Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2015

Β. Ζέρβας-Οι εκλογές της 25ης Γενάρη και το ζήτημα του Εργατικού Κινήματος

Όπως είχαν προβλέψει πολλοί, ήδη από τον πρώτο γύρο τον προηγούμενων εκλογών του 2012, το αστικό πολιτικό προσωπικό που θα αναλάμβανε την κυβερνητική διαχείριση δεν ετοιμαζόταν για μεγάλο ταξίδι-ανεξάρτητα τι ενδεχομένως πίστευε το ίδιο-. Η κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ άντεξε λίγους μήνες παραπάνω από την προηγούμενη κυβέρνηση Παπανδρέου. Και έπεσε, όπως και η προηγούμενη, αφού δεν μπορούσε παρά να εφαρμόσει την ίδια αντεργατική πολιτική. Αυτά τα χρόνια της μνημονιακής λαίλαπας απέδειξαν με τον πιο ωμό τρόπο ότι ο στόχος όλων των κυβερνητικών πολιτικών που διακήρυτταν την σωτηρία της χώρας δεν είναι άλλος την υποτίμηση της εργατικής δύναμης και την απαξίωση της ίδιας της εργασίας και της ζωής της εργατικής τάξης. Αναιρέθηκαν κατακτήσεις δεκαετιών και επιβλήθηκε ένα καθεστώς υπερεκμετάλλευσης, εργοδοτικής ασυδοσίας, ξεπουλήματος των κρατικών υπηρεσιών πρόνοιας, κατάργησης κάθε κοινωνικής παροχής, φτωχοποίησης της εργατικής τάξης. Τα μεγάλα προεκλογικά λόγια που ακούγονται σήμερα από τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ για δήθεν έξοδο από το μνημόνιο είναι στην πραγματικότητα η διαιώνιση αυτής της πολιτικής. Από την άλλη πλευρά η σοσιαλδημοκρατία του ΣΥΡΙΖΑ που ετοιμάζεται να κυβερνήσει με αριστερή φρασεολογία υπόσχεται «κοινωνικά ευαίσθητη» λιτότητα και διαχείριση του μνημονιακού αντεργατικού μεσαίωνα, χωρίς να θιγούν τα αίτια που μας έφεραν ως εδώ, δηλαδή η ΕΕ και συνολικά το καπιταλιστικό μοντέλο οργάνωσης της παραγωγής και της κοινωνίας.


Η πλούσια εμπειρία (θετική και αρνητική) των εργατικών αγώνων και προσπαθειών σε πολλούς κλάδους όλη την προηγούμενη περίοδο είναι σημαντική παρακαταθήκη. Εμπειρία από την οποία θα πρέπει να βγουν συμπεράσματα για την πραγματική κατάσταση στο εργατικό κίνημα, ιδιαίτερα στον ιδιωτικό τομέα, που είναι βασικό πεδίο συγκρότησης και δράσης της εργατικής τάξης. Συμπεράσματα για τις δυσκολίες και τον αρνητικό συσχετισμό στους χώρους δουλειάς, για τον ρόλο του χρεοκοπημένου συνδικαλισμού του κοινωνικού εταιρισμού, της Ευρωανάπτυξης και της γραφειοκρατίας-και όχι μόνο των ηγεσιών του-, για τις συνθήκες που επικρατούν σήμερα στην εσωτερική ζωή των σωματείων, το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο προσπαθούν να δράσουν, για το μεγάλο τμήμα της εργατικής τάξης (άνεργοι, νέοι, μετανάστες αλλά και εργαζόμενοι σε πολλούς κλάδους του ιδιωτικού τομέα) που βρίσκονται έξω από τις υπάρχουσες συνδικαλιστικές δομές. Αλλά κυρίως για τις δυνατότητες που ανοίγουν μέσα από τις καθημερινές μάχες στους κλάδους, τις εργατικές επιτροπές, την παρέμβαση στα σωματεία, την δημιουργία νέων σωματείων και εργατικών σχημάτων κ.α.

