Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοινωνική Θεωρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοινωνική Θεωρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, 5 Μαΐου 2015

Ανοιχτή συζήτηση για την κατάσταση ορισμένων κοινωνικών στρωμάτων

Χθες είχα μια μακροχρόνια κατ' ιδίαν συζήτηση με σύντροφο και αναγνώστη για ένα ζήτημα για το οποίο φοβάμαι ότι δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις, και το οποίο με προβλημάτισε ιδιαίτερα κατά την παραμονή μου στην Ελλάδα και στις παρατηρήσεις που έκανα εκεί: αναφέρομαι στην υπόθεση --θα την πω υπόθεση-- περί ύπαρξης τμημάτων του πληθυσμού τα οποία δεν έχουν απλώς παραιτηθεί από διεκδικήσεις αλλά είναι από αρνητικά ως επιθετικά απέναντι σε μια θέση που, αναγκαστικά, βασίζεται στην ιδέα της ανάγκης διεκδίκησης μιας ικανοποίησης των αναγκών.

Τη στιγμή που το ΚΚΕ κάνει λόγο για "διευρυμένες" και "σύγχρονες" ανάγκες, υπονοώντας ότι το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και δυνατότητων σήμερα καθιστά εφικτά πράγματα τα οποία ούτε ο ιστορικός σοσιαλισμός μπορούσε ακόμα να ικανοποιήσει (αναφέρω ενδεικτικά την αναφορά Γεωργιανής που γνωρίζω σε πέντε φορές διακοπές τον χρόνο κατά τη δεκαετία του 1980) δείχνει να διαμορφώνεται και να παγιώνεται ως στάση ζωής μια στάση που δεν δηλώνει απλά παραίτηση από διεκδικήσεις (αποδεχόμενη πλήρως τη σχετική εξαθλίωση, αν όχι και την απόλυτη), αλλά τονίζει θριαμβευτικά και την απουσία αναγκών και απαιτήσεων: πιο συγκεκριμένα, το πορτραίτο που έχω κατά νου κοινωνικά είναι ενός συνήθως άνεργου ή χαμηλόμισθου, ο οποίος δεν προβληματίζεται δημόσια ή σε συζητήσεις για την ανεργία του ή το χαμηλό του μισθού του, δεν επιθυμεί καμία συζήτηση για την βελτίωση των συνθηκών του, και βρίσκει από απεχθές ως αστείο το εργατικό κίνημα ως προοπτική. Έναν άνθρωπο που έχει ανταλλάξει την ικανοποίηση των διευρυμένων υλικών του αναγκών (π.χ, για παιδεία, αναψυχή, ταξίδι ή πολιτισμό και όχι απλά για στενά υλικά αγαθά) με την απόλαυση της γνώμης, και που προτιμά να έχει "γνώμη" παρά να είναι σε θέση να διαβιώσει σε ένα αξιοπρεπές επίπεδο, ερμηνεύοντας την όποια κριτική σ' αυτή τη στάση ως επίθεση κατά της "ελευθερίας του."

Τετάρτη, 25 Δεκεμβρίου 2013

Προς μια κατανόηση της έννοιας της "δυαδικής εξουσίας": Κείμενα του Pierre-Joseph Proudhon,1848 (II)

Pierre-Joseph Proudhon
Πρώτη συνεδρία της Εθνοσυνέλευσης
Εφημερ. Le Represéntant du Peuple
5 Μάη 1848
Μτφρ.: Lenin Reloaded
[...]

Το κοινωνικό ζήτημα!

Η συμβουλή μου είναι να το ξεχάσετε εξ αρχής. Το κοινωνικό ζήτημα δεν θα μπει στην ημερήσια διάταξη της Εθνοσυνέλευσης.

Και είναι πιθανό αυτή η Εθνοσυνέλευση να τα βάλει με τα προνόμια;

Τρίτη, 24 Δεκεμβρίου 2013

Προς μια κατανόηση της έννοιας της "δυαδικής εξουσίας": Κείμενα του Pierre-Joseph Proudhon,1848 (I)

Pierre-Joseph Proudhon
Προς Πατριώτες
Εφημερ. Le Represéntant du Peuple
4 Μάη 1848
Μτφρ.: Lenin Reloaded

Αύριο ανοίγει την αυλαία της η Εθνοσυνέλευση.

Πώς θα μας έλθουν τα εκλεγμένα μέλη από τα Διαμερίσματα;

Τι είδος υποδοχή θα δεχτούν απ' τον παρισινό λαό οι εκπρόσωποι από όλη τη Γαλλία;

Οι μοναδικές απαντήσεις είναι δυσπιστία και περιφρόνηση. Αναζητώ αδελφούς αλλά οι μόνοι που συναντώ είναι συνωμότες! Ο εμφύλιος πόλεμος δεν είναι πλέον προοπτική: έχει πέσει πάνω μας. Δεν τον φοβόμαστε πια σαν το χειρότερο κακό. Τον δεχόμαστε σαν αναγκαιότητα. Στην επαρχία και την πόλη, οι άνθρωποι κατασκευάζουν μπαρούτι, χύνουν καλούπια για σφαίρες, και ετοιμάζουν όπλα. Οι ηγέτες στέλνουν τα συνθηματικά τους και εκδίδουν τα μανιφέστα τους. Όπου και να πας, το μόνο που ακούς είναι το φονικό μήνυμα: Πρέπει να τελειώνουμε!

Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2013

Χιπστερισμός, το ανώτατο στάδιο του μεταμοντερνισμού (Agkarra)

Όχι τυχαία και τα δυο μεγάλα έργα της ωριμότητας του Μαρξ, που επιχειρούν να παρουσιάσουν την καπιταλιστική κοινωνία στο σύνολο της και να δείξουν το βαθύτερο χαρακτήρα της, αρχίζουν με την ανάλυση του εμπορεύματος. Πράγματι, δεν υπάρχει πρόβλημα σ’αυτή τη βαθμίδα ανάπτυξης της ανθρωπότητας που να μην παραπέμπει, σε τελευταία ανάλυση, σ’αυτό το ζήτημα και η λύση του να μην πρέπει να αναζητηθεί στη λύση του αινίγματος της δομής του εμπορεύματος.[...] πράγματι, μπορεί να ανακαλυφθεί στη δομή της εμπορευματικής σχέσης το μοντέλο όλων των μορφών αντικειμενοποίησης και όλων των αντίστοιχων σ’αυτές μορφών της υποκειμενικότητας στην αστική κοινωνία”.
Γκ. Λούκατς, Ιστορία και ταξική συνείδηση

Πέμπτη, 12 Σεπτεμβρίου 2013

Το πρεκαριάτο δεν υπάρχει


Τα τελευταία χρόνια διαδώθηκε ευρέως μια φιλολογία γύρω από τον όρο ”πρεκαριάτο” (precarious: επισφαλής) για να περιγράψει αυτούς που εργάζονται σε συνθήκες επισφάλειας: ”Η Επισφάλεια είναι η υλική συνθήκη ζωής που συνδέεται με την άτυπη, ευέλικτη, προσωρινή εργασία-ανεργία και χαρακτηρίζεται από ελλιπή οικονομική, κοινωνική και συναισθηματική ασφάλεια, από προσωρινότητα και αβεβαιότητα σε κάθε στιγμή της ζωής” (wikipedia).

Χρησιμοποιείται κυρίως από μεγάλα κομμάτια της αριστεράς, που θέλουν να αναθεωρήσουν την παρωχημένη κατ’αυτούς μαρξιστική θεωρία, αλλά και από διάφορους μεταμοντέρνους και χρησιμοποιείται αρκετά σαν ‘όπλο’ για να αποδείξει την δήθεν ανεπικαιρότητα του μαρξισμού. Στον θεωρητικό και πολιτικό λόγο αυτών, ο όρος ‘πρεκαριάτο’ έχει αντικαταστήσει τον όρο ‘προλεταριάτο’, μιας και θεωρούν ότι το προλεταριάτο, το επαναστατικό υποκείμενο του μαρξισμού, δεν υφίσταται πλέον σαν κεντρικό υποκείμενο στον καπιταλισμό αλλά έχει αντικατασταθεί από το πρεκαριάτο,το κογκνιταριάτο κ.τ.λ. Άρα, λένε, η θεωρία χρήζει επανεξέτασης, αναθεώρησης ή ακόμα και ολικού ξεπεράσματος μιας και δεν ανταποκρίνεται πλέον στις νέες κοινωνικές τάξεις του σημερινού καπιταλισμού και επιμένει να ζει στο παρελθόν.

Σάββατο, 24 Αυγούστου 2013

Κ. Ιωαννίδης-Το μεταμοντέρνο: Άλλο ένα ιστορικό αδιέξοδο (ΙΙ)

Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ ΒΑΣΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ

Η απάντηση στο βασικό ζήτημα της φιλοσοφίας, αυτό της σχέσης της νόησης με το Είναι συνδέεται άμεσα με το ερώτημα της σχέσης των σκέψεών μας με τον κόσμο που μας περιβάλλει και της δυνατότητας του ανθρώπου, μέσω των παραστάσεων και των εννοιών του για τον πραγματικό κόσμο, να συνθέσει ένα σωστό αντικαθρέφτισμα της πραγματικότητας.

Σε αυτά τα ερωτήματα το μεταμοντέρνο δεν παίρνει μια σαφή θέση. Ακολουθώντας τη φιλοσοφική παράδοση του νεοθετικισμού αλλά και της σκέψης του Νίτσε, δίνει έμφαση στην απάντηση στο δεύτερο κυρίως ερώτημα, αυτό της δυνατότητας του υποκειμένου να γνωρίσει την αντικειμενική πραγματικότητα.

Ενδειξη αυτής της φιλοσοφικής στάσης είναι η τοποθέτηση του Φουκό σύμφωνα με τον οποίο «…το θέμα είναι να εκλείψει το δίλημμα του γνωρίζοντος υποκειμένου…»[12], ενώ χαρακτηριστική είναι η τοποθέτηση του Λυοτάρ ως προς το ζήτημα της αντικειμενικής πραγματικότητας. Ο γάλλος στοχαστής υποστηρίζει πως «με τη σύγχρονη επιστήμη συμβαδίζει, με όποιο τρόπο κι αν τη χρονολογήσουμε, ένας κλονισμός της πίστης και τρόπον τινά, ως επακόλουθο της ανακάλυψης άλλων πραγματικοτήτων, η ανακάλυψη πόσο λίγο πραγματική είναι η πραγματικότητα»[13].

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

Εμπειρία

Ένας από τους δυνητικούς ορισμούς της ύστερης νεωτερικότητας είναι: “η εποχή στην οποία καθίσταται αδύνατη η εμπειρία.” Η αδυνατότητα αυτή δηλώνεται στο επίπεδο της γλώσσας μέσα από την υποχρεωτική λίγο-πολύ πληθυντικοποίηση της λέξης. Το μετανεωτερικό υποκείμενο έχει “εμπειρίες”: πραγμοποιημένα, αποσπασματικά υποκατάστατα της χαμένης δυνατότητας για εμπειρία. Η γλώσσα που μόλις χρησιμοποιήσαμε είναι ήδη δηλωτική των διαφορών ανάμεσα στις δύο έννοιες: οι “εμπειρίες” είναι κτήματα, πράγματα τα οποία ο άνθρωπος της ύστερης νεωτερικότητας αναζητά να αποκτήσει, και τα οποία η κοινωνία του διαθέτει σε λίγο-πολύ καθολικά εμπορευματοποιημένη μορφή: η “εμπειρία” ενός ηλιοβασιλέματος στο Αιγαίο είναι προϊόν που πουλιέται από ταξιδιωτικά γραφεία· η “εμπειρία” της ανάβασης ενός βουνού, ενός ελεύθερου άλματος, μιας σεξουαλικής συνεύρεσης, ενός ερημικού νησιού, μιας διονυσιακής κατάστασης μέθης στο μέσο μιας ροκ συναυλίας — όλα αυτά είναι “εμπειρίες” που εξασφαλίζονται έμμεσα ή άμμεσα με την καταβολή ενός ποσού, που μπορούν να προγραμματιστούν, που απαντώνται λίγο ως πολύ ως αποτελέσματα ενσυνείδητου σχεδιασμού.

Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012

Μ. Παπαδόπουλος-Η κοινωνική ρίζα του οπορτουνισμού (πρώτο μέρος)

Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΡΙΖΑ ΤΟΥ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟΥ: «ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΙΑ», ΔΙΑΣΠΑΣΗ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ
του Μάκη Παπαδόπουλου
ΚΟΜΕΠ, Τεύχος: 2008 Τεύχος 1

H επιστροφή στα διδάγματα του Οκτώβρη, 90 χρόνια μετά τη νικηφόρα έκβαση της Σοσιαλιστικής Επανάστασης στη Ρωσία, αποτελεί αναγκαίο όρο για κάθε ουσιαστική προσπάθεια ανασύνταξης του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος στον 21ο αιώνα.

Η μελέτη της μακρόχρονης διαδικασίας οπορτουνιστικής διάβρωσης των επαναστατικών δυνάμεων τον προηγούμενο αιώνα, απαιτεί να ερευνήσουμε ξανά τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες που οδήγησαν σε αυτόν τον ολισθηρό δρόμο.

Στα προεπαναστατικά χρόνια της θεωρητικής και πολιτικής προετοιμασίας του κόμματος των μπολσεβίκων, ο Λένιν ανέδειξε το ζήτημα της «εργατικής αριστοκρατίας», στο πλαίσιο της μελέτης της ισχυρής κοινωνικής βάσης του οπορτουνισμού μέσα στο εργατικό κίνημα. Ανέπτυξε παραπέρα σημαντικές επισημάνσεις των Μαρξ - Ενγκελς για το συγκεκριμένο ζήτημα. Η έγκαιρη ανάδειξη του ρόλου της «εργατικής αριστοκρατίας» ήταν μια σημαντική συμβολή στον αγώνα για τη χειραφέτηση του επαναστατικού ρεύματος του εργατικού κινήματος από τη χρεοκοπημένη ηγεσία της Β΄ Διεθνούς, που συγκάλυψε εκείνη την εποχή τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2012

Η απαγορευμένη γνώση (Πετροπόλεμος)

H απαγορευμένη γνώση

Καλώς διά την απιστία απεκόπησαν, συ δε διά της πίστεως ίστασαι. Μη υψηλοφρόνει αλλά φοβού (Προς Ρωμαίους ια΄, 20).

Το παρόν κείμενο φιλοδοξεί να αποτελέσει μία πρωτόλεια, εμβρυώδη και κάπως ακατέργαστη εισαγωγή στα ζητήματα, τα οποία άπτονται της συγκρότησης του ελλαδικού προλεταριάτου τα τελευταία 20 χρόνια με έμφαση στις προοπτικές που διανοίγονται κατά την τελευταία διετία.

Στην χώρα μας τα τελευταία 20 χρόνια έχουν δημοσιευθεί μια σειρά αξιόλογων οικονομικών μελετών για την διάρθρωση της εργατικής τάξης. Ωστόσο αυτές οι μελέτες (τουλάχιστον αυτές που έχουμε εμείς υπ’ όψη) εξαντλούνται στην παράθεση ποσοτικών δεδομένων για τον καθορισμό της εργατικής τάξης ανά τομέα και κλάδο παραγωγής και ανά επαγγελματική ειδικότητα. Λείπει συνεπώς η προσπάθεια συγγραφής μιας εσωτερικής ιστορίας του ελλαδικού προλεταριάτου, μίας μελέτης δηλαδή, η οποία θα εκθέτει την συγκρότηση του προλεταριάτου εντός της εκάστοτε δοσμένης διαλεκτικής της σχέσης κεφάλαιο-εργασία. Ωστόσο δεν μιλάμε για την ανάγκη μίας απλής «νεκρανάστασης» της ενδόξου και αλήστου μνήμης μαρξιστικής κατηγορίας της ταξικής σύνθεσης, κάτι το οποίο ενδέχεται να μας οδηγήσει σε «πιθηκισμό», αλλά για μία βασισμένη στην πραγματική εμπειρία μαρξιστική έκθεση του τρόπου που συγκροτείται το ελλαδικό προλεταριάτο σε όλη την γεωγραφία του κοινωνικού εργοστασίου, μέσα δηλαδή στην εν γένει συνθήκη την οποία διαμορφώνει η σχέση πραγματική υπαγωγή, υπό την επιδίωξη αντιστροφής της πολικότητας στη σχέση κεφάλαιο-εργασία.

