Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αριστοτέλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αριστοτέλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

Συμφέρον, ανιδιοτέλεια και πολιτική. Δεύτερο μέρος

Είναι σαφές, τόσο με την ξεκάθαρη θέση της αμοιβαίας συνάφειας του ερωτήματος τι είναι η πολιτική με το πρόβλημα του τι είναι δίκαιο ("η δε δικαιοσύνη πολιτικόν"), όσο και με την επιμονή στην προβολή του ζητήματος του συμφέροντος ως ζητήματος συγκροτητικού για την πολιτική, ότι ο Αριστοτέλης κληρονομεί την προβληματική του από τον Πλάτωνα, και συγκεκριμένα, από τον Πλάτωνα της Πολιτείας ή του Περί Δικαίου.

Πράγματι, η Πολιτεία θα αναδείξει το πρόβλημα διαχείρισης του συμφέροντος ως κεντρικό πρόβλημα για την συγκρότηση της πολιτικής ως σφαίρας: αυτό είναι το κεντρικό ζήτημα σε ό,τι αφορά την εκπαίδευση των φυλάκων στην ιδανική Πολιτεία, που θα πρέπει πάσει θυσία να μην μπορούν να βάλουν το ατομικό τους συμφέρον, την δική τους αναζήτηση χρήματος ή δύναμης ή δόξας, πάνω από το συλλογικό καλό. Αλλά αυτό είναι επίσης το κεντρικό ζήτημα που θέτει αυτή η εκπαίδευση φιλοσοφικά, το πώς δηλαδή θα πεισθούν όσοι εκπαιδευτούν να βλέπουν τον κόσμο των Ιδεών και όχι του αισθητού --με άλλα λόγια να αντιλαμβάνονται το "δίκαιον" και όχι το "ηδύ" ως "συμφέρον"-- να κατεβούν, κόντρα στο προφανές ατομικό τους συμφέρον, πίσω στον κόσμο των σκιών του σπηλαίου για να χειραφετήσουν όσους είναι αλυσοδεμένοι εκεί.

Είναι λοιπόν απόλυτα ξεκάθαρο, ακόμα και στον πιο επιπόλαιο αναγνώστη της Πολιτείας, ότι όπως και ο Αριστοτέλης αργότερα, ο Πλάτωνας προβληματίζεται έντονα για το εμπόδιο που εκπροσωπεί το "συμφέρον", ή ακριβέστερα, μια συγκεκριμένη αντίληψη για το συμφέρον, για την συγκρότηση του πολιτικού βίου με όρους δικαίου. Αυτό που ίσως είναι κάπως λιγότερο προφανές είναι ότι ο Πλάτωνας δεν μπορεί να λύσει αυτό το πρόβλημα, δεν μπορεί δηλαδή να στοιχειοθετήσει μια έλλογη θεωρία της ανιδιοτέλειας ως κινήτρου, παρά μέσω δύο μηχανισμών: της παιδείας και του ψεύδους--και θα έμπαινε κανείς στον πειρασμό να τους ενώσει σε έναν και μόνο: της παιδείας δια του ψεύδους.

Ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι: 

Στο τμήμα 414δ, και αφού έχει παρουσιάσει συνοπτικά το πρόγραμμα εκπαίδευσης των φυλάκων, ο Σωκράτης προβάλλει την αναγκαιότητα να πειστούν οι φύλακες για ένα "γενναίο ψέμμα" το οποίο υπαγορεύεται από μια ανάγκη ("εν δέοντι γιγνομένων"), που δεν είναι άλλη από την ανιδιοτέλεια. Έτσι, προτείνει πως θα πρέπει να πειστούν πρώτα από όλα οι φύλακες (άρχοντες και βοηθοί) πως 

Συμφέρον, ανιδιοτέλεια και πολιτική. Πρώτο μέρος

Για τον red n ready και την EG.

