Κυριακή, 31 Μαΐου 2015

Προσέγγιση του φαινομένου της φτώχειας στην Ελλάδα. Εισαγωγή

Προσέγγιση του φαινομένου της φτώχειας στην Ελλάδα:
Απόλυτη μέτρηση στη βάση των αναγκών
Βάσω Βρυνιώτη
Γιώργος Λαμπρινίδης
Θανάσης Μανιάτης
Μαριάννα Παπαδοπούλου

Αθήνα, Απρίλιος 2009

1. Εισαγωγή

Η συγκυρία στην οποία αυτή η μελέτη βλέπει το φως της δημοσιότητας είναι σίγουρα εντυπωσιακή. Εν μέσω της τελευταίας κρίσης της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας, το βάθος και η ένταση της οποίας είναι ακόμα άγνωστα, ενώ τίποτε δεν αποκλείει να εξελιχθεί σε κρίση του ίδιου του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, οι εργαζόμενοι, τα μεσαία και τα φτωχά στρώματα καλούνται για άλλη μια φορά να επωμισθούν τα βάρη για την αποκατάσταση των ζημιών. Κάτω από αυτό το πρίσμα, αυτή η έρευνα αποκτά νέο, αναβαθμισμένο και επίκαιρο περιεχόμενο.


Έχουμε εστιάσει το ενδιαφέρον σε μια κοινωνία όπου ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής είναι κυρίαρχος, παρότι το φαινόμενο της φτώχειας δεν αφορά μόνο αυτές τις κοινωνίες. Στις καπιταλιστικές κοινωνίες ιδιαίτερα, το φαινόμενο της φτώχειας συνήθως συγχέεται με την εισοδηματική ανισότητα, όπως αυτή αναπόφευκτα εκφράζεται μέσα από την ταξική φύση αυτών των κοινωνιών και τη μονοπώληση των μέσων παραγωγής από μια κοινωνική μειοψηφία. Η ανισότητα – εισοδηματική κυρίως, αλλά όχι μόνο – είναι τόσο εξόφθαλμη ώστε η σχετική προσέγγιση της φτώχειας να φαίνεται ως το εύλογο και προφανές πρώτο βήμα. Μόλις όμως γίνει αυτή η παρατήρηση, γίνεται φανερό ότι η προσέγγιση της φτώχειας με απόλυτο τρόπο, στη βάση των αναγκών, είναι η μόνη που επιτρέπει την αποσύνδεση του φαινομένου από την ανισότητα και την οριοθέτηση κάποιων αντικειμενικών κριτηρίων που να επιτρέπουν, αν όχι να υποχρεώνουν, την έκφραση ενός ισχυρισμού πίσω από το όποιο όριο φτώχειας.

Εξάλλου, η προσέγγιση του φαινομένου της φτώχειας, είχε πάντα δύο αναγνώσεις, ανάλογα με την οπτική γωνία του καθενός. Η μία είναι από την πλευρά του κράτους το οποίο ενδιαφέρεται για τον ποσοτικό προσδιορισμό του φαινομένου και για τις πολιτικές που θα διαχειριστούν το φαινόμενο, ώστε αυτό να μην αποκτήσει απειλητικές διαστάσεις για την κοινωνική συνοχή και τις κοινωνικές ισορροπίες. Η άλλη οπτική είναι από την πλευρά των ίδιων των φτωχών και των δυνάμει φτωχών, των μεταναστών, μιας μεγάλης μάζας των αγροτών, των μισθωτών εργαζόμενων, των εργατών γης, των αυτοαπασχολούμενων και μιας μερίδας των εμποροβιοτεχνών. Από αυτή τη δεύτερη σκοπιά, η εμπειρία ή η απειλή της φτώχειας, και ιδίως της απόλυτης φτώχειας, που αφήνει ανικανοποίητες ζωτικές ανάγκες δεν μετριάζονται με μέτρα διαχείρισης.