Χωρίς ένα ταξικό εργατικό κίνημα που θα παλεύει για τα δικαιώματά και τις ανάγκες του κόσμου της δουλειάς, δεν πρόκειται να υπάρξει ουσιαστική πολιτική στροφή στην Ελλάδα. Για αυτό και η συζήτηση για τις εκλογές και τα πολιτικά ρεύματα δεν μπορεί παρά να παίρνει υπόψη της αυτήν την καθοριστική παράμετρο, την παρουσία και την πρακτική αυτών των ρευμάτων εκεί που δουλεύει και ζει η εργατική τάξη. Πολύ περισσότερο που το εργατικό κίνημα, στις σημερινές δύσκολες συνθήκες, εάν θα υπάρξει ως τέτοιο, είναι καταδικασμένο σε μια νέα αρχή. Και αυτό προϋποθέτει όχι την απατηλή υπεράσπιση της προηγούμενης κατάστασης-που εξάλλου μας έφερε ως εδώ-αλλά την προσπάθεια να υπάρξει ένα εργατικό κίνημα, ανεξάρτητο, σε περιεχόμενο και μορφή, από όλους τους μηχανισμούς που το διέφθειραν, βασισμένο στους εργαζόμενους και τα σωματεία τους, συγκροτημένο σε ταξική βάση, εργατικό κίνημα της αλληλεγγύης και του μαζικού αγώνα, της συλλογικότητας, που θα αναμετρηθεί κριτικά και αυτοκριτικά και με τις δικές του αδυναμίες, που είναι αδυναμίες όλων μας. Εκείνο, λοιπόν, που απαιτούν οι καιροί δεν είναι απλά μια πρόταση βελτιώσεων του σημερινού συνδικαλιστικού κινήματος, ούτε μόνο μια πρόταση καλύτερης παρέμβασης και αλλαγής των συσχετισμών στο εσωτερικό του. Απαιτούν μια πρόταση ανασύστασης-επανεξόρμησης της εργατικής ταξικής αντίληψης και δράσης, μια πρόταση συνολική για όλα τα δεδομένα που συνθέτουν την έννοια και την πρακτική του εργατικού συνδικαλισμού. Αυτή η μάχη κρίνεται πάνω απ' όλα στις εργατικές συνειδήσεις, στην αγωνιστική συμπεριφορά και πρακτική των εργαζομένων, στη στάση τους τις στιγμές της πάλης αλλά και της αγωνιστικής «νηνεμίας», πρώτα από όλα μέσα στους χώρους δουλειάς και όχι έξω από αυτούς.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι για να τελειώνουμε οριστικά με την ταξική εκμετάλλευση, τις κρίσεις και την καταστροφή που αυτές δημιουργούν, χρειάζεται το πέρασμα σε μιά άλλη μορφή κοινωνικής οργάνωσης, με τους εργαζόμενους στην εξουσία. Αυτή η προσπάθεια όμως δεν κρίνεται στο μέλλον αλλά σήμερα - που η μνημονιακή έρημος της φτώχειας, της πείνας, της ανεργίας και της καταστολής παρουσιάζεται ως μονόδρομος σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση-, στην δυνατότητα της εργατικής τάξης να παλέψει και να κερδίσει τα δικαιώματα της και έτσι να ανοίξει τον δρόμο για συνολικές αλλαγές, να συνδέσει την ανάγκη για επιβίωση με την δίψα για ζωή. Για αυτό το ταξικό εργατικό κίνημα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή ενάντια σε όλες τις αστικές κυβερνήσεις, για να ανατραπούν όλες οι αντεργατικές πολιτικές της Ε.Ε και του ΔΝΤ και οι εφαρμοστικοί τους νόμοι, είτε λέγονται μνημόνια και δανειακές συμβάσεις είτε πάρουν οποιοδήποτε άλλο όνομα. Για να μην περάσουν οι περικοπές, η φοροληστεία, τα χαράτσια, οι πλειστηριασμοί, η καταλήστευση του λαϊκού εισοδήματος, οι κατασχέσεις, ο ΕΝΦΙΑ. Για να σταματήσει η βία και αυταρχισμός των κρατικών μηχανισμών ενάντια στο εργατικό κίνημα. Ταυτόχρονα όμως μια τέτοια προσπάθεια, για να μπορέσει να αντιμετωπίσει την σημερινή αντεργατική επίθεση, δεν μπορεί να ξαναβάζει το εργατικό κίνημα κάτω από τις αυταπάτες και τις ξένες σημαίες της ανάπτυξης, της υγιούς επιχειρηματικότητας, των ευρωπαϊκών κονδυλίων η της αριστερής διακυβέρνησης.