Στο πρώτο βιβλίο των Πολιτικών, και στα πλαίσια της επεξήγησης της ιδέας ότι ο άνθρωπος είναι "ζώον πολιτικόν", ο Αριστοτέλης παρατηρεί ότι σε αντίθεση με τα ζώα, τα οποία έχουν μόνο "φωνή" και για αυτό μπορούν να εκφράσουν μονάχα το (σωματικά) ευχάριστο ή δυσάρεστο, οι άνθρωποι έχουν "λόγο" και έτσι μπορούν να εκφράσουν "το συμφέρον και το βλαβερό, συνεπώς το δίκαιο και το άδικο" ("ο δε λόγος επί τω δηλούν εστι το συμφέρον και το βλαβερόν, ώστε και το δίκαιον και το άδικον").

Η φράση αυτή περιπλέκει περισσότερα προβλήματα από όσα επιλύει: αν η αντίστιξη του ανθρώπου με το ζώο, μια αντίστιξη που φωνητικά παίρνει τη μορφή της διάκρισης φωνής και λόγου, είναι μια αντίστιξη ανάμεσα σε ένα "ζωϊκό" δίπολο "ευχάριστου" και "δυσάρεστου" και ένα "ανθρώπινο" δίπολο "δίκαιου" και "άδικου", ωστόσο δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ότι αυτά τα τελευταία δεν ανακύπτουν στο επιχείρημα αυτόνομα αλλά ως διαμεσολαβήσεις δύο άλλων κατηγοριών: του "συμφέροντος" και του "βλαβερού." Έτσι, τα δίπολα που παρουσιάζονται από τον Αριστοτέλη κάτω από την αντίστιξη ανθρώπου και ζώου από την σκοπιά της "πολιτικής" ως ανάγκης και ως πεπρωμένου έχουν ως εξής:
Ζώο: φωνή: ευχάριστο/δυσάρεστο
Άνθρωπος: λόγος: συμφέρον/βλαβερό: δίκαιο/άδικο
Εάν τώρα τοποθετήσουμε τα δίπολα αυτά με τη σειρά:

ευχάριστο/δυσάρεστο, συμφέρον/βλαβερό: δίκαιο/άδικο

θα παρατηρήσουμε ότι εφόσον ισχύει η σχέση ομοούσιου (που την σηματοδοτούμε με την άνω και κάτω τελεία) μεταξύ των δύο "ανθρώπινων" διπόλων που ο Αριστοτέλης δηλώνει με το "ώστε" ("το συμφέρον και το βλαβερό, συνεπώς το δίκαιο και το άδικο"), εφόσον δηλαδή το "συμφέρον" δεν μπορεί να διακριθεί επί της ουσίας από το "δίκαιον", ούτε το "βλαβερόν" από το "άδικον", τότε είναι πολύ δύσκολο να εντοπιστεί η αρχή που απαγορεύει το ομοούσιο αυτό να εκταθεί και στην αντίθετη κατεύθυνση, προς το ζώο, ώστε το "ευχάριστον" και το "δυσάρεστον" να καταστούν επίσης ουσιαστικά συνώνυμα με το "συμφέρον" και το "βλαβερόν." Δεν διαφαίνεται δηλαδή κανένας λόγος να μην ξαναγράψουμε την αλυσίδα ως εξής:

Ζώο: ευχάριστο/δυσάρεστο=συμφέρον/βλαβερό
Άνθρωπος: συμφέρον/βλαβερό=δίκαιο/άδικο

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2012

Περί βίας Ι

Ι.

Είναι θεμελιακό να αναγνωριστεί εξ αρχής ότι η βία είναι ένα ανθρώπινο, αποκλειστικά ανθρώπινο ζήτημα. Η απάντηση για το γιατί συμβαίνει αυτό βρίσκεται ήδη στο πρώτο βιβλίο των Πολιτικών του Αριστοτέλη: σε αντίθεση με τα ζώα, ο άνθρωπος έχει έναρθρο λόγο: "Και μόνος απ' όλα τα ζώα ο άνθρωπος έχει έναρθρο λόγο. Και οι μεν άναρθρες κραυγές εκφράζουν τη λύπη και την ευχαρίστηση, και γι' αυτό υπάρχουν στα άλλα ζώα. Η φύση τους δηλαδή τους επιτρέπει να αισθάνονται τη λύπη και την ευχαρίστηση και να γνωστοποιούν τα συναισθήματα αυτά το ένα στο άλλο. Αλλά ο έναρθρος λόγος δημιουργήθηκε για να εκφράζεται το συμφέρον και το βλαβερό, και φυσικά και το δίκαιο και το άδικο. Αυτό, πραγματικά, είναι το διακριτικό σημείο που κάμνει τον άνθρωπο να ξεχωρίζει απ' όλα τα άλλα ζώα: μονάχα αυτός δηλ. αντιλαμβάνεται το καλό και το κακό, το δίκαιο και το άδικο και τις άλλες παρόμοιες αξίες" (1253a).

