πολεμικό υλικό, 50 εκατ. στην Εθνοτράπεζα και τον Συγγρό, 13 για τοκοχρεολύσια και τα υπόλοιπα για τα ελείμματα.

Τίτλος δανείου Δάνειο 4% Πάγιο 1889
Πότε έγινε 1889
Κεφάλαιο σε εκατομμύρια χρυσά φράγκα Ονομαστικό* 155 Πραγματικό**111.3
Τιμή έκδοσης*** 87%
Τόκος Ονομαστικός 4% Πραγματικός 5.7% 
Παρατηρήσεις Τα περισσότερα για τοκοχρεωλύσια και με τα υπόλοιπα εξοφλήθηκαν τα δάνεια της Εθνοτράπεζας.

Τίτλος δανείου Δάνειο 5% Σιδηροδρόμων
Πότε έγινε 1890
Κεφάλαιο σε εκατομμύρια χρυσά φράγκα Ονομαστικό* 60 Πραγματικό**52.9
Τιμή έκδοσης*** 87%
Τόκος Ονομαστικός 5% Πραγματικός 5.7% 
Παρατηρήσεις 38 εκατ. για τοκοχρεωλύσια και τα υπόλοιπα σπαταλήθηκαν από τους ξένους εργολάβους του σιδηροδρόμου Πειραιώς-Λαρίσης

Τίτλος δανείου Δάνειο 5% κεφαλαιοποίησης
Πότε έγινε 1893
Κεφάλαιο σε εκατομμύρια χρυσά φράγκα Ονομαστικό* 9.7 Πραγματικό**5.5
Τιμή έκδοσης*** 65%
Τόκος Ονομαστικός 5% Πραγματικός 8.8% 
Παρατηρήσεις Για τα τοκοχρεωλύσια

Σύνολο Ονομαστικό κεφάλαιο 766.9 Πραγματικό κεφάλαιο 531.2 Μέση τιμή έκδοσης 68.9%
Μέσος ονομαστικός τόκος 4.9% Μέσος πραγματικός τόκος 6.7%

* Πόσα χρήματα έλεγε το δάνειο ότι δόθηκαν, πόσα χρεώθηκε η χώρα
** Πόσα χρήματα δινόταν στην πραγματικότητα, πόσα έφταναν στην Ελλάδα
*** Το ποσοστό επί του ονομαστικού ποσού που συμφωνήθηκε να δοθεί στην πραγματικότητα, άσχετα αν έφτανε καν έστω αυτό στη χώρα. Οι πραγματικοί τόκοι χρεωνόταν επί του ονομαστικού ποσού.

Σύμφωνα με τον παραπάνω πίνακα του Άγγελου Αγγελόπουλου, την περίοδο 1824-1893 δανειστήκαμε ονομαστικά 766 εκατομμύρια χρυσά φράγκα και πραγματικά 531 εκατομμύρια. Από το 1879-1893 πήραμε πραγματικά 464 εκατομμύρια, σύμφωνα με τους επίσημους καταλόγους του υπουργείου των Οικονομικών, ενώ ο Τρικούπης τότε υποστήριζε ότι το πραγματικό ποσό είναι πολύ μικρότερο και σύμφωνα μ' άλλους λογαριασμούς μόλις φτάνει τα 408 εκατομμύρια χρυσά φράγκα! Την ίδια περίοδο 1879-1893, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Δερτιλή, πληρώσαμε για τοκοχρεωλύσια 470 και κατά τον Αγγελόπουλο 510 εκατομμύρια χρυσά φράγκα και πάλι χρωστάγαμε ακόμα 585 εκατομμύρια, χωρίς το δάνειο του Όθωνα.

Η οικονομική ιστορία της Ελληνικής κοινωνίας από την οπτική γωνία των εκτελεσμένων της

Έληξε η άτυπη δημοσκόπηση του ιστολογίου για τον ρόλο των διανοουμένων στην περίοδο 1974-2009. Τα αποτελέσματα ήταν τα εξής:

Σε γενικές γραμμές, πιστεύετε ότι η διανόηση της χώρας της περιόδου 1974-2009:

* Εργάστηκε ακαταπόνητα για τη διαφώτιση των μαζών και τη χειραφέτησή τους
2 (1%)

* Έκανε καριέρα βυθισμένη στους συμβιβασμούς και το αλισβερίσι όπως όλοι
87 (46%)

* Ήταν υπερβολικά χαμηλού επιπέδου για να προσφέρει στην κοινωνία ουσιαστικά
27 (14%)

* Εργάστηκε ακαταπόνητα για την εδραίωση της κυρίαρχης ιδεολογίας, στης οποίας την υπηρεσία ήταν
78 (41%)

*Ήταν ανύπαρκτη
22 (11%)

