Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κουβελάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κουβελάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, 30 Μαΐου 2012

Στάθης Κουβελάκης-"Το ελληνικό καζάνι" (αποσπάσματα)

Στάθης Κουβελάκης*
"Το ελληνικό καζάνι"
Άρθρο στο New Left Review -- ιστορικότερο, μαζί με το Monthly Review, αριστερό περιοδικό στον κόσμο (εκδίδεται ανελλιπώς από τις αρχές του 1960)
Τεύχος 72, Νοέμβρης-Δεκέμβρης 2011
Μετάφραση: Lenin Reloaded

"...Το ΚΚΕ παραμένει πεισματικά αφοσιωμένο στην σεχταριστική και νοσταλγικά σταλινιστική του γραμμή, η οποία εξακολουθεί να κυριαρχεί στην εκλογική του δραστηριότητα και την οργάνωσή του απ' τα κάτω. Ο Σύριζα, ο Συνασπισμός της Ριζοσπαστικής Αριστεράς --μια συνομάδωση δέκα κομμάτων και οργανώσεων, εκ των οποίων το βασικό είναι ο Συνασπισμός-- προωθεί την προσέγγιση της ενότητας. [...]

Μέσα στο ΚΚΕ, η κατάσταση είναι ακόμα πιο στείρα [από ό,τι στα άλλα κόμματα της αριστεράς στην Ελλάδα]. Παραδοσιακά εχθρικό προς την ΕΕ, έχει επί μακρόν υποστηρίξει την ελληνική έξοδο από την Ένωση. Παρ' όλα αυτά έχει υπάρξει επιφυλακτικό για το θέμα αυτό από την αρχή της κρίσης χρέους, τονίζοντας ότι κανένα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα δεν μπορεί να λυθεί μέχρι να ανατραπεί "η ισχύς των καπιταλιστικών μονοπωλίων" και να εδραιωθεί η "λαϊκή εξουσία" (φυσικά, κάτω από την αιγίδα του κόμματος). Αυτή η "αριστερίστικη" ρητορική χρησιμοποιείται στην πραγματικότητα για να δικαιολογήσει μια παθητική στάση σε ό,τι αφορά τις κινητοποιήσεις, που πάνω από όλα έχει ως στόχο να αποφύγει να συμπράξει με οποιεσδήποτε ενωμένες δράσεις της αριστεράς, και να παρουσιάσει τον Σύριζα και την Ανταρσύα ως εξίσου "οπορτουνιστικές δυνάμεις" που "παίζουν το παιχνίδι της αστικής τάξης και της ΕΕ."

* Λίγους μήνες μετά την δημοσίευση του άρθρου, ο καθηγητής Στάθης Κουβελάκης (γιος του υπουργού Δικαιοσύνης του ΠΑΣΟΚ Γιώργου Κουβελάκη), ανακοινώθηκε ως υποψήφιος επικρατείας του Σύριζα, με τον οποίο δεν είχε πρότερη στελεχική σχέση. Μαζί με τον Σλαβόι Ζίζεκ και τον Sebastian Budgen ο Στάθης Κουβελάκης συνεπιμελήθηκε το 2009 τον τόμο Lenin Reloaded, που αφορούσε την αναγκαιότητα θεωρητικής και πολιτικής επιστροφής στον Λένιν. Ο τόμος δημοσιεύτηκε στην σειρά SIC του Duke University Press. Γενικός επιμελητής της σειράς είναι ο Σλαβόι Ζίζεκ. Για την θέση Ζίζεκ ότι οι "αυθεντικοί λενινιστές" εγκρίνουν τον "συμβιβασμό με την σοσιαλδημοκρατία", τον οποίο απορρίπτουν μόνο οι "δημοκράτες σοσιαλιστές" και οι "φιλελεύθεροι αριστεριστές" που "δεν θέλουν να λερώσουν τα χέρια τους", την θέση του ίδιου ότι πρέπει να απορρίψουμε τους "νοσταλγούς του υπαρκτού σοσιαλισμού" και να στραφούμε στους "ρεαλιστές", καθώς και την ρητή του υποστήριξη στον Σύριζα, βλ. εδώ.

Πέμπτη, 26 Απριλίου 2012

Από τη θεωρία στην πράξη

...μεταξύ ιδέας
και πραγματικότητας
μεταξύ κίνησης
και δράσης
πέφτει η σκιά
T.S. Eliot, "Οι κούφιοι άνθρωποι"

Όπως έγινε γνωστό από την ανακοίνωση των ψηφοδελτίων του ΣΥΡΙΖΑ, ο Στάθης Κουβελάκης, διακεκριμένος πολιτικός επιστήμονας στο ΗΒ, θα είναι υποψήφιος επικρατείας του κόμματος. Του εύχομαι καλή επιτυχία.

Πριν αρκετούς μήνες, τον Νοέμβρη ακριβέστερα, είχα ξεκινήσει την μετάφραση της σημαντικής μελέτης του για τον Λένιν και την ανάγνωσή του στον Χέγκελ, την οποία δυστυχώς δεν βρήκα τον χρόνο να ολοκληρώσω. Σήμερα, πέντε χρόνια μετά τη δημοσίευση εκείνης της μελέτης, διάβασα μια συνέντευξη στο Iskra.

Θα ήθελα να παραθέσω εδώ κάποια αποσπάσματα από το μεταφρασμένο κομμάτι του πρώτου κειμένου και κάποια αποσπάσματα της συνέντευξης. Για τον απλό λόγο ότι προσωπικά αδυνατώ να κατανοήσω την σχέση θεωρίας και πράξης εν προκειμένω. Δεν βλέπω κάποια σύνδεση, κάποιο δρόμο από το ένα στο άλλο. Αν κάποιος αναγνώστης διακρίνει κάποια σύνδεση, θα το εκτιμούσα ιδιαίτερα αν μου εξηγούσε ποια είναι αυτή. Η απορία μου, εξαιτίας της φύσης της, είναι ταυτόχρονα ακαδημαϊκής και πολιτικής φύσης, και έτσι με τρώει διπλά. Με έντονα στοιχεία κάποια σημεία-κλειδιά.

Στάθης Κουβελάκης
"Ο Λένιν ως αναγνώστης του Χέγκελ: Υποθέσεις για μια ανάγνωση των Σημειώσεων του Λένιν για την Επιστήμη της Λογικής του Χέγκελ"
Lenin Reloaded (2007)

"...Η κατάρρευση της Δεύτερης Διεθνούς, η απόλυτη ανημπόρια της μπροστά στο ξέσπασμα της ιμπεριαλιστικής σύγκρουσης, στην πραγματικότητα αποκάλυπτε απλώς βαθιά ριζωμένες τάσεις, που υπήρχαν αρκετά πριν τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, προς την κατεύθυνση μιας "ενσωμάτωσης" των οργανώσεων του κινήματος αυτού (και ενός μεγάλου μέρους της κοινωνικής του βάσης) μέσα στους συμβιβασμούς που στήριζαν την κοινωνική και πολιτική τάξη των μητροπολιτικών χωρών (κυρίως στην ιμπεριαλιστική της διάσταση). [...]

Ο Λένιν, αν και δεν ήταν βέβαια ο λιγότερο καλά εξοπλισμένος (αν και κατά κάποιο τρόπο δεν το είχε ακόμα συνειδητοποιήσει αυτό), ήταν παρ' όλα αυτά ανάμεσα σ' αυτούς που η καταστροφή τους χτύπησε με τον πιο άμεσο τρόπο. Η έκπληξή του μπροστά στην ομόφωνη ψήφο υπέρ των πολεμικών πιστώσεων από τους γερμανούς σοσιαλδημοκράτες, και πιο γενικά, μπροστά στην κατάρρευση της Διεθνούς και του ορθόδοξου "καουτσκικού" της πυρήνα, όπως επίσης και ο αργός και σπάνιος χαρακτήρας των αρχικών του παρεμβάσεων μετά τον Αύγουστο του 1914, μάς λένε πολλά.

[...]

Την στιγμή που ξέσπασε ο πόλεμος, και που ο "τρόμος" της κατάρρευσης της Διεθνούς ήταν το δυσκολότερο από όλα που έπρεπε να αντέξεις, ο ηγέτης των Μπολσεβίκων εξαπέλυσε ένα σύνθημα "εκτάκτου ανάγκης" το οποίο εντασσόταν ακόμα στην παράδοση της "αντιπολεμικής κουλτούρας" της κατεστραμμένης Διεθνούς. Επρόκειτο για το δημοκρατικό (Ιακωβινιστικο-καντιανό) σύνθημα της "μεταμόρφωσης όλων των ευρωπαϊκών κρατών σε δημοκρατικές Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης", μια μεταμόρφωση που εξυπάκουε και την ανατροπή των γερμανικών, αυστρο-ουγγαρικών και ρωμανωφικών δυναστειών ανάμεσα σε άλλα. Λίγο αργότερα (στα 1915), η θέση αυτή εγκαταλείφθηκε, λόγω του προβληματικού της οικονομικού περιεχομένου (μπορούσε να ερμηνευτεί ως θέση που υποστήριζε έναν εφικτό ενωμένο ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό) και λόγω της κατηγορηματικής απόρριψης απ' τον Λένιν κάθε ευρωκεντρικής αντίληψης της επανάστασης. [...]

Για να το θέσουμε αλλιώς: αν για να συλλάβεις την συγκυρία και να ιχνηλατήσεις την γραμμή παρέμβασης είναι απαραίτητο να ξαναδοκιμάσεις και να ξανασυγκροτήσεις τα θεωρητικά σου εργαλεία (τον Μαρξισμό όχι ως δόγμα αλλά ως "οδηγό στη δράση", με τα λόγια ενός από τα αγαπημένα αποφθέγματα του Λένιν), τότε μπροστά στην καταστροφή είναι ζήτημα της επιστροφής στην ίδια τη βάση, ζήτημα θεωρητικής επαναθεμελίωσης του Μαρξισμού. [...]

...η συστηματική επιστροφή στα κείμενα του Μαρξ και του Ένγκελς συνδυάστηκε από την αρχή με μια τεράστια προσπάθεια θεωρητικής ενημέρωσης και ανάλυσης των νέων συνθηκών που δημιούργησε ο ιμπεριαλιστικός ολικός πόλεμος.

Αν, όπως ο ίδιος παραδέχτηκε στην αρχική του "επείγουσα" αντίδραση (σ' ένα κείμενο που δημοσιεύτηκε μόνο μετά θάνατον), "για τον σοσιαλιστή δεν είναι η φρίκη του πολέμου που είναι δυσκολότερη να αντέξεις --εμείς είμαστε πάντα υπέρ ενός ιερού πολέμου όλων των καταπιεσμένων για την κατάκτηση της δικής τους γης-- αλλά η φρίκη της προδοσίας που δείχνουν οι ηγέτες του σημερινού σοσιαλισμού, η φρίκη της κατάρρευσης της σημερινής Διεθνούς", τούτη η εξομολογημένη "δυσχέρεια" λειτούργησε ως μηχανισμός μιας διαδικασίας εσωτερικής κριτικής και αυτοκριτικής που ήδη εξελισσόταν.

Έξι χρόνια αργότερα, ο Χέγκελ, το μαύρο πρόβατο κάθε "υλισμού", ήταν αυτός στον οποίο στράφηκε ο Λένιν· και η διαλεκτική πάνω από όλα. [...]

...σε τέτοιες συνθήκες "κρίσης", ο απτός χαρακτήρας των οποίων συνίστατο στις μορφές που υιοθετούσε η απήχηση της κρίσης στο ίδιο το επαναστατικό υποκείμενο ("ένα τρομερό φιάσκο χτύπησε την σοσιαλδημοκρατία"), η φιλοσοφική μάχη μπορεί να αποκτήσει πρωταρχική σημασία, εφόσον τα θεωρητικά ζητήματα που διακυβεύονται επηρεάζουν άμεσα το στάτους της πολιτικής πρακτικής.

Στη συγκυρία της "καταστροφής" του καλοκαιριού του 1914, ο συλλογισμός αυτός λειτούργησε με τον αντίστροφο τρόπο: η εσωτερική κατάρρευση κάθε σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής άλλαξε τα πάντα στο πεδίο της θεωρίας. Η ορθοδοξία, στην εμβληματική ενσάρκωση της δυαρχίας Κάουτσκυ-Πλεχάνοφ, κατέρρευσε μαζί με την ψήφο για πολεμικές πιστώσεις και την μαζική στήριξη στην union sacrée. Το να σκεφτεί κανείς μέσα από αυτή τη χρεοκωπία, και να καταστρέψει θεωρητικά τη μάσκα την μήτρα της Δεύτερης Διεθνούς, ήταν απαραίτητο να αρχίσει καταστρέφοντας την μεταφυσική που κυριαρχούσε πάνω από την τεχνική της εργατικής οργάνωσης. [...]

...αφήνοντας πίσω του το ρεύμα της ορθοδοξίας, ο Λένιν δεν άλλαξε φιλοσοφικό στρατόπεδο, δεν έγινε ιδεαλιστής περισσότερο από ότι προσκολλήθηκε σε κάποιο από τους διαθέσιμους φιλοσοφικούς ρεβιζιονισμούς, ούτε βέβαια εφήυρε τον δικό του. Αυτό το οποίο απέρριπτε πάντοτε με κατηγορηματικό τρόπο ήταν αυτό ακριβώς, ο τρίτος δρόμος, μέσος ή συμφιλιωτικός, μεταξύ του υλισμού και του ιδεαλισμού, ή πέρα από την αντίθεσή τους. [...]

Όντας πεπεισμένος για τον επαναστατικό ρόλο της φιλοσοφίας και την ικανότητά της να παρέμβει ενεργά στην πολιτική πραγματικότητα, ο Χέρτζεν επικεντρώθηκε στο προλεταριάτο ως τον κεντρικό δράστη στην επερχόμενη επανάσταση ήδη από το 1842 (πριν απομακρυνθεί απ' αυτό ως συνέπεια των σφαγών του Ιούνη του 1848 και της γενικευμένης ήττας). Ο Χέρτζεν ήταν συγκεκριμένα που εφήυρε την έκφραση "άλγεβρα της επανάστασης" για να δηλώσει την εγελιανή διαλεκτική, μια διατύπωση που στον Πλεχάνοφ άρεσε να επαναλαμβάνει, και την οποία αναμφισβήτητα μετέδωσε στον Λένιν, αν και ο Πλεχάνοφ συχνά την μεταμόρφωνε σε "άλγεβρα της εξέλιξης."

Ως ριζοσπάστης Νέος Εγελιανός πριν καν γίνει εγελιανός, λοιπόν, ο Χέρτζεν εισήγαγε, μέσα στο απόρθητο του ευρωπαϊκού δεσποτισμού, όλη την προβληματική του νέου εγελιανισμού, περιλαμβανομένου του Φόιερμπαχ. Οι συνέπειες της πράξης αυτής υπήρξαν γνήσια ανυπολόγιστες για γενιές της ρωσικής ιντελιγκέντσια. Εξηγούν το γιατί, μέσα στο κλίμα της γενικευμένης αντίδρασης που ακολούθησε τις ήττες των επαναστάσεων του 1848, και για το οποίο η καταστολή του Χέγκελ χρησίμευε ως μέσο συσπείρωσης σε ευρωπαϊκή κλίμακα (αρχής γενομένης απ' την Γερμανία, όπου ο Χέγκελ αντιμετωπίστηκε ως "ψόφιο σκυλί" όπως διάσημα έγραψε ο Μαρξ στον πρόλογό του στο Κεφάλαιο), το πνεύμα της γενιάς του 48 κατάφερε να επιζήσει ακριβώς σε τούτη την ευρωπαϊκή περιφέρεια, στην καρδιά της τσαρικής Ρωσίας. [...]

Πριν επιστρέψουμε σ' αυτό το ερώτημα του υλισμού, θα πρέπει να σκιαγραφήσουμε μια αρχική παρουσία των γραμμών έντασης γύρω από τις οποίες οργανώνεται αυτό το εξαιρετικά ετερογενές υλικό. Τι ήταν αυτό που ενδιέφερε τον Λένιν στην Επιστήμη της Λογικής, ποιά ήταν τα σημεία στα οποία η ριζοσπαστική και μοναχική του πράξη θεωρητικής επανέναρξης θα διασταυρωνόταν και ακόμα και θα συγκρουόταν, με το κείμενο του Χέγκελ;

1. Η διαλεκτική όχι ως "μέθοδος" που είναι εξωγενής στο αντικείμενό της, ή που μπορεί να αποσπαστεί από το "σύστημα" του Χέγκελ (με τις διατυπώσεις του ύστερου Ένγκελς), αλλά ως η ίδια η θέση της εμμένειας και της αυτο-κίνησης των πραγμάτων που συλλαμβάνει η σκέψη, μια σκέψη που διανύεται από την ίδια κίνηση και που επιστρέφει στον εαυτό της. [...]