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2012

Για το ΚΚΕ και τις κοινωνικές συμμαχίες (συνέχεια διαλόγου με τον Θ. Αλεξίου)

Θα ξεκινήσω απολογούμενος για την καθυστέρηση στην απάντηση στο απαντητικό κείμενο του Θ. Αλεξίου που δημοσιεύτηκε εδώ στις 1/9/2012, και η οποία οφείλεται σε βεβαρυμένο φόρτο εργασίας. Στο πρώτο σκέλος του απαντητικού του κειμένου, που ουσιαστικά είναι η πρώτη μεγάλη παράγραφος, κρίνω πως ο συγγραφέας δίνει σημαντικές διευκρινήσεις για σημεία στα αρχικά κείμενα που πράγματι ήγειραν ερωτήματα. Θεωρώ, πιο συγκεκριμένα, ιδιαίτερα χρήσιμη την διευκρίνιση της διαφωνίας του συγγραφέα με την πριμοδότηση ιδεολογικών κριτηρίων ταξινόμησης στον Πουλαντζά, καθώς και την διαύγαση του γεγονότος ότι δεν διατείνεται πως η θέση στην εργασιακή διαδικασία αναγάγεται σε ξεχωριστή κοινωνική τάξη. Ιδιαίτερα θετικά βλέπω επίσης την κριτική του απόσταση από θεωρήσεις που πριμοδοτούν τις σχέσεις εξουσίας έναντι των σχέσεων εκμετάλλευσης, και κατόπιν επιμένουν σε ένα μοντέλο "διάχυσης" της εξουσίας (Φουκώ), καθώς και από διασταλτικές ερμηνείες του τι είναι η εργατική τάξη (αλλά και η εργασία που αντιστοιχεί στο υποκείμενο της εργατικής τάξης) όπως αυτή του Νέγκρι. Συνοπτικά, θεωρώ βάσιμες τις μεθοδολογικές παρατηρήσεις που γίνονται στο πρώτο αυτό μέρος και θα ευχόμουν να υπήρχαν σαφέστερες ενδείξεις της κατεύθυνσης της ανάλυσης στα αρχικά κείμενα.

Θα παραλείψω αναφορά στη δεύτερη παράγραφο του κειμένου --περί λουμπενοποίησης και εκφασισμού-- περιοριζόμενος στο να πω ότι αγγίζει ζητήματα που μας απασχολούν και πρέπει να μας απασχολούν όλους, διότι ακόμη λείπει μια ολοκληρωμένη θεωρία του νέου φασισμού που να λαμβάνει υπόψη τόσο γενικότερους, δομικούς παράγοντες όσο και τοπικές ιδιαιτερότητες, τόσο "αντικειμενικά" όσο και "υποκειμενικά" στοιχεία.

Περνώ, κατά συνέπεια, άμεσα στο τρίτο θέμα που θίγεται στο κείμενο και που αφορά τις διαταξικές συμμαχίες, καθώς και τις προτάσεις του συγγραφέα για τα πεδία παρέμβασης που θα μπορούσαν να "αποτελέσουν τη βάση" μιας κοινωνικής συμμαχίας κάτω από την πρωτοπορία του ΚΚΕ. Εδώ έγινε για μένα μια εκτεταμένη παρανόηση στα σχόλια που ακολούθησαν, η οποία όμως πιθανόν να οφείλεται εν μέρει στο ότι στο ίδιο το κείμενο δεν διευκρινίζεται ότι έχουμε πολλαπλές και σαφείς ενδείξεις πως τέτοιες παρεμβάσεις με τέτοια ακριβώς στόχευση αποτελούν ήδη μέρος της πολιτικής του ΚΚΕ.

Ας δώσω ορισμένα πρόσφατα παραδείγματα από κείμενα του κόμματος και των συνδεόμενων με αυτό ταξικών δυνάμεων:

Στις 20 Ιουνίου, λίγο μετά δηλαδή τις εκλογές, το γραφείο της ΚΕ του ΚΚΕ σημείωνε τα εξής (οι εμφάσεις δικές μου):
Το ΚΚΕ στη βουλή θα καταθέτει και σχέδια νόμου και τροποποιήσεις για καίρια λαϊκά προβλήματα. Ανάμεσα στα πρώτα θα είναι η κατάργηση των Μνημονίων, της Δανειακής Σύμβασης και όλων των σχετικών νόμων που πέρασαν από την προηγούμενη βουλή στο μεσοδιάστημα. 
Το ΚΚΕ με όλες του τις δυνάμεις στη βουλή και στο λαό θα ριχτεί στη μάχη για να οργανώσει την εργατική – λαϊκή παρέμβαση, πάλη και αντεπίθεση για την προστασία των ανέργων και της λαϊκής οικογένειας, για να εξασφαλιστούν τα φάρμακα, η λειτουργία των νοσοκομείων, για να εμποδιστεί η φορολογική εξόντωση, η νέα σφαγή μισθών και συντάξεων. Για να προστατευτούν τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά και να εξασφαλιστεί η λειτουργία της εκπαίδευσης που είναι σοβαρά υποχρηματοδοτούμενη. Για δημόσια έργα που υπηρετούν το λαό και δημιουργούν θέσεις εργασίας.
Πιο πρόσφατα, στα τέλη Αυγούστου, το Πολιτικό Γραφείο της ΚΕ έκανε ρητά λόγο για:
συσπείρωση και συμμαχία εργατών, αγροτών, ΕΒΕ, μαζί με τη νεολαία και τις γυναίκες της λαϊκής οικογένειας, για να επιστρέψει η αισιοδοξία και η δύναμη για μια νικηφόρα πορεία ρήξης και ανατροπής της εξουσίας των μονοπωλίων, των καπιταλιστικών ομίλων, απαλλαγής από τα δεσμά της ΕΕ, με την κατάκτηση της εργατικής - λαϊκής εξουσίας.
όπως επίσης για "συσπείρωση του λαού και της νεολαίας", για "εργατική τάξη και λαϊκά στρώματα" και για "παραγωγικό συνεταιρισμό μικρομεσαίων αγροτών και επαγγελματιών". Στο ίδιο κείμενο, το ΠΓ της ΚΕ προέτασσε ως αιτήματα:
Δουλειά για όλους, εξάλειψη της ανεργίας.
Διατροφική επάρκεια για όλο το λαό.
Δημόσια, δωρεάν Υγεία, Πρόνοια για όλους, με κατάργηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Μόρφωση για όλους. Αξιοποίηση του επιστημονικού δυναμικού, της έρευνας και της τεχνολογίας.
Δωρεάν κρατική φροντίδα των παιδιών, των ηλικιωμένων, των ανθρώπων με ειδικές ανάγκες.
Φθηνή και ποιοτική λαϊκή στέγη, με ρεύμα, θέρμανση, ύδρευση.
Αθλητισμό, πολιτισμό, διακοπές για όλους με οργανωμένες υποδομές.
Στα δικά του πρόσφατα κείμενα, το ΠΑΜΕ αναφέρεται (3 Ιουλίου 2012) στην ανάγκη "μαζικής συμμετοχής" "των εργαζομένων, των γυναικών, των νέων και των άλλων λαϊκών στρωμάτων" για την "ανασύνταξη" του ταξικού κινήματος. Κάνει λόγο για "εργαζόμενους", "αυτοαπασχολούμενους", "φτωχή αγροτιά", "γυναίκες" και "νέους", καθώς και για "λαϊκές επιτροπές της κοινωνικής συμμαχίας."

Στην δε "Κεντρική Προκήρυξη για τη ΔΕΘ", το ΠΑΜΕ απευθύνεται σε: "Εργάτες, άνεργους, συνταξιούχους, φτωχούς αγρότες, αυτοαπασχολούμενους, νέους" και κάνει λόγο για "Κοινωνική Συμμαχία εργαζόμενων, φτωχών αγροτών, αυτοαπασχολούμενων, γυναικών και νεολαίας".

Γνωρίζουμε ακόμα ότι το ΚΚΕ εντάσσει τους μετανάστες στην εργατική τάξη της χώρας, ότι έχει, μέσω του ΠΑΜΕ, συγκροτημένη παρέμβαση για τα εργατικά δικαιώματα των μεταναστών, και ότι δείχνει διαρκές ενδιαφέρον για τα προβλήματα εκμετάλλευσης και διακρίσεων, καθώς και κρατικής και παρακρατικής βίας, που υφίστανται οι μετανάστες, ως μέρος της εργατικής τάξης, στη χώρα.

Με άλλα λόγια, το ΚΚΕ και οι συνδεόμενες με αυτό ταξικές δυνάμεις κάνουν διαρκώς λόγο ακριβώς για κοινωνικές συμμαχίες και συσπειρώσεις: εργατών, αυτοαπασχολούμενων, μικρομεσαίων και φτωχών αγροτών, ανέργων, συνταξιούχων, μικρομεσαίων επαγγελματιών, νεολαίων, γυναικών και μεταναστών. Αυτό είναι το ταξικό μέτωπο στο οποίο απευθύνεται και το οποίο προσπαθεί να οργανώσει αγωνιστικά μέσα στα ταξικά συνδικάτα. Το μέτωπο αυτό εριλαμβάνει ένα μεγάλο φάσμα "θέσεων στην παραγωγή", από τον μικροβιοτέχνη στον μικρομεσαίο αγρότη, από τον φοιτητή στην νοικοκυρά, από τον μετανάστη εργάτη στον συνταξιούχο του ΙΚΑ και του ΟΓΑ, από τον ναυτικό στον οικοδόμο, τον δημόσιο υπάλληλο, τον ανειδίκευτο εργάτη, τον αυτοαπασχολούμενο τεχνίτη. Είναι μια ευρεία συμμαχία της εργατικής τάξης με την μικροαστική τάξη, η οποία δεν αποκλείει την διανόηση που επιθυμεί να συνταχθεί με τούτη τη συμμαχία, όπως φυσικά ήδη γνωρίζει ο Θανάσης Αλεξίου, ο οποίος έπραξε ακριβώς αυτό. Οι παρεμβάσεις άλλωστε του ΠΑΜΕ στην οργάνωση ταξικού αγώνα μαρτυρούν ακριβώς το εύρος αυτής της αντίληψης: από την Phone Marketing στην Χαλυβουργία μεσολαβεί τεράστια απόσταση στο είδος της εργασίας (υπηρεσίες καθαρά "μετανεωτερικού" τύπου vs παραδοσιακή βαριά βιομηχανία), η οποία όμως γεφυρώνεται από την ωμότητα της εκμετάλλευσης των εργαζομένων. Αγωνιστικές οργανωτικές πρωτοβουλίες υπήρξαν για τους ναυτικούς αλλά και για τους τραπεζοϋπαλλήλους της ΑΤΕ· για τους εμποροϋπαλλήλους, αλλά και για τους εργαζόμενους στο δημόσιο· για τους μετανάστες ψαράδες στη Μηχανιώνα και τους υπερεκμεταλλευμένους συλλέκτες φράουλας στη Μανολάδα αλλά και για τους εργαζόμενους στην υφαντουργία και την Ανακύκλωση. Με άλλα λόγια, το εύρος απεύθυνσης, το εύρος της οραματιζόμενης κοινωνικής συμμαχίας, δεν είναι απλά ρητορικό αλλά έμπρακτο διακύβευμα της ταξικής πολιτικής του ΚΚΕ και των ταξικών δυνάμεων σε όλους τους κλάδους που συσπειρώνονται γύρω απ' αυτό.

Όσο για το είδος και την κατεύθυνση των παρεμβάσεων, αυτές περιλαμβάνουν αναλυτικό "Πλαίσιο πάλης για τη Φορολογία", πλαίσιο πάλης για τα εργασιακά (συμβάσεις εργασίας, μισθοδοσία, απολύσεις, κλπ), "Κοινό Πλαίσιο Πάλης για την Υγεία", για τα χαράτσια και για ένα σωρό κοινωνικά ζητήματα, από τον (υπο)σιτισμό των παιδιών στα σχολεία μέχρι ζητήματα "πράσινης" ανάπτυξης στα νησιά του Αιγαίου.

Δεν είναι λοιπόν καθόλου το ζήτημα ότι το ΚΚΕ έχει κάποιου είδους "στενή" αντίληψη του πού απευθύνεται ταξικά, ούτε είναι ότι δεν προσανατολίζεται στις διαταξικές συμμαχίες, ούτε είναι ότι δεν παίρνει πρωτοβουλίες όπως αυτές που προτείνει ο Αλεξίου (τέταρτη παράγραφος, σημεία 1-5), πρωτοβουλίες δηλαδή που αφορούν επιμέρους αλλά σημαντικά ζητήματα της καθημερινής ζωής, του επιπέδου και της ποιότητας διαβίωσης των μαζών, της δικαιότερης κατανομής πόρων, κλπ. Η ειρωνεία, σε ό,τι με αφορά, δεν συνίσταται στη διαφωνία του ΚΚΕ με τα όσα προτείνει ο συγγραφέας στο απαντητικό του κείμενο, αλλά στο ότι παρά την έμπρακτη συμφωνία του με αυτά, δεν έχει καταφέρει να εξασφαλίσει ως τώρα αυτό που ο ίδιος (αλλά και όλοι μας νομίζω) οραματίζεται, δηλαδή τη δημιουργία ενός αγωνιστικά και ριζοσπαστικά προσανατολισμένου αριστερού (με τη λέξη εκτός εισαγωγικών) κοινωνικού μπλοκ. Το γιατί χωρά πολλή συζήτηση, φυσικά. Αλλά αυτή η συζήτηση δεν είναι η συζήτηση που έγινε ως τώρα, δυστυχώς.

Κλείνω με δυο λόγια για το ΑΑΔΜ, που αναφέρθηκε στο δεύτερο απαντητικό κείμενο του Θανάση Αλεξίου. Πρώτα από όλα, νομίζω ότι όσα παρέθεσα πιο πάνω πιστοποιούν πέραν πάσης αμφιβολίας ότι η "κοινωνική συμμαχία των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων με τα μεσαία στρώματα" στην οποία αναφέρεται ο Αλεξίου αποτελεί ήδη ουσιώδες τμήμα της ταξικής αντίληψης του ΚΚΕ και των πολιτικών του επιδιώξεων. Δεύτερον, το κόμμα έχει απαντήσει αναλυτικά σε κατηγορίες που διατυπώθηκαν αλλού (βλ. Νέα Σπορά, κλπ) περί δήθεν εγκατάλειψης των θέσεων του 15ου Συνεδρίου. Επαναλαμβάνω τις συνοπτικές διευκρινίσεις που παρέχονται στην πιο πάνω απάντηση:
1. Το ΑΑΔ Μέτωπο ως συμμαχία συγκροτείται από τα κάτω, ως κοινωνική συμμαχία, της εργατικής τάξης και των άλλων φτωχών λαϊκών στρωμάτων.
2. Το ΑΑΔ Μέτωπο είναι η συμμαχία που δρα ως ένα ενιαίο ισχυρό λαϊκό ρεύμα για την αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων για την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου και το πέρασμα στο σοσιαλισμό.
3. Το 15ο Συνέδριο δεν ταυτίζει το ΑΑΔ Μέτωπο με την κυβέρνηση των αντιιμπεριαλιστικών αντιμονοπωλιακών δημοκρατικών δυνάμεων. Και σε κάθε περίπτωση, ο σχηματισμός κυβέρνησης της αριστεράς δεν έχει καμιά σχέση με την κυβέρνηση που περιγράφει το 15ο Συνέδριο.
4. Το ζήτημα της κυβέρνησης των αντιιμπεριαλιστικών, αντιμονοπωλιακών δημοκρατικών δυνάμεων μπαίνει ως ενδεχόμενο, ότι μπορεί και να προκύψει και όχι ως διεκδίκηση του ΑΑΔ Μετώπου, πολύ περισσότερο του ΚΚΕ. Αλλωστε, αν το Πρόγραμμα του ΚΚΕ το τοποθετούσε όπως το βάζουν οι «όψιμοι υπερασπιστές του Προγράμματος», πολέμιοι του ΚΚΕ, είναι σαν το ΚΚΕ να αποδεχόταν ότι ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό υπάρχει ενδιάμεσο κοινωνικοοικονομικό σύστημα, αλλά τέτοιο δεν υπάρχει. Είναι σαν να έπρεπε στη στρατηγική του ΚΚΕ, να υπάρχει ενδιάμεσο στάδιο και στόχος, η κυβέρνηση του ΑΑΔ Μετώπου, ανάμεσα στην εξουσία του κεφαλαίου και στην εργατική λαϊκή εξουσία.
Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να προσθέσω πολλά γιατί το κείμενο είναι σαφέστατο, όπως σαφείς είναι και οι θέσεις του 15ου Συνεδρίου. Συζητούμε, και νομίζω ότι και ο Θανάσης Αλεξίου για αυτό συζητά, για κοινωνική συμμαχία.  Δεν συζητούμε για εκλογική τακτική. Κάποιοι θέλησαν να μετατρέψουν το ΑΑΔΜ σε μοχλό πίεσης για "συνεταιρισμό" με τον ΣΥΡΙΖΑ. Ουδεμία σχέση έχει ένας τέτοιος συνεταιρισμός με την καθόλα νόμιμη συζήτηση για την διαταξική κοινωνική συμμαχία της οποίας μπορεί να ηγηθεί το ΚΚΕ, και την οποία πρέπει να αγωνιστεί για να καταστήσει πολιτικά συνεκτική και βιώσιμη. Εικάζω ότι αναφερόμενος στο ΑΑΔΜ και το 15ο συνέδριο, ο Αλεξίου ήθελε απλώς να βεβαιώσει πως όσα λέει δεν είναι εκτός της πολιτικής λογικής του ΚΚΕ, διότι όσα λέει αφορούν ακριβώς την κοινωνική, "από τα κάτω", οργανική συμμαχία τμημάτων των εργαζομένων και όχι βέβαια χρεοκωπημένα και εκ των πραγμάτων γελοιοποιημένα σενάρια "αριστερής κυβέρνησης" με την επισήμως "μνημονιακή" ΔΗΜΑΡ και με την παρωδία Ανδρεϊκού ΠΑΣΟΚ του ΣΥΡΙΖΑ.

