Σάββατο, 14 Μαρτίου 2015

Τι είναι ο σοσιαλδημοκράτης;

Οι πολιτικοί είναι άνθρωποι των οποίων το μυαλό οξύνεται μοναδικά εξαιτίας της αχόρταγής τους όρεξης, και στους οποίους το κυνήγι για μια εργασία που θα εξασφαλίσει την άνεση βοηθά να αναπτυχθεί τέτοια πανουργία που θα τη ζήλευαν και Απάτσι. Βλέπουν τις καθαρά προλεταριακές οργανώσεις με τρόμο και τις απαξιώνουν όσο μπορούν. Συχνά, απαρνούνται την επάρκεια αυτών των οργανώσεων, ελπίζοντας να αποξενώσουν τους εργάτες από ομάδες για τις οποίες λένε ότι δεν έχουν μέλλον. Όταν όμως αντιληφθούν ότι το μίσος τους είναι αδύναμο, ότι η συκοφαντία τους δεν μπορεί να παρεμποδίσει αυτές τις απεχθείς οργανώσεις και ότι αυτές δυνάμωσαν, τότε αναζητούν να εκμεταλλευτούν οι ίδιοι για δικό τους όφελος τις δυνάμεις που δημιούργησε το προλεταριάτο.


[...]

Αρκετές φορές, οι πολιτικοί παρεμβαίνουν σε απεργίες, θέλοντας να καταστρέψουν το κύρος των αντιπάλων τους και να πάρουν για τον εαυτό τους την εμπιστοσύνη των εργατών. [...] Κάποιοι σοσιαλιστές πολιτικοί, απ' την άλλη, έχουν έξοχες ικανότητες στο να συνδέουν το ένστικτο της εξέγερσης με τις εκλογικές δυνάμεις. Συνεπώς ήταν αναπόφευκτο κάποιοι να σκεφτούν ότι το μεγάλο κίνημα των μαζών θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για πολιτικούς σκοπούς.

[...] Ο Ζορές, που φοβάται μην τρομάξει τους πελάτες του, τους χρηματιστές, [...] θαυμάζει πολύ κάθε κίνημα το οποίο έχει ξεφορτωθεί τις βίαιες πράξεις, που "φέρνουν στενοχώρια στην ανθρωπότητα" (Ζορές, 1901). Έτσι, δεν αποτελεί ασυμφιλίωτο αντίπαλο της πολιτικής γενικής απεργίας.

Η εμπειρία δείχνει ότι οι τάξεις που βρίσκονται στην κατηφόρα μαγεύονται ευκολότερα από τις σφαλερές παροτρύνσεις των πολιτικών από ό,τι οι τάξεις που βρίσκονται σε πορεία ανόδου, έτσι ώστε να φαίνεται πως υπάρχει στενή σχέση ανάμεσα στην πολιτική αντιληπτικότητα των ανθρώπων και τις συνθήκες υπό τις οποίες ζουν. Οι πλούσιες τάξεις μπορεί συχνά να δράσουν απερίσκεπτα, διότι έχουν υπερβολικά πολύ εμπιστοσύνη στις δυνάμεις τους, να δουν το μέλλον με υπερβολική σιγουριά και να παρασυρθούν προσωρινά από την φρενήρη επιθυμία για δόξα. Οι τάξεις που αδυνατίζουν είναι συνηθισμένο να δίνουν την εμπιστοσύνη τους σε ανθρώπους που τούς υπόσχονται προστασία από το Κράτος, χωρίς ποτέ να προσπαθούν να καταλάβουν πώς θα μπορούσε η προστασία αυτή να εναρμονιστεί με τα αντιφατικά τους συμφέροντα. Μπαίνουν πρόθυμα σε οποιαδήποτε συμμαχία δημιουργείται με σκοπό την πίεση στην κυβέρνηση για εκχωρήσεις. Θαυμάζουν έντονα τους τσαρλατάνους που μιλούν με αυτοπεποίθηση. [...]

Η πίστη αυτή δεν λείπει ποτέ ανάμεσα σε ομάδες που βρίσκονται σε παρακμή και η ύπαρξή της επιτρέπει στους μπαρουφολόγους να αναπαραστούν τους εαυτούς τους ως ικανούς να πετύχουν τα πάντα.

[...]