2. [...] Η επιβεβαίωση της δημιουργικής ισχύος της διαίρεσης, η εργασία του αρνητικού, εξαλείφει κάθε εξελικτικό όραμα της "μετάβασης", και συγκεκριμένα των "αλμάτων" ως επιτάχυνσης της "εξέλιξης" ή των "αντιθέτων" ως απλώς αλληλοσυμπληρούμενων όρων μέσα σε μια ολότητα.

3. Η αυτο-κίνηση είναι μετασχηματιστική δραστηριότητα και η σύλληψη αυτής της δραστηριότητας στον διαδικαστικό της χαρακτήρα, ως επαναστατική πρακτική.  [...]


Στάθης Κουβελάκης
Ενότητα και ανατρεπτικός προσανατολισμός της αριστεράς!
Iskra
Απρίλης 2012

Συνέντευξη στον 'Παρατηρητή' της Ίσκρα

-Ας αρχίσουμε με μια προσωπική ερώτηση. Τα δύο τελευταία χρόνια έχεις επιχειρηματολογήσει υπέρ μιας εναλλακτικής ατζέντας της Αριστεράς με αιχμές τη στάση πληρωμών και την έξοδο από το ευρώ. Γιατί συμμετέχεις σε ψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ που δεν υπερασπίζεται τέτοιες θέσεις;

-Οι θέσεις μου σ'αυτά τα θέματα δεν έχουν αλλάξει στο παραμικρό. Εξ'αλλου, τις επόμενες μέρες θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Λιβάνη ένα μικρό βιβλίο που έχω γράψει με τον Κώστα Λαπαβίτσα, με τίτλο 'Κρίση και αριστερή διέξοδος', όπου αναπτύσουμε με συμπυκνωμένο τρόπο αυτό το σκεπτικό. Πιστεύω ότι αυτή η συζήτηση δεν έχει κλείσει αλλά αντίθετα ότι μόλις αρχίζει. Και τούτο γιατί τα θέματα αυτά δεν είναι πίσω μας αλλά μπροστά μας. Ούτε το χρέος είναι βιώσιμο, ούτε η ευρωζώνη στη σημερινή της μορφή και, το πιθανότερο, ούτε η ίδια η ΕΕ. Επιπλέον αυτή η συζήτηση διαπερνά όλη την Αριστερά, συμπεριλαμβανομένου βεβαίως και του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος συμπεριλαμβάνει δυνάμεις που υποστηρίζουν θέσεις παρόμοιες με τις δικές μου ή πολύ κοντινές.

Αυτό που βρίσκω με μια έννοια πολύ πιο σκανδαλώδες είναι θέση της ΔΗΜΑΡ, που υποστηρίζει έναν υποθετικό 'τρίτο δρόμο', που διαφοροποιείται τάχα μου τόσο από την καταγγελία του Μνημονίου όσο και από την απλή συνέχιση της εφαρμογής του. Κατά τα άλλα ο Κουβέλης δηλώνει ότι "αναμφισβήτητα το δεύτερο Μνημόνιο δημιουργεί ένα δεσμευτικό πλαίσιο" και ο Μαργαρίτης συμπληρώνει πως το καλύτερο μετεκλογικό σενάριο είναι "να δημιουργηθεί ένα κλίμα ευρύτερων συναινέσεων'. Πρόκειται δηλαδή, και στις δυό περιπτώσεις, για εφεδρείες για την ανασυγκρότηση ενός Μνημονιακού μπλοκ, και αυτό ο κόσμος έχει αρχίσει να το καταλαβαίνει, ειδικά στην περίπτωση της ΔΗΜΑΡ, η οποία προφανώς κάνει κατάχρηση τόσο του όρου Αριστερά όσο και του όρου 'ευθύνη' που έχουν συνέχεια στα χείλη τα στελέχη της.

-Αρα;

-Εδώ έρχομαι στο κεντρικό επίδικο των εκλογών που είναι για μένα το ακόλουθο: η ενίσχυση της Αριστεράς, δηλαδή, για να είμαι σαφής, του ΣΥΡΙΖΑ, του ΚΚΕ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. [...]

-Ωραία αλλά αν είναι έτσι γιατί η επιλογή να είναι ΣΥΡΙΖΑ και όχι κάποια άλλη δύναμη της Αριστεράς;

Γιατί στη συγκυρία που βρισκόμαστε είναι ζωτική ανάγκη να ξεπεραστούν οι λογικές ενδοαριστερού εμφύλιου και διασπαστικών πρακτικών στους αγώνες που καλλιεργεί το ΚΚΕ αλλά και οι λογικές περιχαράκωσης και αναδίπλωσης στην επαναστατική καθαρότητα που δυστυχώς ακόμη κυριαρχούν εντός της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς. Και δεν βλέπω άλλο τρόπο να προχωρήσουν τα πράγματα από την ενίσχυση του ΣΥΡΙΖΑ, που μπορεί κατά τη γνώμη μου να πυροδοτήσει θετικές εξελίξεις σε όλη την υπόλοιπη Αριστερά. Είναι για μένα απόλυτα σαφές ότι χωρίς μια συμπαραταγμένη Αριστερά, το ευρύτερο μέτωπο κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που είναι απαραίτητο για να ανατραπούν τα Μνημόνια δεν μπορεί να συγκροτηθεί και η ίδια η Αριστερά δεν θα μπορεί να είναι αποδεκτή από την κοινωνία ως αξιόπιστη εναλλακτική λύση.

-Εννοείς δηλαδή ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να ενισχυθεί ως η πιο ενωτική δύναμη;

-Ναι, και όχι μόνο γιατί θέτει το θέμα της ενότητας της Αριστεράς, έστω κι αν νομίζω ότι δε βοηθάει καθόλου να απευθύνεται και στη ΔΗΜΑΡ, αλλά γιατί αντιπροσωπεύει μια πολιτική κουλτούρα που είναι ανοιχτή στην ανοιχτή αντιπάραθεση απόψεων και γραμμών. Γιατί βεβαίως η επίκληση της ενότητας από μόνη της δεν αρκεί. Είναι αναγκαίος όρος, γιατί χωρίς ενωτική διάθεση δεν θα προκύψει ποτέ ενότητα, αλλά όχι ικανός. Πρέπει να υπάρχει και το αντίστοιχο πολιτικό περιεχόμενο.

- [...] Αν δεχθούμε όμως ότι είναι κυριολεκτικά ζωτικής σημασίας για την πορεία του λαϊκού κινήματος και της χώρας η ενότητα της Αριστεράς πως μπορούμε να υπερβούμε αυτό το μπλοκάρισμα ;

Θα μου επιτρέψεις εδώ να κάνω κάτι που δεν το συνηθίζω, δηλαδή να αναφερθώ σε μια θέση του Αλτουσέρ, με τον οποίο γενικά δε συμφωνώ σε θέματα που αφορούν τη μαρξιστική θεωρία. Οταν όμως έκανε κριτική στη διασπαστική γραμμή που ακολούθησε το ΚΚ Γαλλίας το 1978, όταν έσπασε την συμμαχία με τους σοσιαλιστές, είπε κάτι πολύ σωστό. Οτι υπάρχουν σε γενικές γραμμές δύο αντιλήψεις που συγκρούονται μέσα στο εργατικό και το επαναστατικό κίνημα για το θέμα της ενότητας. Η μια βλέπει την ενότητα κύρια, αν όχι αποκλειστικά, σαν ένα συμβόλαιο μεταξύ των οργανώσεων, δηλαδή μεταξύ επιτελείων που θεωρούνται περίπου ως ιδιοκτήτες των μελών και την ψηφοφόρων τους. Η δεύτερη αντίληψη, ενώ αποδέχεται την αναγκαιότητα συμβολαίων και του πλουραλισμού των απόψεων, κατανοεί την ενότητα κυρίως ως αγώνα. Ως αγώνα για την ενότητα βέβαια αλλά και ταυτόχρονα ως μια διαπάλη γραμμών που τέμνει εγκάρσια όλες τις συνιστώσες της πολιτικής συμμαχίας και γίνεται ανοιχτά μπροστά στο λαό. [...]

-Ας υποθέσουμε ότι είναι έτσι, ποιό είναι όμως το κριτήριο για τη θέση, αυτήν που προκύπτει εν πάση περιπτώσει από μια τέτοια διαπάλη, που θεωρείται ότι προωθεί την ενότητα της Αριστεράς ;

-Κριτήριο κατά την άποψη μου μπορεί να είναι μόνο αυτό που χαράζει σε κάθε συγκυρία τη γραμμή που αντιπαρατίθεται στην πυρήνα της στρατηγικής του ταξικού αντίπαλου. Σήμερα η πάση θυσία παραμονή στην ΟΝΕ είναι η κεντρική επιλογή της ελληνικής αστικής τάξης και των ξένων στηριγμάτων της. [...] Ξεχνούν όμως ότι η αστική τάξη δεν ενοποιείται στο καθαρά οικονομικό επίπεδο αλλά στο πολιτικό, δια μέσου των κρατικών και γενικότερα των πολιτικών διαμεσολαβήσεων. [...] Το ερώτημα « έξοδος ή όχι από το ευρώ » δεν αποτελεί λοιπόν ψευτοδίλημμα, όπως ισχυρίζεται το ΚΚΕ και άλλοι μέσα στην Αριστερά αλλά τη σημείο τομής όλης της συγκυρίας, αυτό που συμπυκνώνει το κεντρικό επίδικο και χαράζει τη βασική διαχωριστική γραμμή στην ταξική πάλη.

-Αποκλείεις δηλαδή εντελώς το ενδεχόμενο να αναγκαστεί η Ελλάδα να φύγει από την Ευρωζώνη υπό την πίεση των κυρίαρχων δυνάμεων του ευρωπαϊκού κέντρου και ειδικότερα της Γερμανίας;

-Προς το παρόν δε βλέπω να διαγράφεται κάτι τέτοιο. Ολοι ξέρουν ότι μια κίνηση αυτού του είδους θα έδινε το πράσινο φως για την εκδίωξη και άλλων χωρών της περιφέρειας [...] Αυτό εξ'άλλου παραδέχθηκε η Μέρκελ στη συνέντευξη που έδωσε στο BBC στα τέλη του Μάρτη όταν δήλωσε ότι, παραθέτω κατά λέξη, «θα ήταν καταστροφικό αν λέγαμε σε μία από τις χώρες που έχει αποφασίσει να είναι μαζί μας: δεν σας θέλουμε πια. Εξ'άλλου οι (ευρωπαϊκές) συνθήκες δεν το επιτρέπουν. Οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο θα αναρωτηθούν: ποιος θα είναι ο επόμενος; Η ευρωζώνη θα έβγαινε απίστευτα εξασθενημένη». Αλλά ας δεχθούμε ότι μπροστά στο μέγεθος του αδιεξόδου, που είναι η μαύρη τρύπα της εξυπηρέτησης του ελληνικού δημόσιου χρέους , οι κυρίαρχες δυνάμεις της ΕΕ αποφασίσουν την αποπομπή της Ελλάδας από το ευρώ. Αν είναι να γίνει έτσι, δεν είναι προτιμότερο να πάρει την πρωτοβουλία η ίδια η Ελλάδα, δηλαδή μια προοδευτική κυβέρνηση που θα στηρίζεται στον λαϊκό παράγοντα, και θα μπορεί έτσι να πετύχει ευνοϊκούς για την κοινωνική πλειοψηφία όρους, αρχίζοντας βέβαια με τη στάση πληρωμών και τη διαγραφή του χρέους; [...]

-Πώς βλέπεις λοιπόν τις μελλοντικές εξελίξεις;

-Η ελληνική αστική τάξη είναι αντιμέτωπη με τη μεγαλύτερη χρεοκοπία της ιστορίας της μετά το 1922, και αυτή τη φορά δεν οφείλεται σε πόλεμο αλλά σε ενδογενείς αιτίες, στο ίδιο το σύστημα. Αυτή είναι η στιγμή που οι ανταγωνιστικές προς αυτήν δυνάμεις πρέπει να ορθώσουν το ανάστημά τους και να θέσουν τους όρους μιας άλλης πορείας με σοσιαλιστική κατεύθυνση. Η δυνατότητα ανατρεπτικού επαναπροσανατολισμού της αριστερής στρατηγικής είναι, σε τελευταία ανάλυση το κλειδί των μελλοντικών εξελίξεων.

--------
Αυτά είναι τα αποσπάσματα. Κάθε βοήθεια για το ποια σχέση έχει η οπτική και οι διαγνώσεις του πρώτου κειμένου με αυτές του δεύτερου είναι ιδιαίτερα ευπρόσδεκτη.

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2012

Στάθης Κουβελάκης-Ο Λένιν ως αναγνώστης του Χέγκελ: Υποθέσεις για μια ανάγνωση των Σημειώσεων του Λένιν για την Επιστήμη της Λογικής του Χέγκελ (Χ)

Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε η έννοια του “νόμου” θα πρέπει να αποξεστεί από την “απλούστευση” και την “φετιχοποίησή” της: αυτός είναι ο στόχος των παρατηρήσεων του Λένιν στο επόμενο τμήμα για τη διδασκαλία περί Ουσίας, η οποία αφιερώνεται στο “φαινόμενο.” Ο Λένιν κατανοεί απόλυτα το αντι-σχετικιστικό και αντι-υποκειμενιστικό νόημα της εγελιανής ανάλυης του Erscheinung, του φαινομένου ως επαναδιατύπωση του είναι στην θεμελιακή του συνοχή, ενότητα εμφάνισης και ουσία (ενώ ο νεο-Καντιανός υποκειμενισμός τα αποσυσχέτιζε πεισματωδώς). Ως αρχική έκφραση της ουσίας ως βάσης, η έννοια του νόμου ουσιαστικά τοποθετείται στο επίπεδο του φαινομένου. Για τον Χέγκελ, ο νόμος είναι η “αντανάκλαση της Εμφάνισης στην ταυτότητα με τον εαυτό της”, κάτι άμεσα παρόν στην εμφάνιση ως “παθητικά δεκτική της αντανάκλαση.” Ο Λένιν συμφωνεί: “Αυτή είναι μια αξιοθαύμαστα υλιστική και αξιοθαύμαστα κατάλληλη (χρησιμοποιεί τη λέξη ruhige) περιγραφή. Ο νόμος μεταλαμβάνει του παθητικά δεκτικού — και συνεπώς ο νόμος, κάθε νόμος, είναι στενός, ατελής, κατά προσέγγιση.”