Ας κρατήσουμε λοιπόν την συζήτηση στο πώς μπορεί να γίνει αποτελεσματικότερη η παρέμβαση του κόμματος και των ταξικών δυνάμεων που συσπειρώνονται σ' αυτό για την οικοδόμηση μιας τέτοιας κοινωνικής συμμαχίας, γιατί οι καταστάσεις είναι αφόρητα επείγουσες. Αλλά ας λάβουμε και ρεαλιστικά υπόψη, στα πλαίσια αυτής της συζήτησης, τόσο τον δραστικό περιορισμό της πολιτικής δυναμικής του ΚΚΕ που έφεραν οι εκλογές όσο και την υποκειμενική κούραση και απογοήτευση που δημιούργησε το εκλογικό αποτέλεσμα. Είναι τελείως διαφορετικό πράγμα το εύρος του εφικτού για ένα μαζικό κομμουνιστικό κόμμα και κίνημα και για ένα κόμμα του οποίου τα μέλη και στελέχη έχουν φτάσει να βάζουν διαρκώς από την (άδεια) τσέπη τους για να στηρίξουν, οργανωτικά και ιδεολογικά, μάζες που  έχουν γυρίσει την πλάτη στην ενεργό συμμετοχή στο ταξικό κίνημα και στην στήριξη του κόμματος που αποτελεί τον πυρήνα του και απλώς περιμένουν την "σωτηρία" από κάπου.

Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2012

Θανάσης Αλεξίου-Ταξικές καταστάσεις της μισθωτής εργασίας και κοινωνικές συμμαχίες

Το παρακάτω είναι η απάντηση του Θ. Αλεξίου σε κάποια από τα σχόλια που έγιναν στην προηγούμενη του τοποθέτηση εδώ. Δημοσιεύεται ως ξεχωριστή ανάρτηση λόγω μεγέθους.
LR
---


Θανάσης Αλεξίου
Ταξικές καταστάσεις της μισθωτής εργασίας και κοινωνικές συμμαχίες

Στο σχολιασμό μου (1η Σεπτεμβρίου) ήθελα απλώς να εξηγήσω ότι η μισθωτή εργασία υπάρχει σε πολλές ταξικές καταστάσεις (Lenin Reloaded: Θ. Αλεξίου-Η «κοινωνική διαστρωμάτωση» της ...). Οι ταξικές καταστάσεις δημιουργούνται υπό την επίδραση εργασιακών παραγόντων (σχεδιαστική-ελεγκτική/εκτελεστική) και ιδεολογικών (κύρος, αναγνώριση κ.λπ.) που διαμορφώνουν μια διαφοροποίηση στο εσωτερικό της τάξης των μισθωτών που λειτουργεί ανασταλτικά όσον αφορά την έγερση μιας (ενιαίας) ταξικής συνείδησης της μισθωτής εργασίας. Η κοινωνική διατρωμάτωση δεν είναι το ίδιο με τη ταξική δομή. Η πρώτη αποτυπώνεται περισσότερο ποσοτικά (εισόδημα, περιεχόμενο εργασίας, πολιτισμικό κεφάλαιο κ.λπ.) και αναφέρεται στον τεχνικό καταμερισμό εργασίας (εργασιακή διαδικασία) ενώ η δεύτερη αποτυπώνεται ποιοτικά και αναφέρεται στη θέση στα μέσα παραγωγής και στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας (σφαίρα παραγωγής). Η αναφορά μου στο διαχωρισμό της εργατικής τάξης με βάση το κριτήριο της εργασίας σε παραγωγική, όπου αυτή ταυτίζεται πρωτίστως με τη βιομηχανική (χειρωνακτική) εργασία και μη παραγωγική (υπηρεσίες) είναι όπως ανέφερα -και έθιξε με ιεροεξεταστικό ύφος ένας συνομιλητής (Ανώνυμος 1 Σεπτεμβρίου), ο οποίος απ’ ότι φαίνεται δεν ζει στην Ελλάδα-, προβληματικό, καθώς στη βάση μιας νατουραλιστικής αντίληψης για την εργασία (μορφή της εργασίας), παραγνωρίζεται το γεγονός ότι εκμετάλλευση σημαίνει πρωτίστως ιδιοποίηση απλήρωτης εργασίας (υπερεργασίας/υπεραξίας). Επομένως οι εργαζόμενοι με μπλοκάκι παροχής υπηρεσιών (κατ’ ευφημισμό «αυτοαπασχολούμενοι») ανήκουν υπό προϋποθέσεις στην εργατική τάξη (επίπεδο αμοιβών, χαρακτήρας των υπηρεσιών που προσφέρονται, συνθήκες εργασίας κ.λπ.), γιατί υπάρχουν και οι «ελεύθεροι επαγγελματίες» (γιατροί, μηχανικοί, δικηγόροι κ.λπ.) όπου η ταρίφα κυμαίνεται από 50 έως 200 Ε την επίσκεψη. Εξάλλου εγώ σε σχέση μ’ αυτούς έκανα τη διαφοροποίηση. Ωστόσο ένα από τα κύρια κοινωνικά χαρακτηριστικά των μεσαίων στρωμάτων είναι ότι, εκμεταλλευόμενα τη θέση τους στην αγορά (π.χ. συνειδητά απαξιώνονται οι δημόσιοι φορείς υγείας, εκπαίδευση κ.λπ. για να καταξιωθούν οι ιδιώτες και οι επιχειρήσεις), αποσπούν από το κοινωνικό πλεόνασμα αμοιβές που είναι πάνω από το κόστος αναπαραγωγής της εργατικής τους δύναμης. Αυτούς τους τοποθετώ, μαζί με τους άλλους που έχω αναφέρει στο άρθρο μου στα μεσαία στρώματα. Ο διαχωρισμός της εργασίας σε διανοητική (ελεγκτική) και εκτελεστική δεν έχει να κάνει, όπως λανθασμένα θέλει να καταλαβαίνει πάλι ο ίδιος συνομιλητής, με την γνωστική κατάσταση των ανθρώπων, αλλά με τον υφιστάμενο καταμερισμό εργασίας που προσδιορίζει το χαρακτήρα και το περιεχόμενο της εργασίας. Επομένως και σε συνάρτηση με τα κριτήρια ταξινόμησης που έθεσα, ο δάσκαλος δεν ανήκει κατά τη γνώμη μου στην εργατική τάξη, όπως προτείνει ο Κ. Κάππος, καθώς αυτός ελέγχει σε μεγάλο βαθμό το περιεχόμενο της εργασίας του, ενώ η εργασία του είναι αναβαθμισμένη κοινωνικά (ιδεολογικά). Για να κατανοήσετε τι εννοώ, μπορείτε να συγκρίνετε την εργασία του δασκάλου με την εργασία της πωλήτριας στο σούπερ μάρκετ, ή του εργάτη στην φορντική αλυσίδα παραγωγής (όπου, σ’ αντίθεση με τον τεϊλορισμό, το αντικείμενο πάει στον εργάτη), οι εργασίες των οποίων είναι μονότονες και αποειδικευμένες. Βεβαίως εργασιακές καταστάσεις σαν του δασκάλου, του λογιστή (ως μισθωτού και όχι ως ελεύθερου επαγγελματία) συνιστούν, όπως τόνισα στο προηγούμενο σχόλιό μου διαφορετικές ταξικές καταστάσεις της μισθωτής εργασίας.

Επίσης θα ήθελα να υπενθυμίσω στους συνομιλητές που εμφανίζονται ως ΚΚΕ και αντιτίθενται στην κοινωνική συμμαχία των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων με τα μεσαία στρώματα, ότι οι απόψεις τους έρχονται σ’ ευθεία αντίθεση με τις θέσεις του 15ου Συνεδρίου του ΚΚΕ (κεφ. Γ. Ο χαρακτήρας της επανάστασης) που επιβεβαιώνεται από το 18ο Συνέδριο, όπου εκεί ρητά γίνεται λόγος για μέτωπο (βλ. KKE - Αρχική): «Το αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό μέτωπο πάλης εκφράζει αντικειμενικά μια ευρύτερη κοινωνική βάση(…):Τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, της εργαζόμενης αγροτιάς, των μεσαίων στρωμάτων της πόλης, των κοινωνικών κινημάτων που αγωνίζονται για τα δημοκρατικά δικαιώματα, για την απόκρουση των ιμπεριαλιστικών σχεδίων σε βάρος των λαών και της ειρήνης. Συσπειρώνει τους εργαζομένους στον τομέα του πολιτισμού και της επιστήμης, που αντιστέκονται στην υποκουλτούρα, στην εμπορευματοποίηση και στη χειραγώγηση». Tα υπόλοιπα που αναφέρουν κάποιοι εκ των συνομιλητών είναι εκ του πονηρού.

Μπορεί ο καθένας να διαφωνεί με το διεκδικητικό πλαίσιο αλλά ας κάνει τον κόπο να διαβάσει εκ νέου τις θέσεις του 15ου Συνεδρίου. Αντίθετα ο συνομιλητής (Ανώνυμος 1 Σεπτεμβρίου) πριν γίνει «πρεζάκιας» και τον χάσουμε από την κουβέντα, καλό θα ήταν να διαβάσει δύο φορές (και να το γράψει εκατό φορές) το πρόγραμμα του ΚΚΕ, το οποίο πρόγραμμα φαίνεται επίσης να «ντιλάρει» το προνοιακό κράτος: «Σε συνθήκες ταξικών αναμετρήσεων και μεγάλης φθοράς στην επιρροή των αστικών κομμάτων και των συμμάχων τους, μπορεί να προκύψει κυβέρνηση αντιιμπεριαλιστικών αντιμονοπωλιακών δυνάμεων με βάση το κοινοβούλιο χωρίς να έχουν διαμορφωθεί ακόμα οι όροι για το επαναστατικό πέρασμα. Η δρομολόγηση κυβερνητικών μέτρων που στοχεύουν στην ανακούφιση του λαού, ενάντια στο πολυεθνικό κεφάλαιο, στην εξάρτηση και τη συμμετοχή της χώρας στις ιμπεριαλιστικές ενώσεις, είναι δυνατόν να συσπειρώνει και να πείθει για την ανάγκη γενικότερης ρήξης» (δική μου η υπόμνηση). Επομένως ο συνομιλητής μας (Ανώνυμος 1 Σεπτεμβρίου) μόνο αν είναι ραντιέρης του πέφτει λίγο να έχει σταθερή δουλειά, αυτή να αναγνωρίζεται ανεξάρτητα από τη μορφή της κοινωνικά και να έχει καλά σχολεία, καλά νοσοκομεία, πεζοδρόμια για τους πεζούς, αξιοπρεπείς συντάξεις για τους γονείς του κ.λπ. Επομένως σε μια τέτοια μεταβατική περίοδο, αυτά τα κυβερνητικά μέτρα θα αποσκοπούσαν στην ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών, όπως περίπου το έθεσα και εγώ. Η διάθεση των κοινωνικών αγαθών εκτός αγοράς (ως δημόσια αγαθά που καταναλώνονται συλλογικά), δηλαδή η κοινωνικοποίηση του κόστους αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης (παιδικοί σταθμοί, σχολεία, αθλητισμός, τέχνη, μουσική κ.λπ.) θα μπορούσε να ήταν μια μεταβατική λύση έως ότου οι πολιτικές συνθήκες (κοινωνικός έλεγχος της παραγωγής, εργατική εκπροσώπηση κ.λπ.) επιτρέψουν την πραγματοποίηση της αρχής του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, «από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές τους, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του». Και αν βγούμε λίγο από τον ελλαδοκεντρισμό μας και δούμε τι προσπαθεί να κάνει ο Τσάβες, ο Μοράλες αλλά και άλλοι στον κόσμο, αλλά και σε ποιο κοινωνικό και διεθνές πλαίσιο, θα γίνουμε πραγματικά σοφότεροι. Γι’ αυτό το μέτωπο οφείλει να έχει, εκτός από αντικαπισταλιστικό και αντιιμπεριαλιστικό χαρακτήρα.

Σαφώς και είναι ένα ζήτημα κατά πόσο μη εργάτες μπορούν να εκπροσωπούν εξαιτίας των βιωμάτων τους τα συμφέροντα των εργατικών και λαϊκών τάξεων, όπως το έθεσε ένας συνομιλητής μας (Poe). Από την άλλη όμως η εμμονή στα βιώματα της εργατικής τάξης, που σ’ ένα βαθμό έχουν διαμορφωθεί από το κεφάλαιο και τον κρατικό πατερναλισμό, αλλά και από την ανάγκη, μπορεί να καθηλώσει την εργατική τάξη στο πλαίσιο της εμπειρίας της (δες το άρθρο μου http://chrreppas.blogspot.gr/2010/01/blog-post_1109.html). Παρόλο που το ταξικό βίωμα είναι η βάση για την έγερση, -μέσω της διαμεσολάβησης του Κόμματος που είναι φορέας του συλλογικού κοινωνικού κεφαλαίου (κοινωνικοί αγώνες, τεχνογνωσία οργάνωσης κ.λπ.) και της συλλογικής μνήμης της εργατικής τάξης-, μιας ταξικής συνείδησης, εντούτοις, και στο βαθμό που δεχτούμε το βίωμα ως αξιωματική αρχή συγκρότησης του κοινωνικού, οδηγούμαστε σ’ ένα γνωσιοθεωρητικό σχετικισμό (δηλαδή τα πάντα μπορεί να ισχύουν, ή όλα είναι σχετικά), όπου η εμπειρία και η γνώση είναι υποκειμενικές ή, διϋποκειμενικές διεργασίες και ισχύουν μόνο για ένα άτομο ή για ένα βιόκοσμο. Δεν υπάρχει μια ενιαία πραγματικότητα αλλά οι πραγματικότητες είναι τόσες, όσες είναι και οι βιωμένες εμπειρίες, δηλαδή, επιτρέψτε μου την έκφραση: «πιασ’ τ’ αυγό και κούρευτο».

Μ’ αυτή την έννοια η εργασία των εργατικών κομμάτων είναι σισύφεια και έχει πρωτίστως παιδαγωγικό χαρακτήρα, καθώς ενώ θα πρέπει να πατήσουν στα ταξικά βιώματα «των υποτελών τάξεων» (A. Gramsci), κυρίως της εργατικής τάξης, αλλά και των λαϊκών στρωμάτων όπως και των άλλων στρωμάτων της μισθωτής εργασίας, οφείλουν να τα αποσπάσουν από την αγοραία (ταξική) τους κατάσταση προσφέροντάς τους την παράσταση, τη συνείδηση των «συνεργατικών παραγωγών».