Ο λόγος, με άλλα λόγια, κοινοποιεί έναρθρα τον πόνο ή την ηδονή, και για αυτό ακριβώς τον λόγο αποτελεί το θεμέλιο της κοινοποίησης του δίκαιου και του άδικου. Στην πιο πρωτόγονή τους μορφή, στον ελάχιστό τους βαθμό, το άδικο και το δίκαιο, που με την σειρά τους θεμελιώνουν (τουλάχιστον για τον Αριστοτέλη, και όχι μόνο) την ανάγκη της πολιτικής ύπαρξης του ανθρώπου, αφορούν τον πόνο και την έλλειψη πόνου. Και αυτά τα συναισθήματα με την σειρά τους αποκτούν νοητική οντότητα διότι μετέρχονται του έναρθρου λόγου· στον βαθμό που μετέρχονται του έναρθρου λόγου. Ας παραμερίσουμε το τι σημαίνει αυτό για την αναγνώριση του δίκαιου ή άδικου της ωδύνης του ζώου· το έχουμε ψηλαφίσει στο παρελθόν μιλώντας για την ζωοπολιτική του Αριστοτέλη. Ας αναλογιστούμε μόνο εδώ ότι στο αριστοτελικό σχήμα, βία μπορεί να υφίσταται μόνο στον βαθμό που υφίσταται έναρθρος λόγος για να την κοινωνήσει και έναρθρος λόγος για να την αναλογιστεί νοητικά. Βία υφίσταται επειδή υφίσταται επίσης η ικανότητα, η δυνατότητα του είδους για δικαιοσύνη, που με την σειρά της προϋποθέτει την πρόσβαση --αυτό λέει ο Αριστοτέλης-- στον έναρθρο λόγο.

Και συνεπώς, η βία δεν είναι, δεν μπορεί να είναι, μια επιστροφή του πράττοντος βίαια ή του πάσχοντος βίαια στην "κατάσταση του ζώου", τουλάχιστον με βάση την κλασική αντίληψη του δικαίου, διότι το ζώο, είτε ασκεί βία είτε την υφίσταται, δεν (θεωρούμε πως) αντιλαμβάνεται τέτοια βία με όρους άδικου, ούτε μπορεί να την κοινωνήσει ως κάτι άδικο. Αισθάνεται πείνα ή θυμό όταν επιτίθεται ή πόνο όταν δέχεται επίθεση, αλλά αδυνατεί να μεταφράσει τέτοιου είδους αισθήματα με τους αφηρημένους αλλά συγκροτητικούς για την έννοια "βία" όρους του δικαίου (και του αδίκου) επειδή δεν έχει έναρθρο λόγο. 

Η εγγραφή στην αντιληπτική συνείδηση της βίας ως βίας λοιπόν προϋποθέτει την ύπαρξη νοητικής αντίληψης ότι υπάρχει δίκαιο το οποίο η βία παραβιάζει, και η αντίληψη αυτή με την σειρά της είναι ανεξάλειπτα δεμένη με την ικανότητα του ανθρώπου για έναρθρο λόγο -- δηλαδή όχι απλώς για φωνητική άρθρωση αλλά και για την διακομιδή, μέσω αυτής, ενός περιεχομένου σκέψης που, εξελισσόμενη, περνά από την αμεσότητα του πόνου και της ηδονής στην αφαίρεση του αδίκου και του δικαίου, του κακού και του καλού.