Φυσικά, αυτό μπορούμε να το δούμε ως μια επαναδιατύπωση της θεωρίας της “αντανάκλασης”, του κατά προσέγγιση αλλά όλο και πιο “πιστού” αντιγράφου, του “εγγύς” στην “αντικειμενική” και “υλική πραγματικότητα.” Αυτή όμως η αντίληψη για τον ουσιωδώς περιορισμένο χαρακτήρα των εξωτερικών νόμων συνιστά μια σημαντική μετατόπιση σε σχέση με την βασική θέση της ορθοδοξίας, για την οποία ο Λένιν είχε τόσο επιμείνει στο Υλισμός και εμπειριοκριτισμός, θέτωντας την “ανάγκη της φύσης” ως “πρωταρχική” και την “ανθρώπινη θέληση και νου” ως “δευτερεύοντα”: “τα δεύτερα πρέπει απαραίτητα και αναπόφευκτα να προσαρμοστούν στην πρώτη.” Από αυτή την οντολογία συμπέρανε ο Λένιν την αναγκαιότητα η “κοινωνική συνείδηση και ταξική συνείδηση σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες” να “προσαρμοστεί” στον “αντικειμενικό νόμο της οικονομικής εξέλιξης”, σε μια λογική που αντανακλάται στους “νόμους της ιστορικής ανάπτυξης.” Στην επαναδιατύπωσή του σχετικά με την εγελιανή αντίληψη των νόμων στις Σημειώσεις για τον Χέγκελ όμως, υπάρχει ήδη μια αρχική ύλληψη της προεγγραφής της υποκειμενικότητας, της δραστηριότητας της γνώσης, στην ίδια την καρδιά της αντικειμενικότητας, στην εσωτερική κίνηση της ουσίας:
Ο νόμος είναι σχέση. Αυτό N[ota] B[ene] για τους Μαχιστές* και τους άλλους αγνωστικιστές, και για τους Καντιανούς, κλπ. Σχέση ουσιών ή ανάμεσα στις ουσίες.
Η αρχή του παντός μπορεί να εννοηθεί ως εσωτερική —παθητική— και την ίδια στιγμή ως εξωτερική. Αλλά αυτό που είναι ενδιαφέρον εδώ δεν είναι αυτό, μα κάτι άλλο: το κριτήριο του Χέγκελ για την διαλεκτική, το οποίου έχει τυχαία παρειφρύσει: “σε κάθε φυσική, επιστημονική και διανοητική ανάπτυξη”· εδώ έχουμε ένα ψήγμα βαθιάς αλήθειας μέσα στο μυστικιστικό κάλυμμα του εγελιανισμού!
Μόνο μετά απ’ αυτό, στις σημειώσεις που αφιερώνονται στην “υποκειμενική λογική”, συνειδητοποιεί ο Λένιν το γεγονός ότι το κριτήριο αυτό δεν είχε διαφύγει απ’ τον Χέγκελ λόγω “αβλεψίας”, αλλά αναπαριστά αυτή την “ενεργητική πλευρά” της “αισθαντικής ανθρώπινης δραστηριότητας”, “η οποία αναπτύσσεται με μονομερή τρόπο από τον ιδεαλισμό” (αντί απ’ τον υλισμό) και στην οποία αναφέρεται ο Μαρξ στην πρώτη απ’ τις “Θέσεις για τον Φόιερμπαχ.” Κατόπιν, ο Λένιν επαναδιατυπώνει την γνωσιακή διαδικασία όχι ως επαναπροσέγγιση του απτού, αλλά αντίθετα, ως διαδικασία αυξανόμενης αφαίρεσης (περιλαμβανομένων, ανάμεσα στα αποτελέσματά της, των φυσικών νόμων ως “επιστημονικών αφαιρέσεων”), ως μια διαδικασία που ανοίγεται προς την πρακτική, και που, αν συλληφθεί συνολικά, ανοίγεται προς την γνώση της αλήθειας. Δεν διστάζει πλέον να ταυτίσει “το αληθινό νόημα, την σημασία και τον ρόλο της λογικής για τον Χέγκελ” με την αποκάλυψη της δύναμης της σκέψης ως αφαίρεσης, με την απόσταση, συνεπώς, που την χωρίζει απ’ το αντικείμενο. Πρόκειται για μια απόσταση η οποία, κυριολεκτικά μιλώντας, δεν είναι απόσταση από οτιδήποτε, δεν έχει κανένα πάχος· αυτό σημαίνει πλέον “αντανάκλαση”, κάτι που αφομοιώνεται στην εργασία της σκέψης (η “διαμόρφωση εννοιών αφαίρεσης και οι λειτουργίες που επιτελούνται από αυτές”) ως διαδικασία που αποκαλύπτει την αντικειμενικότητα της υποκειμενικής γνώσης ως οργανικό κομμάτι της απο-κάλυψης του κόσμου.

Σημείωση:
* Μαχιστές: Οι φιλοσοφικοί οπαδοί του αυστριακού φιλοσόφου και φυσικού E. Mach. Με την ευρύτερη έννοια, ο Μαχισμός είναι ρεύμα της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας και μεθοδολογίας της επιστήμης που ο Mach επεξεργάστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα και θεωρείται παραλλαγή του θετικισμού. Στη Ρωσία, οι οπαδοί του περιλάμβαναν τους V. Chernov, P. lushkevich, V. Bazarov, και A. Bogdanov, οι οποίοι προσπάθησαν να "συμφιλιώσουν" τον Μαρξισμό με τον Μαχισμό. Ο Λένιν ασκεί συνολική κριτική στον Μαχισμό στο Υλισμός και εμπειριοκριτισμός.

Τα προηγούμενα μέρη της μετάφρασης:
Πρώτο μέρος
Δεύτερο μέρος
Τρίτο μέρος
Τέταρτο μέρος
Πέμπτο μέρος
Έκτο μέρος
Έβδομο μέρος
Όγδοο μέρος
Ένατο μέρος

Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011

Στάθης Κουβελάκης-Ο Λένιν ως αναγνώστης του Χέγκελ: Υποθέσεις για μια ανάγνωση των Σημειώσεων του Λένιν για την Επιστήμη της Λογικής του Χέγκελ (ΙΧ)

Συντεταγμένες


Στις σημειώσεις του για το πρώτο βιβλίο της Λογικής, τη διδασκαλία περί του Είναι, ο Λένιν έθεσε το αναγνωστικό του πρωτόκολο σε ένα πλαίσιο που αρχίζει με το επιφώνημα “ανοησίες για το Απόλυτο”, και συνεχίζει ως εξής: “Προσπαθώ γενικά να διαβάσω τον Χέγκελ υλιστικά· ο Χέγκελ είναι υλισμός που έχει σταθεί με το κεφάλι προς τα κάτω (σύμφωνα με τον Ένγκελς) —δηλαδή αγνοώ ως επί το πλείστον τον Θεό, το Απόλυτο, την καθαρή Ιδέα, κλπ.” Στο τέλος της ανάγνωσής του αυτού του έργου, και αφού είχε αφιερώσει δεκάδες σελίδες ακριβώς σε αυτό που θα “αγνοούσε” (δηλαδή, το Τρίτο Βιβλίο περί υποκειμενικής λογικής και το τρίτο του τμήμα περί της “Ιδέας”, με τον κύριο όγκο αυτών των σημειώσεων να αφορούν το τρίτο και τελευταίο του κεφάλαιο, την “Απόλυτη Ιδέα”, αν και αυτό το κεφάλαιο καταλαμβάνει λιγότερο από το ένα τρίτο του τρίτου τμήματος), ο Λένιν έγραψε τις ακόλουθες διάσημες παρατηρήσεις: “Είναι αξιοσημείωτο ότι το όλο κεφάλαιο περί της “Απόλυτης Ιδέας” δεν λέει σχεδόν ούτε λέξη για τον Θεό […] και πέρα απ’ αυτό —αυτό N[ota]B[ene]— δεν περιέχει σχεδόν τίποτε που να είναι συγκεκριμένα ιδεαλισμός, αλλά έχει ως βασικό του θέμα την διαλεκτική μέθοδο. Το σύνολο, η τελευταία λέξη και η ουσία της λογικής του Χέγκελ είναι η διαλεκτική μέθοδος — αυτό είναι εξαιρετικά αξιοσημείωτο. Και άλλο ένα πράγμα: σ’ αυτό το περισσότερο ιδεαλιστικό από τα έργα του Χέγκελ υπάρχει ο λιγότερος ιδεαλισμός και ο περισσότερος υλισμός. ‘Αντιφατικό’ μεν, αλλά γεγονός!” Αυτή είναι η γνήσια αντιστροφή οπτικής που δίνει το μέτρο της απόστασης που διένυσε ο Λένιν. Ο μετασχηματισμός της κατηγορίας της “αντανάκλασης” που προκύπτει με τον τρόπο αυτό θα μας εξυπηρετήσει ως ενδείκτης που σηματοδοτεί τα αποτελέσματα στα οποία φτάνει ο Λένιν με κάθε ένα από τα βήματα που κάνει.

Λίγο μετα την ανακοίνωση του πρωτοκόλου της “υλιστικής ανάγνωσης του Χέγκελ” που αναφέρθηκε πριν, ο Λένιν δίνει έναν αρχικό ορισμό της αντανάκλασης: όντας ομοούσια με την ίδια τη “διαλεκτική”, υπάρχει στον βαθμό που “αντανακλά την υλική διαδικασία σε όλες της τις όψεις και στην ενότητά της”, και έτσι καθίσταται μια “σωστή αντανάκλαση της αιώνιας ανάπτυξης του κόσμου.” Υπάρχει λοιπόν από τη μία ο υλικός κόσμος και η “αιώνια ανάπτυξή” του, και από την άλλη η “αντανάκλαση” του κόσμου αυτού και της ανάπτυξής του στην “πολύμορφη και οικουμενική ευλυγισία” ειδικά διαλεκτικών κατηγοριών — μια ευλυγισία που “εκτείνεται ως την σύγκλιση των αντιθέτων”, προσθέτει ο Λένιν. Ολοκληρώνοντας τις σημειώσεις του για το πρώτο μέρος της διδασκαλίας περί της Ουσίας, ο Λένιν —έχοντας επηρεαστεί από την ανάπτυξη που αφιερώνεται στην κατηγορία της “Αντανάκλασης”— προσπαθεί για ύστατη φορά να βρει στην τροπικότητα αυτή της πρόσβασης στην “αντανάκλαση” την επιβεβαίωση μιας “υλιστικής αντιστροφής του Χέγκελ.” Η επιβεβαίωση αυτή συνδέεται στενά με την αντίληψη περί διαλεκτικής ως “εικόνας του κόσμου.” Η μεταφορά, ηρακλείτιας έμπευσης, του ποταμού και των σταγόνων του, και των εννοιών ως διαφορετικών “καταγραφών” των “ατομικών όψεων της κίνησης” και των συστατικών της είναι αυτή που τού χρησιμεύει ως παράδειγμα. Η μεταφορά αυτή βρίσκει τη θέση της στα συμφραζόμενα της “αιώνιας ανάπτυξης του κόσμου”, για να επαναλάβουμε την διατύπωση που ήδη αναφέραμε, δηλαδή, μιας ανατάραξης ή θεμελιακής κίνησης που είναι εξωγενής για τον παρατηρητή, ο οποίος απλώς την στοχάζεται απ’ τις όχθες. Μια κίνηση τέτοιου είδους εμπλέκεται στον αρχικό ορισμό της “αντανάκλασης”, αυτόν του κόσμου που αφομοιώνεται σε ένα “μεγάλο όλον”, απ’ το οποίο η ιστορία και η ανθρώπινη πρακτική φαίνεται περιέργως να απουσιάζουν.

Μέχρι το σημείο αυτό, βρισκόμαστε ακόμα σε αυστηρή συνέχεια με τον ύστερο Ένγκελς, κυρίως με το κείμενό του για τον Λούντβιχ Φόιερμπαχ, το οποίο κανονικοποιήθηκε από την ορθοδοξία της Δεύτερης Διεθνούς: τη διάκριση μεταξύ του “συστήματος” του Χέγκελ, το οποίο είναι ιδεαλιστικό και συντηρητικό, και της “μεθόδου” του —δηλαδή, της διαλεκτικής— που είναι κριτική και επαναστατική, και που, όπως η επιστήμη, απαρτίζεται από “γενικούς και οικουμενικούς νόμους της κίνησης” και της ανάπτυξης, τόσο της φύσης όσο και της ανθρώπινης δράσης. Οι νόμοι αυτοί με τη σειρά τους αποτελούν απλώς την αντανάκλαση της πραγματικής κίνησης, που είναι αντικειμενική, στο μυαλό του στοχαστή, και όχι το αντίστροφο όπως πίστευε ο Χέγκελ, εφόσον το Απόλυτο για αυτόν αυτο-αλλοτριωνόταν και εξέπιπτε στην φύση. Εφόσον είχε “ξανατοποθετηθεί στα πόδια της” μ’ αυτόν τον τρόπο, η διαλεκτική των εννοιών είναι η ενσυνείδητη αντανάκλαση της διαλεκτικής κίνησης του πραγματικού και αντικειμενικού κόσμου.

Για τον Λένιν όμως, τα πράγματα άρχισαν γρήγορα να γίνονται πιο πολύπλοκα, και πολύ σοβαρά, όταν έφτασε στη διαδασκαλία περί της Ουσίας. Είναι αλήθεια πως οι σύντομες σημειώσεις του για τη διδασκαλία περί του Είναι καταλήγουν στα γνωστά επιφωνήματα για τα “άλματα” και την αναγκαιότητά τους, και έτσι υπάρχει μια κάποια αποστασιοποίηση από την σταδιακότητα που η ορθοδοξία συνέδεε με την αντίληψή της περί της μεγάλης και οργανικά συνδεδεμένης ολότητας του σύμπαντος εν διαρκή κινήσει. Οι παρατηρήσεις του για τους προλόγους του Χέγκελ στο έργο του είχαν εξίσου οδηγήσει τον Λένιν να συναισθανθεί τη δυσκολία της αποσύνδεσης του “συστήματος” από τη “μέθοδο”, στον βαθμό που η λογική, σύμφωνα με τον Χέγκελ, προαπαιτούσε μορφές που είναι “gehaltvolle Formen, μορφές του ζειν, πραγματικό περιεχόμενο που συνδέεται αδιαχώριστα με το αντικείμενο.” Όμως είναι μόνο με την ανάγνωσή του στη διαδασκαλία περί της Ουσίας που ο Λένιν άρχισε να συνειδητοποιεί τον ανεπαρκή χαρακτήρα —στην πραγματικότητα αφελή και αυτοσχέδια συναρμολογημένο— των “υλιστικών” του δυισμών, και να διεισδύει στο επίπεδο της εμμένειας που ξετυλίγεται στις κατηγορίες της εγελιανής λογικής.

Ως “αντανάκλαση στον εαυτό της”, η ουσία ταυτίζεται με την αντικατοπτριστική κίνηση που είναι εγγενής στο ίδιο το Είναι. Η εξωτερική εμφάνιση είναι μόνον η αντανάκλαση της ουσίας ως τέτοιας, όχι κάτι άλλο απ’ το Είναι, αλλά το Είναι ως κάτι που τίθεται στην εξωτερικότητα και ως εξωτερικότητα έτσι ώστε να αναγνωρίσει ότι αυτή η κίνηση τη θέσης του εαυτού του προέρχεται απ’ τον εαυτό του, από την ίδια του την εσωτερικότητα. Αυτή η “επιστροφή στον εαυτό του” δεν σημαίνει ότι η εξωτερικότητα είναι απλά μια προβολή ή μια αναπαραγωγή της εσωτερικότητας, είναι μάλλον ήδη εκεί, ως κάτι που προϋποτίθεται από και εγγράφεται πάνω στην ίδια την εσωτερικότητα, και που επιτρέπει στην ολότητα να αντιμετωπίσει την κίνηση του ίδου της του καθορισμού. Επιστρέφοντας στην μεταφορά του ποταμού, ο Λένιν καταλαβαίνει ότι αν είναι εφικτό να διαχωρίσουμε ανάμεσα στον “αφρό” και τα “βαθιά ρεύματα”, τότε “ακόμα και ο αφρός είναι έκφραση της ουσίας!” Για να το θέσουμε διαφορετικά, η εμφάνιση της ουσίας, η “αντανάκλαση” δεν είναι τόσο μια ψευδαίσθηση που μπορεί να αναχθεί (όταν την φέρνουμε πίσω στο πραγματικό υλικό είναι του οποίου είναι απλά η μίμηση) στην προβαλλόμενη εικόνα μιας εξωτερικής κίνησης. Είναι η αρχική στιγμή μιας διαδικασίας αυτοκαθορισμού η οποία οδηγεί στο ξεδίπλωμα του πραγματικού ως αποτελεσματικότητας (Wirklichkeit). Έτσι προκύπτουν τα προβλήματα ορολογίας που αναλογίζεται ο Λένιν σε ό,τι αφορά την σωστή μετάφραση του όρου “Reflexion.” Και έτσι προκύπτει και ο ενθουσιασμός του, αμέσως μετά την ανάγνωση των σελίδων που είναι αφιερωμένες στις τρεις μορφές αντανκλαστικής κίνησης (μορφές τις οποίες ο Λένιν βρήκε πως ο Χέγκελ είχε αλλού “αναπτύξει πολύ δυσνόητα”), όταν και ανακαλύπτει το πραγματικό επίπεδο εμμένειας που αποκαλύπτει η εγελιανή “κίνηση”. Όχι η αναταραχή, η ροή του σύμπαντος όπως γίνεται αντιληπτή από μια θέση έξω απ’ αυτή, αλλά μάλλον η αυτο-κίνηση (Selbstbewegung): “Κίνηση και ‘αυτο-κίνηση’ (αυτή η NB! Αυθαίρετη [ανεξάρτητη], αυθόρμητη, εσωτερικά αναγκαία κίνηση) […] ποιος θα το πίστευε ότι τούτος είναι ο πυρήνας του ‘Εγελιανισμού’ του αφηρημένου και δυσνόητου [abstrusen] […] Εγελιανισμού; Αυτός ο πυρήνας έπρεπε να ανακαλυφθεί, να γίνει κατανοητός, hinüberretten, να αποκαλυφθεί, να εκλεπτυνθεί, και αυτό ακριβώς έκαναν οι Μαρξ και Ένγκελς.”

Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2011

Στάθης Κουβελάκης-Ο Λένιν ως αναγνώστης του Χέγκελ: Υποθέσεις για μια ανάγνωση των Σημειώσεων του Λένιν για την Επιστήμη της Λογικής του Χέγκελ (VΙΙΙ)

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να εισάξουμε την υπόθεση που θα βάλει σε τάξη τις ενδείξεις που ακολουθούν. Αναμφίβολα, οι σημειώσεις που κράτησε ο Λένιν κατά τη διάρκεια της ανάγνωσής του τής Λογικής ήταν το ημερολόγιό του για μια εμπειρία που ήταν ταυτόχρονα ανακάλυψης του Χέγκελ και αντίστασης σ' αυτόν. Δεν υπάρχει τίποτε το παράλογο, με αυτή την έννοια, στο να δούμε την παρουσία της κατηγορίας της "αντανάκλασης" --που τίθεται στην αρχή ως θεμέλιο της "υλιστικής ανάγνωσης" που πρότεινε να κάνει ο Λένιν-- ως στοιχείο του "πρωταρχικού υλισμού", ως ένα υπόλειμμα της πλεχανοφικής ορθοδοξίας που ο Λένιν λύγισε τον εαυτό του τόσο ώστε να ξεπεράσει, με λίγα λόγια, ως την ίδια την ένδειξη των ορίων της ανάγνωσης του Χέγκελ απ' τον Λένιν, ή αλλιώς, της ρήξης του με την ορθοδοξία της Δεύτερης Διεθνούς.

Οι όροι του ζητήματος έχουν διατυπωθεί ξεκάθαρα απ' τον Σλαβόι Ζίζεκ:
Το πρόβλημα με την "θεωρία της αντανάκλασης" του Λένιν βρίσκεται στον έμμεσο ιδεαλισμό της: η εμμονική της επιμονή στην ανεξάρτητη ύπαρξη της υλικής πραγματικότητας έξω απ' την συνείδηση μπορεί να διαβαστεί ως συμπτωματική εκτόπιση, που προορίζεται να αποκρύψει το γεγονός ότι η ίδια η συνείδηση τίθεται έμμεσα ως εξωτερική ως προς την πραγματικότητα που "αντανακλά." [...] Μόνο μια συνείδηση που παρατηρεί την πραγματικότητα από έξω θα μπορούσε να δει την πραγματικότητα "με τον τρόπο που στ' αλήθεια είναι" [...] όπως ένας καθρέφτης μπορεί να αντανακλάσει ένα αντικείμενο τέλεια μόνο εφόσον στέκεται έξω από αυτό. [...] Το ζήτημα δεν είναι ότι υπάρχει εκεί έξω μια ανεξάρτητη πραγματικότητα που βρίσκεται εκτός μου· το ζήτημα είναι ότι εγώ ο ίδιος είμαι "εκεί έξω", ως μέρος αυτής της πραγματικότητας.
Για να το θέσουμε με τους όρους της Λογικής του Χέγκελ, αυτό που ο Λένιν δεν μπορούσε να δει, σύμφωνα με το επιχείρημα αυτό, είναι ότι αυτή η αρχική εξωτερικότητα του είναι και της συνείδησης υπερβαίνεται και άρα καταργείται από την υποκειμενική δραστηριότητα που η ίδια η έννοια δηλώνει. Και η "αντανάκλαση" ή μάλλον η Reflexion (ο γερμανικός όρος έχει μάλλον την έννοια τής μέριμνας για το δεδομένο) μπορεί κατόπιν να εννοηθεί όχι ως αντίγραφο της εξωτερικής πραγματικότητας αλλά ως η στιγμή της διαμεσολάβησης, ως η στιγμή του αρνητικού: της κίνησης που, στην πολλαπλότητα των στιγμών της, αναδεικνύει την αμοιβαία προϋπόθεση της εξωτερικότητας και της εσωτερικότητας, και την εμμένεια της πρώτης μέσα στην δεύτερη, που τίθεται πιο αυθεντικά ως εσωτερική, ως μια θεμελιώδης εσωτερική διαμεσολάβηση:  όχι κάτι άλλο απ' το είναι, αλλά το ίδιο το είναι που αποκαλύπτεται, στην απώτατη βάση του, στην ανακλαστική κίνηση του ίδιου του βάθους του.

Ξέρουμε όμως ότι αυτό που απασχολούσε τον Λένιν πάνω απ' όλα στην Επιστήμη της Λογικής ήταν ακριβώς η οικονομία της "υποκειμενικής λογικής" (το "δόγμα της έννοιας"), ως τρόπος του να συλληφθεί το έλλογο της πρακτικής, της εργασίας και της δραστηριότητας της γνώσης ως τροπικοτήτων του μετασχηματισμού του αληθινού. Το καθοριστικό σημείο στο οποίο θα πρέπει να επιμείνουμε είναι ότι ήταν με την ίδια την πράξη της αντίστασης στον Χέγκελ που ο Λένιν μετασχημάτισε τις δικές του κατηγορίες, και έτσι μεταμόρφωσε και τον εαυτό του. Έτσι ακριβώς πρέπει να συλληφθεί η πραγματική λειτουργία αυτού του εκπληκτικού "κολλάζ" των σημειώσεων για τον Χέγκελ: ως ένα πείραμα της σκέψης το οποίο εισάγει τον "χονδροειδή υλισμό" με τον τρόπο μιας σκανδαλώδους συντακτικής παράταξης, μέσα στην ίδια την καρδιά της "Summa Theologica" του ιδεαλισμού, μάλλον με τον τρόπο που ο Αντόρνο, κυρίως στα αισθητικά του γραπτά, επιβεβαίωσε --με πολύ άμεσες αναφορές στην κοινωνική τάξη και με "ορθόδοξες" υπενθυμήσεις της πρωταρχικότητας του αντικειμένου-- την πανταχού παρουσία της κοινωνικής ολότητας (που είναι κατασταλτική και ακόμα και εφιαλτική), στην ίδια την υφή των στοιχείων που προσπαθούν να την θραύσουν. Αν ισχύει αυτό, τότε η επιμονή των στοιχείων του "χονδροειδούς υλισμού" στις σημειώσεις για τον Χέγκελ θα πρέπει η ίδια να εννοηθεί ως ίχνος της χωρίς προηγούμενο βίας που φέρνει η έκρηξη του ιμπεριαλιστικού πολέμου στο μέσο του πιο "αφηρημένου" μηχανισμού του σύγχρονου φιλοσοφικού εγχειρήματος, της καθαρής επιστήμης της σκέψης, ή της επιστήμης της καθαρής σκέψης, που προσπάθησε να επιτύχει με την Λογική του ο Χέγκελ.

Η έννοια της "αντανάκλασης", λοιπόν, πρέπει να το τονίσουμε εξ' αρχής, δεν εγκατελείφθηκε, αλλά, όπως θα δούμε, διαλεκτικοποιήθηκε σε έναν μηχανισμό διπλής δράσης: για να αφήσει το πραγματικό περιεχόμενο της λογικής του Χέγκελ να αναδυθεί ώστε να αναδομηθεί η σχέση Χέγκελ-Μαρξ, που είχε κατασταλεί σε τεράστιο βαθμό απ' την ορθοδοξία, και για να αποκατασταθεί την ίδια στιγμή το πραγματικά επαναστατικό ένστικτο του ίδιου του Μαρξισμού, η διαλεκτική του καρδιά. Στην διαδικασία αυτή, η "αντανάκλαση" γίνεται κάτι πολύ διαφορετικό από την αρχική θέση (στις πρώτες σελίδες των σημειώσεων του Λένιν για την Λογική) περί της εξωτερικότητας της ύλης προς την συνείδηση, ή την μη αναγωγιμότητα της φύσης στο πνεύμα. Για να προτρέξω λίγο εδώ, το αποτέλεσμα στο οποίο κατέληξε ο Λένιν είναι ότι η πραγματική "υλιστική αναστροφή" του Χέγκελ δεν έγκειτο, όπως νόμιζε ο ύστερος Ένγκελς, και όπως ο Πλεχάνοφ και οι άλλοι θυροφύλακες της Δεύτερης Διεθνούς επαναλάμβαναν μέχρι αηδίας, στην επιβεβαίωση της πρωταρχικότητας του είναι σε σχέση με τη σκέψη, αλλά μάλλον στην κατανόηση της υποκειμενικής ταυτότητας που εμφανίζεται στην "λογική της έννοιας" ως "αντανάκλαση", ιδεαλιστική και άρα αντεστραμμένη, της επαναστατικής πρακτικής, η οποία μετασχηματίζει την πραγματικότητα αποκαλύπτοντάς την ως αποτέλεσμα της παρέμβασης του υποκειμένου. Και εδώ είναι που ο Χέγκελ ήταν απέραντα πιο κοντά στον υλισμό από ότι οι ορθόδοξοι "υλιστές" (ή οι προ-μαρξιστικές, προηγούμενες εκδοχές του "υλισμού"), εφόσον ήταν κοντύτερα στον νέο υλισμό, τον υλισμό του Μαρξ, ο οποίος δεν δεχόταν την πρωταρχικότητα της "ύλης", αλλά αυτή της δραστηριότητας του υλικού μετασχηματισμού ως επαναστατικής πρακτικής. Η υπόσχεση μιας "υλιστικής ανάγνωσης του Χέγκελ" κρατήθηκε λοιπόν, αλλά με τρόπο πολύ διαφορετικό από αυτόν που αρχικά οραματίστηκε ο συγγραφέας. 

Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2011

Στάθης Κουβελάκης-Ο Λένιν ως αναγνώστης του Χέγκελ: Υποθέσεις για μια ανάγνωση των Σημειώσεων του Λένιν για την Επιστήμη της Λογικής του Χέγκελ (VΙΙ)

Υφές

Φτάσαμε λοιπόν τώρα στο ίδιο το κείμενο των σημειώσεων του Λένιν για την Λογική του Χέγκελ. Πριν αντιμετωπίσουμε το τι ανακάλυψε ο Λένιν στην ανάγνωση αυτή του Χέγκελ, πρέπει να σταθούμε για λίγο σε κάτι που η πλειοψηφία των σχολιαστών αναφέρει μόνο εν συντομία, όταν δεν το αναγάγει σε απλό περιορισμό του κειμένου ή σε ελειμματικότητά του σχετικά με τις φιλολογικές νόρμες που θα πρέπει να εκπληρώνει ένας φιλοσοφικός σχολιασμός. Θα πρέπει λοιπόν να ξεκινήσουμε λέγοντας ότι στην πραγματικότητα, οι σημειώσεις του Λένιν για την Επιστήμη της Λογικής του Χέγκελ δεν υπάρχουν! Το στάτους αυτό το μοιράζονται από κοινού με έναν αριθμό από άλλα μυθικά κείμενα στην μαρξιστική παράδοση, και πέρα απ' αυτή· είναι δηλαδή κείμενα που γράφτηκαν για ιδιωτική χρήση, ή τουλάχιστον δεν είχαν ως στόχο την δημοσίευση στην κατάσταση στην οποία τα γνωρίζουμε. Σε αυτές τις ξεχωριστές περιπτώσεις -- και συγκεκριμένα στην περίπτωση των σημειώσεων για τον Χέγκελ-- η ίδια η μορφή της δημοσίευσής τους συνιστά πάντοτε θεωρητικό ζήτημα, και ακόμα και άμεσα πολιτικό ζήτημα, κυρίως για κείμενα στην μαρξιστική παράδοση. Θα πρέπει να συμπεριληφθούν --και έτσι να αποσυμπυκνωθούν, θα έλεγαν κάποιοι-- σε μια μάζα άλλων σημειώσεων και υλικών από πολύ διαφορετικές περιόδους, όπως έγινε στις πρώτες σοβιετικές τους εκδόσεις; Θα πρέπει να διαχωριστούν ώστε να τους δοθεί η σημασία που τους αρμόζει, όπως έγινε με τις πρωτοπόρες προσπάθειες του Λεφέβρ και του Γκούτερμαν; Ή θα πρέπει μάλλον να υιοθετήσει κανείς μια ενδιάμεση λύση όπως έκαναν οι σοβιετικές εκδόσεις από ένα σημείο (1955) και μετά, και όπως έκαναν μετά από αυτές οι εκδόσεις του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος;

Υπάρχουν και άλλα που εμπλέκονται σε αυτά τα ζητήματα μορφής: οι σημειώσεις για την Λογική του Χέγκελ είναι πολύ παράξενο κείμενο, ακόμα και μοναδικό στην μαρξιστική παράδοση. Ως ένα σύνολο σημειώσεων και μια συλλογή αποσπασμάτων από τα έργα του Χέγκελ, εμφανίζονται σαν ένα απίστευτο κολάζ, ένα κείμενο φύσει κατακερματισμένο και ετερογενές, που αποτελείται από πολλά επίπεδα που διαπλέκονται συνεχώς και που λειτουργούν ως σχετικά αυτόνομα κείμενα, υπονοούμενα κείμενα και διακείμενα. Κάθε ένα από αυτά αναφέρεται μόνιμα στα άλλα, και πιο συγκεκριμένα σε ένα απών υπονοούμενο κείμενο, δηλαδή σε όλα όσα δεν αντιγράφονται από την Επιστήμη της Λογικής. Ο ριζικά κατακερματισμένος και ανολοκλήρωτος (ή μάλλον μη ολοκληρώσιμος) χαρακτήρας του κειμένου, το εφέ μοντάζ που το χαρακτηρίζει, με την έννοια του συνθετικού κυβισμού ή του κινηματογράφου του Βέρτοφ, επιτονίζεται ακόμα περισσότερο από την γλωσσική Βαβέλ που το χαρακτηρίζει: αποσπάσματα απ' τον Χέγκελ, γενικά στα γερμανικά αλλά μερικές φορές μεταφρασμένα στα ρωσικά, ανακατεύονται με σημειώσεις που αναφέρονται σ' αυτά τα αποσπάσματα, τα οποία είναι συνήθως στα ρωσικά αλλά επίσης --και ορισμένες φορές τα χαρακτηριστικότερα-- στα γαλλικά ή στα γερμανικά, με κάποιες επίσης σκόρπιες φράσεις στα αγγλικά. Χωρίς καν να μιλάμε για την μορφή τους ως τέτοια, οι σημειώσεις του Λένιν στο περιθώριο καταφεύγουν σε κάθε είδους σχήματα, συντομεύσεις, πίνακες και διαγράμματα, τα οποία μπλέκονται άμεσα με τον πολύπλοκο σχολιασμό, και το όλο αναμειγνύεται με μια αριστοτεχνική χρήση του αφορισμού. Βρίσκουμε εδώ έναν Λένιν ο οποίος δεν διστάζει να καταφύγει στην ειρωνεία, ακόμα και στην προσβολή.

Η υπόθεση που θα ρισκάρω να κάνω εδώ είναι ότι αυτή η πολύ απίθανη δομή των σημειώσεων για τον Χέγκελ, η υλική τους υφή ως αντικείμενο, σχετίζεται αναγκαστικά με το στάτους που ρητά επιζητά για αυτές ο συγγραφέας τους, δηλαδή ως μια απόπειρα υλιστικής ανάγνωσης ενός κανονικοποιημένο κείμενο της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας. Για να το θέσω διαφορετικά, είναι η ίδια τους η μορφή, ή μάλλον η τέλεια απουσία προκαθορισμένης μορφής, η εντελώς πειραματική τους διάσταση που κάνει τις σημειώσεις για τον Χέγκελ την έκφραση του παραδόξου εκείνου που συνίσταται στην εμφάνιση ενός πράγματος σαν τον "υλισμό" στη φιλοσοφία (αλλά, θα πρέπει αναμφίβολα να ειπωθεί, στα διάκενά της, στα εσωτερικά της χάσματα).