Σάββατο, 1 Σεπτεμβρίου 2012

Θ. Αλεξίου-Η «κοινωνική διαστρωμάτωση» της μισθωτής εργασίας και το ζήτημα των συμμαχιών

Το παρακάτω κείμενο στάλθηκε  στο ιστολόγιο από τον καθηγητή Θανάση Αλεξίου και αποτελεί μια απόπειρα διαύγασης κάποιων κεντρικών ζητημάτων που ανέκυψαν από τα αρχικά κείμενα του συγγραφέα, από τις σκέψεις που διατύπωσα σχετικά στο "Κοινωνική διαστρωμάτωση και πολιτικές συμμαχίας: Κάποιες σκέψεις για ένα άρθρο του Θανάση Αλεξίου", αλλά και από κάποια από τα σχόλια που ακολούθησαν. Τον ευχαριστώ για την γόνιμη και παραγωγική συμμετοχή σε αυτόν τον σημαντικό --θεωρώ-- διάλογο για την κοινωνική διαστρωμάτωση και για τις επιπτώσεις της στην εφικτή πολιτική τακτική και  στρατηγική στην Ελλάδα σήμερα.
LR
----

Η «κοινωνική διαστρωμάτωση» της μισθωτής εργασίας και το ζήτημα των συμμαχιών

Πρώτα απ’ όλα να σας ευχαριστήσω για τα σχόλια. Και πρώτα τον Αντώνη που παρουσίασε την άποψή μου θέτοντας με ευθύ τρόπο τις διαφωνίες του. Θα προσπαθήσω να διατυπώσω εκ νέου και με πιο συγκεκριμένο τρόπο κάποια πράγματα που κατανοήθηκαν λανθασμένα για να περάσω αμέσως στο δια ταύτα. Γιατί νομίζω πως έτσι έχουν νόημα οι αναλύσεις. Ξεκινάω από το αυτονόητο ότι δεν ανήκουν όλοι οι μισθωτοί εργαζόμενοι στην εργατική τάξη. Ο γιατρός του ΕΣΥ, ο μισθωτός δικηγόρος, ο μηχανικός στην κατασκευαστική εταιρεία, ο ψυχολόγος στη συμβουλευτική, ο πληροφορικός, οι μηχανικοί παραγωγής και διοίκησης κ.ά. είναι μισθωτοί εργαζόμενοι, -δεν μιλάω για τους ελεύθερους επαγγελματίες- αλλά δεν είναι εργάτες. Η αναφορά σε μέσο παραγωγής όσον αφορά τον ορισμό των μεσαίων στρωμάτων («νέα μεσαία στρώματα», ή «νέα μικροαστικά στρώματα») που υπάρχει στο άρθρο γίνεται για να τονιστεί η διαφοροποίηση προς τα παραδοσιακά μικροαστικά στρώματα που βρίσκονται στη σφαίρα της απλής εμπορευματικής παραγωγής και διαθέτουν μέσο παραγωγής (χωράφι, φούρνο κ.ο.κ.) και ενώ ελέγχουν την εργασία τους έχουν εμπορευματοποιηθεί τα προϊόντα της. Τα κριτήρια ταξινόμησης δεν μπορεί να είναι ιδεολογικά (όπως στον Πουλαντζά), ενώ προβληματική είναι και η ταξινόμηση με τους όρους παραγωγική/μη παραγωγική εργασία, αλλά να αναφέρονται στη θέση τους στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας (σχέση με τα μέσα παραγωγής), -γιατί υπάρχουν και οι μάνατζερς που ναι μεν δεν είναι ιδιοκτήτες, διευθύνουν (ελέγχουν) όμως τα μέσα παραγωγής- και στη θέση τους στην εργασιακή διαδικασία (ελεγκτική-σχεδιαστική/εκτελεστική), δηλαδή στο περιεχόμενο της εργασίας τους. Σε καμία περίπτωση δεν θεωρώ ότι η θέση στην εργασιακή διαδικασία βγάζει σε κοινωνική τάξη, -όπως διατείνονται νεομαρξιστικές (νεοβεμπεριανές) προσεγγίσεις που ανάγουν την εξουσία σε οικουμενικό μέσο-, αποτελεί όμως ταξική κατάσταση. Eπομένως πολύ ορθά δίνεται από τα εργατικά κόμματα έμφαση στον έλεγχο στη σφαίρα παραγωγής και όχι στη σφαίρα της κυριαρχίας (κυρίαρχοι/κυριαρχούμενοι), της εξουσίας (εξουσιαστές/εξουσιαζόμενοι) κ.λπ.. Επομένως πολύ ορθά το ΚΚΕ επιμένει στον αγώνα στου χώρους δουλειάς, σ’ αντίθεση με άλλους που έχουν υποστασιοποιήσει, υιοθετώντας φουκωϊκές απόψεις, την εξουσία και θεωρούν ότι έχει, -καθώς δεν εκπορεύεται ούτε από ένα κέντρο (άκεντρη), ούτε επιβάλλεται από μια κοινωνική τάξη-, διαχυθεί στους δρόμους («μικροφυσική της εξουσίας») κ.λπ. Εντούτοις η σφαίρα παραγωγής (παραγωγή/απόσπαση υπεραξίας) είναι που δίνει αυθύπαρκτα κοινωνικά υποκείμενα (κοινωνικές τάξεις). Γιατί το κάνω αυτό. Για να αποφύγουμε μια διασταλτική ερμηνεία της εργατικής τάξης (βλ. κοινωνικός εργάτης του Negri), όπου η εργατική τάξη θα σβήσει μέσα στο «πλήθος», ενώ η εργασία καθώς έχει γίνει «άυλη», «επικοινωνιακή», «διαδραστική» κ.λπ. δεν θα είναι πλέον και μετρήσιμη, δεν θα προσδιορίζεται δηλαδή σε σχέση με τον εργάσιμο χρόνο (ακύρωση της θεωρίας της αξίας). Η έννοια της προλεταριοποίησης της μισθωτής διανόησης δεν βοηθάει ιδιαίτερα, καθώς το κύρος, η αναγνώριση, η αίσθηση της αυτοπραγμάτωσης, προσφέρουν ως «υποκειμενικά» στοιχεία (κύρος, αναγνώριση κ.λπ.), -αντικειμενικά για τον M. Weber- ένα υλικό υπόστρωμα, που συγκρατεί τουλάχιστον, καθώς συχνά υπάρχουν και ιδιοκτησιακά στοιχεία (ακίνητα, μετοχές κ.λπ.), ένα μεγάλο μέρος αυτών των στρωμάτων από την εξαθλίωση. Η έννοια «μεταβιομηχανική κοινωνία», την οποία εγώ έχω σε εισαγωγικά, και ανέφερε ένας συνομιλητής, είναι πραγματικά προβληματική καθώς αγνοούνται οι κοινωνικές σχέσεις παραγωγής και αναδεικνύεται η τεχνική σύνθεση της παραγωγικής διαδικασίας (τεχνολογικός ντετερμινισμός). Οι περισσότεροι συγγραφείς (Bell, Darendorf, Drucker, Tourain κ.α.) θεωρούν ότι η μείωση της βιομηχανικής εργασίας και η συρρίκνωση της βιομηχανικής εργατικής τάξης με την αντίστοιχη διεύρυνση των υπηρεσιών («κοινωνία των υπηρεσιών») και των μεσαίων στρωμάτων προσδιορίζουν τη «μεταβιομηχανική κοινωνία» διαμορφώνοντας μια άλλη ταξική δομή. Αυτό γίνεται επειδή ερμηνεύουν την εργασία νατουραλιστικά ως μετασχηματισμό της φύσης (στην παράδοση του Homo Faber/ «άνθρωπος κατασκευαστής») (δες το άρθρο μου www.alfavita.gr/epistimonikaartra/ep5.php). Επομένως είναι προτιμότερο, ακόμη και για αναλυτικούς λόγους να δει κανείς τη μισθωτή εργασία με τις υπαρκτές διαφοροποιήσεις της, -που είναι όπως και η ίδια σε μεγάλο βαθμό στιγμές του κεφαλαίου (τάξη αντικείμενο)- ώστε να αντιμετωπίσεις στη συνέχεια και το πρόβλημα της ταξικής συνείδησης (τάξη υποκείμενο). Σε κάθε περίπτωση μια ταξική ανάλυση οφείλει να ιστορικοποιήσει τις συνθήκες ύπαρξης της τάξης των μισθωτών, για να μπορεί να θέσει στη συνέχεια το ζήτημα της συλλογικής δράσης (δες το άρθρο μου http://www.epohi.gr/portal/theoria/9651-Η-πολιτική-οικονομία-της-κοινωνικής-δράσης).

Ποια είναι όμως η μορφολογία της κρίσης; Πως ιστορικοποιείται η σημερινή κρίση που διαμορφώνει τους όρους πολιτικής παρέμβασης, με την έννοια, όπως λέει ο Μαρξ, ότι ο άνθρωποι φτιάχνουν την ιστορία τους σε συνθήκες όμως που δεν επιλέγουν οι ίδιοι; Κατά την άποψή μου υπάρχει μια κρίση εκπροσώπησης στην ελληνική κοινωνία με την έννοια ότι τα κόμματα που μέχρι τώρα συνέθεταν επί μέρους συμφέροντα κοινωνικών στρωμάτων και ομάδων (ΠΑΣΟΚ και ΝΔ) και συγκροτούσαν το αστικό μπλοκ εξουσίας, αδυνατούν εξαιτίας της κρίσης (κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου) να το κάνουν. Η κρίση εκπροσώπησης χαρακτηρίζει και τη σημερινή κατάσταση στη μορφή της τριμερούς συγκυβέρνησης (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ). Αυτό συνεπάγεται και μια κρίση αστικής ηγεμονίας. Ο αστισμός (ως καπιταλιστική τάξη και ως κυρίαρχη ιδεολογία) δεν προσφέρει πλέον σταθερά κρατήματα στην ελληνική κοινωνία. Η «ανανέωση» του πολιτικού προσωπικού και του πολιτικού συστήματος με βάση την κεντροαριστερά και τη σοσιαλδημοκρατία (ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ) φαίνεται στη συγκεκριμένη φάση ως μοναδική συστημική απάντηση. Εντούτοις η κοινωνική ανομία ως κρίση των αστικών αξιών (ιδιοκτησία, ατομική ανέλιξη, υποκειμενικότητα κ.λπ.) αλλά και ως απορύθμιση προσωπικών συμπεριφορών τείνει να γενικευτεί. Η «αποταξικοποίηση» μεγάλων κομματιών του κοινωνικού σώματος, δηλαδή η ανεργία, η κοινωνική έκπτωση μικροαστικών στρωμάτων, η υποβάθμιση της ποιότητας ζωής, η κοινωνική ένταση μεταξύ των λαϊκών στρωμάτων και των μεταναστών για πρόσβαση σε σπάνιους πόρους (εργασία, κατοικία, ασφάλεια κ.λπ.), διαμορφώνει σε κάποιες περιπτώσεις συνθήκες λουμπενοποίησης που αγγίζουν το ένστικτο αυτοσυντήρησης των ανθρώπων, ευνοώντας τον εκθειασμό της βίας ως μέσου ρύθμισης των καθημερινών (προσωπικών) σχέσεων, τον φαταλισμό, τον αυθορμητισμό και μαζί τον κοινωνικό και πολιτικό τυχοδιωκτισμό. Όλα αυτά είναι συμπτώματα της κρίσης αστικής ηγεμονίας. Νομίζω κατ’ αυτόν τον τρόπο οφείλουμε να ερμηνεύσουμε την εντυπωσιακή άνοδο του φασιστικού μορφώματος της «Χρυσής Αυγής» που απέκτησε πρόσβαση στα λαϊκά στρώματα. Η περίοδος της ύστερης Βαϊμάρης στη Γερμανία του μεσοπολέμου είναι ένα καλό παράδειγμα για να κατανοήσει κανείς που μπορεί να οδηγήσει η κοινωνική εξαθλίωση. Αυτή δεν συνδυάζεται αυτομάτως με την κοινωνική επανάσταση, αλλά συχνά, και αυτό εξαρτάται από τις κοινωνικές συμμαχίες που οφείλει να κτίσει ένα κόμμα της εργατικής τάξης, με την αντίδραση και την παλινόρθωση.

Ερχόμαστε τώρα στο ζήτημα των κοινωνικών συμμαχιών που έθεσε ο Αντώνης. Η συμμαχία με τα μεσαία στρώματα είναι πραγματικά ιδιαίτερα δύσκολη. Ωστόσο σε περιόδους κρίσης, όπως τώρα, όταν αυτά απειλούνται με πληβειοποίηση («προλεταριοποίηση») είναι δυνατόν υπό όρους να αποδεσμευθούν από την επιρροή του κεφαλαίου. Σε τελική ανάλυση πρόκειται για μισθωτούς εργαζόμενους, οι οποίοι ναι μεν αποζημιώνονται καλά (υλικά και συμβολικά), βιώνουν όμως συχνά την ταξική τους κατάσταση αρνητικά, μερικές φορές και δραματικά (βλ. αυτοκτονίες στην france telecom, ψυχολογική εξουθένωση στην Silicon valley κ.ά.) και ενδιαφέρονται ως εκ τούτου για την άρση αυτής της κατάστασης. Πρωτίστως όμως πρόκειται για κοινωνικά στρώματα που απασχολούνται στη σφαίρα της κοινωνικής και ιδεολογικής αναπαραγωγής (δάσκαλοι, γιατροί, ψυχολόγοι κ.λπ.) και των οποίων η ταξική κατάσταση δεν είναι μεν ίδια μ’ εκείνη των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων, η ταξική τους θέση όμως δεν έρχεται σε σύγκρουση με τις ταξικές θέσεις των δευτέρων. Επομένως είναι κεντρική ευθύνη του κόμματος της εργατικής τάξης να τα προσεταιριστεί, αν θέλει να θέσει το ζήτημα της ηγεμονίας. Το παράδειγμα του ΕΑΜ, όπου το ΚΚΕ διεμβόλισε ουσιαστικά το αγροτικό μπλοκ και απέκτησε πρόσβαση στα μικροαστικά και πληβειακά στρώματα, κυρίως με τη βοήθεια των διανοουμένων αγροτικής καταγωγής, δηλαδή των δασκάλων, των γεωπόνων-γεωτεχνικών κ.ά. αλλά και διανοουμένων όπως ο Γληνός, ο Σβώλος, ο Παπαμαύρος, ο Σταύρου, ο Κιτσίκης κ.ά., είναι ιδιαίτερα διδακτικό όσον αφορά τη σύμπτυξη κοινωνικών συμμαχιών. Ασφαλώς και ο κίνδυνος μετάλλαξης ενός κόμματος της εργατικής τάξης, όπως έδειξε η ιστορία της σοσιαλδημοκρατίας (ρεφορμισμός) είναι ένα ανοιχτό ενδεχόμενο, όμως τι απομένει; Απομένει η άρνηση της πραγματικότητας, ο κοινωνικός αναχωρητισμός, και η διαφύλαξη της ορθότητας ή, της επιβεβαίωσης της κομματικής θέσης που απολήγει όμως στη μείωση της επιρροής του Κόμματος. Ο Μαρξ έλεγε, αναφερόμενος στον ιδεαλισμό του Χέγκελ -και νομίζω ότι η φράση αυτή χαρακτηρίζει σ’ ένα βαθμό τη στάση εργατικών κομμάτων στο ζήτημα των συμμαχιών και στη «διαχείριση» της πραγματικότητας-, ότι αυτός (ο Χέγκελ) αρνείται να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα με τις αντιφάσεις και τα αδιέξοδά της, αφήνοντάς τη «βρώμικη δουλειά» (Schmutziges Geschäft) στους άλλους. Σαφώς και είναι κατανοητή η επιφύλαξη απέναντι στους καθηγητές, τους μορφωμένους κ.λπ. που εκφράζεται κατά καιρούς και δικαιολογημένα από τα εργατικά κόμματα, και τέθηκε και από έναν συνομιλητή μας, αυτό έχει οδηγήσει όμως στην αποξένωσή τους από τη (μισθωτή) διανόηση (δες το άρθρο μου http://www.alfavita.gr/artro.php?id=58406).

Πως αρθρώνεται λοιπόν η κοινωνική συμμαχία ανάμεσα στα εργατικά και λαϊκά στρώματα και τα μεσαία στρώματα; Κατά την άποψή μου το ΚΚΕ, καθώς είναι το μοναδικό κόμμα με συμπαγή ταξική βάση (π.χ. το ΠΑΜΕ συνδέει οργανικά τη σφαίρα παραγωγής με το πολιτικό στοιχείο), θα έπρεπε να απευθυνθεί στην κοινωνία με 4-5 προωθημένα σημεία που θα υποδείκνυαν τον τρόπο ανάσχεσης της διάλυσης της κοινωνίας αλλά και που θα συνέδεαν σε μεσοπρόσθεμη βάση το σήμερα με το αύριο, την αντιμετώπιση της κρίσης με την κοινωνική χειραφέτηση της εργατικής τάξης ως καθολικής τάξης. Σαφώς και η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και η αταξική κοινωνία είναι ο στόχος αλλά πως φτάνουμε ως εκεί; Το ΚΚΕ μπορεί, καθώς διαθέτει τον εργατικό βραχίονα του ΠΑΜΕ,-μπορεί επομένως να θέσει το ζήτημα στη σφαίρα παραγωγής υπερφαλαγγίζοντας με ενιαιομετωπικές κινήσεις τα ρεφορμιστικά συνδικάτα-, να εγγυηθεί την πραγματοποίηση αυτών των σημείων, σ’ αντίθεση με άλλους που επικαλούνται το «άφθαρτο» των προσώπων, και τον ακτιβισμό της «κοινωνίας των ιδιωτών». Αναφέρω ενδεικτικά κάποια σημεία που θα μπορούσαν να αποτελέσουν της βάση αυτής της κοινωνικής συμμαχίας: 1) συνταγματική κατοχύρωση του δικαιώματος στην εργασία. Αυτό ενδεχομένως να φαίνεται αφελές ως αίτημα σε συνθήκες ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, εντούτοις συνδέει το πρόβλημα της ανεργίας με τον τρόπο οργάνωσης της εργασίας, 2) ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών μέσα από ένα πρόγραμμα κοινωνικής ανάπτυξης (αντιπλημμυρικά έργα, λειτουργικότητα των πόλεων, αναπλάσεις, όχι εξευγενισμό), ποιοτική αναβάθμιση της λαϊκών συνοικιών (Δυτικές συνοικίες Αθήνας και Θεσσαλονίκης) με έργα κοινωνικών υποδομών (στέγαση, σχολεία, υγεία, αθλητισμός κ.λπ.). Η ανάπτυξη αυτού του προγράμματος θα ενσωμάτωνε εκ των πραγμάτων τα μεσαία στρώματα καθώς η ανάπτυξη των κοινωνικών υποδομών θα διεύρυνε την απασχόλησή τους, 3) αναβάθμιση των σχολείων (ενιαίο σχολείο), αλλά και γενικά όλων των υπηρεσιών κοινής ωφελείας (φροντίδα υγείας, κοινωνική ασφάλιση κ.λπ.), παρέμβαση που θα αποκαθιστούσε τη σχέση αυτών των στρωμάτων με το Δημόσιο (ως παραγωγού αξιών χρήσης) και θα καθιστούσε θελκτική τη δημόσια εκπαίδευση, τη δημόσια υγεία κ.λπ. και σ’ αυτά τα στρώματα, 4) ανασυγκρότηση της παραγωγικής δομής (αγροτικός τομέας, μεταποίηση κ.λπ.) «μέσω υποκατάστασης των εισαγωγών» (dessarollismo), όπως στο μεσοπόλεμο, πράγμα που θα έθετε στο προκείμενο το ζήτημα των σχέσεων με την Ε.Ε., 5) ανακατανομή του κοινωνικού πλούτου, τόσο μέσω της κοινωνικοποίησης του κόστους αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, όσο και μέσω της φορολόγησης του κεφαλαίου, της μεγάλης ιδιοκτησίας, των συναλλαγών, των μετοχών κ.λπ., γεγονός που θα διασφάλιζε τους αναγκαίους πόρους.

