Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημητριάδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημητριάδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

Δύο ποιήματα του Δημήτρη Δημητριάδη

Με ευχαριστίες στον συγγραφέα για την αποστολή.
LR
---

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ

ΣΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ ΤΗ ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΛΕΥΡΑ
Στα σπλάχνα τους βαθιά
η πικρή
η πικρότατη γνώση.
Συχνά
τις ατέλειωτες νύχτες
αθέατα
κρατώντας μικρά τίποτα φωτιά
δρασκελίζουν το σύνορο.
Στου φεγγαριού τη σκοτεινή πλευρά
αδειάζουν τα μάτια
σκορπάνε χρόνια παιδικά
στήνουν γέφυρες
υψώνουν αναχώματα
κροτούν τα τύμπανα
τη σπίθα μελετούν της μελλοντικής πυρκαγιάς.
Υπάρχει
υπάρχει καιρός
υπάρχει ακόμη καιρός
υπάρχει πάντα ο καιρός
που θα μας πάει στη μνήμη.


ΟΜΩΣ ΑΚΟΜΗ ΕΠΙΜΕΝΟΥΝ ΟΙ ΣΤΙΓΜΕΣ
Όμως ακόμη επιμένουν οι στιγμές
γυρίζουν τρίζοντας αλλά γυρίζουν
λάμπουν θολά αλλά λάμπουν
συρρικνώνονται αλλά και μεγαλώνουν.
Κρατούν τη μνήμη της ντροπής
τους σπασμούς για τα χαμένα σημάδια
αλλού πιστεύουν
δικές τους έχουν λογικές και ψευδαισθήσεις.
Υπέροχες στον πυρετό της μοίρας τους
σκάβουν βαθιά την αντοχή τους
ανασύροντας αντιθέσεις
αφορισμούς
εκκρεμότητες.
Σινιάλα κάνουν στους ελάχιστους που περασαν απέναντι
στα ερείπια των ονείρων κρεμούν τις ξεσκισμένες τους σημαίες.
Μικρές
ατελείωτες μικρές φωτιές ανάβοντας με πένθη προσανάμματα
ουρλιάζουν
χλευάζουν
βγάζουν διαρκώς τη γλώσσα τους στο συμπαγές των πεποιθήσεων
στα δεδομένα.
Αντίστροφα μετρώντας
αδιαφορώντας παντελώς για κανόνες και νόμους
ακόμη επιμένουν
ανυπότακτες
γοητευτικές
και άκρως επικίνδυνες για τους «ήσυχους».

Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2012

Δημήτρης Δημητριάδης-Πεθαίνω σα χώρα/Ο τουφεκισμός της Θεσσαλονίκης/Ομηριάδα

Πεθαίνω σα χώρα (1980)
[...] Εκείνες τις στιγμές, δεν υπήρχαν παρά μόνο κοινά αισθήματα. Όλοι μαζί, σα μια ψυχή ένιωθαν την ανάγκη να αφεθούν σε κάτι που θα χυμούσε πάνω τους και θα τους χάραζε με ανεξίτηλα σημάδια, ένιωθαν την ανάγκη να αλλαξοπιστήσουν, να περάσουν σε μια άλλη διάσταση, να υποστούν μια ολοκληρωτική μεταμόρφωση, να απαρνηθούν τη γλώσσα τους, να κυλιστούν στη ντροπή και στον εξευτελισμό, να ξεγυμνωθούν μπροστά σ' όλους κα ν' αρχίσουν να λένε και να κάνουν αυτά που πριν θα τ' αποκαλούσαν φοβερά, να μυρίσουν βρώμικες κάλτσες ειπνέοντας πολύ βαθιά, να σκοτώσουν τους γονείς τους, να καταστρέψουν τα ενθύμιά τους, να κάψουν τις ταυτότητές τους, να ζήσουν το φρικιαστικότερο από καταβολής κόσμου θέαμα, να παραδοθούν στην κτηνωδία με την ψυχική ρεύση ανθρώπων που δεν πιστεύουν πια σε τίποτα απ' όλα όσα είχε συσσωρεύσει ως τότε ο πολιτισμός, που τίποτε δεν συντηρεί την εμπιστοσύνη τους σε τίποτα και που το μόνο που μπορούν να πουν ότι θέλουν να γίνει είναι μια μεγάλη καταστροφή μ' αυτούς μέσα, το είδος εκείνο του ανεπανόρθωτου κακού που συντελείται όταν το σώμα, έπειτα από πολλά χρόνια αμίλητης αρρώστιας, καταλαμβάνεται από το δισυπότατο προαίσθημα του θανάτου που ως τότε επενεργούσε με τη μυστικότητα της καλλιτεχνικής διεργασίας, και τραντάζεται εσωτερικά από έναν αχαρακτήριστο σεισμό που το σκορπίζει σε μυριάδες μυριάδων γκρεμίσματα που το καθένα μόνο του δε σημαίνει τίποτα, βγάζοντας έτσι στην επιφάνεια των αλαφιασμένων νερών της σάρκας τον σκοτεινό εκείνο ήλιο, φως μοναρχικό, ουσία μυστική, κάλλος αμήχανο, που μόνο σε στιγμές παρόμοιας πανωλεθρίας ανατέλλει με τον αποκλειστικό προορισμό να συντελέσει στην ταχεία αποσύνθεση μιας τέλειας, κιονικής διάταξης αμετάκλητα παραδομένης στην καταβροχθιστική στιλπνότητα του καθρέφτη που δεν τον φτάνει χνώτο κανένα και που κινείται αέναα γύρω απ' τη ζωή μας διαθλώντας την εν ερήμω στα απειράριθμα λαμπυρίσματα της θαλπερής αυταπάτης. Οι ψυχές όλων στέκοταν ακίνητες καθώς οι πιο αντίθετες τάσεις τις διεκδικούσαν την ίδια στιγμή· μέσα σ' όλες συνυπήρχαν το "γαμώ τη Χριστοπαναγία μου, παλιοπούστη κόσμε του κερατά, γαμώ τη μάνα σου, τσογλαναρά ντουνιά, πού θα μου πας, θα σε ξεσχίσω" και το "από των ποικίλων με παθών, Τριάς αμέριστε, μονάς ασύγχυτε, και της ζοφώσεως λύτρωσε των πταισμάτων, και καταύγασον μαρμαρυγαίς σου θεϊκαίς", πράγμα που έκανε όλους τους μορφασμούς να χαράζονται και να συνωθούνται πάνω στα πρόσωπα μπερδεύοντας σε τέτοιο σημείο τα χαρακτηριστικά τους που, αν κάποιος μπορούσε να τους δει αμέτοχος στο πάθος τους, θα 'λεγε πως το αδιέξοδο της χώρας ήταν στις ψυχές των κατοίκων της ή πως η ψυχή όλων των κατοίκων της δεν ήταν παρά το δικό της αδιέξοδο. Γιατί η μετάβαση από τον έναν ιστορικό κύκλο στον άλλο είχε εξαντλήσει και την τελευταία της περιστροφή [...]

Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2012

Δημήτρης Δημητριάδης-Οι ορισμοί [απόσπασμα]

Μπροστά πηγαίνει ο Ησίοδος κρατά είκοσι
μπαλτάδες δέκα σε κάθε χέρι. Το στόμα του
σ' έναν επιθανάτιο επιβιαίο μορφασμό
όπου υψώνονται ανάποδα τα στάχυα στα χωράφια,
σα να έχει χάσει την υπομονή του
με όσα βλέπει αντίκρυ του κι επείγεται να φτάσει
να τα μπαλταδιάσει με μια εικοσαπλάσια κι ακαριαία
μπαλταδιά. Πίσω του τρέχει ο Ξενοφών. Τα μάτια του
απ' την οργή τινάζουν δάκρυα ριπές σα να ραντίζουν
χώμα που βογκάει απ' την ξηρασία. Με μια αγκαλιά
ξένα εντόσθια ο Ζήνων που χύνονται ανάμεσα στα πόδια του
και πίσω του πάνω στην αναμμένη πέτρα που σφυρίζει.
Μιλάει στα εντόσθια τούς επαναλαμβάνει ρυθμικά
και φτύνοντας
το όνομα
πνιγμένο στα οξέα σάλια του. Ο Αίσωπος
μ' έναν τροχό που κρέμεται απ' τον λαιμό του
ακονίζει αμέτρητα μαχαίρια από μύθους
τον περιστρέφει ως πολύ βαθιά στο στήθος του
που σκάβεται μοιράζοντας κομμάτια απ' τις καρδιές του
στον πυρωμένο άνεμο. Ο Κλήμης υψώνει ένα κεφάλι όνου
ζωντανό με ανοιχτό το στόμα βγαίνει το οκάνισμα τριπλό.
Δίπλα του τρέχει ο Αναξίμανδρος. Φωνάζει
με τα δόντια του
βρισιές. Στο ύψος της φωνής του
ένα απύθμενο βαρέλι γεμίζει πέφτουν
στο βαρέλι οι βρισιές μαζεύονται η στάθμη ανεβαίνει
χύνονται έξω οι βρισιές του Αναξίμανδρου.
Πιο πίσω ο Ηρόδοτος
έχει ανοίξει με τα νύχια
την κοιλιά του η ιστορία ανάγλυφη στα χαλασμένα
εντόσθια τραβάει με τις χούφτες τα εντόσθια
και τα τυλίγει στους καρπούς του
σαν φίδια
τις άκρες τους τις ανεμίζει πάνω απ' το κεφάλι του
με τεντωμένα χέρια συσπασμένα ψηλά πολύ ψηλά
σαν θύελλες έτοιμες να σαρώσουν χωρίς έλεος
με τρέλα μόνο τρέλα. Ο Θέογνις
κι ο Ίβικος
σπρώχνουν
ο ένας από δω
ο άλλος από κει έναν γιγαντιαίο κύλινδρο
ψηλόν δέκα φορές το μπόι τους το μήκος άλλο τόσο
τον σπρώχνουν και οι δυο με το κεφάλι
με τον θυμό τη λύσσα που έχουν
μέσα στο κεφάλι τους και προχωρεί ο κύλινδρος
δέκα φορές το μπόι τους το μήκος άλλο τόσο.
Ο Λεύκιππος
με βρόμικα κουρέλια σκατωμένα οι άφθονες
ακαθαρσίες τρέχουν ως τα νυχτόβια σανδάλια του
με τα μαλλιά γεμάτα ψόφια έντομα πουλιά
μ' ένα τραγούδι που τσακίζει όλους τους τένοντές του
ξησηκώνει για το έγκλημα. Η Κόριννα η Πράξιλλα
Τελέσιλλα και Ήριννα η πρώτη
κρατάει όρθια τα πλούσια βυζιά της τινάζουν
μολυσμένο κάτουρο καίει το χώμα μόλις πέφτει
η δεύτερη βαδίζει με τα πόδια ανοιχτά τα σκέλη της
σε μια ακραία έκταση γυμνό αιδοίο κι από μέσα
κεφάλι ύαινας με αφρισμένη γλώσσα εκτοξεύει
κατάρες για τυφλώσεις παραλύσεις οι εκτελέσεις
συμπίπτουν ακριβώς με την εκφώνησή τους
η τρίτη
έχει αφαιρέσει
τον μαστό της
στο μέρος της καρδιάς
φαίνεται μέσα η καρδιά της ολόκληρη και ζωντανή
χτυπά κατάμαυρη μια πίκρα από αίμα που βουίζει
ακούγονται οι χτύποι της σαν πέτρινες γροθιές
γιγάντων πάνω σε θηριώδη κύμβαλα σαν να χτυπιέται
πάνω στη γη ο ουρανός έντονη και πρησμένη σαν μελανό
μάρμαρο γλυμμένο από τον στρόβιλο αρχαίας τρικυμίας
μέσα απ' το σχισμένο στέρνο η Ήριννα έχει ανοίξει
τόσο πολύ το στόμα της δεν φαίνεται το πρόσωπό της
μ' έναν πόνο κι ο πόνος ανεβαίνει σαν κίων από θρήνους.
Κόβει μ' ένα πριόνι το πόδι του ο Πλωτίνος.
Βγάζει μ' ένα μαχαίρι τα μάτια του ο Πρόκλος.
Μπήγει στο μέτωπό του ένα κλαδευτήρι ο Φωκυλίδης.
Χώνει καρφιά ο Ωριγέννης στους κροτάφους.
Ο Υπερείδης καταπίνει τοξικά υγρά.
Ο Απολλώνιος κι ο Άδωνις στριφογυρίζουν μ' ένα ψαλίδι
ανάμεσα στα πόδια τους πνιγμένα μες στα κύματα
απ' τα αίματα τα μόριά τους. Σκάβει με μια τσάπα
την κοιλιά του ο Ευσέβιος. Με δυο τανάλιες
τις θηλές του τραβά ο Σιμωνίδης. Μ' ένα
σπασμένο
τζάμι
κόβει
τη γλώσσα του ο Αυρήλιος. Μέσα στον ανοιγμένο
λάρυγγά του ρίχνει
ο Σκόπας
καρφίτσες με τις χούφτες. Μέσα στ' αυτιά του
ηλεκτρισμό ο Δημόκριτος. Μ' ένα δρεπάνι
κόβουν τα δάχτυλά τους
ο Απελλής ο Ζεύξις ο Θεόκριτος.
Στις τρύπες του χώνει κουτάλια και πιρούνια
ο Γοργίας. Κόβουν
ο Ζήνων ο Ευστάθιος ο Διογένης και ο Δαίδαλος
τις φλέβες τους με συρματόσχοινο. Ο Κέκρωψ
κι ο Ζηνόδωρος σπάζουν τα δόντια τους
με πέτρες και τα τρώνε. Ο Πυθαγόρας
πυροβολεί
πυροβολεί
πυροβολεί
πυροβολεί
το υπογάστριο πυροβολεί πυροβολεί
το υπογάστριο.
Κι ο Φιλοποίμην κρέμεται από ένα καλώδιο.
Και σ' έναν βούρκο μέσα
ξεβράκωτη πεσμένη η Πολύμνια παραμιλά κι ο βούρκος
κινείται προχωρά ακολουθεί με καλπασμό αλόγου την πομπή
και η Πολύμνια πεσμένη μες στον βούρκο προσπαθεί
να βγει από τον βούρκο. Στο πλευρό της
αλλά πολύ ψηλότερα η Αθηναία Βουλαία
ανάμεσα στον Μίνω και στον Φρύνιχο
ο Μίνως κόβει τις γλώσσες του με το μυαλό του
ο Φρύνιχος χώνει τον Βράχο χωρίς να φέρουν
αντίσταση οι σφιγκτήρες κι η Αθηνά
Βουλαία ψέλλει τον ύμνο της ανάποδα χτυπώντας
πάνω στη σκουριασμένη περικεφαλαία το σκουριασμένο δόρυ.
Και πίσω
πολύ πίσω
τέρμα θεού
μέσα σ' ένα τενεκεδένιο φέρετρο με πέπλα αραχνοϋφαντα
κυλώντας πάνω σε τροχούς βυτιοφόρου
με την Οπώρα και την Θεωρία μεθυσμένες να το σπρώχνουν
στέκεται όρθιος με πόδια ανοιχτά για να μην πέσει απ' την νύστα
ο Τρυγαίος με βυθισμένο μέχρι τη λαβή στο στήθος
ένα χασαπομάχαιρο
γερά το μπήγει συνεχώς όλο και πιο βαθιά
θέλει και τη λαβή να χώσει μέσα
φωνάζει άγρια σ' αυτούς που παν μπροστά γρήγορα γρήγορα
να φτάσουν να τελειώσουν να ολοκληρώσουν την αποστολή τους
γρήγορα γρήγορα το εθνικό καθήκον τους [...]
1994