Πριν επιστρέψουμε σ' αυτό το ερώτημα του υλισμού, θα πρέπει να σκιαγραφήσουμε μια αρχική παρουσία των γραμμών έντασης γύρω από τις οποίες οργανώνεται αυτό το εξαιρετικά ετερογενές υλικό. Τι ήταν αυτό που ενδιέφερε τον Λένιν στην Επιστήμη της Λογικής, ποιά ήταν τα σημεία στα οποία η ριζοσπαστική και μοναχική του πράξη θεωρητικής επανέναρξης θα διασταυρωνόταν και ακόμα και θα συγκρουόταν, με το κείμενο του Χέγκελ; Μοιάζει πιθανό να διαχωρίσουμε τουλάχιστο τρεις, κάτω πάντοτε από το σημάδι της διαλεκτικής ως λογικής της αντίφασης, πράγμα που τους επέτρεψε να εποκοινωνούν με τις σημειώσεις που αφιερώθηκαν σε άλλα φιλοσοφικά κείμενα που καταβρόχθισε ο Λένιν στην περίοδο αυτή. Σηματοδοτούν γραμμές ρήξης τόσο με την ορθοδοξία όσο και με την δική του πρότερη φιλοσοφική συνείδηση.

1. Η διαλεκτική όχι ως "μέθοδος" που είναι εξωγενής στο αντικείμενό της, ή που μπορεί να αποσπαστεί από το "σύστημα" του Χέγκελ (με τις διατυπώσεις του ύστερου Ένγκελς), αλλά ως η ίδια η θέση της εμμένειας και της αυτο-κίνησης των πραγμάτων που συλλαμβάνει η σκέψη, μια σκέψη που διανύεται από την ίδια κίνηση και που επιστρέφει στον εαυτό της. Εφόσον κάθε πράγμα είναι ταυτόχρονα ο εαυτός του και το άλλο του, η ενότητά του σπάει, χωρίζεται ανακλώντας τον εαυτό του στον εαυτό του και γίνεται άλλο ξεριζώνοντας τον εαυτό του από αυτή την στιγμή της ίδιας της διαφοράς, αναιρώντας τον με έναν κάποιον τρόπο μέσα απ' την βεβαίωση της "απόλυτής" του ταυτότητας στην ίδια την κίνηση της αυτοδιαμεσολάβησής του.

2. Αυτή η αυτο-κίνηση θα πρέπει η ίδια να εννοηθεί όχι με την τετριμμένη έννοια της "περιδίνησης",  της πορείας των πραγμάτων και διάφορες άλλες υδραυλικές αναφορές που προτιμούσε η ορθοδοξία, αλλά μάλλον ως ενότητα των αντιθέτων, ως αντιφάσεις που βρίσκονται μέσα στα πράγματα τα ίδια, και η εκδίλωση αυτής της αντίφασης με την πιο αυστηρή της εμμένεια. Έτσι προκύπτει η θέση των άκρων και η άνοδος στα άκρα, η μετάβαση από το ένα άκρο στο άλλο στην ίδια την κίνηση που τα φέρνει σε αντίθεση, η ξαφνική ανατροπή των καταστάσεων. Η επιβεβαίωση της δημιουργικής ισχύος της διαίρεσης, η εργασία του αρνητικού, εξαλείφει κάθε εξελικτικό όραμα της "μετάβασης", και συγκεκριμένα των "αλμάτων" ως επιτάχυνσης της "εξέλιξης" ή των "αντιθέτων" ως απλώς αλληλοσυμπληρούμενων όρων μέσα σε μια ολότητα.

3. Η αυτο-κίνηση είναι μετασχηματιστική δραστηριότητα και η σύλληψη αυτής της δραστηριότητας στον διαδικαστικό της χαρακτήρα, ως επαναστατική πρακτική. Το τρίτο αυτό σημείο είναι και το λεπτότερο. Αγγίζει απευθείας τα ζητήματα της υλιστικής ανάγνωσης στην οποία υπέβαλλε το κείμενο του Χέγκελ ο Λένιν. Για να θέσω το θέμα πολύ σχηματικά, ο Λένιν προσπάθησε να βρει στηρίγματα στην "ενεργητική/υποκειμενική" πλευρά της εγελιανής έννοιας, την οποία συνέδεσε άμεσα στην εκτίμηση που έγινε για την "ενεργητική/υποκειμενική πλευρά" του ιδεαλισμού στις Θέσεις για τον Φόιερμπαχ. Αλλά απέρριψε κατηγορηματικά, στο όνομα του υλισμού, την κατάργηση της αντικειμενικότητας στην αυτο-κίνηση των κατηγοριών, την παντοδυναμία μιας σκέψης ικανής, στην εσωτερική της εκδίπλωση, να θέσει τον εαυτό της ως ανώτερη στιγμή που μπορεί να χωνέψει την ίδια την πραγματικότητα. Για να μπορέσει να αποφύγει κάθε οντολογικό πειρασμό στον τρόπο ανάλυσης των κατηγοριών, ο Λένιν επανεισήγαγε σ' αυτή την νέα προσπάθεια ένα κομμάτι από τον προηγούμενο μηχανισμό του φιλοσοφικής παρέμβασης, την θεωρία της "ανάκλασης" από το Υλισμός και εμπειριοκριτισμός. Επρόκειτο πράγματι για κεντρικό κομμάτι, το οποίο ήταν εξοπλισμένο με όλες τις εγγυήσεις ενγκελιανής και πλεχανοφικής ορθοδοξίας που συνέστησαν τον στόχο των Φιλοσοφικών τετραδίων. Αυτή η μη συγχρονικότητα των προβληματικών στην ίδια την καρδιά της ανάγνωσης της Λογικής απ' τον Λένιν έχει ιστορικά συστήσει το επίκεντρο όλων των δυσκολιών στην ερμηνεία της προσπάθειάς του, η οποία είτε απορρίπτεται λόγω μιας υπνοημένης έλλειψης εμπιστοσύνης στις εγελειανές κατηγορίες, είτε, αντίθετα, εγκωμιάζεται ως ούσα σε ουσιαστική συνέχεια με τον "υλισμό" του 1908.

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

Στάθης Κουβελάκης-Ο Λένιν ως αναγνώστης του Χέγκελ: Υποθέσεις για μια ανάγνωση των Σημειώσεων του Λένιν για την Επιστήμη της Λογικής του Χέγκελ (VΙ)

Η αναφορά αυτή από μια ιδρυτική πράξη σε μια άλλη, έχοντας επανενεργοποιηθεί από μια σχέση που αναδομείται στο παρόν και που υιοθετείται πλήρως ως τέτοια, θα πρέπει να εννοηθεί με μια διπλή έννοια: Ο Χέρτζεν ήταν πάνω από όλα ο σύνδεσμος ανάμεσα στην Ρωσική επαναστατική κληρονομιά και το μεγάλο ρεύμα των ευρωπαϊκών επαναστάσεων του 1848. Μεγαλωμένος με τον εγελιανισμό, και πιο συγκεκριμένα με τους Νέους Εγελιανούς (ένα "εκτός φάσης" φαινόμενο που ήταν χαρακτηριστικό μιας "καθυστερημένης" χώρας: όταν ο Χέγκελ έφτασε στη Ρωσία, κοπιαστικά όσο και καθυστερημένα, ήταν ήδη ο Χέγκελ του κινήματος των Νέων Εγελιανών), και έχοντας σημαδευτεί πιο συγκεκριμένα από μια επαναστατική ανάγνωση κάτω από την επίδραση του Μπακούνιν και του Χάινε, τον οποίο είχε συναντήσει στην εξορία του στο Παρίσι, ο Χέρτζεν ήταν αδιαφιλονίκητα ο πρώτος που έθεσε το ζήτημα που αργότερα έγινε γνωστό ως "ρωσική μη συγχρονικότητα." Επαναδιατυπώνοντας την "γερμανική" θεματική μιας αναστροφής της καθυστέρησης (που ήταν ακραία στην ρωσική περίπτωση) σε πιθανή "πρωτοπορία" (σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες) --όχι πια στα ευφορικά συμφραζόμενα των ετών πριν το 1848, αλλά σ' αυτά της ήττας και της απελπισίας-- ο Χέρτζεν ιχνηλάτησε το περίγραμμα ενός "Ρωσικού δρόμου" ως μοναδικού τρόπου πρόσβασης στο οικουμενικό. Η Ρωσία, προστατευμένη καθώς ήταν από το ίδιο το γεγονός της καθυστέρησής της από τα συνδυασμένα αποτελέσματα της συντριβής της δημοκρατικής επανάστασης και της καπιταλιστικής ανάπτυξης, με τις κοινοτιστικές κοινωνικές μορφές της ακόμα ζωντανές μέσα στην γιγάντια επαρχία της, θα μπορούσε συνεπώς να ανοίξει το δρόμο σε μια χειραφέτηση ακόμα πιο προχωρημένη από αυτή που εγκαινίασε τη Γαλλική Επανάσταση του 1789 και εμφανίστηκε απτά το 1793-94, και της οποίας η αιματηρή ήττα το 1848 σήμανε τις καμπάνες για την υπόλοιπη ήπειρο, που παρασύρθηκε απ' το κύμα της αντίδρασης. Μέσα σε συνθήκες μοναξιάς και ήττας, μέσα στο κενό που δημιούργησε η αντεπανάσταση που θριάμβευε παντού, ο Χέρτζεν ανακάλυψε, με τα δικά του λόγια, έναν νέο δρόμο προς τα εμπρός, μια ιστορική δυνατότητα που ήταν πρωτάκουστη: "οι ανακαλύψεις μου μού έφεραν ίλιγγο, άνοιξε μια άβυσσος μπροστά στα μάτια μου, και ένιωσα τη γη να ανοίγει κάτω απ' τα πόδια μου."

Αυτή η δυνατότητα ενός ριζοσπαστικού ιστορικού ανοίγματος συνόδεψε κατά κάποιο τρόπο, όπως ήδη είδαμε, τον ιστορικό ρόλο του Χέρτζεν στην ρωσική πρόσληψη του Χέγκελ πριν το 1848. Στην δεκαετία του 1840, και κόντρα στην προηγούμενη γενιά της ιντελιγκέντσιας της Μόσχας που διαμορφώθηκε απ' τον Σέλλιγκ, ο Χέρτζεν υπερασπίστηκε τη Λογική του Χέγκελ. Έχοντας τραφεί απ' τον Σενσιμονισμό πριν ακόμα καθήσει να ασχοληθεί με την μελέτη της φιλοσοφίας, και όντας αναγνώστης του A. Cieszkowski, του οποίου η ιδέα μιας "φιλοσοφίας της δράσης" τον ενέπνευσε πριν αρχίσει να διαβάζει Χέγκελ, ακολούθησε εκ του σύνεγγυς, μαζί με άλλους Ρώσους διανοούμενους (και ιδιαίτερα τον Μπελίνσκι), την ανάπτυξη της εγελιανής αριστεράς μέσω των δύο κυριότερων περιοδικών που εξέδιδε ο Arnold Ruge (το Hallische Jahrbücher, το οποίο έγινε το Deutsche Jahrbücher μετά την απέλαση του Ruge απ' την Σαξονία). Όντας πεπεισμένος για τον επαναστατικό ρόλο της φιλοσοφίας και την ικανότητά της να παρέμβει ενεργά στην πολιτική πραγματικότητα, ο Χέρτζεν επικεντρώθηκε στο προλεταριάτο ως τον κεντρικό δράστη στην επερχόμενη επανάσταση ήδη από το 1842 (πριν απομακρυνθεί απ' αυτό ως συνέπεια των σφαγών του Ιούνη του 1848 και της γενικευμένης ήττας). Ο Χέρτζεν ήταν συγκεκριμένα που εφήυρε την έκφραση "άλγεβρα της επανάστασης" για να δηλώσει την εγελιανή διαλεκτική, μια διατύπωση που στον Πλεχάνοφ άρεσε να επαναλαμβάνει, και την οποία αναμφισβήτητα μετέδωσε στον Λένιν, αν και ο Πλεχάνοφ συχνά την μεταμόρφωνε σε "άλγεβρα της εξέλιξης."

Ως ριζοσπάστης Νέος Εγελιανός πριν καν γίνει εγελιανός, λοιπόν, ο Χέρτζεν εισήγαγε, μέσα στο απόρθητο του ευρωπαϊκού δεσποτισμού, όλη την προβληματική του νέου εγελιανισμού, περιλαμβανομένου του Φόιερμπαχ. Οι συνέπειες της πράξης αυτής υπήρξαν γνήσια ανυπολόγιστες για γενιές της ρωσικής ιντελιγκέντσια. Εξηγούν το γιατί, μέσα στο κλίμα της γενικευμένης αντίδρασης που ακολούθησε τις ήττες των επαναστάσεων του 1848, και για το οποίο η καταστολή του Χέγκελ χρησίμευε ως μέσο συσπείρωσης σε ευρωπαϊκή κλίμακα (αρχής γενομένης απ' την Γερμανία, όπου ο Χέγκελ αντιμετωπίστηκε ως "ψόφιο σκυλί" όπως διάσημα έγραψε ο Μαρξ στον πρόλογό του στο Κεφάλαιο), το πνεύμα της γενιάς του 48 κατάφερε να επιζήσει ακριβώς σε τούτη την ευρωπαϊκή περιφέρεια, στην καρδιά της τσαρικής Ρωσίας. 

Μετά το φιάσκο, ο Χέρτζεν στράφηκε συγκεκριμένα στην μελέτη των επιστημών και έγραψε τις Επιστολές για την μελέτη της φύσης, που εμποτίζονται από ένα κλίμα φυσικιστικής τελεολογίας, όπου η εγελιανή φιλοσοφία της φύσης ανταγωνίζεται για πρωτοκαθεδρία με έναν πανθεϊσμό φοϊερμπαχιανής προέλευσης, και ακόμα και με τις σκιές του Σέλλιγκ. Το διακυβευόμενο ζήτημα όμως ήταν ξεκάθαρα πολιτικό: στην πραγματικότητα, ο Χέρτζεν πρόσφερε μια ανάλυση που βάσισε την δυνατότητα της ανθρώπινης δράσης και των μετασχηματιστικών της συνεπειών σε μια ευρεία ανάλυση των φυσικών διαδικασιών που συλλαμβάνονται με την εσωτερική τους τελεολογία και τις ανακλαστικές τους διαμεσολαβήσεις. Κι εδώ επίσης η εργασία του έπαιξε ιδρυτικό ρόλο, και μπορούμε να πούμε πως ο ρωσικός υλισμός, ο οποίος εντόπισε τον εαυτό του στην συνέχεια των Επιστολών αυτών και τόνισε την φοϊερμπαχιανή τους όψη, μοιράστηκε επίσης την συγκροτητική τους αμφισημία. Ο Τσερνιτσέφσκι, του οποίου η σημαντική επίδραση στον Λένιν είναι γνωστή, ήταν από αυτή την άποψη χαρακτηριστική περίπτωση, με τον ίδιο τρόπο που ήταν ο Πλεχάνοφ, ο οποίος τού αφιέρωσε μια σειρά δοκιμίων, περιλαμβανομένου ενός έργου που ο Λένιν αποδελτίωσε προσεκτικά το 1910-11. Η αναφορά στον Χέρτζεν λοιπόν οδηγεί με πολλούς τρόπους στον θεωρητικό κόμβο Χέγκελ-Φόιερμπαχ, έναν κόμβο που διαμεσολαβείται από την εξαιρετική φύση της παράδοσης της ρωσικής πρόσληψης των δύο αυτών στοχαστών. Και ήταν πράγματι με αυτούς τους όρους, τους όρους της σχέσης του υλισμού και της επανάστασης, που ο Λένιν, ενώ βρισκόταν ακόμα μέσα στο πλαίσιο της ορθοδοξίας, συνόψισε τα επιτεύγματα του Χέρτζεν στο άρθρο του, το 1912, "Εις μνήμην του Χέρτζεν." Βρίσκουμε εδώ τον Λένιν πριν την καταστροφή, να ανακαλεί μεν στην μνήμη την "ενσωμάτωση της εγελιανής διαλεκτικής" του Χέρτζεν ως κάτι που συμπυκνώνεται στην διατύπωση "άλγεβρα της επανάστασης", αλλά να προχωρά αμέσως μετά στο να εγκωμιάσει τον εκδότη του Kolokol με την αυστηρότερη πλεχανοφική ορθοδοξία, για το ότι "πέρασε πέρα απ' τον Χέγκελ, ακολουθώντας τον Φόιερμπαχ προς τον υλισμό." Αυτό συνέβη αν και, λίγο πριν γράψει αυτό το κείμενο, οι σημειώσεις του Λένιν στο περιθώριο του έργου του Πλεχάνοφ για τον Τσερνιτσέφσκι δείχνουν ότι είχε επίγνωση του βασικά στοχαστικού χαρακτήρα αυτού του υλισμού, φτάνοντας ακόμα και στο σημείο να εντοπίσει ίχνη αυτού του φαινομένου στον ίδιο τον Πλεχάνοφ. Γεγονός παραμένει πάντως ότι σε όλη τη συζήτηση για τον δρόμο της επανάστασης στη Ρωσία, ο Χέγκελ και οι διανοητικοί του επίγονοι ήταν έμμεσα παρόντες εξ αρχής.

