Μπορούσα βέβαια να βρίσκομαι πρώτος
ανάμεσα στους οπλισμένους Δωριείς
ντυμένος την περιλάλητη αμφίεσή τους
όπως εκείνος που ποζάριζε σ' ένα μουσείο
ακίνητος --θυμίζοντας ένδοξους καταρράκτες--
μπορούσα βέβαια
κι όχι τυχαία.
Όμως σε τι θα ωφελούσε την υπόθεσή μας
όλη μου η μεγαλοπρέπεια
όλες μου οι φωνές μέσα στα τείχη;
Home
- Home
- Για το παρόν ιστολόγιο
- Πολιτική Σχολιασμού
- Πολιτική Αναδημοσιεύσεων
- Επικοινωνία
- Γ. Πολυμερίδης-Εκλαϊκευτικά σεμινάρια στην μαρξιστική κριτική της πολιτικής οικονομίας
- Simon Clarke-Η θεωρία της κρίσης στον Μαρξ
- Διακήρυξη της Πρωτοβουλίας Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων
- Ιδεολογική Επιτροπή της ΚΕ του ΚΚΕ-Θεωρητικά Ζητήματα στο Πρόγραμμα του ΚΚΕ
- Αρχείο Μαρξ στο LR
- Αρχείο Λένιν στο LR
- Αρχείο Γκράμσι στο LR
- Θεωρητικό εργαστήρι
- Η "στήριξη" ΣΥΡΙΖΑ σε 28 Δήμους με αριθμούς: Τα πλ...
- Μ. Παπαδόπουλος-Διαπραγμάτευση στο στρατόπεδο του ...
- Αποκαλυπτικό πανόραμα των επικίνδυνων γεωστρατηγικ...
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κατσαρός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κατσαρός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2015
Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014
Στο νεκρό δάσος
Στο νεκρό δάσος
Στο νεκρό δάσος των λέξεων προχωράω.
Ανάβω τα χλομά φανάρια στους δρόμους
προσπαθώ ν’ αναστήσω.
Τα ονόματα που πυρπόλησαν τις καρδιές
σε μυστικές συνεδριάσεις
τα ονόματα που οδήγησαν όλα δολοφονούνται.
Τώρα κυκλοφορούν σε ανάκτορα ξένοι
ντύνονται επίσημα στις δεξιώσεις
σε διπλωματικά συνέδρια ανταλλάσσονται
χειραψίες
φριχτά υπομνήματα
παρευρίσκονται στις γιορτές υποκλίνονται-
Τώρα πεθαίνουν.
Παρασκευή, 30 Μαΐου 2014
Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2013
Σάββατο, 26 Μαΐου 2012
Ο δούλος
Από το Ποιείν.
Ὁ Δοῦλος
Μιχάλης Κατσαρός
Ὁ Δοῦλος ποὺ δραπέτευσε
ἔλεγε προσευχὲς στοὺς φιλήσυχους πολίτες
γονατίζοντας σὲ λιγδωμένα προσκέφαλα.
Ἐγὼ δὲν ἤλπιζα πὼς μπορεῖ νὰ σωθεῖ.
Οἱ χωροφύλακες ἔχουν γερὴ ὅραση -
δὲ διαλύονται μὲ αὐταπάτες καὶ ψυχοσάββατα.
Τώρα αὐτὸς ποὺ ἐπέμενε νὰ ρωτάει
φαίνεται θἆταν ἀποφασισμένος γιὰ θάνατο
ἢ θἆταν κατάσκοπος ποὺ δὲ φοβᾶται.
Ἐγὼ πάντως
ἐξακολουθῶ νὰ βλέπω τὸν ἐπερχόμενο
μεσαίωνα
μὲ φάλαγγες πιστῶν
μὲ ἀργυρᾶ δισκοπότηρα ἀφρίζοντα αἷμα
μὲ σημαιοστολισμοὺς καὶ παρελάσεις
μὲ ραβδούχους καλοθρεμμένους καλόγερους
εἰκόνες ἀπὸ παλιὲς ἐκστρατεῖες
καὶ τυφεκισμοὺς
ἥρωες μὲ αὐστηρὰ βλέμματα
Ἁμὲς δὲ γ᾿ ἐσόμεθα
πληρωμένη ἐκπαίδευση
θεὸς ἀγέρας τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως
κλειδωμένα στὴν ἐποχὴ σὲ χάλκινα θησαυροφυλάκια.