Θα παρατηρήσει κανείς ότι αυτά τα σημεία είναι η πεμπτουσία του κεϋνσιανισμού και το πρόγραμμα του Ρούσβελτ (New Deal). Ασφαλώς, αλλά κατ’ αυτόν τον τρόπο συνδέεις τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, καλυτερεύοντας μέσα από ένα «πόλεμο χαρακωμάτων» τη θέση των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων, με τη στρατηγική της κοινωνικής χειραφέτησης, ενώ ταυτόχρονα μεταφέρεις την εξουσία στο λαό. Η διαφορά με τις κεϋνσιανές πολιτικές είναι ότι εδώ θα έχει σφυρηλατηθεί μια στέρεα κοινωνική συμμαχία, μια λαϊκή συμμαχία, αλλά θα υπάρχει και το πολιτικό υποκείμενο, το οποίο θα συνθέσει τα επιμέρους συμφέροντα των στρωμάτων που συγκροτούν τη συμμαχία, αίροντας την μερικότητα τους στην καθολικότητα του προτάγματος της κοινωνικής χειραφέτησης.

Ευχαριστώ για τη φιλοξενία και την κατανόησή σας για τις παραπομπές
Θανάσης Αλεξίου

Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2012

Κοινωνική διαστρωμάτωση και πολιτικές συμμαχίας: Κάποιες σκέψεις για ένα άρθρο του Θανάση Αλεξίου

Πριν κάποιες μέρες, ο καθηγητής Κοινωνιολογίας Θανάσης Αλεξίου είχε την καλοσύνη να μου στείλει δύο πολύ ενδιαφέροντα κείμενά του, όπου θίγει ένα σημαντικό για μένα ζήτημα, αυτό της συνάρτησης των πολιτικών κομμάτων της ούτως λεγόμενης αριστεράς και του χαρακτήρα της εκλογικής βάσης τους. Το ένα από αυτά --και το βραχύτερο-- έχει τον τίτλο "Η κοινωνική διαστρωμάτωση της μισθωτής εργασίας και η αριστερά" και δημοσιεύτηκε στο Πριν στις 16/6/2012. Δυστυχώς, δεν μπόρεσα να το εντοπίσω ηλεκτρονικά, οπότε δεν μπορώ να παραθέσω σχετικό σύνδεσμο. Θα παραθέσω όμως τα αποσπάσματα που με ενδιαφέρει να συζητήσω, στα πλαίσια του δημόσιου διαλόγου για το θέμα.

Το κείμενο του Αλεξίου ξεκινά με την διαπίστωση της μετατόπισης του εκλογικού σώματος προς τα αριστερά, με την οποία διαφωνώ κάθετα, τόσο για θεωρητικούς όσο και για εμπειρικούς λόγους. Αλλά αυτή η διαφωνία δεν είναι για μένα ιδιαίτερα σημαντική στο παρόν κείμενο. Αυτό που με ενδιαφέρει μάλλον είναι η ανάλυση του κοινωνικού και ταξικού χαρακτήρα της βάσης του ΣΥΡΙΖΑ, στην εκλογική επιτυχία του οποίου στηρίζεται κατά βάση το επιχείρημα περί "αριστερής στροφής" της ελληνικής κοινωνίας. Παραθέτω λοιπόν την σχετική ανάλυση αυτού του χαρακτήρα, επισημαίνοντας τα σημαντικά για μένα χωρία με έντονα στοιχεία:
Στις εκλογές της 6ης Μαϊου καταγράφεται μια μαζική μετατόπιση των μεσαίων στρωμάτων που δεν έχουν στη διάθεσή τους ιδιοκτησία (μέσο παραγωγής), αλλά τίτλους σπουδών, επαγγελματική εξειδίκευση και πολιτισμικό κεφάλαιο, αλλά και των μισθωτών του δημόσιου τομέα, προς το ΣΥΡΙΖΑ και τη ΔΗΜΑΡ. Σε ποιο βαθμό αυτή η μετατόπιση συνιστά και αποκατάσταση της σχέσης της μισθωτής εργασίας με την αριστερά; Μπορεί να θεωρηθούν όλοι οι μισθωτοί εργαζόμενοι εργάτες; Μήπως οφείλουμε να λάβουμε υπόψη την εσωτερική διαφοροποίηση της μισθωτής εργασίας που αφορά τόσο το περιεχόμενο της εργασίας, λόγου χάρη αν αυτή έχει αποειδικευτεί και έχει γίνει εκτελεστική (χειρωνακτική), ή αν αυτή είναι διανοητική, σχεδιαστική, ελεγκτική κ.ο.κ. Το 22,5% της εξαρτημένης εργασίας (ΕΕ15:34,5%) στην Ελλάδα ασκεί με βάση τα στοιχεία της EC (2001) εποπτική και διευθυντική εργασία και ανήκει στα μεσαία στρώματα. Στο ποσοστό αυτό δεν συμπεριλαμβάνονται υπάλληλοι γραφείου με σχετικά αναβαθμισμένο περιεχόμενο εργασίας που ανήκουν επίσης στο μεσαίο ή κατώτερο επίπεδο των μεσαίων στρωμάτων. Προέκταση της εργασιακής ανεξαρτησίας και αυτονομίας, -τα στρώματα αυτά αντιλαμβάνονται την εργασία ως δημιουργικότητα και αυτοπραγμάτωση και όχι ως μέσο βιοπορισμού- είναι ένα σύστημα αξιών (μεταϋλιστικές αξίες) που δίνει έμφαση στην αυτονομία, στην ατομική ανέλιξη, στην αισθητική αντίληψη της πραγματικότητας κ.λπ. Σε μεγάλο βαθμό αυτό το σύστημα αξιών αναδεικνύει τους τρόπους ζωής σε πεδίο αυτοπροσδιορισμού και τη σφαίρα κατανάλωσης που συνυφαίνεται μαζί τους σε πρακτικές διάκρισης. Το γεγονός αυτό σχετικοποιεί την ταξικότητα της ψήφου και τη σχέση της με την αριστερά, ενώ φαίνεται να ακυρώνει κατά κάποιο τρόπο τη διάκριση αριστερά-δεξιά. Εφόσον έτσι έχουν τα πράγματα μπορούμε να μιλούμε ακόμη σήμερα για ένα ομοιογενές (ταξικό) σύνολο της αριστεράς;
Οι παρατηρήσεις αυτές επιβεβαιώνουν δικές μου παλαιότερες παρατηρήσεις (βλ. για παράδειγμα εδώ και εδώ, καθώς και τις παρατηρήσεις μου για την ταξική βάση του ΣΥΡΙΖΑ στα σχόλια), κι έτσι περιττεύει να επισημάνω εκ νέου την συμφωνία μου με αυτές. Βρίσκω ιδιαίτερα γόνιμο, παρ' όλα αυτά, τον συσχετισμό αυτής της ταξικής βάσης με συγκεκριμένα ιδεολογήματα που αφορούν τόσο την σχέση με την εργασία όσο και την απορρέουσα σχέση με πολιτικά μοντέλα: για παράδειγμα, τον συσχετισμό της "εργασιακής ανεξαρτησίας και αυτονομίας" (για την οποία όμως θα υπογράμμιζα άμεσα ότι είναι, όταν υπάρχει, εκτελεστική και όχι δομική, αφορά δηλαδή σχετική ανεξαρτησία και αυτονομία στην εκτέλεση της εργασίας και όχι ανεξαρτησία ή αυτονομία από τη μισθωτή σχέση -- ο Αλεξίου σωστά την χαρακτηρίζει "εξαρτημένη εργασία") με τα ιδεολογήματα της "δημιουργικότητας" και της "αυτοπραγμάτωσης", και κατ' επέκταση, με αυτά της "αυτονομίας" και του "αισθητικού." Πράγματι, η παρατήρηση αυτή εξηγεί με ακρίβεια την άμεση σχέση μεταξύ του χαρακτήρα της εργασίας της εκλογικής βάσης του ΣΥΡΙΖΑ και των πολιτικών ιδεολογημάτων που αυτή προκρίνει και πριμοδοτεί ως κεντρικά για την αριστερά: την έμφαση στην καινοτομία και την επινοητικότητα, την έμφαση στην αυτοδιαχείριση και την αυτονομία, την έμφαση στο αισθητικό και στην αισθητική αντίληψη για τα κοινωνικά φαινόμενα. Όλα αυτά είναι εμφανή στο είδος του πολιτικού λόγου που εκπορεύεται από το κόμμα, στο είδος των ιδεολογημάτων που πριμοδοτεί ως κεντρικά, και εξηγούν την ιδιαίτερη θελκτικότητα θεωρητικών υποδειγμάτων όπως αυτά των Χαρντ και Νέγκρι (και της ιδέας της άυλης εργασίας), αυτό του Καστοριάδη (και της αυτονομίας) ή αυτό της σχολής της Φρανκφούρτης (και της αισθητικής κριτικής του πολιτικού), για την εκλογική αυτή βάση.

Και ο Αλεξίου συνεχίζει:
[...] η μετάβαση στη «μεταβιομηχανική κοινωνία» με την συνακόλουθη μείωση της βιομηχανικής εργατικής τάξης και τη διεύρυνση των μεσαίων στρωμάτων διαμόρφωσε νέα κοινωνικά δεδομένα που εγκαλούσαν πρώτα απ’ όλα την αριστερά. Για να εκφράσουν τα νέα κοινωνικά δεδομένα και πρωτίστως μια ανομοιογενή κοινωνική βάση τα μεγάλα σοσιαλδημοκρατικά και ευρωκομμουνιστικά κόμματα της Ευρώπης έδωσαν ιδιαίτερη βαρύτητα σε διαταξικά στοιχεία συγκρότησης του κοινωνικού (ιδιότητα του πολίτη, πολιτισμική ετερότητα κ.ά.) ώστε να προσεταιριστούν το «κοινωνικό κέντρο» («πληθυντική αριστερά», «κεντροαριστερά» κ.ο.κ.). Εγκαταλείποντας την κοινωνική (ταξική) ταυτότητα ως πεδίο αυτοπροσδιορισμού αλλά και μια αντζέντα θεμάτων με ταξικό υπόβαθρο (ανεργία, στέγαση, δημόσια ασφάλεια κ.ά.) αποξενώθηκαν από τα εργατικά και τα λαϊκά στρώματα.
Στο δια ταύτα, δηλαδή σε ό,τι αφορά την διεύρυνση της αποξένωσης των στρωμάτων αυτών από τα εργατικά και λαϊκά στρώματα, συμφωνώ απόλυτα με τον συγγραφέα. Όπως και στην άμεση συνάφεια της προσπάθειας απεύθυνσης στο (αυτοθεωρούμενο) κογκνιταριάτο, όπως είναι γνωστό, με την ευρωκομμουνιστική και σοσιαλδημοκρατική ιδέα της "διαταξικής" συγκρότησης της εργασίας και --συνακόλουθα-- της "διαταξικής συμμαχίας." Η σημασία εδώ των αναλύσεων του Πουλαντζά για το είδος της ανάλυσης πάνω στην οποία βασίστηκε ο ευρωκομμουνισμός είναι κεντρική, και φαντάζομαι ότι και ο συγγραφέας τον Πουλαντζά έχει πρωτίστως κατά νου ως θεωρητικό του "διαταξικού" χαρακτήρα της σύγχρονης μισθωτής εργασίας. Η διαφωνία μου αφορά μάλλον την παραδοχή ότι όλα αυτά πηγάζουν αντικειμενικά από κάποια "μετάβαση στη 'μεταβιομηχανική κοινωνία'", μιας και έχει πολλάκις επισημανθεί ότι σε μια τέτοια διάγνωση εμπλέκεται ήδη ένα υποκειμενικό και ιδεολογικό στοιχείο το οποίο αφορά τις τάσεις των ίδιων των διανοούμενων, και το οποίο συνίσταται στην (μάλλον αυτοναφορική) δραστική υπερτίμηση της σημασίας της άυλης εργασίας έναντι των παραδοσιακότερων μορφών (βλ. για παράδειγμα την εξαιρετική κριτική του ιστολογίου Praxis στις θεωρητικές προκείμενες των αναλύσεων Ζίζεκ, τη μελέτη του Ν. Κυρίτση για την ταξική σύνθεση της εργασίας στην Ελλάδα, ή τις ιο πρόσφατες μελέτες της κολλεκτίβας Sarajevo για το θέμα, στο τρίτο και στο τέταρτο Τετράδιο για εργατική χρήση).