Από τη δική μας σκοπιά, σαν ερευνητές, ενδιαφερόμαστε να προσδώσουμε ένα περιεχόμενο στην προσέγγισή μας που να αναδεικνύει το σημερινό επίπεδο διαβίωσης, όπως αυτό προκύπτει από την εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων, της παραγωγικότητας της εργασίας και της τεχνολογίας και αναζητούμε τα κάτω όριά του με σκοπό να προσεγγίσουμε την απόλυτη φτώχεια. Αυτό το επίπεδο προφανώς έχει διαβαθμίσεις ανάλογα με το μέγεθος του νοικοκυριού, την ηλικία των μελών του, τον τόπο διαμονής και άλλους παράγοντες αλλά μπορεί να αποτυπωθεί ή, καλύτερα, να σκιαγραφηθεί με ικανοποιητικό τρόπο. Την ώρα που στις περισσότερες οικονομίες στον κόσμο παρατηρείται μια χειροτέρευση του μέσου επιπέδου διαβίωσης, ευελπιστούμε να καταδείξουμε ότι φτωχός δεν είναι μόνο ο εύκολα αναγνωρίσιμος ρακένδυτος, γκετοποιημένος άστεγος, αλλά και αυτός/ή που δεν μπορεί, ο ίδιος και οι εξαρτώμενοι από αυτόν/ήν, να ικανοποιήσει άνετα ορισμένες ανάγκες επιβίωσης και ομαλής αναπαραγωγής ακόμη και όταν η κοινωνία έχει καταφέρει γενικά και κατά μέσο όρο να τις ικανοποιεί.

Το ζήτημα λοιπόν είναι ιστορικά και κοινωνικά συγκεκριμένο. Θεωρούμε την απόλυτη φτώχεια ως μια κατάσταση που μπορεί να οριστεί ανεξάρτητα από την κατανομή εισοδήματος και να προσδιοριστεί ποσοτικά με βάση ένα καλάθι που περιέχει τις ελάχιστες ανάγκες φυσιολογικής αναπαραγωγής, έχει όμως και σε κάποιο βαθμό κοινωνικό περιεχόμενο. Επειδή μάλιστα η έρευνά μας ξεκινάει από τα μεγάλα αστικά κέντρα, όπου συγκεντρώνεται η μεγαλύτερη μάζα της μισθωτής εργασίας αξιοποιούμε την έννοια της αξίας της εργασιακής δύναμης.

Θυμίζουμε σ’ αυτό το σημείο, ότι η αξία της εργασιακής δύναμης απαρτίζεται από εκείνα τα εμπορεύματα που η κατανάλωσή τους επιτρέπει την απρόσκοπτη κοινωνικά και ιστορικά ορισμένη αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης (Κ. Μαρξ, Κεφάλαιο, Ι, σελ. 183-184). Γενικά η αξία της εργασιακής δύναμης σε πραγματικούς όρους (ο πραγματικός μισθός) τείνει να έχει διαχρονικά αυξητική τάση καθώς η διαπραγματευτική δύναμη της εργατικής τάξης και άλλοι πολιτισμικοί παράγοντες προσθέτουν ένα άλλοτε μεγαλύτερο και άλλοτε μικρότερο «ηθικό και ιστορικό στοιχείο» στο ελάχιστο επίπεδο συντήρησης που αντιστοιχεί στον «σιδηρού νόμο των μισθών» της κλασικής πολιτικής οικονομίας.

Όσο πιο πολύ βαθαίνουν οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, και γενικεύεται η μισθωτή σχέση εργασίας στο σύνολο του οικονομικά ενεργού πληθυσμού τόσο περισσότερο αυτό το τελευταίο τμήμα της αξίας της εργασιακής δύναμης θα μπορεί να θεωρηθεί αφενός ότι προσεγγίζει σε κάθε χρονική στιγμή και αφετέρου ότι η διακύμανσή του σχετίζεται διαχρονικά με το όριο της απόλυτης φτώχειας. Καθώς η (συνολική) αξία της εργασιακής δύναμης είναι το μέρος εκείνο του βιοτικού επιπέδου της εργατικής τάξης για το οποίο είναι «υπεύθυνο» το κεφάλαιο, η συσχέτιση εκείνου του τμήματος της αξίας της εργασιακής δύναμης που χονδρικά ισούται με το ελάχιστο ανεκτό επίπεδο διαβίωσης συν κάποιο κοινωνικά προσδιορισμένο στοιχείο, με το κατώφλι φτώχειας φανερώνει ότι και αυτό το ζήτημα έχει να κάνει με τη σχέση κεφαλαίου-εργασίας που διατρέχει το συνολικό καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.