Η προσπάθεια όμως για την ταξική ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος δεν είναι μόνο ζήτημα περιεχομένου. Καθοριστική σημασία έχουν και οι μορφές συνδικαλισμού των εργαζομένων, πολύ περισσότερο σήμερα που η ανυποληψία και η χρεοκοπία του εργοδοτικού συνδικαλισμού-σε όλες του τις εκδοχές- είναι παραπάνω από φανερή. Το κράτος, η εργοδοσία και τα πολιτικά της κόμματα, αφού για δεκαετίες αξιοποιήσαν και εξέθρεψαν την απαξίωση του συνδικαλιστικού κινήματος με την οικοδόμηση μιας εργατικής συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας-τρόφιμου των κρατικών επιχορηγήσεων, των ευρωπαϊκών προγραμμάτων, των αποζημιώσεων για συμμετοχή στις διάφορες επιτροπές και τις διοικήσεις, τώρα χρησιμοποιούν αυτά τα φαινόμενα σαν δικαιολογία για να τσακιστεί ο εργατικός συνδικαλισμός. Χωρίς ξεκάθαρη τοποθέτηση απέναντι σε αυτά τα ζητήματα είτε πρόκειται για την παρέμβαση στα υπάρχοντα σωματεία είτε για την δημιουργία νέων, οι όποιες διακηρύξεις για το εργατικό κίνημα δεν μπορούν να αποκτήσουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Ο ταξικός χαρακτήρας των σωματείων –και όχι τα σωματεία διαταξικές ενώσεις των διευθυντών, των εργολάβων και των προϊσταμένων-, η κλαδική τους συγκρότηση, η σύνδεση τους με τους χώρους δουλειάς, η δημοκρατική τους λειτουργία, η στάση απέναντι στους άνεργους συναδέλφους, η αγώνας για την πλήρη πολιτική και οικονομική ανεξαρτησία του συνδικαλιστικού κινήματος από το κράτος και τους εργοδότες είναι λοιπόν βασικές προϋποθέσεις για την ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος.

Φυσικά η συζήτηση για το εργατικό κίνημα δεν εξαντλείται στα παραπάνω. Όσα όμως αναφέρθηκαν είναι ορισμένα κρίσιμα σημεία για την στάση και την πρακτική των πολιτικών ρευμάτων και άρα και για την ψήφο στις 25 Γενάρη. Είναι ακριβώς αυτά τα κριτήρια που πρέπει να οδηγήσουν στην αποφασιστική καταδίκη του μαύρου μετώπου ΝΔ-ΠΑΣΟΚ και των παραφυάδων τους (Ποτάμι, Κόμμα Παπανδρέου κλπ) που εφάρμοσαν και υποστηρίζουν το τσάκισμα του κόσμου της δουλειάς. Και είναι αυτά που πρέπει να οδηγήσουν στην καταψήφιση και του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι ενδεικτικό ότι η νεοσύστατη συνδικαλιστική του παράταξη, οι δυνάμεις του Μ.Ε.Τ.Α-παρά τις αγωνιστικές διακηρύξεις- σε μια σειρά κρίσιμους κλάδους, πρωτοστατούν όχι μόνο στην διάσωση και αναπαραγωγή του εργατοπατερισμού και της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας αλλά ακόμα και στην εφαρμογή αντεργατικών πολιτικών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το φάρμακο και η Ομοσπονδία της ΠΟΙΕΕ, όπου έχει την πλειοψηφία η Αυτόνομη Παρέμβαση, η οποία έχει φτάσει μέχρι το σημείο να καταργήσει το επικουρικό ταμείο ασφάλισης, το ΤΕΑΥΦΕ, και να το μετατρέψει-μαζί με την ΠΑΣΚΕ- σε επαγγελματικό ταμείο που θα παίζει τις εισφορές των εργαζομένων στα χρηματιστήρια.

Ο χώρος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ουσιαστικά δεν υφίσταται στον ιδιωτικό τομέα, πέρα από ορισμένες αξιόλογες προσπάθειες που υπάρχουν σε κάποιους χώρους. Πέρα όμως από την κοινωνική αναφορά, ο χώρος αυτός εδώ και χρόνια έχει συγκροτηθεί σε μια λογική πολιτικού συνεχούς με τις δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ και ιδιαίτερα με τις δυνάμεις της Αριστερής Πλατφόρμας (που αποτελούν και το Μ.Ε.Τ.Α). Αυτό δεν αφορά μόνο την ΑΝΤΑΡΣΥΑ αλλά ακόμα και οργανώσεις που διαφοροποιούνται από αυτήν (όπως το ΕΕΚ που στήριξε την…..Ρένα Δούρου στον δεύτερο γύρο των περιφερειακών εκλογών, η την Ανασύνταξη που ανακοίνωσε επίσημα την στήριξη της στον ΣΥΡΙΖΑ). Όμως το εργατικό κίνημα έχει πληρώσει πολύ ακριβά την γραμμή του αριστερού πεζοδρομίου στην σοσιαλδημοκρατία στο παρελθόν (με το ΠΑΣΟΚ και την ΠΑΣΚΕ) –και σε πολύ πιο ευνοϊκές εποχές από την σημερινή. Δεν υπάρχει λοιπόν κανένα επιχείρημα γιατί πρέπει να υποστηρίξουν οι εργαζόμενοι τέτοια εγχειρήματα σήμερα, ακόμα και με την ψήφο τους. Αυτά τα χαρακτηριστικά δεν αναιρούν την έντιμη στάση συναδέλφων και αγωνιστών που συνδέονται με αυτούς τους χώρους, ούτε προφανώς και την σημασία της κοινής δράσης στο μαζικό κίνημα για τα εργατικά ζητήματα.

Οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ έχουν δώσει πολλές μάχες τα τελευταία χρόνια σε πολλούς κρίσιμους κλάδους. Η δράση του αντιμετωπίζει πολλά από τα αδιέξοδα που δημιουργούν οι σημερινές συνθήκες στο εργατικό κίνημα: την διάλυση των συνδικάτων από την συνδικαλιστική γραφειοκρατία, τις πολύ δύσκολες συνθήκες στα σωματεία του ιδιωτικού τομέα, την εργοδοτική αλλά και κρατική καταστολή, τις τρικλοποδιές από τις δυνάμεις της «ενότητας».

Πολλά από τα προβλήματα όμως δεν έχουν μόνο αντικειμενικό χαρακτήρα: Παρά την κυριαρχία του ΠΑΜΕ σε μια σειρά Ομοσπονδίες και κυρίως την πρωτιά του το 2013 στο Εργατικό Κέντρο Αθήνας, το μεγαλύτερο εργατικό κέντρο της χώρας, δεν έχει γίνει πολλές φορές δυνατός ένας διαφορετικός κεντρικός αγωνιστικός σχεδιασμός. Πολύ σημαντικές πρωτοβουλίες, όπως η μεγάλη κινητοποίηση των εργατικών σωματείων τον περασμένο Νοέμβρη, η πιο μεγάλη εργατική κινητοποίηση που έγινε τα τελευταία χρόνια στην χώρα και η μεγαλύτερη χωρίς την συνδικαλιστική γραφειοκρατία τις τελευταίες δεκαετίες, δεν μπόρεσαν να έχουν ανάλογη συνέχεια στους χώρους δουλειάς. Αντίστοιχα η συζήτηση για τις αναγκαίες τομές στο εργατικό κίνημα και την συγκρότηση των σωματείων δεν ξεπερνάει πολλές φορές το πλαίσιο του συνδικαλιστικού νόμου του ΠΑΣΟΚ, του 1264/82, που είναι σήμερα εντελώς ανεπαρκές για την ταξική ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος. Φυσικά πολλά από αυτά τα ζητήματα συνδέονται τελικά και με την συνολική γραμμή του ΚΚΕ και την συγκρότηση της στο επίπεδο του εργατικού κινήματος.

Το ΠΑΜΕ αποτελεί-πέρα από την συνδικαλιστική γραφειοκρατία- την δύναμη με την πιο μαζική παρουσία στον ιδιωτικό τομέα. Είναι μια δύναμη, που ανεξάρτητα από διαφορετικές προσεγγίσεις μαζί της η και με την γραμμή και πρακτική του ΚΚΕ, έχει ταξικό προσανατολισμό, έχει διαφοροποιηθεί έμπρακτα από την συνδικαλιστική γραφειοκρατία και ξεκάθαρες θέσεις για θεμελιώδη ζητήματα όπως είναι οι αριστερές κυβερνήσεις και η Ε.Ε. Για αυτούς τους λόγους η ψήφος στο ΚΚΕ, που είναι η ψυχή του ΠΑΜΕ, είναι η μόνη ψήφος που έχει νόημα στο σημερινό πολιτικό τοπίο που διαμορφώνεται. Γιατί είναι ψήφος υποστήριξης σε όλα τα παραπάνω, ψήφος ενίσχυσης του ταξικού προσανατολισμού του κινήματος. Για αυτούς τους λόγους ψηφίζω ΚΚΕ στις εκλογές στις 25 Γενάρη και πιο συγκεκριμένα τους υποψήφιους που προέρχονται από το ΠΑΜΕ του ιδιωτικού τομέα.

1 σχόλιο:

  1. Συνεπής κριτική, συνεπής λόγος, συνεπής στάση,
    λόγια μεστά και ειλικρινή από τον σύντροφο.

    @ψηρίς

    ΑπάντησηΔιαγραφή