Ο δρόμος του Λένιν προς τον Χέγκελ μάς οδηγεί συνεπώς πίσω σε τρεις άλλους δρόμους, του καθένα με τις δικές του ξεχωριστές τροπικότητες, αλλά επίσης και με μια εσωτερική αναγκαιότητα. Ανεξάρτητα ο ένας απ' τον άλλο, αλλά έχοντας φυτρώσει, με την ευρεία έννοια, απ' τον ίδιο θεωρητικό κορμό, ο Χέρτζεν και ο Μαρξ έπρεπε να επιλύσουν το ίδιο πολιτικό αίνιγμα, που δεν ήταν άλλο από αυτό της μη συγχρονικότητας των κοινωνικών μορφωμάτων του καθένα τους, η αναστροφή της καθυστέρησης σε πρωτοπορία, η πρωτοβουλία που θα μετασχημάτιζε τους ίδιους τους όρους αυτού του "πολύ νωρίς" και του "πολύ αργά" για να θέσει την συγκεκριμένη πραγματικότητα της επαναστατικής διαδικασίας σε μια καθορισμένη συγκυρία. Αλλά αυτό, όπως θα ανακάλυπτε με την σειρά του ο Λένιν, δεν ήταν τίποτε άλλο απ' τη διαλεκτική. 

Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2011

Στάθης Κουβελάκης-Ο Λένιν ως αναγνώστης του Χέγκελ: Υποθέσεις για μια ανάγνωση των Σημειώσεων του Λένιν για την Επιστήμη της Λογικής του Χέγκελ (V)

3.
Μπροστά στην καταστροφή, ο Λένιν αναζήτησε λοιπόν την επιστροφή στην συγκροτητική στιγμή, στο ίδιο το κείμενο του Μαρξ. Αν και γράφτηκε κατά παραγγελία, το κείμενό του για την εγκυκολπαίδεια Granat*  παίζει αποκαλυπτικό ρόλο απ' αυτή την άποψη. Διασχίζοντας τη στιγμή της καταστροφής, παραμένει πιστό, στο μεγαλύτερο μέρος της ανάλυσής του, στην ορθοδοξία Ένγκελς-Κάουτσκι (κυρίως σε ό,τι αφορά την ανακεφαλαίωση των κανονικοποιημένων ορισμών του υλισμού). Διαχωρίζεται όμως λόγω της θέσης που δίνει στα "φιλοσοφικά" ερωτήματα που εμφανίζονται στην αρχή της παρουσίασης, κάτι που είναι το ίδιο ασυνήθιστο (ιδιαίτερα στα πλαίσια ενός παιδαγωγικού κειμένου), καθώς και λόγω της ύπαρξης ενός ξεχωριστού τμήματος με τον τίτλο "διαλεκτική." Ακόμα κι αν κι εδώ επίσης το κείμενο [του Λένιν για τον Μαρξ] επαναλαμβάνει τις τυπικές διατυπώσεις της ορθοδοξίας, κυρίως την πρωταρχικότητα της εξέλιξης και της ανάπτυξης στη φύση και την κοινωνία, επικαλούμενο ως στήριγμα των ιδεών αυτών (με τον πιο καθαρό Πλεχανοφισμό) την "σύγχρονη ανάπτυξη της χημείας και της βιολογίας" και ακόμα και "την ηλεκτρική θεωρία της φύσης", σηματοδοτείται ωστόσο από μια επιθυμία να αποστασιοποιηθεί από τον "χονδροειδή" υλισμό, που ήταν μάλλον ύποπτη ως διατύπωση, θα πρέπει να θυμόμαστε, από τη σκοπιά της Δεύτερης Διεθνούς, για την οποία κάθε υλισμός ήταν επαρκής. Ο Λένιν δεν δίστασε να τον αποκαλέσει [τον χονδροειδή υλισμό] "μεταφυσική στην υπηρεσία της αντιδιαλεκτικής", κατηγορία που δεν θα μπορούσε καν να είναι εννοήσιμη απ' τον Πλεχάνοφ, για τον οποίο ο παλιός υλισμός ήταν στην χειρότερη περίπτωση απλώς "ασυνεπής", ανεπαρκώς υλιστικός και ανεπαρκώς πιστός στον μονισμό της "ύλης", στον ντετερμινισμό που βασίζεται στο κοινωνικο-φυσικό "περιβάλλον", ή, στην εντελώς χειρότερη περίπτωση, "μονομερής."

Στο ίδιο αυτό κείμενο, ο Λένιν ασχολείται εξίσου, και με ασυνήθιστη επιμονή, με την διάκριση μεταξύ της "εξέλιξης" σύμφωνα με τον Μαρξ και της "τωρινής ιδέας της εξέλιξης", με την μαρξική ιδέα να είναι αυτή της εξέλιξης "με άλματα, καταστροφές, επαναστάσεις" (η λέξη-κλειδί είναι βέβαια η "καταστροφή")· ο Λένιν επιμένει στη "διαλεκτική" ως "επαναστατική όψη του συστήματος του Χέγκελ", αποφεύγοντας την συνηθισμένη αντίστιξη ανάμεσα στην μέθοδο του Χέγκελ και στο σύστημά του. Η αναφορά του στις "Θέσεις για τον Φόιερμπαχ", όσο μερική και παραμορφωμένη κι αν είναι, χτυπά μια διαφορετική νότα από τους ορθόδοξους σχολιαστές, και απ' τον Πλεχάνοφ συγκεκριμένα. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό πως ο Λένιν τελειώνει το τμήμα για τον "φιλοσοφικό υλισμό" με μια αναφορά στην έννοια της "επαναστατικής πρακτικής δραστηριότητας" που είχε αυστηρά απορριφθεί από τον ντετερμινιστικό εξελεκτικισμό της ορθοδοξίας.

Ο Λένιν απέκτησε συνεπώς συνείδηση για την ανάγκη επιστροφής στον σύνδεσμο Φόιερμπαχ-Χέγκελ με στόχο να αντιμετωπίσει το ζήτημα του Μαρξισμού απ' τις ρίζες του, να τον απαλλάξει ριζικά από την εξ καθέδρας ορθοδοξία, απ' αυτό που ο Μαρξ αποκαλούσε "οπτική του παλιού υλισμού" (δέκατη θέση για τον Φόιερμπαχ). Δεν θά 'πρεπε λοιπόν να μάς εκπλήσσει ότι καθώς αυτό το εγκυκλοπαιδικό άρθρο [για τον Μαρξ] βρισκόταν ήδη σε στάδιο προδημοσίευσής του απ' τον εκδότη, και ενώ είχε αρχίσει να διαβάζει την Επιστήμη της Λογικής, ο Λένιν ζήτησε να μάθει αν γινόταν να αλλάξει κάποια τμήματα του άρθρου, και κυρίως αυτό για την διαλεκτική. 

4. 
Ένα άλλο στοιχείο αναδύθηκε όμως στην συγκρότηση αυτής της στιγμής της επαναθεμελίωσης. Μέσα στον θεωρητικό ριζοσπαστισμό τον οποίο έκανε εφικτό η απομόνωσή του, ο Λένιν βρέθηκε αναπόφευκτα αντιμέτωπος με την ανάγκη μιας αναδόμησης σε σχέση με την εθνική επαναστατική παράδοση, την περίφημη "κληρονομιά" (όρος που χρησιμοποιούνταν παραδοσιακά από την αντιπολιτευτική ιντελιγκέντσια) των ιδρυτών του Ρωσικού Διαφωτισμού και της επαναστατικής δημοκρατίας. Επρόκειτο για μια κληρονομιά την οποία ο Λένιν διεκδικούσε πάντα με περηφάνεια, ακόμα και όταν απέρριπτε την απαλλοτρίωση της από ένα λαϊκίστικο ρεύμα της εποχής του, και ακόμα κι όταν κατέφασκε στην νομιμότητα και την αναγκαιότητα μια κριτικής της επανεξέτασης. Για να το θέσουμε διαφορετικά, ήταν ακριβώς η μοναξιά της ανάγνωσής του στη Βέρνη που επέτρεψε στον Λένιν να μπει σ' έναν ελεύθερο διάλογο, κατά κάποιο τρόπο μέσω της διαμεσολάβησης του Χέγκελ, με αυτούς τους μεγάλους προγόνους, και κυρίως με την ιδρυτική μορφή του Χέρτζεν.

* V.I. Lenin, "Καρλ Μαρξ (Σύντομο βιογραφικό σχεδίασμα και μια αναλυτική έκθεση του Μαρξισμού)", Άπαντα, τ. 21: 43-91.

Στάθης Κουβελάκης-Ο Λένιν ως αναγνώστης του Χέγκελ: Υποθέσεις για μια ανάγνωση των Σημειώσεων του Λένιν για την Επιστήμη της Λογικής του Χέγκελ (IV)

2.
Η δεύτερή μου υπόθεση για την επιστροφή στον Χέγκελ σ' αυτή την ακραία συγκυρία αναφέρεται στην συγκεκριμένη αντίληψη του Λένιν για την φιλοσοφική παρέμβαση. Αυτό που πρέπει να σημειώσουμε εδώ είναι ουσιαστικά η άλλη πλευρά μιας σχεδόν αντεστραμμένης εικόνας: η δημόσιά του παρέμβαση στην φιλοσοφική διένεξη που ανοίγει η κρίση του 1908 απέναντι στην ιδιωτική του, σχεδόν μυστική αναζήτηση, στα πιο δύσκολα μονοπάτια της μεταφυσικής, κάτω απ' τη διαίσθηση της καταστροφής του 1914. Αν φαίνεται πράγματι ότι τα δύο χωρίζονται από μια "άβυσσο", όπως την αποκάλεσε ο Ανρί Λεφάβρ, και ότι τα επιχειρήματα περί συνέχειας που χαρακτηρίζουν έναν κάποιο Λενινισμό δεν μπορούν ούτε να στηρίξουν μια ανάγνωση των κειμένων ούτε μια ελάχιστη αντίληψη των συγυκρυιών, παραμένει το γεγονός ότι ο Λένιν ουσιαστικά συγκράτησε κάτι από την προηγούμενη κάθοδό του στην αρένα της φιλοσοφίας. Δηλαδή, σε τέτοιες συνθήκες "κρίσης", ο απτός χαρακτήρας των οποίων συνίστατο στις μορφές που υιοθετούσε η απήχηση της κρίσης στο ίδιο το επαναστατικό υποκείμενο ("ένα τρομερό φιάσκο χτύπησε την σοσιαλδημοκρατία"), η φιλοσοφική μάχη μπορεί να αποκτήσει πρωταρχική σημασία, εφόσον τα θεωρητικά ζητήματα που διακυβεύονται επηρεάζουν άμεσα το στάτους της πολιτικής πρακτικής.

Στη συγκυρία της "καταστροφής" του καλοκαιριού του 1914, ο συλλογισμός αυτός λειτούργησε με τον αντίστροφο τρόπο:  η εσωτερική κατάρρευση κάθε σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής άλλαξε τα πάντα στο πεδίο της θεωρίας. Η ορθοδοξία, στην εμβληματική ενσάρκωση της δυαρχίας Κάουτσκυ-Πλεχάνοφ, κατέρρευσε μαζί με την ψήφο για πολεμικές πιστώσεις και την μαζική στήριξη στην union sacrée. Το να σκεφτεί κανείς μέσα από αυτή τη χρεοκωπία, και να καταστρέψει θεωρητικά τη μάσκα την μήτρα της Δεύτερης Διεθνούς, ήταν απαραίτητο να αρχίσει καταστρέφοντας την μεταφυσική που κυριαρχούσε πάνω από την τεχνική της εργατικής οργάνωσης. Και ο αδύναμος κρίκος της μεταφυσικής της σοσιαλδημοκρατίας ήταν ο Χέγκελ. Όχι ένας οποιοσδήποτε Χέγκελ, και συγκεκριμένα όχι ο Χέγκελ που για ένα διάστημα απασχόλησε τον Πλεχάνοφ· όχι ο Χέγκελ των πιο άμεσων, εξωτερικών, πολιτικών γραπτών, αλλά μάλλον η θεωρησιακή καρδιά του συστήματος, η διαλεκτική μέθοδος που παρουσιάζει η Επιστήμη της Λογικής. 

Ο Λένιν καταλάβαινε απόλυτα, με άλλα λόγια, πως το πραγματικό θέμα που διακυβευόταν στο σύστημα του Χέγκελ δεν μπορούσε να εντοπιστεί στα πιο άμεσα πολιτική ή ιστορικά κείμενα, αλλά μάλλον στα πιο αφηρημένα, τα πιο μεταφυσικά, και τα πιο ιδεαλιστικά. Έτσι ήρθε σε αναπότρεπτη ρήξη με τον τρόπο αντιμετώπισης των φιλοσοφικών ζητημάτων που κληρονομήθηκε από τον ύστερο Ένγκελς και καθαγιάστηκε από ολόκληρη την Δεύτερη Διεθνή, περιλαμβανομένης της δικής του "πρότερης φιλοσοφικής συνείδησης": τον διαμερισμό της φιλοσοφίας σε δύο αντίθετα στρατόπεδα, τον υλισμό και τον ιδεαλισμό, με το καθένα να είναι βασικά εξωγενές ως προς το άλλο και να εκφράζει ανταγωνιστικού χαρακτήρα ταξικά συμφέροντα. Παρ' όλα αυτά --και όπως θα δούμε αυτό εγείρει ορισμένα περαιτέρω ερωτήματα, μπορούμε ακόμα να πούμε ότι είναι ακριβώς εδώ που βρίσκεται το punctum dolens [ευαίσθητο σημείο] των σημειώσεων για τον Χέγκελ-- αν η διάκριση μεταξύ υλισμού και ιδεαλισμού συλληφθεί εκ νέου με διαλεκτικούς όρους, και άρα κατά κάποια έννοια σχετικοποιηθεί, δεν σημαίνει τούτο ότι με τον τρόπο αυτό απορρίπτεται, αλλά μάλλον (όπως θα δούμε), ότι αναδιατυπώνεται, ξανα-ανοίγεται, ή πιο σωστά ριζοσπαστικοποιείται με την έννοια ενός νέου υλισμού. Για να το θέσουμε διαφορετικά: αφήνοντας πίσω του το ρεύμα της ορθοδοξίας, ο Λένιν δεν άλλαξε φιλοσοφικό στρατόπεδο, δεν έγινε ιδεαλιστής περισσότερο από ότι προσκολλήθηκε σε κάποιο από τους διαθέσιμους φιλοσοφικούς ρεβιζιονισμούς, ούτε βέβαια εφήυρε τον δικό του. Αυτό το οποίο απέρριπτε πάντοτε με κατηγορηματικό τρόπο ήταν αυτό ακριβώς, ο τρίτος δρόμος, μέσος ή συμφιλιωτικός, μεταξύ του υλισμού και του ιδεαλισμού, ή πέρα από την αντίθεσή τους. Μια τέτοια στάση [συμφιλίωσης των δύο] θα αναγόταν, επιπλέον, σε συγκράτηση των ίδιων των όρων του θεωρητικού μηχανισμού που έπρεπε να απορριφθεί συλλήβδην. Ο Λένιν αποπειράθηκε "απλώς" --και εκεί ακριβώς βρίσκεται το κέντρο της δυσκολίας-- να διαβάσει τον Χέγκελ ως υλιστής και με τον τρόπο αυτό να ανοίξει τον δρόμο για μια νέα αρχή, μια γνήσια επανεθεμελίωση, του ίδιου του Μαρξισμού.

Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2011

Στάθης Κουβελάκης-Ο Λένιν ως αναγνώστης του Χέγκελ: Υποθέσεις για μια ανάγνωση των Σημειώσεων του Λένιν για την Επιστήμη της Λογικής του Χέγκελ (ΙΙΙ)

Το σημείο τομής

Έτσι, ο Λένιν ξεκίνησε τη νέα περίοδο με μια ανάγνωση του Χέγκελ, ώστε να σκεφτεί ως τα όριά της τη ρήξη με την Δεύτερη Διεθνή, η "χρεοκωπία" της οποίας είχε σηματοδοτηθεί απ' τον πόλεμο. Οι συγγραφείς που συντρόφευαν αυτή την μοναξιά, και πάνω απ' όλα ο Χέγκελ, έγιναν λοιπόν αντικείμενα ενός συγκεκριμένου είδους ανάγνωσης, αναπόσπαστου από τα πολιτικά ζητήματα που διακυβεύονται στη φιλοσοφία. Αν, όπως ο ίδιος παραδέχτηκε στην αρχική του "επείγουσα" αντίδραση (σ' ένα κείμενο που δημοσιεύτηκε μόνο μετά θάνατον), "για τον σοσιαλιστή δεν είναι η φρίκη του πολέμου που είναι δυσκολότερη να αντέξεις --εμείς είμαστε πάντα υπέρ ενός ιερού πολέμου όλων των καταπιεσμένων για την κατάκτηση της δικής τους γης-- αλλά η φρίκη της προδοσίας που δείχνουν οι ηγέτες του σημερινού σοσιαλισμού, η φρίκη της κατάρρευσης της σημερινής Διεθνούς", τούτη η εξομολογημένη "δυσχέρεια" λειτούργησε ως μηχανισμός μιας διαδικασίας εσωτερικής κριτικής και αυτοκριτικής που ήδη εξελισσόταν. Η επιλογή του Χέγκελ --μοναδική, και τουλάχιστο κατά τα φαινόμενα, πολύ απίθανη-- και της Επιστήμης της Λογικής συγκεκριμένα ως προνομιούχου και σχεδόν αποκλειστικού εδάφους του στην αποφασιστική περίοδο από τον Αύγουστο στον Δεκέμβρη του 1914, η περίοδος αυτής της ρήξης, πρέπει η ίδια να γίνει αντιληπτή ως μια συνάντηση μεταξύ διαφορετικών σειρών σχετικά ετερογενών καθορισμών, στην οποία δίνεται η όψη της ενότητας και της σύγκλισης μόνο αναδρομικά. Ακόμα κι αν, σε ό,τι αφορά αυτή τη διαδρομή, το καθήκον που επικαλέστηκε αρκετά χρόνια πριν ο Μάικλ Λέβι σε ένα πρωτοπόρο κείμενο εξακολουθεί να περιμένει την εκπλήρωσή του ("θα είναι κάποτε απαραίτητο να επανασυγκροτήσουμε ακριβώς τη διαδρομή που οδήγησε τον Λένιν από το τραύμα του Αυγούστου του 1914 στην Λογική του Χέγκελ"), θα επιχειρήσουμε εδώ κάποιες υποθέσεις (τέσσερις συγκεκριμένα) για να προσπαθήσουμε να ανασυγκροτήσουμε κάποιες όψεις της διαδρομής αυτής. Πιο συγκεκριμένα, θα προβάλλουμε τις όψεις που ανακύπτουν από την διπλή υπόθεση που διατύπωσε ο Λέβι στο ίδιο κείμενο: Ήταν η επιστροφή στον Χέγκελ μια "απλή επιθυμία για επιστροφή στις πηγές της μαρξιστικής σκέψης, ή μια διαυγής αντίληψη για το ότι η μεθοδολογική αχίλλειος πτέρνα του Μαρξισμού της Δεύτερης Διεθνούς ήταν η έλλειψη κατανόησης που είχε για την διαλεκτική;" Αναμφίβολα, η απάντηση είναι και τα δύο, αλλά θα πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι η διαδικασία μιας "επιστροφής στις πηγές" δεν έχει τίποτε απλό, αλλά προσφέρει στην πραγματικότητα την πιο σίγουρη ένδειξη της ριζοσπαστικής σημασίας της δράσης του Λένιν.

Ι. 
Η δράση αυτή θα πρέπει να γίνει αντιληπτή πρώτα απ' όλα ως μια σχεδόν ενστικτώδης αντίδραση στην απαξίωση ή μάλλον καταστολή του Χέγκελ και της διαλεκτικής που υπήρξε χαρακτηριστικό σημάδι του Μαρξισμού της Δεύτερης Διεθνούς γενικά, και ειδικά του Πλεχάνοφ, του Ρώσου εκπροσώπου της στα φιλοσοφικά ζητήματα, με σημαντικό κύρος σε ολόκληρη την Διεθνή (με μια μικρή επιφύλαξη που θα αναπτυχθεί πιο κάτω). Αρκεί απλά να θυμηθούμε στο σημείο αυτό το πώς, βασιζόμενο απλά στα γραπτά του ύστερου Ένγκελς, που είχαν ήδη απλοποιηθεί, το επίσημο δόγμα της Δεύτερης Διεθνούς, από τον Μέρινγκ δια του Πλεχάνοφ στον Κάουτσκι, συνίστατο σε μια εκδοχή επιστημονικού εξελεκτικισμού και ντετερμινισμού με υλιστική πόζα, που συνδυαζόταν με έναν πολιτικό ησυχασμό ο οποίος, με την εξαίρεση του Λαμπριόλα, δεν συνάντησε αντίδραση μέσα στην Διεθνή παρά μόνο από τους "ρεβιζιονιστές" της δεξιάς και της αριστεράς, από τον Μπερνστάιν στον Σορέλ και τον Καρλ Λίμπκνεχτ, και σχεδόν πάντα στη βάση νεο-Καντιανών θέσεων. Στην πραγματικότητα, το πλέγμα αυτό εμπλεκόταν πλήρως στο τυπικό διανοητικό κλίμα της εποχής, αυτό του θετικισμού του ύστερου δέκατου ένατου αιώνα που μπολιάστηκε με την πίστη στην πρόοδο, την αποστολή της επιστήμης, και του ευρωπαϊκού πολιτισμού στο απώγειο της αποικιακής του επέκτασης. Δεν είναι υπερβολή σχεδόν το να πούμε ότι στην ρωσική τους εκδοχή, σε μια χώρα με πολύ καθυστερημένο εκσυγχρονισμό και με δεδομένη την ηγεμονία των σκοταδιστικών δυνάμεων του ancien régime, τα χαρακτηριστικά αυτά ενισχύθηκαν σημαντικά. Ο Πλεχάνοφ ενέγραψε ανοιχτά τον Μαρξ στην γραμμή του υλισμού του Ντ' Ολμπάχ και του Ελβέτιου, και υιοθετώντας την συνέχεια μιας ρωσικής φοϊερμπαχιανής παράδοσης, και πιο συγκεκριμένα αυτής του Τσερνιτσέφσκσι, ανακήρυξε τον Φόιερμπαχ μεγάλο κατακτητή του εγελιανού ιδεαλισμού,  ως προς το έργο του οποίου ο Μαρξ ήταν απλώς ο συνεχιστής.

Μπορούμε να πούμε ότι αυτό είναι αλήθεια, αλλά μια παρόμοια αντίδραση είχε ήδη φέρει τον Λένιν στο πεδίο της φιλοσοφίας: δηλαδή, το Υλισμός και Εμπειριοκριτισμός, μια αντίδραση στην ηττημένη επανάσταση του 1905. Αλλά είναι ακριβώς η σύγκριση μεταξύ των δύο δράσεων που είναι εύγλωττη: από τη μια άκρη στην άλλη στο έργο του 1908, στην σύγκρουση ανάμεσα στον "υλισμό" που δηλώνει και τον εμπειριοκριτισμό στον οποίο επιτίθεται, ο Λένιν επικαλείται διαρκώς τον Πλεχάνοφ ως την αναμφισβήτητη φιλοσοφική αυθεντία στο σημείο εκείνο (ακριβώς ως την "κρίση" που ανοίγεται από την ήττα του 1905) για όλους τους ρώσους σοσιαλδημοκράτες. Ήταν πράγματι ο Πλεχάνοφ που, όποιες κι αν ήταν οι διαφορές του απ' τον Κάουτσκι, ήταν το δομικό του αντίστοιχο στην Ρωσία, η αναμφισβήτητη πηγή του θεωρησιακού και ακόμα και μεταφυσικού οικοδομήματος της ορθοδοξίας που θρυμματίστηκε ανεπίστρεπτα τον Αύγουστο του 1914.

Έξι χρόνια αργότερα, ο Χέγκελ, το μαύρο πρόβατο κάθε "υλισμού", ήταν αυτός στον οποίο στράφηκε ο Λένιν· και η διαλεκτική πάνω από όλα. Επρόκειτο για μεγάλο εμπόδιο, μιας και ήταν αυτή, το απώγειο του εγελιανού ιδεαλισμού, που ο Μαρξ ισχυρίστηκε στην διάσημη διατύπωση πως "αναποδογύρισε" και "έστησε με τα πόδια της κάτω." Ήταν μια διαλεκτική για την οποία ο Πλεχάνοφ (που δεν ήταν εξαίρεση), ο ειδικός για τα φιλοσοφικά ερωτήματα της Δεύτερης Διεθνούς, δεν είχε στην πράξη τίποτα να πει, σε όλες τις χιλιάδες σελίδες ιστορίας και φιλοσοφικής πολεμικής που έγραψε, όπως σημείωνε ο Λένιν λίγους μήνες μετά την δική του εργασία πάνω στην Λογική. Τα λίγα που έγραψε ο Πλεχάνοφ, επιπλέον, δείχνουν σε ποιον βαθμό το πνευματικό του σύμπαν, αυτό μιας ολόκληρης εποχής ή σχεδόν τόσης, είχε αποξενωθεί από την παράδοση του γερμανικού ιδεαλισμού. Στο άρθρο του "Για την εξηκοστή επέτειο του θανάτου του Χέγκελ", το μόνο που δημοσίευσε το Neue Zeit για την περίσταση αυτή (κάτι που ήδη μάς λέει πολλά για την κατάσταση της φιλοσοφικής συζήτησης μέσα στη γερμανική σοσιαλδημοκρατία), ο Πλεχάνοφ αντιμετώπισε τις αντιλήψεις του Χέγκελ για την παγκόσμια ιστορία, τη φιλοσοφία του Δικαίου, τη θρησκεία, και λοιπά, με τον τρόπο άρθρου για εγκυκλοπαίδεια. Η "ιστορική επίδραση του γεωγραφικού περιβάλλοντος" ήταν κάτι θετικό στα μάτια του --εντόπισε εκεί αναμφίβολα τον "σπόρο του υλισμού"-- ενώ το ζήτημα της διαλεκτικής ήταν κάτι με το οποίο ξεμπέρδεψε, κυριολεκτικά, σε λιγότερη από μια σελίδα, παίρνοντας την ευκαιρία να εισάγει τα δυο-τρία παραθέματα απ' τον Μαρξ που πάντοτε αναφέρονταν για το θέμα. Το αντικείμενο αυτής της καταστολής δεν ήταν ακριβώς ο ίδιος ο Χέγκελ (από μία άποψη, ο Χέγκελ είχε κατασταλεί αρκετά λιγότερο από την ρωσική διανόηση, περιλαμβανομένου του Πλεχάνοφ, από ότι αλλού στην Ευρώπη), αλλά μάλλον το ζήτημα της διαλεκτικής στον Χέγκελ, "το ζουμί της υπόθεσης", όπως είπε ο Λένιν όταν τακτοποιούσε τους φιλοσοφικούς του λογαριασμούς με τον Πλεχάνοφ λίγο μετά την ανάγνωσή του της Λογικής. 

Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2011

Στάθης Κουβελάκης-Ο Λένιν ως αναγνώστης του Χέγκελ: Υποθέσεις για μια ανάγνωση των Σημειώσεων του Λένιν για την Επιστήμη της Λογικής του Χέγκελ (ΙΙ)

Η μοναξιά του Λένιν

Σ' αυτό ακριβώς το πλαίσιο γενικευμένης αποκάλυψης ο Λένιν, αφού πρώτα επιτέλεσε τα πιο επείγοντα καθήκοντά του (και όπως συνήθως συμβαίνει, αυτό σημαίνει πάντα την προσφυγή για ένα διάστημα στις παλιές συνταγές, με την πραγματική καινοτομία να αργεί ακόμα να έρθει), αποσύρθηκε στην ηρεμία μια βιβλιοθήκης της Βέρνης για να βουτήξει στην ανάγνωσή του τού Χέγκελ. Η στιγμή αυτή ήταν πράγματι με μια πολύ απτή έννοια η στιγμή κατά την οποία η πολιτική απομόνωση του Λένιν, και στην πραγματικότητα η απομόνωση της μειοψηφίας του εργατικού κινήματος που εναντιώθηκε στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, ήταν στο απώγειό της. Αυτή η λήψη απόστασης, αυτή η μοναξιά, που συχνά εντοπίζεται σε στιγμές δραστικής αλλαγής, όχι μόνο ανάμεσα στους στοχαστές αλλά και ανάμεσα στους ανθρώπους της δράσης, είναι μια εντελώς απαραίτητη στιγμή στην ίδια την διαδικασία των γεγονότων: η παύση του αρχικού γεγονότος (του πολέμου) αντηχεί σιωπηλά στην λήψη απόστασης, σε μια σιωπή από την οποία η νέα πρωτοβουλία, το άνοιγμα προς το νέο, θα αναδυθεί ξανά. Είναι μόνο στο φως αυτού του novum που μπορεί η διαδικασία να εμφανιστεί αναδρομικά ως αναγκαία. Η αυτοκριτική της σκέψης έρχεται σε συνδυασμό με την αυτοκριτική των ίδιων των πραγμάτων, τα οποία αναγνωρίζει ως δικά της, χωρίς τίποτε να μπορεί να μειώσει το μερίδιο της ενδεχομενικότητας σ' αυτή την συνάντηση, την απόλυτη έλλειψη κάθε εκ των προτέρων εγγύησης.

Η συχνότητα αυτών των στιγμών μοναξιάς στη ζωή του Λένιν, μια ζωή που αποτελείται από μακρές εξορίες και σχεδόν μόνιμο αγώνα ενάντια στο ρεύμα, είναι με αυτή την έννοια ενδεικτική του έντονα συμβαντικού της χαρακτήρα. Για αυτό και αντί να εξαφανιζονται, ξαναεμφανίζονται και εδραιώνονται στην καρδιά της πιο κρίσιμης περιόδου, αυτής που απλώνεται από την αρχή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου ως τον Οκτώβρη του 1917. Αυτές οι στιγμές περιλαμβάνουν, για παράδειγμα, σχεδόν ένα χρόνο φιλοσοφικής, όπως λέγεται, ανάγνωσης, κυρίως αφιερωμένης στον Χέγκελ, μετά τον Αϋγουστο του 1914· μια τεράστια αρχειοθέτηση για τον ιμπεριαλισμό (οκτακόσιες σελίδες σημειώσεων και το περίφημο σύντομο βιβλίο)· και μια σκληρή θεωρητική εργασία για το ζήτημα του κράτους, που κορυφώνεται στο λεγόμενο Μπλε Τετράδιο και στην συγγραφή του Κράτος και επανάσταση κατά τη διάρκεια της αναγκαστικής υποχώρησης στην κοντινή Φινλανδία, το οποίο "δεν μπόρεσε να τελειώσει", όπως γίνεται σε ένα συγγραφικό όνειρο, επειδή ο λόγος και η πραγματικότητα συναντήθηκαν στην ίδια την Οκτωβριανή επανάσταση. Όλα λοιπόν εξελίχθηκαν ωσάν, με το πείσμα του, ο Λένιν να κατάφερε να ακινητοποιήσει --ή μάλλον να συλλάβει, τρέποντάς τον κατά κάποιο τρόπο πίσω στον εαυτό του, δημιουργώντας αυτόν τον χώρο γύρω του-- έναν ιστορικό χρόνο που δεν σταματούσε να επιταχύνεται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς.