Πιο συγκεκριμένα, ο στόχος μας εδώ παίρνει τη μορφή της κατασκευής ενός σύνθετου δείκτη που απαρτίζεται από αξίες χρήσης αποτιμημένες σε τρέχουσες και σταθερές τιμές (αλλά και φορολογικές επιβαρύνσεις σε χρήμα όπως θα δούμε στα επόμενα), οι οποίες ικανοποιούν επαρκώς ανάγκες επιβίωσης και αναπαραγωγής, η προσέγγιση των οποίων γίνεται με κάθε διαθέσιμο τρόπο: θεωρητικά, εμπειρικά ή αξιωματικά. Η σύνθετη φύση του δείκτη, δίνει το πλεονέκτημα να αναθεωρείται όταν οι συνθήκες αλλάζουν ή όταν καταφέρνουμε να πηγαίνουμε τη γνώση μας σε μεγαλύτερο βάθος και να εξειδικεύουμε σε μια ανάγκη. Από όσο μπορούμε να γνωρίζουμε, μια τέτοια είδους προσέγγιση απουσιάζει εντελώς από την ελληνική βιβλιογραφία και απαντάται σε ελάχιστες χώρες διεθνώς (κυρίως ΗΠΑ και ΗΒ).

Σ’ αυτό το τμήμα της έρευνας που δημοσιεύεται, εκτίθενται τα μέχρι τώρα πορίσματά μας σχετικά με τη θεωρητική προσέγγιση του ζητήματος καθώς και η εφαρμογή της πρότασής μας στο ζήτημα της ενοικιαζόμενης κατοικίας. Επιπλέον, παρουσιάζεται ένα τμήμα των ερευνών μας πάνω στις πάγιες δαπάνες που σχετίζονται με την κατοικία και αφορούν τους Δημοτικούς Φόρους και τα Δημοτικά Τέλη, το Τέλος Ακίνητης Περιουσίας και την εισφορά για την Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση.

Η παρούσα έκθεση χωρίζεται σε 7 μέρη, πέραν αυτής της εισαγωγής. Το επόμενο μέρος αναπτύσσει την μεθοδολογική μας πρόταση και παρουσιάζονται συνοπτικά τα συστατικά μέρη του δείκτη της μελέτης μας. Στο τρίτο μέρος αντιμετωπίζεται το ζήτημα της μονάδας αναφοράς και παρουσιάζονται τα διαθέσιμα στοιχεία για τα νοικοκυριά. Το τέταρτο και πέμπτο μέρος είναι ο κορμός της έκθεσης και περιλαμβάνει την ανάλυση των δεδομένων που συλλέξαμε για το ενοίκιο και για τις πάγιες δαπάνες που σχετίζονται με την κατοικία αντίστοιχα. Ακολουθεί, στο έκτο μέρος, η σύνθεση των αποτελεσμάτων του τέταρτου και πέμπτου μέρους, η σύγκριση με το όριο της φτώχειας όπως εκτιμάται από την ΕΣΥΕ με τη χρήση του ορίου της σχετικής φτώχειας, καθώς και με την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και, τέλος, η εκτίμησή μας για τη συνέχιση της έρευνας. Τα δύο τελευταία μέρη περιλαμβάνουν μια ενδεικτική βιβλιογραφία και τα παραρτήματα αντίστοιχα.

Η έρευνά μας επεκτείνεται μέχρι και το 8μελές νοικοκυριό, καλύπτοντας το 99,9% των νοικοκυριών σε 73 περιοχές του Λεκανοπεδίου (72 Δήμοι και Κοινότητες). Το σύνολο των ατόμων που διαμένουν στις εν λόγω περιοχές είναι λίγο λιγότεροι από 3.420.000 ή αλλιώς 1.200.000 νοικοκυριά. Εξετάσαμε ένα δείγμα περίπου 5000 κατοικιών για να προσεγγίσουμε το ενοίκιο, ενώ επίσης συλλέξαμε όλους τους συντελεστές δημοτικών τελών και φόρων για τις ίδιες περιοχές. Να σημειώσουμε ότι έχουμε λάβει υπόψη μας κατοικίες 25 τμ, 45 τμ, 65 τμ και 85 τμ για νοικοκυριά ενός, δύο, τριών και τεσσάρων ατόμων αντίστοιχα.