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2012

Alain Badiou-Μία θεωρητική πραγματεία για την έννοια της δημοκρατίας (ΙΙI)

Φτάνουμε εδώ στο τέλος του πρώτου τμήματος της ανάλυσής μας, δηλαδή: τι γίνεται αν ο στόχος της πολιτικής δεν είναι ο γενολογικός κομμουνισμός;

Το δεύτερο τμήμα αφορά την ίδια τη φιλοσοφία. Ας προωθήσουμε την υπόθεση ότι η σχέση της φιλοσοφίας με την πολιτική δεν είναι μια σχέση αναπαράστασης ή σύλληψης των τελικών της στόχων· ας προτείνουμε ότι η σχέση της φιλοσοφίας με την πολιτική είναι κάτι διαφορετικό, και ότι η σχέση αυτή δεν είναι ούτε η αξιολόγησε των τελικών σκοπών, ούτε η εμφάνισή τους μπροστά από μια κριτική ετυμηγορία, ούτε η νομιμοποίησή τους. Τότε ποια είναι η σχέση της φιλοσοφίας με την πολιτική, και πώς να την ονομάσουμε ή να την καθυπαγορεύσουμε; Υπάρχει μια πρώτη υπόθεση, η οποία είναι πως το καθήκον της φιλοσοφίας συνίσταται σ’ αυτό που θα ονόμαα τυπική περιγραφή των στιγμών της πολιτικής, τυπολογία τους.

Η φιλοσοφία θα συνιστούσε έναν χώρο συζήτησης για τις στιγμές αυτές εντοπίζοντας τους διαφορετικούς τους τύπους. Γενικά, η φιλοσοφία θα ήταν μια τυπική σύλληψη των Κρατών και των στιγμών της πολιτικής που θα αποκάλυπτε και θα επεξεργαζόταν εκ των προτέρων τους τύπους που εμπλέκονται σύμφωνα με εφικτά κριτήρια. Αλλά όταν συμβαίνει αυτό –και αναμφίβολα αυτή είναι μια όψη της εργασίας στοχαστών όπως ο Αριστοτέλης και ο Μοντεσκιέ– το γεγονός είναι πως ακόμα και στη φιλοσοφία η “δημοκρατία” φαίνεται να λειτουργεί ως όνομα για μια μορφή του Κράτους. Δεν υπάρχει αμφιβολία για αυτό. Η κατηγοριοποίηση ξεκινά από κρατικιστικούς σχηματισμούς και η “δημοκρατία” γίνεται και πάλι, ακόμα και από την φιλοσοφική οπτική, η σηματοδότηση μιας μορφής του Κράτους η οποία αντιτίθεται σε άλλες μορφες όπως η τυραννία, η αριστοκρατία, κλπ.

Αλλά αν η “δημοκρατία” σηματοδοτεί μια μορφή του Κράτους, τότε τα πάντα εξαρτώνται, σε ό,τι αφορά τη μορφή αυτή, από το πώς συλλαμβάνουμε τους στόχους της πολιτικής. Πρόκειται για ζήτημα του απαραίτητου αυτής της μορφής; Αν ισχύει αυτό, τότε παραμένουμε μέσα στα όρια της λογικής του καλού Κράτους, και επιστρέφουμε στο ερώτημα που εξετάσαμε πιο πάνω. Είναι ζήτημα του ξεπεράσματος αυτής της μορφής, διάλυσης της κυριαρχίας, ακόμα και της δημοκρατικής κυριαρχίας; Στην περίπτωση αυτή επιστρέφουμε πίσω στο λενινιστικό πλαίσιο που έχει ως υπόθεσή του τον μαρασμό του Κράτους. Είτε έτσι είτε αλλιώς, η επιλογή αυτή μάς οδηγεί πίσω στο πρώτο μέρος της ανάλυσής μας.