Φτάνουμε όμως τώρα και στο κομβικό σημείο του κειμένου, αυτό που αφορά την δική του πρόταξη της αναγκαιότητας της κοινωνικής συμμαχίας, για την οποία δεν είναι σαφές πώς και γιατί διαφέρει από την σοσιαλδημοκρατική ή ευρωκομμουνιστική αντίληψη περί "διαταξικής συγκρότησης" της μισθωτής εργασίας που αναφέρεται πιο πάνω, προφανώς από κάποια θεωρητική και όχι απλά χρονική ή ιστορική απόσταση. Παραθέτω και πάλι το κείμενο, ενώ με έντονα στοιχεία είναι πάντα οι δικές μου εμφάσεις:
Εντούτοις, και στο βαθμό που αυτή η μετατόπιση συνδυαζόταν με τη σύμπτυξη μιας κοινωνικής συμμαχίας με τα εργατικά και λαϊκά στρώματα, και εδώ έγκεινται οι ιστορικές ευθύνες του ΚΚΕ, αυτή θα συνέβαλλε με το στρατηγικό βάρος της, όχι μόνο στην αποδέσμευση αυτών των στρωμάτων από το κεφάλαιο αλλά και στη διεύρυνση του κοινωνικού βεληνεκούς του εγχειρήματος, θέτοντας στην ημερήσια διάταξη τόσο το ζήτημα ανακατανομής των αγαθών (σφαίρα κυκλοφορίας) όσο και της ποιότητας των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής. Συνεπώς χωρίς συμπαγή κοινωνική βάση και με μια εκλογική βάση που δεν αρθρώνεται οριζόντια και μετατοπίζεται κατά το δοκούν, τα ζητήματα που μπορούν να τεθούν δεν υπερβαίνουν τη σφαίρα κυκλοφορίας των προϊόντων (ανακατανομή), ενώ δεν μπορεί να τεθεί ούτε καν το ζήτημα εξόδου από την Ευρωζώνη, εφόσον τα συμφέροντα της κοινωνίας και της χώρας το επέβαλαν. Βεβαίως η σύμπτυξη αυτής της κοινωνικής συμμαχία προϋποθέτει χρόνο και δουλειά, κάτι που υπερβαίνει τις χρονικές αντοχές των μεσαίων στρωμάτων, που τα «θέλουν όλα εδώ και τώρα». Επομένως οποιαδήποτε «κυβέρνηση της αριστεράς» κινδυνεύει να βρεθεί αποκομμένη από την κοινωνία ενώ μεγάλος είναι και ο κίνδυνος γραφειοκρατικοποίησης των σχέσεων εκπροσώπησης, ακόμη και μετατροπής των νέων κοινωνικών κινημάτων σε κρατικοδίαιτες ΜΚΟ. [...] Από την άλλη η μαζική προσχώρηση των μεσαίων στρωμάτων στο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να αποδειχτεί Δούρειος Ίππος για την αριστερά, πόσο μάλλον όταν θα λείπουν τα ταξικά κρατήματα που θα προσέφερε μια κοινωνική συμμαχία με τα εργατικά και τα λαϊκά στρώματα. [...] Η εσωτερική διαφοροποίηση της μισθωτής εργασίας, όπως αποτυπώνεται πολιτικά σε όλο το φάσμα της αριστεράς, διαμορφώνει τους όρους σύμπτυξης μιας κοινωνικής συμμαχίας της εργατικής τάξης και των μεσαίων στρωμάτων με τα λαϊκά στρώματα και τους διανοούμενους. Και αυτό γιατί οι ταξικές θέσεις των μεσαίων στρωμάτων της μισθωτής εργασίας είναι κοντά στην ταξική κατάσταση των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων. Σε κάθε περίπτωση αυτές δεν είναι συγκρουσιακές.
Ας αρχίσουμε από το τέλος: "Η εσωτερική διαφοροποίηση της μισθωτής εργασίας", γράφει ο Αλεξίου, "διαμορφώνει τους ορους σύμπτυξης μιας κοινωνικής συμμαχίας της εργατικής τάξης και των μεσαίων στρωμάτων με τα λαϊκά στρώματα και τους διανοούμενους." Αναρωτιέμαι πώς διαφοροποιείται αυτό το σχήμα από το σχήμα το οποίο εξέθεσε κριτικά η Ellen Meiksens Wood σε ό,τι αφορά την ευρωκομμουνιστική φάση του Πουλαντζά, και σύμφωνα με το οποίο πρώτα θεμελιώνεται το "σπάσιμο" της εργασίας σε διαφορετικού είδους ταξικά υποσύνολα και μετά θεμελιώνεται η ανάγκη συμμαχίας τους -- μιας συμμαχίας που τόσο στον Πουλαντζά όσο και στον Αλεξίου αναμένεται να οδηγήσει στον μετασχηματισμό των μη εργατικών στρωμάτων της συμμαχίας, στην "αποδέσμευσή τους", λέει ο Αλεξίου, "από το κεφάλαιο." Αξίζει να θυμηθούμε την σχετική ιδεολογική κριτική της Wood. Και πάλι, οι εμφάσεις είναι δικές μου:
Ποιές είναι, λοιπόν, οι πρακτικές συνέπειες των απόψεων του Πουλαντζά για την κοινωνική τάξη; Γιατί είναι τόσο σημαντικό το εάν οι εργαζόμενοι του λευκού κολάρου συμπεριλαμβάνονται από θεωρητική άποψη στην εργατική τάξη ή όχι; Ο ίδιος ο Πουλαντζάς, όπως είδαμε, ισχυρίζεται ότι είναι στρατηγικά σημαντικό να διαχωριστούν από τη «νέα μικροαστική τάξη», προκειμένου να προστατευθεί η ακεραιότητα και η επαναστατική ηγεμονία της εργατικής τάξης. Υπάρχει, όμως, και μία άλλη οπτική γωνία. [...] 
Παρά την κριτική του Πουλαντζά στη θεωρία και τη στρατηγική του ΚΚΓ, η θεωρία του για την κοινωνική τάξη ανήκει στην «προσπάθεια των θεωρητικών του Ευρωκομμουνισμού να υποβιβάσουν τη βαρύτητα του Δυτικού προλεταριάτου σε μειονότητα μέσα στην κοινωνία..».[24] Με μια μονοκονδυλιά το προλεταριάτο υποβαθμίζεται από μια άνετη πλειοψηφία στις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες σε μία κουτσουρεμένη ομάδα η οποία πρέπει αναπόφευκτα να τοποθετήσει τις ταξικές συμμαχίες στην κορυφή της ατζέντας της. Ο ίδιος ο ορισμός του Πουλαντζά για την κοινωνική τάξη γενικά και τη «νέα μικροαστική τάξη» ειδικότερα, μετατοπίζει το επίκεντρο της σοσιαλιστικής στρατηγικής από τη δημιουργία μία ενωμένης εργατικής τάξης στην κατασκευή «λαϊκών συμμαχιών» με βάση τις ταξικές διαφορές, ακόμη και με βάση τις διαιρέσεις που επιβάλλει το κεφάλαιο.  
[...] Αυτή η αντίληψη αποδεικνύεται δίκοπο μαχαίρι. Από τη μία πλευρά, δείχνει ότι οι λαϊκές δυνάμεις πρέπει οι ίδιες να μετασχηματιστούν κατά τη διαδικασία της πάλης. Αυτός είναι ο λόγος, υποστηρίζει ο Πουλαντζάς, που η συμμαχία θα πρέπει να συσταθεί «όχι υπό τη μορφή παραχωρήσεων ―με την αυστηρή έννοια του όρου― της εργατικής τάξης στους συμμάχους της λαμβανομένων ως έχουν, αλλά αντίθετα με τον καθορισμό στόχων που μπορεί να μετασχηματίσουν αυτούς τους συμμάχους κατά την πορεία της αδιάλειπτης πάλης και των σταδίων της, λαμβάνοντας υπόψη τον ειδικό ταξικό προσδιορισμό τους και την ειδική πόλωση που τους επηρεάζει.»[26] [...] Ένα κόμμα της «εργατικής τάξης» δεν μπορεί να κάνει απλώς «παραχωρήσεις» σε στοιχεία που βρίσκονται έξω από το ίδιο, από μια πλεονεκτική θέση η οποία προσδιορίζεται σταθερά από τα συμφέροντα της εργατικής τάξης· πρέπει στην πραγματικότητα να εκπροσωπεί άλλα ταξικά συμφέροντα – και αυτό σημαίνει τον καθορισμό στόχων που απευθύνονται σ’ αυτά τα άλλα ταξικά συμφέροντα. 
Επιστρέφω στον Αλεξίου, ο οποίος διαπιστώνει ότι σε αυτή τη συμμαχία της εργατικής τάξης και των στρωμάτων που περιγράφηκαν στην αρχή "έγκεινται οι ιστορικές ευθύνες του ΚΚΕ." Ας εξηγήσουμε τι ακριβώς εννοεί ο συγγραφέας. Κατ' αρχάς, όπως επισημαίνει σε άλλο του κείμενο που είχε επίσης την καλοσύνη να μου στείλει, με τίτλο "Κοινωνικά υποκείμενα και μορφές δράσης στην Ελλάδα στη συγκυρία της κρίσης" (περιοδικό Ουτοπία, τευχ. 93, Ιαν.-Φεβ. 2011), εκλαμβάνει το ΚΚΕ (αναντίρρητα, νομίζω) ως κόμμα με σοβαρά ερείσματα στην εργατική τάξη, αλλά και στα αγροτικά και μικροαστικά στρώματα και συνάμα απορφανισμένο από διανοούμενους. Το αντιλαμβάνεται επίσης ως φορέα για τη  "συλλογική μνήμη της ελληνικής εργατικής τάξης που συνδέει το σήμερα με το χθες και προσδίδει συνέχεια στην κοινωνική και πολιτική της ύπαρξη." Επίσης, θεωρεί το ΚΚΕ "κόμμα με συμπαγή κοινωνική βάση", το οποίο "διαθέτει εκείνη την οργανωτική υποδομή" που του επιτρέπει να "κρατήσει μια ισορροπημένη σχέση ανάμεσα στην τακτική και την στρατηγική." 

Βάσει αυτών των διαγνώσεων, που οπωσδήποτε κατατάσσουν τον Αλεξίου στην (καλοδεχούμενη για μας) μειονότητα των σημερινών διανοουμένων της αριστεράς, ο συγγραφέας θεωρεί απαραίτητη την παρουσία του ΚΚΕ σε οποιαδήποτε αριστερή συμμαχία, ως ένα είδους ρυθμιστή που θα πρόσφερε τα απαραίτητα "ταξικά κρατήματα", την "συμπαγή κοινωνική βάση" ώστε να μη διολισθήσει σε διάφορες αστικές και στρατηγικά αντιπαραγωγικές κατευθύνσεις το ταξικό εκείνο κομμάτι που είδαμε ότι φυσιολογικά συνέρρευσε στον ΣΥΡΙΖΑ. Ο Αλεξίου λοιπόν, σε αντίθεση με την μεγάλη πλειοψηφία των αριστερών διανοουμένων σήμερα, εντοπίζει στο ΚΚΕ μια ποιοτική διαφορά που το καθιστά απαραίτητο για την πολιτική βιωσιμότητα και προοδευτικότητα των αριστερών συμμαχιών, παρατηρώντας ότι ακόμα και τα στοιχεία για τα οποία κατακρίνεται, όπως ο "δογματισμός" και ο "απομονωτισμός" του, αντανακλούν τις υλικές συνθήκες του κόσμου της εργασίας στον οποίο απευθύνεται, και ο οποίος "κινείται και ζει στο βασίλειο της αναγκαιότητας και μπορεί να κρατηθεί όχι με το άνοιγμα στις μεταϋλιστικές αξίες και στους νεωτεριστικούς τρόπους ζωής, αλλά με αναφορά σε σταθερές βεβαιότητες" ("Κοινωνικά υποκείμενα και μορφές δράσης").

Δεν αρκεί να χαιρετίσουμε την οξυδέρκεια με την οποία ο συγγραφέας κατορθώνει, όπως λίγοι άλλοι σήμερα, να κατανοήσει τη διαφορά του ΚΚΕ από τους επικριτές του με όρους ταξικής απεύθυνσης και υλικών προϋποθέσεων της ζωής των συναφών ταξικών στρωμάτων. Θα πρέπει να επιστρέψουμε στον κόμβο του επιχειρήματός του, που αφορά την αναγκαιότητα της διαταξικής συμμαχίας. Η αναγκαιότητα αυτή μπορεί να στηριχτεί ως ιδεατά επιθυμητή, επιβαλλόμενη από τις πρακτικές συνθήκες, κλπ. Το ζήτημα όμως είναι αν μπορεί να στηριχτεί κοινωνιολογικά ως εφικτή, και δη βάσει των παραδοχών της ίδιας της ανάλυσης του Αλεξίου. Η ανάλυση αυτή όπως είδαμε, διαχωρίζει ξεκάθαρα τόσο την ταξική βάση των δύο κομμάτων, όσο και την ιδεολογική συγκρότηση που επιβάλλει η θέση των μελών αυτής της βάσης στην παραγωγή. Από τη μία φορείς της άυλης εργασίας (διευθυντικής, κυβερνητικής, ιδεοπαραγωγικής), από την άλλη εργάτες, αγρότες και μικροαστοί· από τη μία αυτοπραγμάτωση, αυτονομία, δημιουργικότητα και αισθητική, από την άλλη ο κόσμος της αναγκαιότητας, ο κάματος, η αντίληψη σταθερών νόμων (όπως, για παράδειγμα, ο νόμος της ταξικής πάλης!) ως συγκροτητικών για την κοινωνική ζωή. Σε ό,τι με αφορά, ως εδώ καμία διαφωνία. Αλλά γιατί έχουν κοινά συμφέροντα αυτές οι δύο κοινωνικές τάξεις; Ποια είναι η βάση πάνω στην οποία μπορεί να ισχυρίζεται ο συγγραφέας ότι "οι ταξικές θέσεις των μεσαίων στρωμάτων της μισθωτής εργασίας είναι κοντά στην ταξική κατάσταση των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων", ή ότι "σε κάθε περίπτωση αυτές δεν είναι συγκρουσιακές"; Γιατί, συνεπώς, είναι "ιστορική ευθύνη" του ΚΚΕ να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις συμμαχίας τους; Είναι, άραγε, αυτή η συμμαχία εφικτή καν, βάσει οιουδήποτε κομματικού προγράμματος;

Ας πάρουμε ένα υποθετικό παράδειγμα, δύο ανέργων. Ο πρώτος είναι πρώην γραφίστας με εμπειρία στον σχεδιασμό εταιρικών διαφημίσεων, ο δεύτερος πρώην οικοδόμος. Η ανεργία είναι σήμερα το κοινό σημείο εκκίνησής τους. Και προφανώς, μια από τις βασικές και πιεστικές κοινές επιδιώξεις τους είναι μια κοινωνία στην οποία θα μπορούσαν και οι δύο να βρουν δουλειά. Όμως μια τέτοια κοινωνία, όπου ο γραφίστας θα μπορούσε να ξαναγίνει γραφίστας και ο οικοδόμος να ξαναγίνει οικοδόμος, δεν θα ήταν ακριβώς μια κοινωνία προς συμφέρον του οικοδόμου, αν και θα ήταν σίγουρα προς (συγκριτικό) συμφέρον του γραφίστα. Και αυτό γιατί η κατανομή εργασίας ανάμεσα στην νοητική/"άυλη" και την χειρωνακτική/"υλική" είναι ήδη αποτέλεσμα ενός άνισου συστήματος το οποίο είναι γνωστό ως καπιταλισμός. Γιατί λοιπόν πρέπει να συμμαχήσουν δύο άνθρωποι με άνιση κοινωνική θέση που βρίσκονται συγκυριακά στην ίδια μοίρα (ανεργία) για να δημιουργήσουν εκ νέου μια κοινωνία που θα επιβεβαιώνει και θα αναπαράγει την προνομιακή θέση του πρώτου σε βάρος του δεύτερου; 

Ο Αλεξίου γράφει στο παράθεμα που έδωσα πιο πάνω πως μια τέτοια συμμαχία θα επέτρεπε "την αποδέσμευση  αυτών των στρωμάτων [των εργαζομένων στην "διανοητική, σχεδιαστική, ελεγκτική", εν ολίγοις άυλη" εργασία] από το κεφάλαιο." Γιατί; Υπάρχει το παραμικρό στην αντζέντα μιας ενδεχόμενης πολιτικο-κομματικής συμμαχίας αυτών των εργαζομένων με τον εργάτη και τον αγρότη που να εξαναγκάζει την αποδέσμευσή τους από το σύστημα απ' το οποίο αντλούν τόσο την κοινωνική τους θέση όσο και τον ιδεολογικό πυρήνα (ανεξαρτησία, αυτονομία, αυτοπραγμάτωση, κλπ) της αυτοαντίληψής τους; Ποιο ακριβώς συμφέρον θα είχαν αυτά τα στρώματα άλλο από το να εξακολουθήσουν να είναι η "αυτόνομη", "ανεξάρτητη" και "αυτοπραγματούμενη" "διανοητική, σχεδιαστική και ελεγκτική" ελίτ της μισθωτής εργασίας, που φυσικά προϋποθέτει ότι η υπόλοιπη εργασία (η κοινωνική βάση του ΚΚΕ) θα παρέμενε χειρωνακτική, παγιδευμένη στον κόσμο της αναγκαιότητας, χωρίς πρόσβαση στην διανοητική αυτοπραγμάτωση, στην ελεγκτική λειτουργία, κλπ; 

Τι είδους "συμμαχία" θα ήταν αυτή που θα συνέφερε αντικειμενικά μόνο τον ένα από τους συμμάχους, ο οποίος θα χρησιμοποιούσε την οργανωτική δύναμη και μαχητική αποφασιστικότητα του άλλου για να επαναδιαπραγματευτεί με μεγαλύτερη ισχύ την δική του θέση στην κοινωνική αλυσίδα; Aν δεν συμφέρει μόνο τον ένα, πώς ακριβώς θα ενίσχυε τη θέση του δεύτερου; Γιατί το πρόβλημα παραμένει το αρχαίο εκείνο πρόβλημα που επεσήμανε ο Μαρξ: μόνο αυτός για τον οποίο η "φυσιολογική" κατανομή εργασίας είναι ήδη άδικη έχει συμφέρον στην "αποδέσμευση από το κεφάλαιο", γιατί χωρίς αυτή την αποδέσμευση θα παραμείνει απλώς αυτό που ήταν πάντα. Για τον άλλο, ο οποίος στην περίοδο πριν την κρίση μπορούσε ήδη να αντλήσει την ικανοποίηση πως η εργασία του είναι "αυτόνομη", "ανεξάρτητη", "δημιουργική" ή "αισθητικά ικανοποιητική", ποιος είναι ο λόγος να αποδεσμευτεί ποτέ από αυτό που ήδη του χάριζε αυτή την ικανοποίηση, οσοδήποτε "ιδεολογικός" και αν ήταν ο χαρακτήρας της; Και τελικά, πώς και γιατί διαφέρει η αντίληψη Αλεξίου για τις ιστορικές ευθύνες του ΚΚΕ από αυτή του Πουλαντζά για το κόμμα της εργατικής τάξης που "αναγκαστικά" πρέπει να εκπροσωπήσει, όπως παρατηρεί η Wood, άλλα συμφέροντα από αυτά της τάξης που δημιουργήθηκε για να εκπροσωπεί;

Νομίζω ότι πρόκειται για ερωτήματα που ζητούν επιστημονικά ρητές και ξεκάθαρες απαντήσεις. Και ότι το "ευκταίο" δεν είναι με κανένα τρόπο ούτε δεδομένο ούτε αδιαμφισβήτητο χωρίς να έχει ξεκαθαριστεί για ποιον τελικά είναι ευκταίο.

Δευτέρα, 6 Αυγούστου 2012

Προκαταρκτικές σημειώσεις για μια κοινωνιολογία της μετανεωτερικής αριστεράς στην Ευρώπη

1. Ως "μετανεωτερική αριστερά" θα πρέπει να οριστεί η αριστερά εκείνη η οποία συγκροτείται από τις πιο κάτω συνθήκες:

α. επικυριαρχία του κοινωνικού πάνω στο πολιτικό και του πολιτικού πάνω στο οικονομικό. Η αλυσίδα αυτή επικαθορισμών είναι η ακριβώς αντίστροφη από αυτή που χαρακτηρίζει τον Μαρξισμό μέχρι και την Τρίτη Διεθνή (οικονομικό>πολιτικό>κοινωνικό). Γι αυτό και ένας άλλο όρος για την "μετανεωτερική αριστερά" είναι επίσης "κοινωνική αριστερά" ή "αριστερά των κοινωνικών κινημάτων." Με την πολιτική εκτίναξη του ΣΥΡΙΖΑ, η αριστερά αυτή φτάνει για πρώτη φορά ιστορικά στο σημείο όπου η πολιτική παύει να επικαθορίζεται απλώς από μια αντίληψη για το κοινωνικό αλλά επιχειρεί επίσης να το επικαθορίσει στην δική της βάση.

β. διαφοροποίηση του "κοινωνικού πεδίου" από την ιδέα της πάλης των τάξεων, μέσω του πολλαπλασιασμού των σημαίνοντων κοινωνικών διαχωρισμών, που με την σειρά του γίνεται εφικτός μέσω της εξύψωσης της σημασίας των ταυτοτικών διαχωρισμών. Η εξύψωση αυτή αντανακλά την σημασία των κοινωνικών κινημάτων με ταυτοτική βάση για την μετανεωτερική αριστερά, αλλά και την ταυτόχρονη υποχώρηση σε όλη την Δυτική Ευρώπη των μορφών ταξικής οργάνωσης και θεωρητικής διαπάλης που προηγήθηκαν του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Η εξύψωση αυτή συνεπάγεται επίσης την έμμεσου χαρακτήρα περιθωριοποίηση της αναλυτικής κατηγορίας της τάξης και άρα και της εδραίωσης του "πολιτικού" στις βάσεις των αρχών της πάλης των τάξεων.

γ. πλήρης αναθεώρηση της οργανωτικής αρχής του "δημοκρατικού συγκεντρωτισμού" ως αρχής δόμησης και εξαγωγής αποφάσεων (decision-making). Η αρχή αυτή κυριαρχεί στα κόμματα της Τρίτης Διεθνούς ως συνέπεια της άμεσης συνάρτησης της κομμουνιστικής αριστεράς της περιόδου με το εργατικό κίνημα. Η ύφεση του εργατικού κινήματος πανευρωπαϊκά μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και η ταυτόχρονη ανάδυση νέων μορφών κινημάτων με εμβληματική για την Ευρώπη χρονιά το 1968 δημιουργεί και την ανάγκη για ένα διαφορετικό μοντέλο οργάνωσης, που υπαγορεύεται μορφικά από τα ίδια τα νέα κοινωνικά κινήματα. Το βασικό μοντέλο οργάνωσης γίνεται τώρα το δίκτυο, δηλαδή η ορίζοντια συνάρθρωση ετερογενών οργανωτικών σχημάτων σε ένα ευρύτερο σχήμα: ο συνασπισμός ετερογενών δυνάμεων γύρω από ένα χαλαρά διατυπωμένο και εννοημένο κεντρικό πρόταγμα που έχει την δυνατότητα να ενσωματώσει ένα μάξιμουμ συνιστωσών και που κρίνεται βάσει της πρακτικής λειτουργικότητάς του ως "συγκολλητικός ιστός" παρά βάσει της θεωρητικής του φερεγγυότητας ή "ανωτερότητας" (σε αντίθεση με το τριτοδιεθνικό μόρφωμα, όπου η επιστημονική ανωτερότητα του σοσιαλισμού είναι βασικής και θεμελιώδους σημασίας για την ίδια του την ύπαρξη).

δ. αντικατάσταση, σταδιακά αλλά σταθερά και κυρίαρχα, της ιδέας του σοσιαλισμού από την ιδέα του "εκδημοκρατισμού". Το απόφθεγμα του Πουλαντζά "ο σοσιαλισμός θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα υπάρχει" περιέχει ήδη τους σπόρους μιας σταδιακής μετάβασης στην ιδέα ότι η ψυχή του σοσιαλισμού είναι η δημοκρατία (και όχι η ισότητα και η κατάλυση των τάξεων), και από εκεί στην ιδέα ότι η δημοκρατία είναι ήδη εν δυνάμει σοσιαλισμός, ήδη το πεδίο όπου ο σοσιαλισμός μπορεί να υλοποιηθεί, να εμβαθυνθεί και διευρυνθεί χωρίς τη βίαιη σύγκρουση με το κράτος, αλλά με τον ειρηνικό και σταδιακό "μετασχηματισμό" του. Αυτή είναι και η πρακτική έκφανση της θεωρητικής αποδοχής του επικαθορισμού της οικονομίας από την πολιτική και της πολιτικής από το "κοινωνικό", που θεωρείται, λίγο-πολύ, ως "εγγενώς" προοδευτική σε χαρακτήρα δύναμη.

2. Η δημιουργία του ΚΕΑ (Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς) τον Μάιο του 2004 έχει τεράστια και κομβική σημασία για την ποιοτική μετάλλαξη της μετανεωτερικής αριστεράς.

α. Κατ' αρχάς, πρέπει να σημειωθεί ότι το οργανωτικό μοντέλο του ΚΕΑ--μια χαλαρή συνομοσπονδία ή ένας συνασπισμός ετερογενών κομμάτων, με εντελώς ανόμοια πολιτική ιστορία (π.χ ΣΥΝ, Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας, Κόμμα της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης της Ιταλίας)--αναδιπλασιάζει μορφικά το οργανωτικό μοντέλο της μετανεωτερικής αριστεράς.

β. Η χρηματοδότηση του ΚΕΑ μέσω της Ευρωπαϊκής Ένωσης --η ίδια η ΕΕ, ας θυμηθούμε, είναι μια συνομοσπονδία, ένας συνασπισμός θεωρητικά "ισοδύναμων" κρατών-- και η αποδοχή εκ μέρους του της ευρω-ενωσιακής ιδεολογίας ως συγκροτητικού, νοηματοδοτικού για την αριστερή πολιτική πλαισίου, δημιουργεί τις δυνατότητες μιας τεράστιας οριζόντιας επεκτασιμότητας θεσμών, οργάνων, δραστηριοτήτων.

3. Το δίκτυο που δημιουργείται από το 2004 και μετά συνομαδώνει όχι μόνο τα 19 κόμματα που συμμετέχουν στο ΚΕΑ (συν 9 κόμματα-παρατηρητές), αλλά φυσικά το σύνολο του πολιτικού τους προσωπικού, της κομματικής διανόησης, των εντύπων που αυτή διευθύνει και ελέγχει, κλπ. Η ύπαρξη και διόγκωση, μέσω δύο περίπου δεκαετιών κεντρικά συντονισμένης μαζικής εκπαίδευσης και λειτουργικής εξειδίκευσης στην Ευρώπη, μιας εκτεταμένης τάξης/κάστας πολύγλωσσων ατόμων με μεταφραστικές δυνατότητες στις βασικές ευρωπαϊκές γλώσσες, διευκολύνει την επικοινωνία και τον συντονισμό. Η τεχνολογία του διαδικτύου αυξάνει κάθετα τις δυνατότητες δικτύωσης. Ουσιαστικά, το διαδίκτυο δεν είναι απλώς ένα μέσο για την μετανεωτερική αριστερά, αλλά η αντανάκλαση της ίδιας της ψυχής της, της ουσίας της: ένα ακόμα χαλαρά εννοημένο, οριζόντια επεκτάσιμο δίκτυο ανεξάρτητων κατά τα άλλα οντοτήτων που "συναντιούνται" χωρίς να χρειάζεται μια μακροπρόθεσμη και επίπονη διαδικασία διαπραγμάτευσης και οριοθέτησης θέσεων και σχέσεων. Τα λεγόμενα "κοινωνικά media" και η έκρηξή τους τα τελευταία χρόνια επιτείνουν ακόμη περισσότερο την δυνατότητα του μορφώματος της μετανεωτερικής αριστεράς για συντονισμένο λόγο και δράση.

4. Μια αποσπασματική ματιά στο κεντρικό site της ΚΕΑ είναι ήδη πολύ αποκαλυπτική για τον χαρακτήρα και τις δυνατότητες του νέου αυτού μοντέλου οργάνωσης, που θα αποκαλούσαμε "μετανεωτερική, ευρωκεντρική Διεθνή": στο δεξί μέρος της μπάρας υπάρχει λινκ στο δίκτυο Transform!, με το οποίο το ΚΕΑ διαμόρφωσε από το 2007 μια μόνιμη συνεργασία μετά από "κάλεσμα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής" ("responding to a call from the European Commission"). Το Transform, το οποίο εκδίδει το δικό του περιοδικό, αποτελεί το ίδιο δημιούργημα του World Social Forum στο Porto Allegre, και συνομαδώνει 16 μη κομματικούς οργανισμούς σε όλη την Ευρώπη: ΜΚΟ, Ινστιτούτα Μελετών, Ερευνητικά Ιδρύματα. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, το αντίστοιχο point of contact είναι το Ινστιτούτο Πουλαντζάς, το οποίο έχει τις δικές του εκδόσεις (για παράδειγμα, τη σειρά "Παρεμβάσεις" σε συνεργασία με τις εκδόσεις Νήσος), οργανώνει συνέδρια, διαλέξεις, κλπ. Μια ματιά στον ιστότοπο του Ινστιτούτου Πουλαντζάς φανερώνει άμεσα τα σημάδια των πολλαπλών δικτυώσεων που συγκροτούν το μόρφωμα: δεξιά επάνω φιγουράρει το περιοδικό του Transform!, στο κέντρο εμφανίζονται βίντεο από το θερινό πανεπιστήμιο του ΚΕΑ και από την ομιλία του γνωστού για την στήριξη στους "αγανακτισμένους" David Harvey στο Ινστιτούτο, στα RSS λινκς τα νέα του ΚΕΑ και λινκς στα Espaces Marx (Γαλλία) και Ίδρυμα Rosa Luxemburg (Γερμανία). Επάνω, στο μενού "Προγράμματα", μπορεί κανείς να διαβάσει για "Ερευνητικά Προγράμματα με συμμετοχή του ΙΝΠ". Μεταξύ αυτών, το ερευνητικό πρόγραμμα "Κρίση στην Ευρώπη-Κρίση της Ευρώπης", το οποίο, όπως πληροφορούμαστε, "τρέχει" από το 2007, και στα πλαίσια του οποίου έχουν πραγματοποιηθεί "δεκάδες εκδηλώσεις (συνέδρια, ομιλίες, ημερίδες, κλπ)."

4α. Σε ό,τι αφορά το ερευνητικό αυτό πρόγραμμα, το οποίο προφανώς εμπλέκει δεκάδες ακαδημαϊκούς και μεταπτυχιακούς φοιτητές σε ένα δίκτυο το οποίο είναι εν μέρει ακαδημαϊκό, εν μέρει ακτιβιστικό και εν μέρει κομματικό, δεν αναφέρεται πηγή χρηματοδότησης. Αλλά είναι πολύ δύσκολο να φανταστεί κανείς άλλον κεντρικό χρηματοδότη από την ίδια την ΕΕ, η οποία ως γνωστόν προωθεί οικονομικά την έρευνα στις Κοινωνικές και Ανθρωπιστικές Επιστήμες.

4β. Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με μια σύμφυρση των εξής παραγόντων:
α. Των υφιστάμενων δικτύων διαπανεπιστημιακής και ακαδημαϊκής συνεργασίας στην Ευρώπη
β. Της Ευρωπαϊκής Ένωσης
γ. Του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς και των συστατικών του κομμάτων
δ. Των ΜΚΟ, Ινστιτούτων και Ιδρυμάτων με τα οποία έχει συνεργασία το ΚΕΑ
ε. Του διαδικτύου και των κοινωνικών μέσων (βλέπε λινκ σε twitter, facebook, κλπ σε όλα τα συνδεόμενα site).

ή αλλιώς:

α. της επιστημονικής παραγωγής (έρευνα, διακίνηση ιδεών, συνέδρια, δημοσίευση)
β. του ευρωπαϊκού κοινοτικού κεφαλαίου
γ. των πολιτικών σχηματισμών της μετανεωτερικής αριστεράς
δ. των ΜΚΟ, Ιδρυμάτων και Ινστιτούτων που την πλαισιώνουν
ε. των νέων τεχνολογιών ως μέσων συντονισμού και προώθησης δραστηριοτήτων

4γ. Κοινό φαινόμενο σε αυτό το πλαίσιο είναι η συμμετοχή ατόμων με πολλαπλές ιδιότητες. Για παράδειγμα, ο Στάθης Κουβελάκης είναι ακαδημαϊκός σε ξένο πανεπιστήμιο, μέλος του Conseil d' Orientation του Ινστιτούτου Espaces Marx, το οποίο είναι επίσης μέλος του Transform Network (το γαλλικό αντίστοιχο του ΙΝΠ, δηλαδή), και ήταν υποψήφιος βουλευτής Επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ στις βουλευτικές εκλογές. Ή, για να δώσουμε ένα άλλο παράδειγμα, "συμβαλλόμενος συνεργάτης" (partenair associé) του Conseil d' Orientation του Espaces Marx είναι ο Pierre Laurent, ο πρόεδρος δηλαδή του ΚΕΑ, που είναι επίσης Εθνικός Γραμματέας του ΚΚΓ (μέλους του ΚΕΑ), και διευθυντής της εφημερίδας Humanité, και τον οποίο πιθανώς να θυμάστε από το μήνυμα προς τον ΣΥΡΙΖΑ πριν τις εκλογές της 6ης Μάη. Και ούτω καθ' εξής: ονόματα-κλειδιά από όλη την Ευρώπη επανέρχονται διαρκώς με πολλαπλές ιδιότητες ως σύνδεσμοι μεταξύ επιστημονικής παραγωγής (εκδόσεων, ερευνητικών προγραμμάτων, συνεδρίων, ημερίδων, κλπ), δημοσιογραφίας (σε εφημερίδες, ιστολόγια, κλπ), πολιτικών σχηματισμών (ως βουλευτικοί υποψήφιοι, πρόεδροι, γραμματείς, μέλη, στελέχη) και ινστιτούτων και ΜΚΟ (ως διευθύνοντες σύμβουλοι, συνεργάτες, κλπ). Και πίσω από όλα αυτά, απαραίτητα και αναπόφευκτα, βρίσκεται μια σειρά από χρηματοδοτικούς πόρους, των οποίων τις διαδρομές είναι ανέφικτο να ακολουθήσει κανείς, αλλά για τους οποίους δεν είναι κανένα σκάνδαλο να αναζητήσει κανείς την πηγή στους διάφορους διοικητικούς, πολιτιστικούς και πολιτικούς φορείς της ΕΕ και στους αντίστοιχους των κρατών-μελών της.

5. Ανακύπτουν κατά συνέπεια κάποια αρκετά βασικά ερωτήματα σχετικά, ουσιαστικά, με τον χαρακτήρα του μορφώματος της σημερινής μετανεωτερικής αριστεράς από τη σκοπιά αυτού που υποτίθεται ότι εξοβέλισε οργανωτικά, δηλαδή του συγκεντρωτισμού, και δη του συγκεντρωτισμού εξουσιών και λειτουργιών.

α. Σε ποιο βαθμό είναι εφικτό για έναν επιστήμονα που συνεργάζεται με οποιοδήποτε από τα κέντρα/ινστιτούτα που συμμετέχουν στο Transform Network να συγγράφει πολιτική ή οικονομική έρευνα που να είναι επικριτική για τα κόμματα του ΚΕΑ και θετική για κόμματα εκτός ΚΕΑ; Σε ποιο βαθμό είναι εφικτό να ακολουθεί θεωρητικά μονοπάτια ασύμβατα με τις βασικές ιδεολογικές παραδοχές του ΚΕΑ, όπως αυτές συνοψίζονται στο Μανιφέστο του 2004; Σε ποιο βαθμό, για παράδειγμα, είναι δυνατόν κάποιος ακαδημαϊκός ο οποίος έχει οποιαδήποτε ερευνητική/εκδοτική/συμβουλευτική σχέση με το Transform Network, που δεν είναι κομματικό δίκτυο, να υποστηρίξει θέσεις που αντιβαίνουν στην ιδρυτική θέση του ΚΕΑ ότι "η ΕΕ, όπως και ολόκληρη η ευρωπαϊκή ήπειρος, γίνεται ένας όλο και σημαντικότερος χώρος για την εναλλακτική πολιτική;" ("the European Union as well as the whole European continent are becoming an increasing important space for alternative politics"). Σε ποιον βαθμό είναι εφικτό για έναν στοιχειωδώς φιλόδοξο ευρωπαίο πολιτικό επιστήμονα, κοινωνιολόγο, κριτικό συνταγματολόγο ή πολιτικό φιλόσοφο σήμερα να μην συνεργάζεται με κανένα από τους φορείς και τα άτομα που συνδέονται με το ΚΕΑ;

β. Αν κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό, τι συμβαίνει στην βασική ελευθερία επιλογής ερευνητικής κατεύθυνσης και δημόσιας έκφρασης μέσα στα πλαίσια του μορφώματος της μετανεωτερικής αριστεράς; Υφίστανται ή όχι άτυπες και αδήλωτες διαδικασίες (προφορικής και γραπτής) αυτολογοκρισίας για οποιονδήποτε μη κομματικά ενταγμένο ακαδημαϊκό ή φοιτητή συμμετέχει σε τυπικά μη κομματικού χαρακτήρα δράσεις ή εκδηλώσεις λόγω ερευνητικών ενδιαφερόντων (πχ, σε ένα συνέδριο για τον Γκράμσι, ή σε μια έκδοση για την Ρόζα Λούξεμπουργκ); Πόσο "ανοιχτοί" είναι στην πράξη οι κανόνες συμμετοχής/συμπερίληψης και πού/πώς οριοθετείται η διαφορά μεταξύ ακαδημαϊκής/ερευνητικής συνεργασίας και πολιτικο-κομματικής συμπόρευσης;

γ. Πόσο "ετερογενές" καθίσταται στην πράξη ένα τέτοιο μόρφωμα; Πόσο "χαλαροί" είναι στην πράξη οι οργανωτικοί και ιδεολογικο-πολιτικοί του δεσμοί; Πόσο δεκτικοί είναι ή αναμένουμε να είναι στις ενδεχόμενες αντιρρήσεις ενός οποιουδήποτε συμμετέχοντος σε ένα από τα εκατοντάδες κομμάτια του μηχανισμού, όταν σε ενδεχόμενη διαφωνία εμπλέκονται βασικές ιδεολογικές προκείμενες όπως το ανήκειν στην ΕΕ, η υποβάθμιση της ταξικής πάλης ως μοντέλου πολιτικής δράσης, ή η απόρριψη της σχεσιακής θεώρησης του κράτους;

δ. Πόσο "αντισυστημικό" ή "εναλλακτικό" μπορεί να θεωρηθεί ένα μόρφωμα με τα πρακτικά χαρακτηριστικά που σκιαγραφήθηκαν πιο πάνω; 

ε. Τι σημαίνει το γεγονός ότι ενώ καθαρά πολιτικοί οργανισμοί όπως οι Διεθνείς (από την Πρώτη ως την Τέταρτη) οδήγησαν σε συγκρούσεις, αντιθέσεις και σχίσματα πάνω σε σχίσματα, η "μετανεωτερική Διεθνής" οδηγεί κατά τα φαινόμενα σε μια ειρηνευτική και αδιάκοπη επέκταση και ενσωμάτωση φορέων, κομμάτων, οργανισμών και ατόμων χωρίς να έχουν διαφανεί πουθενά "σχισματικές" τάσεις; Τι σημαίνει μια "ανεκτικότητα στη διαφορά" που τελικά εξαλείφει κάθε βάση διαπάλης ιδεών; 

Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2012

Περί ηλιθιότητας

Αρχική δημοσίευση Radical Desire, 5/9/2009.


«η ηλιθιότητα της αγροτικής ζωής...»
Karl Marx και Friedrich Engels, Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο

Χωρίς αμφιβολία, μας λείπει μια επαρκής πολιτισμική ιστορία της ηλιθιότητας. Ανάμεσα σε άλλα, μια τέτοια ιστορία θα μας διαφώτιζε αναλυτικότερα για τα διακυβεύματα της αντίστιξης ανάμεσα σε ό,τι στα αγγλικά ονομάζεται stupidity και idiocy--την αδυναμία, απ' τη μια, ενός κατά τα άλλα υγιούς εγκεφάλου να εκμεταλλευτεί τις δυνατότητές του (αλλά και την στιγμιαία άρση της ευφυίας που προκαλεί το θάμβος [stupefaction]), και από την άλλη, τη νοητική καθυστέρηση, την εγκεφαλική δυσλειτουργία που εκδηλώνεται συχνά και ως φυσιογνωμική δυσμορφία, το φάσμα της κατάπτωσης του γενετικού υλικού και κατ' επέκταση, της παρά φύση, αιμομικτικής αναπαραγωγής του είδους.

Όπως και να χει, το Κομμουνιστικό Μανιφέστο (1848), μας φέρνει αντιμέτωπους με μια τομή στη χρήση της έννοιας της ηλιθιότητας. Η αναφορά στην «ηλιθιότητα της αγροτικής ζωής» είναι βέβαια προσβλητική και ιδιαίτερα δύσπεπτη από τη σκοπιά τόσο των κομμουνιστικών κινημάτων που βασίστηκαν στην αγροτική τάξη (κυρίως του Μαοϊσμού, αλλά σε μεγάλο βαθμό και του Σοβιετικού κομμουνισμού και των κομμουνισμών του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου), όσο και από αυτή του Ρομαντικού σοσιαλισμού ενός Morris αλλά και της νέας, «μεταμοντέρνας» αριστεράς, με την καχυποψία της για την αστυφιλία και τον συγκεντρωτισμό και με τις πρόδηλες οικολογικές της ανησυχίες. Ξέκαθαρα αποστασιοποιημένος από το μοντέλο του ταξικά συνειδητοποιημένου αγρότη ή του σύγχρονου αριστερού οικολόγου, ο Marx μιλά από τη θέση ενός έντονα και ακόμη και αλαζονικά αστικοποιημένου στοχαστή, ο οποίος δε διστάζει να καυτηριάσει τον πολιτικό συντηρητισμό των κεντρο-ευρωπαϊκών αγροτικών πληθυσμών της εποχής του παραπέμποντας στην βιολογική ουσιαστικά έννοια της νοητικής καθυστέρησης--προϊόντος, κατά τα φαινόμενα, των “ένοχων μυστικών” της αγροτικής περιφέρειας. Σε μια πρώτη ανάγνωση, η «ηλιθιότητα της αγροτικής ζωής» είναι κατά βάση η ηλιθιότητα ως συνέπεια της μεταφορικής, πολιτισμικής αιμομιξίας, της τελμάτωσης που δημιουργεί η στέρηση επαφής με την κοσμοπολίτικη και ανελέητα δυναμική τάξη πραγμάτων που εγκαθιστά με προμηθεϊκή ζέση το διεθνές κεφάλαιο.

Η τομή στην οποία αναφέρθηκα κάνει την εμφάνισή της ταυτόχρονα, παρά τον προφανή συντηρητισμό των βιολογικών συνδηλώσεων: στην πραγματικότητα, η ηλιθιότητα δεν αφορά ούτε τη βιολογική μειονεξία ούτε την ατομικά περιορισμένη ευφυία των χωρικών. Είναι ένα καθαρά κοινωνικό και συλλογικό φαινόμενο (αφορά όχι σε ατομικότητες αλλά σε τρόπο ζωής). Είναι επιπλέον ένα βαθιά ιστορικό φαινόμενο: χωρίς την έλευση των γιγαντιαίων τεχνολογικών, πολιτισμικών και οικονομικών αλλαγών που επέφερε η βιομηχανική επανάσταση δεν νοείται η νοηματοδότηση της αντιπαράθεσης μεταξύ πόλης και χωριού με όρους ευφυίας. Η «αγροτική ηλιθιότητα» δεν είναι προαιώνιο χαρακτηριστικό της ζωής μακριά από τις πόλεις. Προκύπτει ως χαρακτηριστικό εξαιτίας της ραγδαίας οπισθοδρόμησης της αντιληπτικής ικανότητας της αγροτικής κοινωνίας εν μέσω κατακλυσμικών--και όλο και πιο ακατάληπτων από την σκοπιά της αγροτικής περιφέρειας--δομικών αλλαγών.

Μια διαλεκτική θεώρηση της εμφάνισης της "αγροτικής ηλιθιότητας" στο μαρξικό κείμενο θα επέμενε συνεπώς στη σημασία της συμμετρικής ανάδυσης (στο ποιητικό έργο του Baudelaire και, αργότερα, στην κοινωνιολογία του Simmel) της αντίληψης της αστικής νεωτερικότητας με όρους τραυματικού σοκ. Στην αγροτική ηλιθιότητα του Marx, o Simmel του "Η Μητρόπολη και η διανοητική ζωή" (1903) ανιπαραθέτει ουσιαστικά μια αστική αντι-εκδοχή: ο αστός χαρακτηρίζεται από τη μπλαζέ αναισθησία. Η αστική εμπειρία περνάει από τη θάμβωση (stupefaction) των αισθήσεων στην αμυντικογενή σκλήρυνση του αρχικά εύπλαστου υλικού της αισθητηριακής αντίληψης και τελικά στον χωρίς επιστροφή κατακερματισμό της συνείδησης που θα ενσωματώσει, μεταξύ άλλων, η ροή της συνείδησης του βιολογικά καθυστερημένου Μπέντζι στο The Sound and the Fury του William Faulkner (1929)--με τον τελευταίο να ενσωματώνει το διαλεκτικό παράδοξο της εφαρμογής της αστικής συμπτωματολογίας της συνείδησης στην ίδια την αγροτική ανθρωπογεωγραφία, τη διαμεσολάβηση πόλης και επαρχίας στη βάση μιας επαμφοτερίζουσας ηλιθιότητας. Marx, Baudelaire, Simmel, Faulkner: ιδού κάτι σαν το βασικό δίκτυο μιας γενεαλογίας της ηλιθιότητας στη νεωτερική εποχή--ένα δίκτυο στο οποίο θα έπρεπε βέβαια να προσθέσει κανείς τον Ηλίθιο του Dostoevsky, με την επιφύλαξη όμως ότι εδώ η προβληματική της σχέσης ηλιθιότητας και νεωτερικότητας παραμένει αγκυροβολημένη σε μια υπολειμματικά Χριστολογική βάση.

Πρόκειται για μια γενεαλογία με σημαντικούς επιγόνους. Ας θυμηθούμε, για παράδειγμα, την επιμονή με την οποία ο μεταπολεμικός Herbert Marcuse υπογραμμίζει την φαινομενικά ανεξήγητη ηλιθιότητα με την οποία οι δυτικές κοινωνίες συνεχίζουν να εκτοπίζουν την πραγμάτωση εδώ και τώρα μιας χαμηλών τόνων ουτοπίας που έχει ήδη--και για πρώτη φορά --καταστεί υλικά εφικτή. Το ανεξάλειπτο της πείνας τη στιγμή που η υπερπαραγωγή τροφίμων οδηγεί στις χωματερές, ή η συντήρηση της αυταρχικής, καταναγκαστικής κοινωνίας τη στιγμή που η εκβιομηχάνιση έχει απελευθερώσει την ανθρωπότητα από το άχθος της παρατεταμένης εργασίας αποτελούν δύο από τα χαρακτηριστικότερα δείγματα μιας ηλιθιότητας που αποσβολώνει κάθε ατομική ευφυία. Η δομική ηλιθιότητα είναι το σκανδαλωδώς ανυπέρβλητο όριο των φαινομενικά ατελεύτητων δυνατοτήτων της εποχής της χρηστικής ευφυίας.

Οι πηγές της ηλιθιότητας που απασχολεί τον Marcuse βρίσκονται φυσικά στον ίδιο τον καπιταλισμό, ή καλύτερα στο στρεβλό ratio που εκμηδενίζει και εξαλείφει κάθε έλλογη προοπτική στο όνομα της εργαλειακής λογικής. Η πολιτική οικονομία είναι η κατεξοχήν έκφραση της μυθικής βίας που ανασταίνεται στην καρδιά της νεωτερικής εποχής: κάθε σημαντική οικονομική κρίση μας επιστρέφει στον κόσμο ως προϊόν αινιγματικά σκληρών Θεών που ούτε κατανοούμε ούτε μπορούμε να εξευμενίσουμε, στην ιδέα του ανθρώπινου είδους ως οντότητας μυστηριωδώς αμαρτωλής, ακατανόητα καταδικασμένης στην έλλειψη, τη φτώχεια, την πείνα, και τη γύμνια. Ταυτόχρονα, τούτη η ξεδιάντροπη ανακύκλωση του προπατορικού αμαρτήματος ως απολογητικής ιδεολογίας επενδύεται με τον μανδύα της τεχνοκρατικής ανάλυσης, του ασυμβίβαστου «ρεαλισμού» ή του νηφάλιου «πραγματισμού».

Από την άλλη, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ότι για τη σχολή της Φρανκφούρτης και τους επιγόνους της (όπως ο Marcuse), η ηλιθιότητα είχε, από τη δεκαετία του 30 και μετά, ένα δεύτερο όνομα: φασισμός. Στην πραγματικότητα, η ηλιθιότητα αποτελεί σημαντική ερμηνευτική βάση για τη διαλεύκανση μιας βασικής κοινής συνιστώσας (και ενός βασικού σημείου συνενοχής) ανάμεσα στην καπιταλιστική οικονομία και τη φασιστική πολιτική: αμφότερες δομούνται πάνω στη βάση μιας φαντασματικής αρχής της αυτοσυντήρησης (του ατόμου στον καπιταλισμό, του φυλετικού έθνους στο φασισμό) η οποία με τη σειρά της νομιμοποιεί αυτό ακριβώς απέναντι στο οποίο υποτίθεται ότι αμύνεται—τον ακρωτηριασμό του εγώ ή του οικείου λαού στο όνομα της επώδυνης αλλά απαραίτητης προετοιμασίας του για την ανελέητα σκληρή πραγματικότητα του ανταγωνισμού ανάμεσα σε άτομα ή φυλές. Ο φασισμός, με άλλα λόγια, είναι η αντιμετάθεση της αρχής της επιβίωσης από το πεδίο του φαινομενικά άκαπνου οικονομικού ανταγωνισμού σε αυτό της εμπόλεμης σύρραξης. Η πρώτη εκδήλωση αφανιστικής βίας είναι και στις δύο περιπτώσεις στραμένη απέναντι στον εαυτό, στο οικείο· για να προκύψει ο εξαθλιωμένος εργάτης της maquilladora είναι απαραίτητος ο πολτός ανασφαλειών και συμπλεγμάτων που θα βρει τη σανίδα σωτηρίας στο ατσαλάκωτο παρουσιαστικό του golden boy· για να μαζευτούν οι Εβραίοι, οι ανάπηροι ή οι ομοφυλόφιλοι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης πρέπει να προκύψουν τα ψυχικά βιασμένα, ενοχικά και καθηλωμένα απ' την σιωπηλή οργή υποκείμενα που θα στελεχώσουν τις τάξεις των εξολοθρευτών.

Ως δομικό σύμπτωμα λοιπόν, η ηλιθιότητα στον 20 αιώνα είναι πάνω από όλα προϊόν της στρεβλής ταύτισης της δια του ψυχικού αυτο-ακρωτηριασμού αυτοσυντήρησης με την ευφυία. Η αυτοσυντήρηση, το κίβδηλο νόμισμα με το οποίο αποζημιωνόμαστε για την παραίτηση από την ευτυχία, είναι το κατεξοχήν αντικείμενο παιδαγωγικής προπαρασκευής σε οικογένεια και σχολείο, το παράσημο επιτυχίας για τους βετεράνους των αστικών πεδίων μάχης που ονομάζονται γραφεία, η οπλισμένη κάνη απέναντι στις φθηνές ζωές των εγκληματικά αδύναμων, των αλαφροϊσκιωτων, των αφελών. Απέναντι στο τέρας μιας αδυσώπητα ευφυούς ηλιθιότητας, η διαλεκτική σκέψη δεν μπορεί παρά να υπερασπιστεί ό,τι η κυρίαρχη ιδεολογία περιφρονεί ως stricto sensu ηλιθιότητα: την αδιαφορία απέναντι στο ιδεώδες της αυτοσυντήρησης, το θάμβος και την έκπληξη με όλα αυτά που θα έπρεπε να είχαν καταστεί προ πολλού δεδομένα, την εξεγερμένη απαίτηση να αλλάξει η πραγματικότητα που εξασφαλίζει το απραγματοποίητο των αναπαλλοτρίωτων επιθυμιών, την ανικανότητα να λειτουργήσει κανείς εύρυθμα στα πλαίσια της αναίμακτης σφαγής που ονομάζουμε ανταγωνισμό, την νευρωτική, εκνευριστική επιμονή να ξύνονται αντί να αφεθούν στην καταπραϋντική δράση ψυχικών αντισηπτικών οι πληγές του χθες.