Έχω ήδη επιστήσει την προσοχή στην τρομακτική φύση της επανάστασης όπως την αντιλαμβάνεται ο Μαρξ και οι συνδικαλιστές, και έχω πει ότι είναι πολύ σημαντικό να διατηρηθεί ο χαρακτήρας του απόλυτου και ανεπίστρεπτου μετασχηματισμού, διότι συνεισφέρει έντονα στο να δώσει στον σοσιαλισμό την υψηλή παιδευτική του αξία. Η βαθιά σοβαρή εργασία που γίνεται από το προλεταριάτο δεν θα μπορούσε να τύχει έγκρισης από τους βολεψάκηδες ακολούθους των πολιτικών μας. Οι τελευταίοι επιθυμούν να καθησυχάσουν τη μπουρζουαζία και υπόσχονται να μην επιτρέψουν στον λαό να παραδοθεί εντελώς στα αναρχικά του ένστικτα. Εξηγούν στη μπουρζουαζία ότι δεν ονειρεύονται καν να καταστείλουν τον μεγάλο κρατικό μηχανισμό, αλλά ότι ως σοφοί σοσιαλιστές επιθυμούν δύο πράγματα: να αποκτήσουν έλεγχο πάνω σ' αυτή τη μηχανή ώστε να βελτιώσουν τη λειτουργία της και να την κάνουν να λειτουργεί ώστε να εξυπηρετεί τα συμφέροντα των φίλων τους όσο γίνεται, και να βεβαιωθούν για την σταθερότητα της διακυβέρνησης, η οποία και θα είναι πολύ ευνοϊκή για τους επιχειρηματίες.

[...]

Ο Μαρξ προϋποθέτει, όπως ακριβώς κάνουν οι σοσιαλιστές, ότι η επανάσταση θα είναι απόλυτη και ανεπίστρεπτη, γιατί θα τοποθετήσει τις παραγωγικές δυνάμεις στα χέρια ελεύθερων ανθρώπων, δηλαδή ανθρώπων που μπορούν να διοικήσουν το εργοτάξιο που δημιούργησε ο καπιταλισμός χωρίς να χρειάζονται αφεντικά. Αυτή η αντίληψη δεν θα βόλευε καθόλου τους χρηματιστές και τους πολιτικούς τούς οποίους υποστηρίζουν, διότι και οι δυο τους κάνουν μόνο για το ευγενές επάγγελμα του αφεντικού. Συνεπώς, οι συγγραφείς όλων των μελετών περί μετριοπαθούς σοσιαλισμού αναγκάζονται να δεχτούν ότι ο τελευταίος προϋποθέτει τη διαίρεση της κοινωνίας σε δύο ομάδες: η πρώτη αποτελείται από μια ελίτ που οργανώνεται ως πολιτικό κόμμα, το οποίο υιοθετεί την αποστολή του σκέπτεσθαι για τις απερίσκεπτες μάζες και το οποίο φαντάζεται ότι εφόσον επιτρέπει στις μάζες να απολαμβάνουν τα αποτελέσματα της ανώτερής του φώτισης, έχει κάνει κάτι αξιοθαύμαστο. Η δεύτερη ομάδα είναι το συνολικό σώμα των παραγωγών. Η πολιτική ελίτ δεν έχει άλλο επάγγελμα από αυτό της χρήσης του νου της, και βρίσκει ότι είναι αυστηρά συνεπές με τις αρχές της εμμενούς δικαιοσύνης (της οποίας είναι ο αποκλειστικός νομέας) να κοροϊδεύει το προλεταριάτο για να την ταϊζει και να της προσφέρει τα μέσα για μια ύπαρξη που δεν μοιάζει και πολύ με του ασκητή.

[...]

Οι μάζες που αφήνονται να καθοδηγηθούν έχουν μια πολύ αφηρημένη και εξαιρετικά απλοϊκή ιδέα του πώς μπορεί να καλυτερέψει η μοίρα τους. Οι δημαγωγοί τις πείθουν εύκολα ότι για να το πετύχουν πρέπει να χρησιμοποιήσουν το κράτος για να ενοχλούν τους πλούσιους. [...] Οι πολιτικοί ηγέτες αντλούν κάθε είδος πλεονέκτημα από τέτοιες μεθόδους. Τρομάζουν τους πλούσιους και τους εκμεταλλεύονται για το δικό τους ατομικό συμφέρον· φωνάζουν πιο δυνατά απ' όλους ενάντια στα προνόμια του πλούτου και ξέρουν πώς να αποκτήσουν οι ίδιοι όλες τις ανέσεις που επιτρέπει ο πλούτος. Χρησιμοποιώντας τα φθονερά ένστικτα και την ηλιθιότητα όσων τους ακολουθούν, πραγματοποιούν το παράξενο παράδοξο να καταφέρνουν ο λαός να επικροτεί την ανισότητα συνθηκών στο όνομα της δημοκρατικής ισότητας. 

[...]

Οι πολιτικοί [...] μιλούν για τις κοινωνικές συγκρούσεις όπως οι διπλωμάτες μιλούν για τις διεθνείς σχέσεις. Ο μηχανισμός της πάλης τους απασχολεί ελάχιστα. Στους εμπόλεμους βλέπουν μονάχα τα εργαλεία τους. Το προλεταριάτο είναι ο στρατός τους, τον οποίο αγαπάνε όπως ο αποικιακός διοικητής αγαπά το στρατό που του επιτρέπει να υποδουλώσει τους νέγρους. Δίνουν στον εαυτό τους το καθήκον να εκπαιδεύσουν το προλεταριάτο γιατί βιάζονται να κερδίσουν γρήγορα τις μεγάλες μάχες που θα φέρουν το κράτος στα χέρια τους. [...] Γι αυτούς όμως, το προλεταριάτο είναι τροφή για κανόνια και τίποτε άλλο, όπως είπε το 1873 ο Μαρξ.

Από το Georges Sorel, Στοχασμοί για τη βία (1908), αρχική μετάφραση και δημοσίευση Radical Desire

7 σχόλια:

  1. Η πολιτική δεν είναι μία, σώνει και καλά, ψυχαναγκαστική αναζήτηση νέων προσώπων και πραγμάτων. Όταν δεν έχουμε αυθεντικά νέα πρόσωπα μπορούμε να ρίξουμε ένα νέο βλέμμα στα παλιά. Όταν δεν έχουμε νέα κείμενα κάνουμε μία νέα ανάγνωση στα παλιά. Μπορείς να κάνεις το πασίγνωστο πρωτάκουστο τραγούδι; Μπορείς το οικείο και βαρετό να το μεταμορφώσεις σε σπάνιο και μοναδικό; Ε! τότε έχεις γίνει ένας φιλοσοφημένος άνθρωπος.

    Και το παλιό πάθος; Λίγο η ενοχή, λίγο το αφροδισιακό της απιστίας μπορεί να φέρουν νέες άγνωστες διεγερτικές δυνάμεις. Αλλά μήπως δεν περνούμε στην εποχή μας από το πάθος στην συμπάθεια; Από τους υψηλούς πυρετούς στα δέκατα;

    ο σγουρομαλλης (αμουσος ) μουστακιας της φωτο ,στις 12 Νοεμβρη του 07 .....η Παλιγγενεσία του ασπαλλακα
    http://mimisandroulakis.blogspot.com/2007/11/12.html

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Πάθος και συμπάθεια, από τους υψηλούς πυρετούς στα δέκατα... Τυφλοπόντικας κι ασπάλαξ / ζώντας μέσα εις κουφάλας / αχού πώς / πώς τα λέ' και πώς τα γράφει / σκίστε με ν' αλλάξω ράφτη.

      gdmn1973, με τις καλύτερες ευχές μου για τεταρταίο σ' όλη τους τη φάρα.

      Διαγραφή
  2. Όλη η παλιοπαρέα μαζεμένη. Έχουμε τους Αλέκο Ανδρουλάνο, Παναγιώτη Αλαβάνη και Μίμη Λαφαζάκη από την εποχή που προετοίμαζαν το έδαφος για το ρεσάλτο στο ΠΑΣΟΚ της αρεσκείας τους.
    Πώς το λέει και το κείμενο: "Συχνά, απαρνούνται την επάρκεια αυτών των (προλεταριακών) οργανώσεων, ελπίζοντας να αποξενώσουν τους εργάτες από ομάδες για τις οποίες λένε ότι δεν έχουν μέλλον."
    Ε και αφού έπαψαν οι προλεταριακές οργανώσεις να είναι "in" τώρα όλα επιτρέπονται...

    Ο.Χ.Ε.Π.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αγαπημένη σημειολογική λεπτομέρεια: οι ανοιχτές εφημερίδες μπροστά τους και το στυλό στο χέρι. Τους φαντάζομαι να τις διαβάζουν αναζητώντας μία και μόνο αγγελία: "Ζητούνται επαγγελματίες πολιτικοί απατεώνες για να ζήσουν το υπόλοιπο της ζωής τους στην καμπούρα της εργατικής τάξης, πουλώντας της φύκια για μεταξωτές κορδέλλες, και κρατώντας την δέσμια του αστικού πολιτικού συστήματος. Αμοιβαί λογικαί, προοπτικαί σπουδαίαι."

      Διαγραφή
    2. Κι εγώ που νόμιζα πώς έψαχναν για το κοινό ευρωπαϊκό μας σπίτι... gdmn1973

      Διαγραφή
    3. ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΧΩΡΙΣ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

      Φίλε Αντώνη, να μην τους δίνουμε και μεγαλύτερη αξία και σημασία απ’ ό,τι έχουν.

      Για την ιστορία: Μελέτη κι ενδεχομένως προετοιμασία αποδελτίωσης του καθημερινού τύπου κάνουνε και μάλλον στην έδρα της ΚΕ του ΚΚΕ επί της Καποδιστρίου τέλη δεκαετίας του 1970 ή αρχές δεκαετίας του 1980 (ακριβή ημερομηνία και χρονολογία θα ’βγαζε κανείς από τον κύριο τίτλο του «Βήματος» που βρίσκεται μπροστά απ’ αυτόν με το τσιγάρο) βρίσκονται, ενδεχομένως πριν από την τακτική αλληλοενημέρωση μεταξύ του Γραφείου του ΚΣ της ΚΝΕ και του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ.

      Πού τότε να κάνανε σκέψεις σαν κι αυτές που τους αποδίδεις. Αν και τίποτα —από ανθρωπολογικής πλευράς— δεν επιτρέπεται να αποκλείεται, γιατί όπως έγραφε κι ο Ιμάνουελ Καντ «… από τόσο στραβό ξύλο, όπως είναι εκείνο από το οποίο έχει γίνει ο άνθρωπος, δεν μπορεί να κατασκευαστεί τίποτα εντελώς ίσιο» («Ιδέα μιας γενικής ιστορίας με πρίσμα κοσμοπολιτικό», Νοέμβριος 1784, πρβλ. Immanuel Kant, Δοκίμια, Εισαγωγή―μετάφραση―σχόλια Ε. Π. Παπανούτσου, Αθήνα 1971, σελ. 32).

      Πάλι μου θύμισες τα «φαντάσματα του παρελθόντος»…

      Σε χαιρετώ,

      Μη Απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

      Διαγραφή
  3. Για την ιδιοποίηση στοιχείων της σκέψης του Sorel απο τον Φασισμό του Musolini, (για την οποία δεν κατηγορώ τον Sorel) δες https://libcom.org/library/sorels-reflections-violence-poverty-voluntarism.
    Αυτό που απορρέει, ίσως σαν παράπευρο συμπέρασμα, είναι ποσο εύκολα χειραγωγούνται οι μάζες, με προβολή του μύθου, ή άλλως, προβολή κομβικών θεμάτων μιας ήδη διεστραμμένης απο τους αστούς ιδεολογίας (το "έθνος", η ράτσα, η "απειλούμενη"απο "ξενα σωματα" κουλτούρα των "πολλών") ιδιαίτερα σε περιόδους παρακμής, κάτι που οι φασίστες θεώρησαν ακρογωνιαίο λίθο του ιδεολογικού τους οικοδομήματος. Κάτι που φυσικά έκαναν και κάνουν και οι σοσιαλδημοκράτες, αλλά με πιο "πραγματιστική" και ραφιναρισμένη γλώσσα. Τελικά ο φασισμός κι η σοσιαλδημοκρατία διαφέρουν κυρίως στο μείγμα γλώσσας.
    Μύθος και υποσχέσεις προς τα κάτω και προς τα πάνω: προς εργάτες και μισοκατεστραμμένους μικροαστούς οτι θα τους λυτρώσουν απο τη διαφθορά αστών πολιτικών και προς τους αστούς οτι θα κυβερνήσουν καλύτερα απ' τους καθαρόαιμους εκπροσώπους των (κι αν τελικά κυβερνήσουν, εξυπηρετούν τα συμφέροντα των αστών με μεγαλύτερο ζήλο απο δαύτους).
    Το οτι ποτέ, δεν κυβερνούν καλύτερα απ' τους αστούς είναι και ο λόγος για τον οποίο επιστρέφουν οι αστοί, σαν θρίαμβος του ορθολογισμού εναντίον της μαζικής ψύχωσης.

    ΑπάντησηΔιαγραφή