Ο μέχρι τώρα υποδείκτης που αφορά στη στέγαση και τις πάγιες δαπάνες που προαναφέρθηκαν, διαμορφώνεται περίπου στα 288 € για ένα άτομο, 379 € για δύο άτομα, 480 € για νοικοκυριό με τρία μέλη και 585 € για τετραμελές νοικοκυριό. Έχουμε βέβαια εξετάσει διαφορετικά σενάρια και την επίδρασή τους στον υποδείκτη μας. Τα στοιχεία γίνονται πιο αποκαλυπτικά μόλις συγκρίνονται, αφενός με το όριο φτώχειας της ΕΣΥΕ και, αφετέρου, με την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας.

Η ερευνητική αυτή ομάδα που δραστηριοποιείται στα πλαίσια του ΠΑΦ – ΕΑΚ πέρασε από αρκετές φάσεις, μέχρι την παράδοση αυτού του έργου. Οι συγγραφείς φέρουν προφανώς όλη την ευθύνη για το κείμενο, αλλά οφείλουν να αναγνωρίσουν την ουσιαστική συμβολή σε αυτό αρκετών ανθρώπων που από διαφορετικές θέσεις συνεισέφεραν στο αποτέλεσμα που έχετε ανά χείρας. Θα θέλαμε λοιπόν, σ’ αυτό το σημείο να τους ευχαριστήσουμε ονομαστικά.

Ο Τάσος Δόσης – υποψήφιος διδάκτορας του UADPhilEcon – συνέβαλε στη συλλογή και επεξεργασία στοιχείων για την κατοικία και για τα νοικοκυριά. Συνεισέφερε με χρήσιμα σχόλια στη διαμόρφωση του συνόλου των αναγκών.

Ο Θωμάς Μαλούτας – Καθηγητής στο Παν/μιο Θεσσαλίας και Επιστημονικός Διευθυντής στο Ινστιτούτο Αστικής και Αγροτικής Κοινωνιολογίας του ΕΚΚΕ – μας παρείχε τα δεδομένα για τα νοικοκυριά και χρήσιμα σχόλια τόσο ως προς την επεξεργασία τους, όσο και ως προς όλο το εγχείρημα.

Επίσης, για την διαμόρφωση της άποψής μας για την κατοικία, καθοριστικός ήταν ο ρόλος των Κώστα Ντάφλου – αρχιτέκτονα, Αριέττας Παναγούλη – αρχιτέκτονα, Λουδοβίκου Βασενχόβεν – ομότιμου Καθηγητή στο Πολυτεχνείο Αθηνών, Άρη Σαπουνάκη – Επίκουρου Καθηγητή στο Παν/μιο Θεσσαλίας, αρχιτέκτονα-πολεοδόμου, καθώς και των κ.κ. Βασιλόπουλου και Λογοθέτη, αρχιτεκτόνων-πολεοδόμων του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας.

Τέλος, θα πρέπει να μνημονεύσουμε το φίλο και συνεργάτη Γιώργο Μαγγανά – Οικονομολόγο που με τις πάντα εύστοχες παρατηρήσεις του και την νηφάλια ματιά του συνέβαλε σημαντικά στην εξέλιξη της ερευνητικής μας ομάδας και στα πορίσματά της.

Με την ελπίδα να συνεισφέρουμε πέρα από την αποτύπωση της υφιστάμενης κατάστασης και στη μεταβολή της στην κατεύθυνση της ριζικής εξάλειψης της φτώχειας, παρουσιάζουμε αυτή μας την προσπάθεια ως το πρώτο μέρος μιας μακράς και επίπονης έρευνας.

Αθήνα, Απρίλιος 2009
Οι συγγραφείς

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου