Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2015

Προσέγγιση του φαινομένου της φτώχειας στην Ελλάδα. Ανάγκες και αξία της εργασιακής δύναμης

2. Προσέγγιση της φτώχειας…
2.1 …μέσα από τις ανάγκες και την αξία της εργασιακής δύναμης

Ο προβληματισμός σχετικά με το τι ορίζεται ως φτώχεια και το πώς αυτή μπορεί να μετρηθεί, ήταν αναπόφευκτο να προκύψει από τη στιγμή που παρατηρήθηκε ότι σημαντικά, και σίγουρα όχι αμελητέα, τμήματα του πληθυσμού, ακόμη και των πιο ανεπτυγμένων οικονομιών, αδυνατούσαν να καλύψουν για τον εαυτό τους και τις οικογένειές τους ανάγκες τις οποίες, η κοινωνία στο δεδομένο επίπεδο ανάπτυξης της παραγωγής μπορούσε γενικά να ικανοποιήσει.

Το ποιες είναι αυτές οι ανάγκες θα επιχειρηθεί να αποσαφηνιστεί στο επόμενο κεφάλαιο, εκείνο όμως που θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να διευκρινίσουμε εδώ είναι πως πρόκειται για ανάγκες που δε μένουν στάσιμες στο πέρασμα του χρόνου, αντίθετα είναι πάντοτε κοινωνικά και ιστορικά προσδιορισμένες.

Με βάση την παραπάνω οριοθέτηση του ζητήματος, υποστηρίζεται ότι φτωχός είναι εκείνος ο οποίος αδυνατεί να καλύψει τις ανάγκες εκείνες τις οποίες η κοινωνία στην οποία ζει είναι σε θέση να καλύψει. Είναι βέβαια γνωστό ότι η φτώχεια δεν είναι ούτε ένα κοινωνικό φαινόμενο το οποίο ξεπήδησε από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, ούτε ένα φαινόμενο που παρατηρείται αποκλειστικά σε αυτόν. Η παρούσα ωστόσο μελέτη επικεντρώνεται μονάχα στις καπιταλιστικές χώρες οι οποίες στηρίζονται στη μισθωτή σχέση εργασίας, και ειδικότερα η περίπτωση της Ελλάδας. Αυτό, γιατί ακόμα κι αν η φτώχεια δεν αποτελεί σύμπτωμα μονάχα των καπιταλιστικών οικονομιών, έχει φανεί ότι αποτελεί ενδογενές χαρακτηριστικό στοιχείο του καπιταλιστικού συστήματος.

Εν τούτοις η έκταση του προβλήματος της διατήρησης της φτώχειας στις ανεπτυγμένες οικονομίες έχει σε μεγάλο βαθμό συσκοτισθεί καθώς η προσοχή έχει περιοριστεί είτε στην καταγραφή της σχετικής φτώχειας – που βασίζεται μόνο στην κατανομή του εισοδήματος και καθόλου στο επίπεδο του εισοδήματος και ορίζεται συνήθως σαν το ποσοστό του πληθυσμού που έχει εισόδημα χαμηλότερο του 60% του διάμεσου εισοδήματος – είτε στη μέτρηση της απόλυτης φτώχειας στις αναπτυσσόμενες οικονομίες με βάση τον εντελώς αυθαίρετο ορισμό από την Παγκόσμια Τράπεζα του ενός δολαρίου την ημέρα ή των δύο δολαρίων σαν ορίου της «ακραίας φτώχειας» και της «μέτριας φτώχειας» αντίστοιχα.

Το γεγονός ότι η σχετική φτώχεια δεν είναι παρά αντανάκλαση του βαθμού ανισότητας στην κατανομή του εισοδήματος μιας οικονομίας φαίνεται και από τον παρακάτω πίνακα όπου η κατάταξη όλων ανεξαιρέτως των χωρών όσον αφορά το βαθμό εισοδηματικής ανισότητας είναι παρόμοια με αυτήν που αφορά το ποσοστό σχετικής φτώχειας.



Συντελεστής Gini
Ποσοστό Φτώχειας

1. Δανία
0.232
0.114
1. Σουηδία
2. Σουηδία
0.234
0.115
2. Τσεχία
3. Λουξεμβούργο
0.258
0.123
3. Δανία
4. Αυστρία
0.265
0.123
4. Ισλανδία
5. Τσεχία
0.268
0.123
5. Ουγγαρία
6. Φινλανδία
0.269
0.132
6. Λουξεμβούργο
7. Βέλγιο
0.271
0.134
7. Αυστρία
8. Ολλανδία
0.271
0.137
8. Σλοβακία
9. Ελβετία
0.276
0.141
9. Γαλλία
10. Νορβηγία
0.276
0.144
10. Ολλανδία
11. Ισλανδία
0.280
0.148
11. Φινλανδία
12. Γαλλία
0.281
0.152
12. Ελβετία
13. Ουγγαρία
0.291
0.155
13. ΗΒ
14. Γερμανία
0.298
0.162
14. Βέλγιο
15. Αυστραλία
0.301
0.172
15. Γερμανία
16. Κορέα
0.312
0.190
16. Καναδάς
17. Καναδάς
0.317
0.196
17. Ελλάδα
18. Ισπανία
0.319
0.197
18. Ιταλία
19. Ιαπωνία
0.321
0.203
19. Αυστραλία
20. Ελλάδα
0.321
0.207
20. Πορτογαλία
21. Ιρλανδία
0.328
0.208
21. Πολωνία
22. Νέα Ζηλανδία
0.335
0.208
22. Κορέα
23. ΗΒ
0.335
0.208
23. Ιαπωνία
24. Ιταλία
0,352
0.210
24. Ισπανία
25. Πολωνία
0.372
0.227
25. Νέα Ζηλανδία
26. ΗΠΑ
0.381
0.233
26. Ιρλανδία
27. Πορτογαλία
0.385
0.239
27. ΗΠΑ
28. Τουρκία
0.430
0.243
28. Τουρκία
29. Μεξικό
0.474
0.253
29. Μεξικό




ΟΟΣΑ-30
0.311
0.174
ΟΟΣΑ-30





Πίνακας 1: Ανισότητα και (σχετική) φτώχεια στα μέσα της δεκαετίας του 2000, ΟΟΣΑ
Πηγή: OECD Stat Extracts, OECD, Growing Unequal? Paris, 2008.

Όμως, η αποκλειστική σχεδόν έμφαση και χρησιμοποίηση της σχετικής φτώχειας στη δημόσια συζήτηση συμβάλλει στην παραγνώριση της κρισιμότητας του προβλήματος καθώς η τελευταία μπορεί να δικαιολογηθεί ευκολότερα από την απόλυτη φτώχεια.

Έτσι παρατηρείται το φαινόμενο τα υψηλά ποσοστά σχετικής φτώχειας να αγνοούνται ή να θεωρούνται ήσσονος σημασίας πρόβλημα καθώς δεν υποδηλώνουν αναγκαστικά ένδεια και ελλείψεις βασικών αγαθών. Καθώς επίσης υπάρχουν θεωρητικά επιχειρήματα για την ύπαρξη αντισταθμιστικής σχέσης εισοδηματικής ισότητας και συνολικής οικονομικής αποδοτικότητας και επίδοσης (equality-efficiency trade-off) τα μεγάλα ποσοστά σχετικής φτώχειας θεωρούνται απλώς ένδειξη ανισότητας που θα ενισχύσει πιθανά στο μέλλον την οικονομική μεγέθυνση.

Έτσι, ενώ διεξάγεται εκτεταμένη συζήτηση για τη μεγάλη και διευρυνόμενη ανισότητα, πουθενά σχεδόν (και ιδίως στη χώρα μας) δεν υπάρχει ρητά διακηρυγμένος στόχος για τη μείωση αυτού του βαθμού ανισότητας.

Γενικά πάντως – από τις λίγες παρατηρήσεις που μπορούμε να έχουμε – παρουσιάζονται αρκετά διαφορετικά αποτελέσματα στη μέτρηση της σχετικής και της απόλυτης φτώχειας. Για παράδειγμα, στις ΗΠΑ για το 2007 κάτω από το κατώφλι της απόλυτης φτώχειας (που ήταν 10.787 δολάρια ετήσιο εισόδημα για ένα άτομο και 21.203 δολάρια για τετραμελές νοικοκυριό) βρίσκονταν το 12,5% ή 37,3 εκατομμύρια άτομα ενώ η σχετική φτώχεια (το ποσοστό του πληθυσμού με εισόδημα κάτω από το 60% του διάμεσου εισοδήματος) ήταν 24.1% το 2004 και 23,3% το 2005 σύμφωνα με το Luxembourg Income Study.

Η μέτρηση της απόλυτης φτώχειας έχει μεγαλύτερη προτεραιότητα από τη σχετική καθώς αποτελεί πιο επείγον και εκρηκτικό κοινωνικό πρόβλημα. Γενικά, προέχει η καταγραφή της απόλυτης φτώχειας και η συνειδητοποίηση της έκτασης του προβλήματος. Η καταπολέμηση ή και εξάλειψη της είναι παρεπόμενο θέμα και δεν θέλουμε να υιοθετήσουμε a priori την άποψη ότι το κράτος και η κοινωνική πολιτική που ασκεί θα στοχεύσουν αυτόματα σε αυτήν την κατεύθυνση. Η μόνιμη παρουσία ενός εφεδρικού στρατού εργασίας και του φτωχοποιημένου στάσιμου στρώματός του αποτελούν εγγενή στοιχεία της λειτουργίας μιας καπιταλιστικής οικονομίας.

Ο Μαρξ επισημαίνει ότι σε αυτές τις κοινωνίες όπου κυριαρχεί ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής, το κεφάλαιο έχοντας καταφέρει να προσαρτήσει τους δύο πρωταρχικούς δημιουργούς του πλούτου, τη γη και την εργατική δύναμη, αποκτά μια επεκτατική δύναμη που το βοηθά να επεκτείνει τα στοιχεία της συσσώρευσής του πέρα από τα όρια που φαινομενικά καθορίζει το μέγεθός του (Κ. Μαρξ, Κεφάλαιο, Ι, σελ. 625).

Στις καπιταλιστικές κοινωνίες, λοιπόν, οι σχέσεις εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης και η απόσπαση της υπεραξίας που παράγουν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι, αποτελούν τη βάση για τον ταξικό χαρακτήρα της διανομής του πλούτου που παράγεται στην κοινωνία. Η λειτουργία του νόμου της συσσώρευσης αποτυπώνεται σε αυτόν ακριβώς το διαχωρισμό της κοινωνίας σε δύο πόλους. Στον έναν, βρίσκονται οι κάτοχοι των μέσων παραγωγής, οι οποίοι μέσω της συσσώρευσης του κεφαλαίου διευρύνουν τον πλούτο τους. Στον άλλο, βρίσκεται η εργατική τάξη και τα άλλα κυριαρχούμενα στρώματα της κοινωνίας, η θέση των οποίων αντί να βελτιώνεται χειροτερεύει σχετικά καθώς όσο αυξάνεται ο παραγόμενος πλούτος, τόσο αυξάνεται και η απόσταση που υπάρχει μεταξύ των δύο πόλων. Αυτή η διαπίστωση μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η εργασία από τη μία, και το μέγεθος και ο ρυθμός του πλούτου που παράγεται από την άλλη, αποτελούν τα πλέον καθοριστικά κριτήρια που διαθέτει μια κοινωνία προκειμένου να προσδιορίσει το πότε κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι φτωχός. Η εργασία, λοιπόν, και ειδικότερα η αξία της εργασιακής δύναμης, είναι ένα αξιόπιστο μέσο για τη μέτρηση της φτώχειας, καθώς μέσω αυτής, ο εργάτης μπορεί να λάβει τα απαραίτητα εκείνα υλικά εφόδια, ώστε να ικανοποιήσει τις ανάγκες του.

Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο άλλωστε ο κύριος όγκος αυτών που αποκαλούνται φτωχοί προέρχεται από την ίδια την εργατική τάξη. Επειδή μάλιστα η παρούσα μελέτη επικεντρώνεται στο Λεκανοπέδιο Αττικής, θα αφήσουμε για την ώρα εκτός του πεδίου προβληματισμού μας τους αγρότες, οι οποίοι σε σχέση με την εργατική τάξη, εμφανίζουν σοβαρές ιδιομορφίες.

Το γεγονός βέβαια ότι παίρνουμε ως μέτρο την αξία της εργατικής δύναμης για τον προσδιορισμό της φτώχειας, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι αποκλείονται τα πλέον εξαθλιωμένα κομμάτια της κοινωνίας όπως είναι οι άστεγοι, οι τοξικομανείς και γενικότερα οι κοινωνικά περιθωριοποιημένοι. Επίσης, θεωρούμε ότι η προσέγγιση αυτή είναι ικανοποιητική και για τους αυτοαπασχολούμενους επαγγελματίες.

Κάτω από αυτή τη σκοπιά εκείνο που καλούμαστε να προσδιορίσουμε στην παρούσα μελέτη, είναι το ελάχιστο εκείνο ποσό που πρέπει να διαθέτει ένας εργαζόμενος στα πλαίσια της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας (με αναφορά πάντα στο Λεκανοπέδιο Αττικής), προκειμένου να είναι σε θέση να καλύπτει τις ανάγκες είτε του ίδιου ή της οικογένειάς του. Αναπόφευκτα, λοιπόν, καταλήγουμε στον προσδιορισμό της αξίας της εργασιακής δύναμης – και μάλιστα στο κατώτερό της επίπεδο – όπως αυτή διαμορφώνεται στη δεδομένη χρονική συγκυρία και στο δεδομένο επίπεδο ανάπτυξης της παραγωγής.

Ο Μαρξ στο Κεφάλαιο, εξετάζοντας την αξία της εργασιακής δύναμης (Τόμος 1ος, Μέρος 2ο, Κεφάλαιο 4ο) την ορίζει – όπως και κάθε άλλο εμπόρευμα – σαν τον αναγκαίο χρόνο εργασίας που χρειάζεται κάτω από κανονικές συνθήκες για την απρόσκοπτη αναπαραγωγή του εμπορεύματος. Εδώ όμως πρόκειται ουσιαστικά για τον αναγκαίο χρόνο εργασίας για την παραγωγή των εμπορευμάτων εκείνων που απαιτούνται για να συντηρήσουν το εργαζόμενο άτομο και τους εξαρτώμενους από αυτό στην ίδια φυσιολογική κατάσταση. Στην αξία των εμπορευμάτων αυτών συμπεριλαμβάνεται και ο αναγκαίος χρόνος εργασίας που απαιτείται για τη μόρφωση και εκπαίδευση του εργαζόμενου ατόμου, ώστε να αποκτήσει τις δεξιότητες εκείνες που χρειάζονται για την ομαλή διεξαγωγή της παραγωγικής διαδικασίας, με δεδομένο κάθε φορά το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων.

Έτσι η αξία της εργατικής δύναμης παρουσιάζει διακυμάνσεις ανάλογα με τις εξελίξεις στην παραγωγικότητα της εργασίας, η οποία χρησιμοποιείται για να παράγει αυτά τα εμπορεύματα, αλλά και τα μέσα παραγωγής που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή τους. Σε αντίθεση όμως με τα υπόλοιπα εμπορεύματα, η εργατική δύναμη διαφέρει ως προς τον προσδιορισμό της αξίας της, κατά το ότι περιέχει ένα ιστορικό, κοινωνικό και ηθικό στοιχείο.

2 σχόλια:

  1. Απολογούμαι για το ότι διακόπτεται η συνέχεια της εργασίας με άλλα άρθρα. Ο ευκολότερος τρόπος να την παρακολουθήσετε είναι πατώντας στην ετικέτα "Λαμπρινίδης", όπου έχει συγκεντρωθεί η σημαντική δουλειά του συντρόφου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. off topic αλλά επείγον: http://l-sysp-florinas.blogspot.gr/2015/06/blog-post_2.html

    Β.

    ΑπάντησηΔιαγραφή