Ἂν ἄξαφνα σᾶς γεννηθεῖ τὸ ἐρώτημα
πὼς τὰ κατάφερε αὐτὸς ὁ θνητὸς
μέσα σ᾿ αὐτὸ τὸ βαρύγδουπο διαπασῶν τῶν ὕμνων
νὰ δραπετεύσει μὲ ἀληθινὸ λαμπερὸν ἥλιο
μὲ ἀληθινὲς ἐξαρτήσεις τοῦ βίου -
ἂν δὲ μπορεῖτε νὰ καταλάβετε
τί τὸν ὁδήγησε σ᾿ αὐτὸ τὸ τελευταῖο διάβημα
ποὺ βρῆκε τὴν ἔξοδο ἀφοῦ γύρω ἦταν μπετὸν
ἀφοῦ γύρω τραγουδοῦσε ἡ φοιτήτρια
ἕνα τραγούδι ἱστορικὸ παλιῶν ἡρώων
τότε
δὲ θά ῾χετε δεῖ κάτι κρυφὲς μικρὲς πόρτες
ὅμως ὁλοφάνερες στὰ μάτια τῶν εἰδικῶν
δὲν θἄχετε δεῖ τὸ ραγισμένο τοῖχο
ὅπου βλασταίνουν κάτι φυτὰ
πάνω σ᾿ ἀσβέστη κίτρινο ἀπ᾿ τὴν πολυκαιρία.
Τὸ ζήτημα πιὰ ἔχει τεθεῖ:
Ἢ θὰ ἐξακολουθοῦμε νὰ γονατίζουμε
ὅπως αὐτὸς ὁ δραπέτης
ἢ θὰ σηκώσουμε ἄλλον πύργο ἀτίθασο
ἀπέναντί τους.
Εικόνα: Δούλος που δραπέτευσε δείχνει τις πληγές απ' το μαστίγιο.
New York Public Library, http://digitalgallery.nypl.org, αρ. φωτογραφίας 497461.
Ὁ Δοῦλος
Μιχάλης Κατσαρός
Ὁ Δοῦλος ποὺ δραπέτευσε
ἔλεγε προσευχὲς στοὺς φιλήσυχους πολίτες
γονατίζοντας σὲ λιγδωμένα προσκέφαλα.
Ἐγὼ δὲν ἤλπιζα πὼς μπορεῖ νὰ σωθεῖ.
Οἱ χωροφύλακες ἔχουν γερὴ ὅραση -
δὲ διαλύονται μὲ αὐταπάτες καὶ ψυχοσάββατα.
Τώρα αὐτὸς ποὺ ἐπέμενε νὰ ρωτάει
φαίνεται θἆταν ἀποφασισμένος γιὰ θάνατο
ἢ θἆταν κατάσκοπος ποὺ δὲ φοβᾶται.
Ἐγὼ πάντως
ἐξακολουθῶ νὰ βλέπω τὸν ἐπερχόμενο
μεσαίωνα
μὲ φάλαγγες πιστῶν
μὲ ἀργυρᾶ δισκοπότηρα ἀφρίζοντα αἷμα
μὲ σημαιοστολισμοὺς καὶ παρελάσεις
μὲ ραβδούχους καλοθρεμμένους καλόγερους
εἰκόνες ἀπὸ παλιὲς ἐκστρατεῖες
καὶ τυφεκισμοὺς
ἥρωες μὲ αὐστηρὰ βλέμματα
Ἁμὲς δὲ γ᾿ ἐσόμεθα
πληρωμένη ἐκπαίδευση
θεὸς ἀγέρας τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως
κλειδωμένα στὴν ἐποχὴ σὲ χάλκινα θησαυροφυλάκια.
Ἂν ἄξαφνα σᾶς γεννηθεῖ τὸ ἐρώτημα
πὼς τὰ κατάφερε αὐτὸς ὁ θνητὸς
μέσα σ᾿ αὐτὸ τὸ βαρύγδουπο διαπασῶν τῶν ὕμνων
νὰ δραπετεύσει μὲ ἀληθινὸ λαμπερὸν ἥλιο
μὲ ἀληθινὲς ἐξαρτήσεις τοῦ βίου -
ἂν δὲ μπορεῖτε νὰ καταλάβετε
τί τὸν ὁδήγησε σ᾿ αὐτὸ τὸ τελευταῖο διάβημα
ποὺ βρῆκε τὴν ἔξοδο ἀφοῦ γύρω ἦταν μπετὸν
ἀφοῦ γύρω τραγουδοῦσε ἡ φοιτήτρια
ἕνα τραγούδι ἱστορικὸ παλιῶν ἡρώων
τότε
δὲ θά ῾χετε δεῖ κάτι κρυφὲς μικρὲς πόρτες
ὅμως ὁλοφάνερες στὰ μάτια τῶν εἰδικῶν
δὲν θἄχετε δεῖ τὸ ραγισμένο τοῖχο
ὅπου βλασταίνουν κάτι φυτὰ
πάνω σ᾿ ἀσβέστη κίτρινο ἀπ᾿ τὴν πολυκαιρία.
Τὸ ζήτημα πιὰ ἔχει τεθεῖ:
Ἢ θὰ ἐξακολουθοῦμε νὰ γονατίζουμε
ὅπως αὐτὸς ὁ δραπέτης
ἢ θὰ σηκώσουμε ἄλλον πύργο ἀτίθασο
ἀπέναντί τους.
Εικόνα: Δούλος που δραπέτευσε δείχνει τις πληγές απ' το μαστίγιο.
New York Public Library, http://digitalgallery.nypl.org, αρ. φωτογραφίας 497461.
Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2011
Μιχάλης Κατσαρός-"Μεσολόγγι" (1947)
[...]
Τα νερά κοιμούνται.
Τα νερά σωπαίνουν.
Ματωμένα μαντίλια προμηνάνε το τέλος στην πηχτή λιμνοθάλασσα.
Μας πνίξανε στους δρόμους.
Πώς να τα πω αδέρφια μου; Πώς να τα πω;
Στα πόδια μου κουλουριάζονται οι φωνές που χάνονται
πάνω στο κρύο πρόσωπο της γης φυτρώνουν ράχες
θέλουν να σπάσουν το νερό που τύφλωσε
τραβάνε τις φλέβες μου
θέλουν τον ήχο μου
διπλώνονται κι αναδιπλώνονται πάνω στα χέρια μου
πάνω στο στήθος μου γεννάνε,
ρωτάν ρωτάν ρωτάν
ένα γιατί που σπάει τα νερά του δειλινού
τρέχει πάνω στην άγρια θάλασσα
πάνω στον κάμπο λύνει τα ποτάμια
λύνει τα δέντρα
λύνει τα στάχυα
και γίνομαι.
[...]
Όμως δεν ήταν όνειρο.
Κάτω απ' τον ουρανό γαλαζογέρνανε
χιλιάδες άνθρωποι
κι όλα να φαίνονται σε μια μαλαματένια βροχή
κι όλα να τρέχουν μέσα στο αίμα
σαν τα κύματα καθαρά
σαν το νερό καθαρά
σαν την πέτρα.
[...]
Βγαίνουν ζερβά δεξιά σπαθιά στο μεσοπόρτι
και γυναικόπαιδα και παλικάρια κι αναπνοή
κι άλλοι καρφώνουνε τα μάτια τους στη γη
κι άλλοι χτυπάνε τον οχτρό γιατί τον βλέπουν
κι άλλοι λυγίζουν στα τείχη το κορμί
δεν ξέρουν πούθε να πιαστούνε
σμίγει το αίμα μέσα στη σιωπή
κι όλο κυλάει, κυλάει ζεστό στη λίμνη.
[...]
Κι εκεί
χυμένος μέσα σε χίλιες μορφές
μέσα σε χίλια βλέμματα
σε χίλια χέρια
αραδιάζω τα χρόνια μου σαν τα σπαθιά
και προχωράω αδερφωτά σαν να 'μουν άλλος
σα να γεμίζω τις σκιές με θαλασσές κορδέλες
σα να γεμίζω τη νυχτιά μ' άγριες αστροφεγγιές.
[...]
Και με το πλήθος γίνηκα σαν ένα σώμα
γιγάντιο σώμα
π' ανασαίνει
ζεστόν αγέρα κι άγρια φωτιά.
Γκρεμίσαμε τα τείχη μας.
[...]
Τα νερά κοιμούνται.
Τα νερά σωπαίνουν.
Ματωμένα μαντίλια προμηνάνε το τέλος στην πηχτή λιμνοθάλασσα.
Μας πνίξανε στους δρόμους.
Πώς να τα πω αδέρφια μου; Πώς να τα πω;
Στα πόδια μου κουλουριάζονται οι φωνές που χάνονται
πάνω στο κρύο πρόσωπο της γης φυτρώνουν ράχες
θέλουν να σπάσουν το νερό που τύφλωσε
τραβάνε τις φλέβες μου
θέλουν τον ήχο μου
διπλώνονται κι αναδιπλώνονται πάνω στα χέρια μου
πάνω στο στήθος μου γεννάνε,
ρωτάν ρωτάν ρωτάν
ένα γιατί που σπάει τα νερά του δειλινού
τρέχει πάνω στην άγρια θάλασσα
πάνω στον κάμπο λύνει τα ποτάμια
λύνει τα δέντρα
λύνει τα στάχυα
και γίνομαι.
[...]
Όμως δεν ήταν όνειρο.
Κάτω απ' τον ουρανό γαλαζογέρνανε
χιλιάδες άνθρωποι
κι όλα να φαίνονται σε μια μαλαματένια βροχή
κι όλα να τρέχουν μέσα στο αίμα
σαν τα κύματα καθαρά
σαν το νερό καθαρά
σαν την πέτρα.
[...]
Βγαίνουν ζερβά δεξιά σπαθιά στο μεσοπόρτι
και γυναικόπαιδα και παλικάρια κι αναπνοή
κι άλλοι καρφώνουνε τα μάτια τους στη γη
κι άλλοι χτυπάνε τον οχτρό γιατί τον βλέπουν
κι άλλοι λυγίζουν στα τείχη το κορμί
δεν ξέρουν πούθε να πιαστούνε
σμίγει το αίμα μέσα στη σιωπή
κι όλο κυλάει, κυλάει ζεστό στη λίμνη.
[...]
Κι εκεί
χυμένος μέσα σε χίλιες μορφές
μέσα σε χίλια βλέμματα
σε χίλια χέρια
αραδιάζω τα χρόνια μου σαν τα σπαθιά
και προχωράω αδερφωτά σαν να 'μουν άλλος
σα να γεμίζω τις σκιές με θαλασσές κορδέλες
σα να γεμίζω τη νυχτιά μ' άγριες αστροφεγγιές.
[...]
Και με το πλήθος γίνηκα σαν ένα σώμα
γιγάντιο σώμα
π' ανασαίνει
ζεστόν αγέρα κι άγρια φωτιά.
Γκρεμίσαμε τα τείχη μας.
[...]
Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2011
Στο νεκρό δάσος

Στο νεκρό δάσος των λέξεων προχωράω.
Aνάβω τα χλωμά φανάρια στους δρόμους
προσπαθώ ν' αναστήσω.
Tα ονόματα που πυρπόλησαν τις καρδιές
σε μυστικές συνεδριάσεις
τα ονόματα που οδήγησαν
όλα δολοφονούνται.
Tώρα κυκλοφορούν σε ανάκτορα ξένοι
ντύνονται επίσημα στις δεξιώσεις
σε διπλωματικά συνέδρια ανταλλάσονται
χειραψίες
φριχτά υπομνήματα
παρευρίσκονται στις γιορτές, υποκλίνονται-
Tώρα πεθαίνουν.
Ω Pόζα Λούξεμπουργκ, Λένιν, ποιητές,
Ω Tέλμαν, Tάνεφ
παγωμένοι σε επίσημες αίθουσες
δαφνοστεφείς ήρωες
μυθικά πρόσωπα
ελάτε.
Oι εξουσίες σήμερα χαϊδεύονται σαν
ερωτιάρες γάτες πάνω στις στέγες μας
οι πρόεδροι ανταλλάσσουν επισκέψεις
οι πατριάρχες πάλι ενθρονίζονται
κάτω από τα νόμιμα κάδρα σας
μας περιπαίζουν.
Eγώ έχω μέσα στη θύμησή μου
την ώρα που ανέβαινε το πλήθος στις σκάλες
με τη φωτιά κρατώντας τη μεγάλη ταμπέλα
Ολη η εξουσία στα Σοβιέτ.
Εχω στη θύμησή μου την ατμομηχανή που έφερε
τη νύχτα τον Λένιν
τον έξαλλο Mαγιακόφσκι που πυροβολούσε
τους υπουργούς
τους φοιτητές αγκαλιασμένους με τους χωριάτες.
Πώς βγήκανε πάλι απ' αυτή τη φωτιά
ο Kος Διευθυντής
ο διπλωματικός ακόλουθος
ο Kος πρέσβης;
Kαι τώρα τι πρέπει να γίνει
σ' αυτό το νεκροταφείο των ονομάτων
σ' αυτό το νεκροταφείο των λέξεων;
Πώς θα ξαναβαφτίσουμε τις πυρκαγιές
ελευθερία, ισότητα, Σοβιέτ, εξουσία;
Ποίημα από τη συλλογή Kατά Σαδδουκαίων (1953). Από την συλλογική έκδοση "Μιχάλης Κατσαρός" που εξέδωσαν τα Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 2005.
Αναδημοσίευση από: Radical Desire
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