Σύνολο ψήφων: 186 

Περιττεύει, νομίζω, το συμπέρασμα περί γενικής απαξίωσης της διανόησης και του πολιτικού ρόλου της από την κοινωνία. Και, εν προκειμένω, νομίζω ότι ακόμη και αν η δημοσκόπηση διεξαγόταν σε άλλο ιστολόγιο, διαφορετικού ιδεολογικού στίγματος, τα αποτελέσματα δεν θα ήταν δραματικά διαφορετικά. Ζούμε, ανάμεσα σε άλλα, στην εποχή του ευτελισμού της πνευματικής εργασίας, της ανάδειξης των διαπλοκών και συνενοχών των πνευματικών ανθρώπων με την γενικότερη κατάντια της ελληνικής κοινωνίας.

60 χρόνια πριν τα πράγματα ήταν αρκετά διαφορετικά, και η εξέλιξή τους τότε έπαιξε ίσως καθοριστικό ρόλο για την απόλυτη έκπτωση του διανοούμενου σήμερα.

Νωρίς τα ξημερώματα της Κυριακής, στις 30 Μάρτη του 1952, ημέρα, ειρωνικά, των γενεθλίων μου, το εκτελεστικό απόσπασμα, ενεργώντας κατ' εντολή του Διαρκούς Στρατοδικείου, στέρησε τη ζωή τεσσάρων ανθρώπων. Το αδίκημά τους; Η προσπάθειά τους να ανασυγκροτήσουν το παράνομο τότε ΚΚΕ. Τα ονόματά τους: Νίκος Καλούμενος, Ηλίας Αργυριάδης, Δημήτρης Μπάτσης, Νίκος Μπελογιάννης (χθες, παρεμπιπτόντως, τιμήθηκε ο τελευταίος σε εκδήλωση στην γενέτειρά του Αμαλιάδα).

Ο Μπάτσης και ο Μπελογιάννης ανήκουν σε μια γενιά διανοουμένων που προηγήθηκε της γενιάς της μεταπολίτευσης. Ήταν, μεταφορικά και κυριολεκτικά, στρατευμένοι διανοούμενοι. Πριν δολοφονηθούν από το ελληνικό κράτος, άφησαν πίσω τους ένα έργο, γραμμένο σε πολλές περιπτώσεις στο πόδι: στη φυλακή όπου μπαινόβγαιναν, σε κρυσφήγετα, ίσως και στο βουνό. Το Ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα του Νίκου Μπελογιάννη και το Η Βαρειά βιομηχανία στην Ελλάδα του Δημήτρη Μπάτση είναι, αντίστοιχα, τα ιστορικά πορτραίτα του οικονομικού ξεπουλήματος της χώρας από την αστική τάξη, από τα σπάργανά της στην επανάσταση του '21 ως τον πόλεμο του '40, και των ελπίδων της για παραγωγική ανασύνταξη προς όφελος των φτωχών και λαϊκών στρωμάτων. Είναι δύο βιβλία για την αστική αθλιότητα και τον ξεδιάντροπο τοκογλυφισμό και παρασιτισμό της εγχώριας και διεθνούς αστικής τάξης και για τις διαθέσιμες πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας, τους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε επιτέλους να στηρίξει μια αυτοδύναμη οικονομία για τον λαό και όχι για τους αστούς που του πίνουν το αίμα ήδη από το 1821, στο όνομα πάντα της "εθνικής ενότητας" και της "ανάπτυξης" και "προόδου" (σε άρθρο που δημοσιεύτηκε μια μέρα πριν την επέτειο της εκτέλεσης των Μπάτση-Μπελογιάννη, το Ποντίκι έδειχνε ότι κατά την περίοδο ένταξής της στην ΕΕ, η Ελλάδα έπαψε να είναι ακόμα και διατροφικά αυτόνομη, με "το άλλοτε θετικό εμπορικό ισοζύγιο αγροτικών προϊόντων και τροφίμων να έχει μετατραπεί σε αρνητικό, παρουσιάζοντας έλλειμμα της τάξης των 3.043 εκατομμυρίων ευρώ").

Επειδή θεωρώ ότι τα δύο αυτά έργα των εκτελεσμένων της 30 Μάρτη 1952 είναι βασικής και ουσιώδους σημασίας για το παρελθόν και μέλλον της χώρας --κι αυτό παρά την ηλικία τους, γιατί ποτέ δεν ξαναπέρασαν απ'τη χώρα διανοούμενοι της δικής τους πάστας, και το αστικό κράτος φρόντισε να κάνει τα δέοντα για αυτό-- το Lenin Reloaded θα προχωρήσει σε μια σε βάθος χρόνου σειρά δημοσιεύσεων από αυτά. 

Θα ξεκινήσω με ένα σημείωμα για τον Δημήτρη Μπάτση, που αναδημοσιεύεται από το ιστολόγιο Praxis, που με τη σειρά του αναδημοσίευσε το κείμενο από το Σεισάχθεια.
Αντώνης, Lenin Reloaded
----------------------------------------------------------------------------------------
Συμπληρώνονται φέτος 60 χρόνια από τη δολοφονία, από το μετεμφυλιακό κράτος, των Ν. Μπελογιάννη, Δ. Μπάτση, Ηλ. Αργυριάδη και Ν. Καλούμενου και 65 χρόνια από την πρώτη έκδοση του βιβλίου του Δ. Μπάτση: «Η Βαρειά Βιομηχανία στην Ελλάδα».

Το βιβλίο του Δ. Μπάτση «ατύχησε» τόσο στην πρώτη (1947) όσο και στην δεύτερη (1977) έκδοσή του. Οταν κυκλοφόρησε το 1947, είχε ξεκινήσει ήδη ο εμφύλιος και η έκδοσή του συγκέντρωσε (εσκεμμένα ή όχι) το ανάλογο ενδιαφέρον. Η διατύπωση ενός ολοκληρωμένου σχεδίου για την οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας από έναν κομμουνιστή οικονομολόγο «αγνοήθηκε» επιδεικτικά από τους αστούς οικονομολόγους που ορκίζονταν στη θεωρία της «ψωροκώσταινας» και στην αναγκαιότητα της ξένης «βοήθειας».

Από την άλλη μεριά, το ΚΚΕ στη δίνη του εμφυλίου πολέμου ενσωμάτωσε στο πρόγραμμά του πολλά στοιχεία από το σχέδιο του Δ. Μπάτση. Μετά την ήττα, όμως, το έργο του Δ. Μπάτση «ξεχάστηκε» ίσως γιατί αποτέλεσε καρπό της σύζευξης θεωρίας και πράξης, της μετάβασης από το γενικό στο συγκεκριμένο και της ανάγκης για τη διατύπωση ενός σχεδίου οικονομικής ανόρθωσης που άνοιγε τον «ελληνικό δρόμο για το σοσιαλισμό». Επιπλέον, γιατί έδειχνε, με πραγματικά στοιχεία, ότι υπάρχει η δυνατότητα για την αυτοανάπτυξη της Ελλάδας, χωρίς τη «βοήθεια» των σοσιαλιστικών χωρών. Είναι, παρ’ όλα αυτά, σημαντικό να γνωρίζουμε πώς το ΚΚΕ αντιμετώπισε τα προβλήματα εκείνης της περιόδου και το σχέδιο που πρότεινε για τη λύση τους. Άλλωστε, κατά τη γνώμη του γράφοντος, στην ένοπλη ήττα αυτού του σχεδίου μπορούν να αναζητηθούν πολλά από τα αίτια της σημερινής κρίσης.

Το 1977, που επανεκδόθηκε το βιβλίο του Δ. Μπάτση, ήταν η περίοδος της μεταπολιτευτικής ευωχίας της ελληνικής κοινωνίας. Η υλοποίηση του σχεδίου του απαιτεί ιδρώτα, πειθαρχία και αυτοέλεγχο ενώ η ελληνική κοινωνία προετοιμάζει την έφοδό της στον ουρανό της κατανάλωσης. Ακόμη, οι δύο κληρονόμοι του ΚΚΕ ελάχιστα ασχολούνται με τη διατύπωση ενός συνεκτικού προγράμματος ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, αλληθωρίζοντας είτε προς βορρά (Μόσχα) είτε προς δυσμάς (Ρώμη, Παρίσι κ.α.).

Η αναφορά στο έργο του Δ. Μπάτση δεν έχει μόνο σαν στόχο να τιμηθεί η μνήμη και το έργο του. Δυστυχώς, η χώρα βρίσκεται και πάλι σε μια οικονομική, κοινωνική και πολιτική κρίση που τα βασικά χαρακτηριστικά της (φτώχεια, πείνα, παραγωγική αποδιάρθρωση, έκρηξη των ανισοτήτων) παρουσιάζουν σημαντικές ομοιότητες, παρά τις μεγάλες αλλαγές στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό, με αυτά της μετακατοχικής Ελλάδας, θέτοντας και πάλι το ζήτημα της ανάπτυξης.

Ενδεικτικά για την καταγραφή των κοινών χαρακτηριστικών της μετακατοχικής Ελλάδας με τη σημερινή, παρατίθενται τα παρακάτω αποσπάσματα:

1. Από το 1940 μέχρι το 1944 το συνολικό ΑΕΠ της Ελλάδας μειώθηκε κατά 50% περίπου.1* Την περίοδο 2009-2011, το ελληνικό ΑΕΠ μειώθηκε κατά 14% περίπου, ενώ το 2012 προβλέπεται ότι θα μειωθεί κατά 5% περίπου χωρίς να μπορεί να γίνει αξιόπιστη εκτίμηση για το πότε θα επέλθει το τέλος της ύφεσης. Όσον αφορά στα εισοδήματα μισθωτών και συνταξιούχων, η μείωση, μέχρι σήμερα, υπερβαίνει το 25% και έπονται νέα μέτρα.

2. «Σύμφωνα με τις υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών, δεκαέξι κατηγορίες επιχειρήσεων είχαν πραγματοποιήσει τεράστια κέρδη από τον Απρίλιο του 1941 και μετά. Στις επιχειρήσεις αυτές συμπεριλαμβάνονται οι εργολάβοι δημοσίων έργων, κατασκευαστικές εταιρείες και εταιρείες ναυαγιαιρέσεων, εισαγωγικές εταιρείες και καπνοβιομηχανίες, οινοποίες, βιομηχανίες δέρματος και επεξεργασίας ελαιολάδου, παραγωγοί τροφίμων και τράπεζες. 2*

3. Την περίοδο της κατοχής «οι παλιές μεσαίες τάξεις φθίνουν οικονομικά, ζούνε ξεπουλώντας σκεύη, ρούχα και τουαλέτες που αγοράζουν οι νέοι πλούσιοι…».3*

4. «Η δεύτερη ανακατάταξη συντελείται στον αστικό χώρο (ιδιαίτερα στην πρωτεύουσα και οφείλεται στη μεταφορά πλούτου από τα μεσαία στρώματα και τους μισθωτούς. Μια νέα οικονομικών ισχυρών σχηματίζεται, ενώ από την άλλη ένα τμήμα της μεσαίας τάξης ωθείται στη φτώχεια».4*

5. «…Η χρηματιστική ολιγαρχία προτίμησε μην πάρει την ενίσχυση που μπορούσε από το εξωτερικό (Τράπεζα Εισαγωγών-Εξαγωγών καναδικά δάνεια, σύνολο 900 εκατ. δολάρια μέσα στα δύο πρώτα χρόνια ύστερα από τη φασιστική κατοχή για να καταντήσει να ζητιανεύει σήμερα βοήθεια και «εισροήν αφθόνου ξένου χρήματος» προσφέροντας για αντάλλαγμα την εθνική ανεξαρτησία και τις πλουτοπαραγωγικές μας πηγές, ενώ στο μεταξύ καμμιά προσπάθεια δεν έκανε για να αναπτύξει την οικονομία με εσωτερική προσπάθεια, εξασφαλίζοντας έτσι από το άλλο μέρος την «πλήρη ασυδοσίαν των πλουσίων και των εκμεταλλευτών», κατά την έκφραση του κ. Βαρβαρέσσου».5* Ας σημειωθεί ότι από τον Οκτώβριο του 2009 μέχρι τον Μάρτιο του 2010, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ είχε τη δυνατότητα να αντλήσει επιπλέον κεφάλαια συνολικού ύψους 30 δισ. ευρώ από τις αγορές ενώ αρνήθηκε τη διακρατική δανειοδότηση από τη Ρωσία και υπονόμευσε την αντίστοιχη από την Κίνα.

Οι θέσεις των αστών οικονομολόγων για την ανάπτυξη
Ποια ήταν η θεωρία που επικρατούσε στην «επίσημη» ελληνική επιστήμη και στην πολιτική των κομμάτων της οικονομικής ολιγαρχίας; Ο Δ. Μπάτσης κάνει μια εκτενή καταγραφή στο βιβλίο του, στις σελίδες 377-380, δίνοντάς μας την ευκαιρία να κάνουμε μια σύγκριση με τη σημερινή κατάσταση. Τα επιχειρήματα που επικαλούνταν οι αστοί οικονομολόγοι για να τεκμηριώσουν τις προτάσεις τους ήταν τα ακόλουθα:

1. Η Ελλάδα έχει «φυσικά» φτωχό και άγονο έδαφος.

2. Σχετικά με τη βιομηχανία, ο Ελληνας είναι «καταδικασμένος» να έχει χαμηλό εισόδημα, επειδή οι φυσικές πλουτοπαραγωγικές πηγές στο έδαφος και το υπέδαφος είναι κι αυτές απελπιστικά «περιορισμένες».

3. Ο πληθυσμός που αναλογεί στο έδαφος που μπορεί να καλλιεργηθεί είναι τόσος που το «κατά κεφαλήν» εισόδημα είναι αδύνατο να επαρκέσει για την ανύψωση του επιπέδου της ζωής.

4. Λείπουν τα κεφάλαια στη χώρα μας και «πλεονάζουν αι εργατικαί χείρες».

5. Είναι αδύνατο πια στη χώρα μας που έμεινε τόσο πίσω από τις άλλες προοδευμένες χώρες «να τις φτάσει και να τις ανταγωνιστεί», μια που αυτές έχουν πια στα χέρια τους τα κλειδιά της παγκόσμιας οικονομίας. «Συμπέρασμα λοιπόν γι’ αυτούς: Η Ελλάδα είναι μια «φυσικά» φτωχή χώρα που μπορεί «να βρει τη σωτηρία της» μονάχα με λύσεις «εξωτερικές», δηλ. με λύσεις που βρίσκουνται έξω από την οικονομία της, έξω από τ πτύξη των εσωτερικών της δυνατοτήτω εθνική εργασία».

Ποιες ήταν αυτές οι λύσεις για την ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας που προωθούσαν οι αστοί οικονομολόγοι;

1. Η πρόσκτηση, η προσάρτηση «γονίμων εδαφών». Μπορεί η Ελλάδα, σύμφωνα με τις αναλύσεις τους, να μην είχε την ικανότητα να αναπτύξει αυτόνομα την οικονομία της, αλλά μπορούσε να αφαιρέσει εδάφη από γειτονικές χώρες (κατά προτίμηση τις σλάβικες).

2. Η μετανάστευση του ελληνικού στοιχείου, των χεριών που «περισσεύουν» σε άλλες «πλούσιες» χώρες. Η διαφορά με το σήμερα έγκειται στο ότι δεν γίνεται διάκριση χεριών και μυαλών.

3. Ο εμπορικός «μεγαλοϊδεατισμός», δηλαδή, η παραχώρηση από τις «προστάτιδες δυνάμεις οικονομικών και εμπορικών προνομίων για την εκμετάλλευση ζωνών επιρροής του ξένου κεφαλαίου, ιδιαίτερα στις βαλκανικές χώρες και τη Μέση Ανατολή.

4. «Να προσφέρουμε, λένε, στο ξένο κεφάλαιο κάθε λογής προνόμια για να εκμεταλλευθεί τους πόρους της χώρας μας. Και κάθε πολιτική και οικονομική εγγύηση. Η λύση αυτή έχει σαν δικαιολογική βάση τη «στενότητα» κεφαλαίων που δεν θα μπορούσε ν’ αντιμετωπιστεί παρά με πολύ αθρόα «εισροή» του ξένου κεφαλαίου σ’ ολόκληρη την οικονομία μας».

Ο Δ. Μπάτσης συμπυκνώνει σε δύο παραγράφους την κριτική των παραπάνω θέσεων-προτάσεων δίνοντας, ταυτόχρονα, το περίγραμμα του δικού του σχεδίου:

1. «Η βασική αιτία είναι πως οι κυρίαρχες τάξεις εξακολουθούν την προπολεμική τους τακτική, την τακτική της «αντίστασης» στις παραγωγικές επενδύσεις και τα ζητούν όλα από το ξένο κεφάλαιο. Θυσιάζουν σε αντάλαγμα και την εθνική ανεξαρτησία και τις ίδιες τις πλουτοφόρες πηγές της χώρας. Εξακολουθούν τον παρασιτισμό, τον μεταπρατισμό και το δρόμο των μονοπωλιακών προνομίων. Η παραγωγική ανάπτυξη γίνεται με το ρυθμό που τους εξασφαλίζει την απόλαυση των κερδών και των προνομίων. Η βασική παραγωγική δύναμη, ο εργαζόμενος λαός, καταδυναστεύεται και το χαμηλό βιοτικό επίπεδο, η χαμηλή αγοραστική δύναμη γίνεται παράγοντας ανασταλτικός για την οικονομική ανάπτυξη».6*

2. «Η όλη υπόθεση της ανασυγκρότησης από ζήτημα ανάπτυξης οργανικής της οικομίας, από υπόθεση του ελληνικού λαού, γίνεται μια δανειακή επιχείρηση που τα πολιτικά και οικονομικά της αποτελέσματα οδηγούν στην εθνική και οικονομική υποτέλεια. Από τη δανειακή αυτή «επιχείρηση», φυσικά, ωφελούνται τόσο τα ξένα επιχειρηματικά συγκροτήματα, όσο και οι κύκλοι της «εγχώριας» οικονομικής ολιγαρχίας».7*

Δυστυχώς, η κριτική που ασκεί ο Δ. Μπάτσης το 1947, είναι τραγικά επίκαιρη και σήμερα.

Το σχέδιο του Δ. Μπάτση
Στο βιβλίο του, ο Δ. Μπάτσης αναλύει και τεκμηριώνει με λεπτομέρειες (τεχνικές και οικονομικές) το σχέδιο του για την παραγωγική αυτοανάπτυξη. Στο πρώτο μέρος, αναφέρεται στην αξιοποίηση των πλουτοπαραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας για τη δημιουργία ενεργειακής βάσης και βαριάς βιομηχανίας. Στο δεύτερο μέρος, παρουσιάζει το οικονομικό σχέδιο για τη δημιουργία και για την ανάπτυξη της βαριάς βιομηχανίας. Στο τρίτο μέρος, τεκμηριώνει τη βιωσιμότητα του οικονομικού σχεδίου του, παραθέτοντας τους άξονες μιας συνολικής οικονομικής πολιτικής που περιλαμβάνει και την αξιοποίηση της γεωστρατηγικής θέσης της χώρας.

«Το πρόβλημα είναι: Πώς με τα οικονομικά μέτρα που έχουν για αποτέλεσμα τη μετατροπή στη διάρθρωση της οικονομίας θα κατορθώσουμε ώστε -όταν η οικονομία φτάσει τα προπολεμικά παραγωγικά επίπεδα- τα κεφάλαια που παράγονταν προπολεμικά στην ελληνική οικονομία και που οι κύκλοι του κεφαλαίου της οικονομικής ολιγαρχίας δεν τα τοποθετούσαν σε μακροχρόνιες παραγωγικές επενδύσεις, αλλά τα τοποθετούσαν σε κερδοσκοπικές μικρόπνοες επιχειρήσεις (τραπεζιτικές, εμπορικές κ.λπ.) ή τα φυγάδευαν στο εξωτερικό, τα κεφάλαια αυτά να διοχετευθούν για την επέκταση των παραγωγικών κλάδων και για τη δημιουργία καινούργιων παραγωγικών μονάδων. Να διοχευτούν, δηλαδή, από παραγωγική άποψη, oρθολογικά, στο πλαίσιο ενός πλατειού οικονομικού σχεδίου, που θα προγραμματίσει την ανάπτυξη της βιομηχανίας και την εκβιομηχάνισμό της γεωργίας».8*

Για τη διαμόρφωση αυτού του σχεδίου παραγωγικής αυτοανάπτυξης, ο Δ. Μπάσης κρίνει πως είναι απαραίτητο να εξεταστεί:

«Ι) Το δυναμικό της οικονομίας, ΙΙ) η κεφαλαιοδότηση και οι πηγές της, στο σχέδιο για την εκβιομηχάνιση και ΙΙΙ) η εξωτερική οικονομική πολιτική που θα ακολουθήσουμε, τόσο για να αποφύγουμε να ματαιωθεί από τους εξωοικονομικούς παράγοντες ο βασικός σκοπός της λεύτερης και εσωτερικής οργανικής ανάπτυξης της οικονομίας, που δεν μπορεί να τοποθετηθεί αλλού, παρά στο πλαίσιο της εθνικής ανεξαρτησίας, όσο και για να χαράξουμε τη γραμμή της οικονομικής συνεργασίας της χώρας με τις άλλες χώρες κατά τον πιο ωφέλιμο, εθνικολαϊκά και οικονομικά, τρόπο».9*

Και συνεχίζει σε άλλο σημείο: «Οικονομικό δυναμικό, εσωτερικοί πόροι της οικονομίας, διαθέσιμα οικονομικά μέσα και διαθέσιμα παραγωγικά κεφάλαια -στη γενική μορφή- εκφράζουν και αντιστοιχούν στην ικανότητα μιας οικονομίας για την αδιάκοπη παραγωγική της αυτοανάπτυξη . Την ανάπτυξή της με την επεκταμένη αναπαραγωγή που στηρίζεται στη συσσώρευση οικονομικών μέσων (κεφαλαίων) που τα δημιούργησε η εθνική εργασία και που τοποθετούνται ξανά στην παραγωγή. Χρηματοδότηση ή ικανότητα χρη ματοδότησης για την εκτέλεση ενός παραγωγικού σχεδίου σημαίνει η εξασφάλιση των, ποσοτικά, απαραίτητων διαθεσίμων κεφαλαίων, σε ρευστή ή γενικότερα άμεσα καταναλώσιμη μορφή, για την προμήθεια των απαραίτητων οικονομικών μέσων και την πληρωμή της εργασίας».10*

Ο Δ. Μπάτσης παραθέτει και τις πηγές χρηματοδότησης του σχεδίου του:

1. «Η μάζα των καινούργιων κεφαλαίων που δημιουργούνται με μορφή κέρδους, τόκους κ.λπ. από την εθνική εργασία.»

2. «Το συγκεντρωμένο κεφάλαιο που αποθησαύρισαν οι κύκλοι της πλουτοκρατικής ολιγαρχίας από την εκμετάλλευση της εθνικής εργασίας στο διάστημα της κατοχής, τη συνεργασία με τον εχθρό, την κερδοσκοπία στο μαύρο εμπόριο και την ωφέλεια από την απόσβεση των έγκαταστάσεων και των χρεών τους.» Επιπλέον, από τη φορολόγηση των εφοπλιστικών κερδών και της μεγάλης ακίνητης περιουσίας.

3. Η εσωτερική αποταμίευση με τη μορφή ενός ελεύθερου, εσωτερικού, παραγωγικού δανείου και η «οργάνωση του φοροτεχνικού και φορολογικού συστήματος σε λαϊκή βάση, η εθνικοποίηση της πίστης…». Ακόμη, είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε: «α) για το βαθμό συγκέντρωσης κεφαλαίων στη χώρα μας, β) για την πραγματική εκτίμηση της αξίας των εγκαταστάσεων κ. λπ. παραγωγικού κεφαλαίου, γ) για τα οικονομικά αποτελέσματα της δράσης των ξένων κεφαλαίων, δ) για τον πραγματικό μισθό, ε) για το εισόδημα κατά κατηγορίες αναλυτικά), στ) για την αποδοτικότητα των επιχειρήσεων κ.ά.».11*

Ο Δ. Μπάτσης γνωρίζει ότι η βιωσιμότητα του σχεδίου του θα αμφισβητείτο από πολλές πλευρές. Αυτός είναι ο λόγος που παρέθεσε λεπτομερειακά, ως «λογιστής», τα οικονομικά δεδομένα του σχεδίου του στα δυο πρώτα μέρη του βιβλίου του. «Η βιωσιμότητα», για τον Δ. Μπάτση, «είναι ένα συγκεκριμένο κοινωνικοοικονομικό ζήτημα που μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο μέσα σε συγκεκριμένες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες και μέσα στις συγκεκριμένες κάθε φορά κοινωνικές μετατροπές για την ανέλιξη της κοινωνίας σε ανώτερη μορφή».12*

Και συνεχίζει: «… η βιωσιμότητα δεν είναι κατά κύριο λόγο φυσικογεωγραφικό και δημογραφικό πρόβλημα, αλλά πρόβλημα κοινωνικό… η βάση για τη βιωσιμότητα είναι ο κοινωνικός τρόπος παραγωγής, το ευνοϊκό κοινωνικό πλαίσιο και στη βάση αυτή μονάχα μπορεί να αρχίσουν να υπολογίζονται ο φυσικός πλούτος, ο πληθυσμός (σαν συντελεστής παραγωγικός), η γεωγραφική τοποθεσία κ.λπ., σαν σύνδρομοι όροι».13* Σήμερα, όσοι και όσες στην αριστερά επικαλούνται τους παραπάνω όρους για να τεκμηριώσουν τη βιωσιμότητα του σχεδίου τους, «τρώνε βρώμικο ψωμί…».

Για το ρόλο του ξένου κεφαλαίου
Οι αστοί οικονομολόγοι και οι ελίτ που εκπροσωπούσαν είχαν εκχωρήσει την όποια δυνατότητα ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας στο ξένο κεφάλαιο. Ο Δ. Μπάτσης αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «… τόσο τα ξένα σχέδια για την ανασυγκρότηση, όσο και οι μελέτες των κυβερνητικών οργανισμών και ορισμένων ειδικών και οικονομολόγων, τοποθετούν, σχεδόν αποκλειστικά, το όλο ζήτημα της παραγωγικής ανάπτυξης και αξιοποίησης στην ανάθεση και ανάληψη όλου του έργου από το ξένο κεφάλαιο».14* Και σε άλλο σημείο: «Ανεξάρτητα τώρα, αν λύνει ή όχι το οικονομικό μας πρόβλημα η εκβιομηχάνιση και ανεξάρτητα από τη σημασία της για τη βιωσιμότητα της χώρας, η πραγματοποίησή της, υποστηρίζουν, δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνει παρά μονάχα με την τοποθέτηση σε επιχειρηματική δράση στη χώρα μας του ξένου κεφαλαίου – με όρους, φυσικά, που εκείνο θα διαλέξει».15*

Η κριτική του Δ. Μπάτση είναι καταλυτική και ισχύει και σήμερα: «Οι όροι της παροχής, η μορφή της παροχής και ο έλεγχος για τη διαχείριση των κεφαλαίων αυτών συνομολογούνται με προνομιακά δικαιώματα επέμβασης κηδεμονίας και ελέγχου σ’ ολόκληρη την ελληνική οικονομία και στην κρατική διοίκηση, ή με προνόμια, μονοπωλιακά προκειμένου για τοποθετήσεις ξένων ιδιωτικών κεφαλαίων. Δε γίνεται, δηλαδή, διαπραγμάτευση για το δανεισμό των κεφαλαίων με όρους που να περιορίζονται στην οικονομική εξυπηρέτηση των κεφαλαίων, αλλά γίνεται αποδεκτή μια μονόπλευρη υπαγόρευση όρων όχι μόνο για ό,τι αφορά τα κεφάλαια που ζητούνται, αλλά για ολόκληρο το σχέδιο ανασυγκρότησης και αξιοποίησης».

Οι αναλογίες με τη σημερινή κατάσταση είναι εμφανείς: οι σημερινές ελίτ και οι οικονομολόγοι που υπηρετούν τα συμφέροντα τους υποστηρίζουν την προσφορά γης και ύδατος, την παροχή αποικιακών προνομίων με τη θέσπιση οικονομικών ζωνών, την ισοπέδωση των κοινωνικών δικαιωμάτων προκειμένου να επιτευχθεί η προσέλκυση ξένων κεφαλαίων, διότι χωρίς αυτά δεν είναι δυνατή η ανάπτυξη.

Ο Δ. Μπάτσης δεν είναι, από θέση αρχής, αντίθετος με την προσέλκυση ξένων κεφαλαίων «που θα γίνει στο πλαίσιο πάντα της εθνικής και οικονομικής ανεξαρτησίας και θα συνομολογηθεί με όρους λογικούς και συμφέροντες, βέβαια, και για τα δύο συμβαλλόμενα μέρη».16* Επίσης, σε άλλο σημείο, αναφέρει ότι «δεν είμαστε εναντίον της ξένης ενίσχυσης «αυτής καθαυτής», όπως μερικοί καλοθελητές υποστηρίζουν. Ούτε υποστηρίζουμε πως το ξένο κεφάλαιο θα τοποθετηθεί χωρίς κέρδος. Η οικονομία μας, άμα αναπτυχθεί λεύτερα, μπορεί να εξυπηρετήσει σίγουρα ένα τέτοιο παραγωγικό δάνειο. Είμαστε, όμως, εναντίον κάθε προσπάθειας να χρησιμοποιηθεί η ξένη αυτή ενίσχυση για την υποστήριξη ενός αντιδραστικού πολιτικού καθεστώτος, εναντίον κάθε προσπάθειας να επηρεαστεί η εσωτερική και η εξωτερική πολιτική της χώρας από εκείνους που θα δώσουν την ενίσχυση και θα επιδιώξουν πολιτικά οφέλη, είμαστε εναντίον κάθε προσπάθειας να δοθούν προνόμια στα ξένα επιχειρηματικά συγκροτήματα για την οικονομική εκμετάλλευση της εθνικής εργασίας και των φυσικών πόρων της χώρας».17*

Τι να κάνουμε;
Ο Δ. Μπάτσης, σε εποχές πολύ πιο δύσκολες από τη σημερινή, έδειξε το δρόμο για τη διατύπωση ενός συγκροτημένου, εναλλακτικού σχεδίου για την οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας, προς όφελος των εργαζομένων και των πτωχών λαϊκών στρωμάτων της πόλης και της υπαίθρου. Σήμερα, αυτά τα κοινωνικά στρώματα αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού και αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο της πλήρους εκπτώχευσης. Δεν έχουμε, λοιπόν, άλλο δρόμο να ακολουθήσουμε αν θέλουμε να επιβεβαιώσουμε το λόγο ύπαρξης της αριστεράς.

Οπως λέει ο ποιητής:
«Το ζήτημα έχει τεθεί: /Ή θα εξακολουθούμε να γονατίζουμε /Οπως αυτός ο δραπέτης /Ή θα σηκώσουμε άλλον πύργο ατίθασο/ Απέναντι τους.»

1) Angus Maddison, «The World Economy: Historical Statistics», OEEC, Europe and the World Economy, Paris 1960.

2) Κ. Κωστής, «Εισαγωγή» στο κ. Βαρβαρέσος, «Έκθεσις επί του οικονομικού προβλήματος της Ελλάδας», εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2002.

(3) Κ. Δοξιάδης, «Το ελληνικό πρόβλημα. Το μέλλον της οικονομίας μας», οειρά άρθρων στην εφ. Βήμα, Μάρτης 1947.

(4) Π. Βόγλης, Η ελληνική κοινωνία στην κατοχή (1941- 1944), εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2010.

(5) Δ. Μπάτσης, Η Βαρειά Βιομηχανία στην Ελλάδα, εκδ. Κέδρος Αθήνα 1977, σ. 494-495, οημ. 143.

(6) Ό.π., σ. 495.

(7) Ό.Π., σ 485.

(8) Ό.Π., σ. 457.

(9) Ό.Π., σ 452.

(10) Ό.π., σ. 461.

(11) Ό.Π., σ 454.

(12) Ό.Π., σ. 375.

(13) Ό.Π., σ. 375

(14) Ό.π., σ. 455.

(15) Ό.Π., σ. 385

(16) Ό.Π., σ. 397

(17) Ό.Π., σ. 518

Το παραπάνω κείμενο είναι του οικονομολόγου Γιώργου Τοζίδη.