Οι πιο πρόσφατες βιογραφίες του Λένιν έχουν πράγματι τονίσει το γεγονός. "Ίσως η πιο αινιγματική και ανεξήγητη περίοδος της ζωής του Λένιν, από την σκοπιά όσων...θα ήθελαν να πιστέψουμε ότι ήταν κυρίως ένας ενστικτώδης, πρακτικός πολιτικός, είναι οι δραστηριότητές του στους ταραχώδεις μήνες μετά την πτώση του αυταρχικού καθεστώτος τον Φεβρουάριο του 1917...αντί να αφιερώσει τον χρόνο του στις πολιτικές διαβουλεύσεις για να πετύχει άμεσο τακτικό πλεονέκτημα για το κόμμα του στη Ρωσία, επικέντρωσε την ενέργεία του σε μια σχεδόν ακαδημαϊκή, εξαντλητική μελέτη του Μαρξ και του Ένγκελς για το ζήτημα του κράτους με στόχο να σκιαγραφήσει τους μακροχρόνιους στρατηγικούς στόχους της παγκόσμια σοσιαλιστικής επανάστασης. Πρόκειται για την άλλη πλευρά αυτής της μοναξιάς για την οποία γίνεται λόγος εδώ: όχι μια αναστοχαστική μοναξιά, ούτε καν μια στιγμιαία παύση για να συγκεντρώσει κάποιος τις δυνάμεις του πριν ξαναξεκινήσει δράση, αλλά μια αποστασιοποίηση, μια απαραίτητη απομάκρυνση από την αμεσότητα ώστε να ξανασκεφτεί δραστικά (απ' τις ρίζες) τις προϋποθέσεις της δράσης. Για να το θέσουμε αλλιώς: αν για να συλλάβεις την συγκυρία και να ιχνηλατήσεις την γραμμή παρέμβασης είναι απαραίτητο να ξαναδοκιμάσεις και να ξανασυγκροτήσεις τα θεωρητικά σου εργαλεία (τον Μαρξισμό όχι ως δόγμα αλλά ως "οδηγό στη δράση", με τα λόγια ενός από τα αγαπημένα αποφθέγματα του Λένιν), τότε μπροστά στην καταστροφή είναι ζήτημα της επιστροφής στην ίδια τη βάση, ζήτημα θεωρητικής επαναθεμελίωσης του Μαρξισμού.

Αυτό, χωρίς αμφιβολία, εξηγεί όχι μόνο την εξαιρετική ένταση της θεωρητικής παρέμβασης του Λένιν σε όλη την περίοδο που άνοιξε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, αλλά επίσης και την γνήσια επαναθεμελιωτική της σημασία και, όπως θα δούμε, την αυτοκριτική της: η συστηματική επιστροφή στα κείμενα του Μαρξ και του Ένγκελς συνδυάστηκε από την αρχή με μια τεράστια προσπάθεια θεωρητικής ενημέρωσης και ανάλυσης των νέων συνθηκών που δημιούργησε ο ιμπεριαλιστικός ολικός πόλεμος. Η εντυπωσιακή συσσώρευση εμπειρικών ντοκουμέντων συνοδεύτηκε από την επανεξέταση του ίδιου του στάτους του Μαρξισμού μπροστά σε μια ορθοδοξία που είχε ανεπίστρεπτα θρυμματιστεί. Η ρήξη που ενεπλάκη σε αυτή την κατάσταση συνεχίστηκε ως θεωρητικού είδους ζήτημα: η κρίση, ακόμα και η καταστροφή, μπορούσαν τότε, λόγω του ίδιου του απρόβλεπτού τους χαρακτήρα, να είναι η βάση μιας νέας αρχής και να γίνουν εντελώς εποικοδομητικές. Σ΄αυτή την προσπάθεια, επίσης, ο Λένιν βρέθηκε μόνος του, όπως επιβεβαιώνει άμεσα η σύγκριση με τα καλύτερα μυαλά του επαναστατικού κινήματος, περιλαμβανομένων των Λούξεμπουργκ, Τρότσκι και Μπουχάριν. Δεν είναι τυχαίο ότι καμία από αυτές τις μορφές, αν και ήταν διακεκριμένοι στοχαστές και ηγέτες του διεθνούς εργατικού κινήματος, δεν επέστρεψε στον Χέγκελ σε αυτή την κρίσιμη περίοδο, ούτε γενικότερα στις λεγόμενες φιλοσοφικές και θεωρητικές όψεις του Μαρξισμού.

Στάθης Κουβελάκης-Ο Λένιν ως αναγνώστης του Χέγκελ: Υποθέσεις για μια ανάγνωση των Σημειώσεων του Λένιν για την Επιστήμη της Λογικής του Χέγκελ (Ι)

Στάθης Κουβελάκης
Ο Λένιν ως αναγνώστης του Χέγκελ: Υποθέσεις για μια ανάγνωση των Σημειώσεων του Λένιν για την Επιστήμη της Λογικής του Χέγκελ
Lenin Reloaded: Toward a Politics of Truth, Duke University Press, 2007
Μτφρ.: Lenin Reloaded

Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος δεν ήταν απλώς μια έκρηξη από σφαγές σε τεράστια κλίμακα στην καρδιά των ιμπεριαλιστικών εθνών. Μετά από έναν αιώνα σχετικής εσωτερικής ειρήνης, έφερε ταυτόχρονα την κατάρρευση του ιστορικού του αντιπάλου, του ευρωπαϊκού εργατικού κινήματος, το οποίο ουσιαστικά οργανώθηκε υπό την αιγίδα της Δεύτερης Διεθνούς. Ο όρος "καταστροφή" είναι αρκετά αρμόζων, αν και ο Αλαίν Μπαντιού τον χρησιμοποιεί για να αναφερθεί στην τελική διάψευση μιας κάποιας μορφής της χειραφετητικής πολιτικής μετά την πιο πρόσφατη κατάρρευση των ούτως λεγομένων κομμουνιστικών καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης. Αν αναλογιστούμε πως αυτή η δεύτερη καταστροφή χτύπησε την πολιτική ακριβώς αλήθεια που γεννήθηκε ως απάντηση στην προηγούμενη καταστροφή, κάτω απ' το όνομα του "Οκτώβρη του 1917" ή εξίσου το όνομα "Λένιν", τότε αυτό που έκλεισε με αυτή την επανάληψη της καταστροφής είναι η θηλιά του "σύντομου εικοστού αιώνα". Παραδόξως λοιπόν, δεν είναι και τόσο κακή η περίσταση για να επιστρέψουμε πίσω στην αρχή, στην στιγμή που, μέσα στη λάσπη και το αίμα που έπνιξε την Ευρώπη το καλοκαίρι του 1914, πρωτοαναδύθηκε ο εικοστός αιώνας.

Η καταστροφή
Έχοντας τραβηχτεί μέσα στην δίνη της σύγκρουσης, τόσο οι ευρωπαϊκές όσο και οι μη ευρωπαϊκές κοινωνίες απέκτησαν την πρώτη τους εμπειρία του ολικού πολέμου. Ολόκληρη η κοινωνία, τόσο οι στρατιώτες όσο και οι πολίτες, η οικονομία και η πολιτική, το κράτος και η πολιτική κοινωνία (τα συνδικάτα, οι εκκλησίες, τα ΜΜΕ), μετείχαν πλήρως σε μια γενική κινητοποίηση που ήταν απολύτως χωρίς προηγούμενο στην παγκόσμια ιστορία. Η τραυματική διάσταση του γεγονότος δεν είχε κοινό παρανομαστή με καμία προηγούμενη ένοπλη σύγκρουση. Αυτό που αναδύθηκε από την τερατώδη σφαγή των χαρακωμάτων --μια πραγματική βιομηχανία σφαγής, τεχνολογικοποιημένη και εφαρμοσμένη τόσο στο πεδίο μάχης όσο και έξω από αυτό (με τον βομβαρδισμό αμάχων, τον εκτοπισμό πληθυσμών, την στοχευμένη καταστροφή ζωνών που δεν βρισκόντουσαν στο μέτωπο)-- ήταν το γενικευμένο αίσθημα του τέλους ενός ολόκληρου "πολιτισμού". Η βιομηχανία του μαζικού φόνου υπήρξε στενά συνδεδεμένη με μηχανισμούς για τον έλεγχο της κοινωνικής ζωής και των πληθυσμών που εκτίθεντο στην σύγκρουση άμεσα ή έμμεσα. Η αποκαλυπτική αυτή ατμόσφαιρα, της οποίας η ηχώ ακούγεται έντονα σε ολάκερη την κουλτούρα της άμεσα μεταπολεμικής περιόδου (στον πόλεμο γεννήθηκε το Νταντά, μετά ο σουρεαλισμός και οι άλλες αβάν-γκαρντ των δεκαετιών του 1920 και 1930), εμπότιζε όλη την ζωή της εποχής. Μπορούμε να πάρουμε μια ιδέα για αυτό σήμερα διαβάζοντας το "Φυλλάδιο του Τζούνιους" της Ρόζα Λούξεμπουργκ -- ένα από τα πιο εκπληκτικά κείμενα στην σοσιαλιστική βιβλιογραφία, όπου κάθε σελίδα μαρτυρά για τον χωρίς προηγούμενο χαρακτήρα της βαρβαρότητας που επέλαυνε. 

Η διάσταση αυτή της αποκτήνωσης όλων των κοινωνικών σχέσεων, όσο τρομακτική και να ήταν και να μοιάζει ακόμα, δεν θα πρέπει ωστόσο να αποκρύψει τις μεγάλης κλίμακας καινοτομίες που έφερε μέσα της η σύγκρουση. Είναι πράγματι γνωστό ότι κάθε πόλεμος είναι πραγματικό εργαστήρι για τον "εκσυγχρονισμό" των κοινωνικών σχέσεων, αλλά ο ολικός και ολοκληρωτικός χαρακτήρας του πολέμου αυτού έδωσε στην διαδικασία μια κλίμακα που ήταν ως τότε άγνωστη. Με την ευρείας κλίμακας ίδρυση στρατοπέδων συγκέντρωσης· με πολιτικές απέλασης πληθυσμών και εκκαθάρισης εδαφών (που πριν ήταν "προνόμιο" των αποικιών: η παγκόσμια σύγκρουση έκανε εφικτή ακριβώς την εισαγωγή στις μητροπόλεις του είδους βίας που ως τότε εφαρμοζόταν στην ιμπεριαλιστική περιφέρεια)· με τις μορφές σχεδιασμού και κρατικού ελέγχου της οικονομίας, περιλαμβανομένης της ενσωμάτωσης των συνδικάτων στην πολεμική οικονομία (η οποία πήρε την μορφή της πλήρους καπιταλιστικής εκλογίκευσης, που θεωρητικοποιήθηκε ως τέτοια από τον Ράτεναου)· με την πρόσβαση στην γυναικεία εργασία στη βιομηχανία (με όλες της τις συνέπειες, σε συνδυασμό με την απουσία των ανδρών στο μέτωπο, στο επίπεδο της οικογενειακής δομής, και της αντρικής κυριαρχίας στην κοινωνική ζωή)· με τις μορφές προπαγάνδας που εφαρμόστηκαν σε μεγάλη κλίμακα πάνω στους μαχόμενους και στην κοινή γνώμη από έναν εντυπωσιακό μηχανισμό ελέγχου και πληροφόρησης και την ανάπτυξη νέων μέσων διάδοσης (ραδιόφωνο, κινηματογράφος)· και χωρίς να ξεχνάμε, βέβαια, τις κυβερνήσεις της union sacrée, οι οποίες εξασφάλισαν την συμμετοχή των εργατικών κομμάτων στην κορυφή του κράτους και συνόδεψαν μορφές σχεδιασμού και συναίνεσης στο οικονομικό επίπεδο -- ούτε μια όψη της συλλογικής και της ατομικής ζωής δεν έμεινε ανέγγιχτη από αυτή την εμπειρία, που ήταν πραγματικά ριζοσπαστική. 

Τίποτε δεν θα ήταν πια όπως πριν, και πρώτα απ' όλα το εργατικό κίνημα. Η κατάρρευση της Δεύτερης Διεθνούς, η απόλυτη ανημπόρια της μπροστά στο ξέσπασμα της ιμπεριαλιστικής σύγκρουσης, στην πραγματικότητα αποκάλυπτε απλώς βαθιά ριζωμένες τάσεις, που υπήρχαν αρκετά πριν τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, προς την κατεύθυνση μιας "ενσωμάτωσης" των οργανώσεων του κινήματος αυτού (και ενός μεγάλου μέρους της κοινωνικής του βάσης) μέσα στους συμβιβασμούς που στήριζαν την κοινωνική και πολιτική τάξη των μητροπολιτικών χωρών (κυρίως στην ιμπεριαλιστική της διάσταση). Η "κατάρρευση", με τους όρους του Λένιν, αφορούσε λοιπόν ολόκληρη την πολιτική πρακτική του εργατικού και σοσιαλιστικού κινήματος, το οποίο τώρα ήταν αναγκασμένο να αναθεωρήσει ριζικά: "ο παγκόσμιος πόλεμος άλλαξε τις συνθήκες του αγώνα μας και έτσι άλλαξε δραστικά και μας", έγραφε η Λούξεμπουργκ, επικαλούμενη στην συνέχεια την ανάγκη της "αλύπητης αυτοκριτικής" ως "ζωής και ανάσας του προλεταριακού κινήματος."

Ο Λένιν, αν και δεν ήταν βέβαια ο λιγότερο καλά εξοπλισμένος (αν και κατά κάποιο τρόπο δεν το είχε ακόμα συνειδητοποιήσει αυτό), ήταν παρ' όλα αυτά ανάμεσα σ' αυτούς που η καταστροφή τους χτύπησε με τον πιο άμεσο τρόπο. Η έκπληξή του μπροστά στην ομόφωνη ψήφο υπέρ των πολεμικών πιστώσεων από τους γερμανούς σοσιαλδημοκράτες, και πιο γενικά, μπροστά στην κατάρρευση της Διεθνούς και του ορθόδοξου "καουτσκικού" της πυρήνα, όπως επίσης και ο αργός και σπάνιος χαρακτήρας των αρχικών του παρεμβάσεων μετά τον Αύγουστο του 1914, μάς λένε πολλά. Μιλούν όχι τόσο για την (υποτιθέμενη) έλλειψη διαύγειάς του (ακόμα κι αν είναι αλήθεια ότι η προηγούμενη επιθυμία του για "ορθοδοξία" --που δεν μοιραζόταν η Λούξεμπουργκ-- συνεισέφερε στην ψευδαίσθηση που αποκάλυψε αναδρομικά η καταστροφή), αλλά πολύ περισσότερο για τον πραγματικά χωρίς προηγούμενο χαρακτήρα αυτών που συνέβαιναν. 

Αυτό το εμπόδιο για την πολιτική παρέμβαση σηματοδοτήθηκε ακόμα πιο καθαρά από την εξέλιξη της θέσης του Λένιν απέναντι στην συμπεριφορά των επαναστατικών σοσιαλιστών μπροστά στην πραγματικότητα του πολέμου. Την στιγμή που ξέσπασε ο πόλεμος, και που ο "τρόμος" της κατάρρευσης της Διεθνούς ήταν το δυσκολότερο από όλα που έπρεπε να αντέξεις, ο ηγέτης των Μπολσεβίκων εξαπέλυσε ένα σύνθημα "εκτάκτου ανάγκης" το οποίο εντασσόταν ακόμα στην παράδοση της "αντιπολεμικής κουλτούρας" της κατεστραμμένης Διεθνούς. Επρόκειτο για το δημοκρατικό (Ιακωβινιστικο-καντιανό) σύνθημα της "μεταμόρφωσης όλων των ευρωπαϊκών κρατών σε δημοκρατικές Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης", μια μεταμόρφωση που εξυπάκουε και την ανατροπή των γερμανικών, αυστρο-ουγγαρικών και ρωμανωφικών δυναστειών ανάμεσα σε άλλα. Λίγο αργότερα (στα 1915), η θέση αυτή εγκαταλείφθηκε, λόγω του προβληματικού της οικονομικού περιεχομένου (μπορούσε να ερμηνευτεί ως θέση που υποστήριζε έναν εφικτό ενωμένο ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό) και λόγω της κατηγορηματικής απόρριψης απ' τον Λένιν κάθε ευρωκεντρικής αντίληψης της επανάστασης. Ήταν μια απόρριψη που δίχως αμφιβολία προανήγγειλε μια πολύ πεσιμιστική εκτίμηση της κατάστασης του ευρωπαϊκού εργατικού κινήματος: "Πέρασαν για πάντα οι καιροί που το αίτημα της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού ήταν άμεσα συνδεδεμένο με την Ευρώπη". Η παράλληλη κατάφαση εκ μέρους του στην "επαναστατική ηττοπάθεια", με την γραμμή αυτή να εκπροσωπεί μια δραστική καινοτομία για την κουλτούρα του διεθνούς εργατικού κινήματος, έμοιαζε έτσι αναπόσπαστη από τον στοχασμό του για τις καταστροφικές συνέπειες της πολιτικής έκρηξης του Αυγούστου του 1914. Για να είμαστε πιο ακριβείς, έμοιαζε αναπόσπαστη από την ασυνήθιστη ασχολία στην οποία επιδόθηκε ο Λένιν στους μήνες που ακολούθησαν τα γεγονότα αυτά.