Η δεύτερη πιθανότητα είναι η προσπάθεια, εκ μέρους της φιλοσοφίας, να συλλάβει την πολιτική ως την ιδιάζουσα δραστηριότητα της σκέψης, της οποίας η σύλληψη, μέσα στην ιστορική και συλλογική σφαίρα, να προσφέρει η ίδια μια μορφή σκέψης την οποία να πρέπει να συλλάβει ως τέτοια η φιλοσοφία. Εδώ η φιλοσοφία –ορισμένη συναινετικά– γίνεται κατανοητή ως σύλληψη μέσα στη σκέψη των προϋποθέσεων για την εφαρμογή της σκέψης στα διαφορετικά της επίπεδα. Αν η πολιτική είναι η εφαρμογή μιας σκέψης σε ένα απόλυτα αυτεπαρκές επίπεδο (εδώ αναγνωρίζει κανείς την κεντρική θέση του [Sylvain] Lazarus), τότε μπορούμε να πούμε πως το καθήκον της φιλοσοφίας είναι να συλλάβει της προϋποθέσεις για την εφαρμογή της σκέψης μέσα σε αυτό το ιδιάζον επίπεδο που γνωρίζουμε ως πολιτική. Στην περίπτωση αυτή λοιπόν, θα ισχυριστώ το εξής: αν η πολιτική είναι σκέψη, και στον βαθμό στον οποίο είναι τέτοια, τότε είναι αδύνατο για αυτή να διέπεται από το Κράτος· δεν μπορεί να συλληφθεί μέσα από την κρατικιστική της διάσταση ούτε να συρρικνωθεί σ’ αυτή. Ας αποπειραθούμε μια ελαφρώς υβριδική διατύπωση: το Κράτος δεν σκέφτεται.

Παρεμπιπτόντως, το γεγονός ότι το Κράτος δεν σκέφτεται είναι η πηγή κάθε είδους δυσκολιών για την φιλοσοφική σκέψη περί πολιτικής. Μπορεί να δείξει κανείς πώς όλες οι “πολιτικές φιλοσοφίες” (και αυτός είναι ο λόγος που πρέπει να εγκαταλείψει κανείς το εγχείρημά τους) επιβεβαιώνουν το γεγονός ότι το Κράτος δεν σκέφτεται. Και όταν προσπαθούν αυτές οι πολιτικές φιλοσοφίες να προσανατολιστούν απ’ το Κράτος για να διερευνήσουν την πολιτική ως σκέψη, οι δυσκολίες πολλαπλασιάζονται. Το γεγονός πως το Κράτος δεν σκέφτεται οδηγεί τον Πλάτωνα, στο τέλος του ένατου βιβλίου της Πολιτείας, να καταφύγει τελικά στο να δηλώσει πως η πολιτική μπορεί να διεξαχθεί παντού, εκτός από την δική του χώρα. Αυτό οδηγεί και τον Αριστοτέλη στην καταθλιπτική παρατήρηση ότι, όταν απομονωθούν οι ιδανικοί τύποι της πολιτικής, είναι αξιοσημείωτο πως αυτό που στην πραγματικότητα απομένει είναι παθολογικού χαρακτήρα τύποι. Για παράδειγμα, για τον Αριστοτέλη η μοναρχία είναι ένα Κράτος που σκέφτεται, και το οποίο είναι συλλήψιμο απ’ τη σκέψη. Αλλά στην πραγματικότητα, υπάρχουν μόνο τυραννίες που δεν σκέφτονται και είναι αδιανόητες. Ο κανονιστικός τύπος δεν υλοποιείται ποτέ. Αυτό οδηγεί και τον Ρουσώ στην παρατήρηση ότι σε όλη την ιστορία υπήρξαν μόνο διαλυμένα Κράτη, αλλά ούτε ένα νόμιμο Κράτος. Τελικά, αυτές οι προτάσεις, οι οποίες αντλούνται από πολύ διαφορετικές πολιτικές αντιλήψεις, συμφωνούν σε ένα σημείο: Δηλαδή, ότι δεν είναι εφικτό για ένα Κράτος να χρησιμεύσει ως δίοδος στην διερεύνηση της πολιτικής, τουλάχιστον εφόσον η πολιτική είναι σκέψη. Φτάνει κανείς αναπόφευκτα στο εμπόδιο του Κράτους ως μη-σκέψης, το οποίο απαιτεί να πλησιάσουμε τα πράγματα από διαφορετική σκοπιά.

Κατά συνέπεια, αν η “δημοκρατία” είναι μια κατηγορία της πολιτικής ως σκέψης, ή αν είναι απαραίτητο η φιλοσοφία να χρησιμοποιήσει αυτή την κατηγορία ώστε να συλλάβει την πολιτική διαδικασία ως τέτοια, αυτή η πολιτική διαδικασία είναι αντιληπτό πως αφαιρείται από το καθαρό πρόταγμα του Κράτους, διότι το Κράτος το ίδιο δεν σκέφτεται. Εξυπακούεται ότι η “δημοκρατία” δεν μπορεί εδώ να συλληφθεί ως μορφή του Κράτους, αλλά με μια εντελώς διαφορετική έννοια. Έτσι, παραπεμπόμαστε πίσω στο πρόβλημα υπαριθμόν 3.

Μπορεί λοιπόν κάποιος να προτείνει ένα δοκιμαστικό συμπέρασμα: Η “δημοκρατία” είναι μια φιλοσοφική κατηγορία μόνο όταν σηματοδοτεί κάτι άλλο από μια μορφή του Κράτους. Αλλά τι;

Εδώ νομίζω πως βρίσκεται η καρδιά του ερωτήματος. Πρόκειται για ένα πρόβλημα διασύνδεσης. Με τι, εκτός από το Κράτος, πρέπει να συνδεθεί η “δημοκρατία” έτσι ώστε να προσφέρει πραγματική πρόσβαση στην πολιτική ως σκέψη; Προφανώς, το ερώτημα αυτό προϋποθέτει μια σημαντική πολιτική κληρονομιά που δεν τίθεται θέμα να αναλύσουμε εδώ. Θα προσφέρω απλώς δύο παραδείγματα του πώς η προσπάθεια να συνδέσουμε τη “δημοκρατία” με κάτι άλλο από το Κράτος θα μπορούσε να εξυπηρετήσει μια μεταπολιτική (φιλοσοφική) επανεξέταση της πολιτικής ως σκέψης.

Η πρώτη απόπειρα θα ήταν να συσχετίσουμε την “δημοκρατία” άμεσα με την μαζική πολιτική δραστηριότητα· όχι με την κρατικιστική διαμόρφωση, αλλά με αυτό που είναι πιο άμεσα ανταγωνιστικό σ’ αυτή. Γιατί η μαζική πολιτική δραστηριότητα, ή η αυθόρμητη κινητοποίηση των μαζών, επισυμβαίνει γενικά μέσα από μια αντικρατική ορμή. Αυτό μας έχει δώσει το εκφραστικό σύνταγμα, ρομαντικό κατά την άποψή μου, της μαζικής δημοκρατίας, και της αντίθεσης μεταξύ μαζικής δημοκρατίας και τυπικής δημοκρατίας, ή της δημοκρατίας ως μορφής του Κράτους.

Όποιος έχει εμπειρία της μαζικής δημοκρατίας –με άλλα λόγια, ιστορικών φαινομένων όπως οι γενικές συλλογικές σύνοδοι, οι μαζικές συγκεντρώσεις, τα βίαια επεισόδια και λοιπά– θα αναγνωρίσει ξεκάθαρα ένα άμεσο σημείο αντιστρεψιμότητας μεταξύ μαζικής δημοκρατίας και μαζικής δικτατορίας. Η ουσία της μαζικής δημοκρατίας αποφέρει στην πραγματικότητα την μαζική κυριαρχία, και η μαζική κυριαρχία είναι μια κυριαρχάι της αμεσότητας και έτσι της ίδιας της συγκέντρωσης. Γνωρίζουμε ότι η κυριαρχία της συγκέντρωσης ασκεί μια τρομοκρατική αδερφότητα στις τροπικότητες εκείνες που ο Σαρτρ ονόμασε “ομάδα σε σύμφυρση”. Η σαρτρική φαινομενολογία παραμένει αδιαφιλονίκητη στο σημείο αυτό. Υπάρχει ένας οργανικός συσχετισμός ανάμεσα στην πρακτική της μαζικής δημοκρατίας ως εσωτερικής αρχής της ομάδας σε σύμφυρση και σ’ ένα σημείο αναστρεψιμότητας με το άμεσα αυταρχικό ή δικτατορικό στοιχείο που βρίσκεται σε λειτουργία στην τρομοκρατική αδερφότητα. Αν εξετάσει κάποιος το ζήτημα αυτό της μαζικής δημοκρατίας ως τέτοιο θα δει πως είναι αδύνατο να νομιμοποιήσει την αρχή στο όνομα μόνο της δημοκρατίας, γιατί αυτή η ρομαντική δημοκρατία περιλαμβάνει άμεσα, τόσο εμπειρικά όσο και εννοιολογικά, την ίδια της την αντιστρεψιμότητα σε δικτατορία. Αντιμετωπίζουμε έτσι μια δυάδα δημοκρατίας/δικτατορίας η οποία ανθίσταται στην στοιχειώδη περιγραφή, ή στην φιλοσοφική σύλληψη, κάτω από την αποκλειστική έννοια της δημοκρατίας. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι όποιος αποδίδει νομιμότητα στην μαζική δημοκρατία, τουλάχιστον σήμερα, το κάνει μέσα στον ορίζοντα, ή ξεκινώντας από τον ορίζοντα, της μη-κρατικιστικής οπτικής της καθαρής παρουσίασης. Η επικύρωση της μαζικής δημοκρατίας ως τέτοιας, ακόμα και στ’ όνομα της δημοκρατίας, είναι αδιαχώριστη από την υποκειμενικότητα του γενολογικού κομμουνισμού. Αυτή η δυάδα δημοκρατικής και δικτατορικής αμεσότητας μπορεί να μονιμοποιηθεί μόνο στον βαθμό που κάποιος την στοχάζεται, και την επικυρώνει, από τοο γενολογικό σημείο της εξαφάνισης του ίδιου του Κράτους, εκκινώντας αλλιώς από τον ριζοσπαστικό αντι-Κρατισμό. Στην πραγματικότητα, ο πρακτικός πόλος που έρχεται αντιμέτωπος με την συνεκτικότητα του Κράτους, η οποία εμφανίζεται ακριβώς στην αμεσότητα της μαζικής δημοκρατίας, είναι ο δοκιμαστικός εκπρόσωπος του ίδιου του γενολογικού κομμουνισμού. Αυτό μάς οδηγεί πίσω στα ερωτήματα τα οποία ανέκυψαν από την πρώτη κύριά μας υπόθεση: αν η “δημοκρατία” συνδεθεί με τη μάζα, τότε πράγματι προϋποθέτει κανείς ότι ο στόχος της πολιτικής είναι ο γενολογικός κομμουνισμός· εκ του οποίου συνάγεται ότι η “δημοκρατία” δεν είναι φιλοσοφική κατηγορία. Το συμπέρασμα αυτό εκφέρεται εμπειρικά και εννοιολογικά από το γεγονός ότι είναι αδύνατο, όταν το ζήτημα είναι αυτό της μαζικής δημοκρατίας, να ξεχωρίσουμε τη δημοκρατία απ’ την δικτατορία. Αυτό προφανώς έχει επιτρέψει στους Μαρξιστές να κρατήσουν την δυνατότητα της χρήσης της έκφρασης “δικτατορία του προλεταριάτου.” Παρ’ όλα αυτά, είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι αυτό που διευκόλυνε την υποκειμενική επικύρωση της λέξης “δικτατορία” ήταν ακριβώς η ύπαρξη σημείων αναστρεψιμότητας μεταξύ δημοκρατίας και δικτατορίας, τα οποία πήραν την ιστορική μορφή της μαζικής δημοκρατίας, ή της επαναστατικής δημοκρατίας, ή της ρομαντικής δημοκρατίας.