Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2014

Evgeny B. Pashukanis-Το δίκαιο και η παραβίαση του νόμου (ΙΙ)

Evgeny B. Pashukanis
Το δίκαιο και η παραβίαση του νόμου (ΙΙ)

[...] Αν η ποινή λειτουργεί ως τακτοποίηση λογαριασμών, τότε είναι απαραίτητη η έννοια της υπαιτιότητας. Ο παραβάτης δίνει λόγο για το παράπτωμά του με την ελευθερία του -- στην πραγματικότητα, με ένα τμήμα της ελευθερίας του, το οποίο ανταποκρίνεται στην βαρύτητα της πράξης του. Αυτού του είδους η αντίληψη της λογοδοσίας θα ήταν μάλλον περιττή σε μια κατάσταση όπου η τιμωρία θα έχει χάσει τον χαρακτήρα του ισοδύναμου. Εκεί που δεν υπάρχει πια ίχνος της αρχής της ισοδυναμίας, η τιμωρία θα κατέληγε να πάψει εντελώς να είναι τιμωρία με την νομική έννοια του όρου.


Η νομική έννοια της ενοχής δεν είναι επιστημονική έννοια, αφού οδηγεί άμεσα στις αντιφάσεις της ακαθοριστίας. Απ' την σκοπιά της σύνδεσης των αιτίων τα οποία δημιουργούν ένα αποτέλεσμα, δεν υπάρχει βάση στο να δίνουμε προτεραιότητα σ' έναν κρίκο της αλυσίδας και όχι σε άλλο. Οι πράξεις ενός ψυχικά ανισόρροπου ανθρώπου (που δεν είναι υπόλογος για τις πράξεις του) δεν καθορίζονται λιγότερο από μια σειρά αιτιών (κληρονομικότητα, συνθήκες διαβίωσης, περιβάλλον, κλπ), από τις πράξεις ενός εντελώς φυσιολογικού και πλήρως υπόλογου ατόμου. Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι η τιμωρία ως παιδαγωγικό μέτρο (δηλαδή εκτός της έννοιας του ισοδύναμου) δεν συνδέεται με κανένα τρόπο με την έννοια της υπαιτιότητας, της ελευθερίας της βούλησης και τα τοιαύτα, ούτε έχει καμία ανάγκη τέτοιων εννοιών. Παιδαγωγικά, το αν μια τιμωρία είναι η κατάλληλη (μιλάμε βέβαια για την καταλληλότητα με την γενικότερη έννοια, ανεξάρτητα από τη μορφή, ή την ηπιότητα ή αυστηρότητα της τιμωρίας) κρίνεται αποκλειστικά από την ικανότητα να συλληφθεί επαρκώς η σύνδεση ανάμεσα στις πράξεις κάποιου και τις δυσάρεστες συνέπειές τους, και να την εντυπώσει στη μνήμη του. Τα άτομα που το ποινικό δίκαιο αντιμετωπίζει ως μη υπεύθυνα για τις πράξεις τους, όπως είναι τα παιδιά πολύ τρυφερής ηλικίας, είναι με αυτή την έννοια εξίσου υπεύθυνα, από την άποψη ότι μπορούν να επηρεαστούν σε μια συγκεκριμένη κατεύθυνση.

[...]

Η στέρηση της ελευθερίας, για μια περίοδο η οποία καθορίζεται από την ποινή του δικαστηρίου, είναι η συγκεκριμένη μορφή στην οποία το σύγχρονο, δηλαδή το αστικο-καπιταλιστικό δίκαιο, ενσωματώνει την αρχή της ισοδύναμης ανταπόδοσης. Η μορφή αυτή συνδεεται ασυνείδητα αλλά βαθιά με την αφηρημένη αντίληψη του ανθρώπου, και με την αφαίρεση της ανθρώπινης εργασίας, που μετριέται ως χρόνος. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η μορφή τιμωρίας θεμελιώθηκε ακριβώς τον δέκατο ένατο αιώνα και θεωρούνταν φυσική τότε (δηλαδή σε μια περίοδο που η αστική τάξη μπορούσε να να παγιώσει και να αναπτύξει πλήρως όλα της τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά).

Για να γίνει εφικτό να εμφανιστεί η ιδέα ότι μπορεί κάποιος να αποζημιώσει άλλους για ένα παράπτωμα με ένα κομμάτι αφηρημένης ελευθερίας που προκαθορίζεται, ήταν απαραίτητο όλες οι συγκεκριμένες μορφές του κοινωνικού πλούτου να μπορούν να αναχθούν στην πιο αφηρημένη και απλούστερη μορφή, στην ανθρώπινη εργασία που μετριέται με το χρόνο. [...] Ο βιομηχανικός καπιταλισμός, η διακήρυξη των ανθρώπινων δικαιωμάτων, η πολιτική οικονομία του Ρικάρντο και το σύστημα εγκλεισμού για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα αποτελούν φαινόμενα που προσιδιάζουν σε μία και μοναδική ιστορική εποχή.

[...]

Η αντίφαση ανάμεσα στον έλλογο στόχο της προστασίας της κοινωνίας ή της αναμόρφωσης του εγκληματία, και της αρχής της ισοδύναμης αποζημίωσης, δεν υφίσταται απλώς στα βιβλία και στις θεωρίες, αλλά στην ίδια τη ζωή, στην δικαστική πρακτική, στην ίδια τη δομή της κοινωνίας -- όπως και η αντίφαση ανάμεσα στο γεγονός ότι οι άνθρωποι γενικά δένονται μεταξύ τους λόγω της εργασίας τους, και ότι η παράλογη μορφή της έκφρασης αυτού του δεσμού, η αξία του εμπορεύματος, βρίσκεται όχι στα βιβλία και τις θεωρίες αλλά στην ίδια την κοινωνική πρακτική. Για να το δείξουμε αυτό, χρειάζεται απλά να σκεφτούμε διεξοδικά κάποιες όψεις.

Αν, στην κοινωνική ζωή, ο σκοπός της τιμωρίας ήταν στ' αλήθεια το μοναδικό που μέτραγε, τότε η εκτέλεση της ποινής θα έπρεπε να δημιουργεί το εντονότερο ενδιαφέρον. Αλλά δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, η κύρια έμφαση μιας ποινικής δίκης είναι το δικαστήριο τη στιγμή που βγαίνει η ετυμηγορία. Το ενδιαφέρον που επιδεικνύεται για τις παρατεταμένες μεθόδους άσκησης επιρροής πάνω στον παραβάτη είναι ασήμαντο όταν συγκριθεί με το ενδιαφέρον που δημιουργεί η αποκαλυπτική στιγμή της ετυμηγορίας και ο καθορισμός του "βαθμού τιμωρίας." Μονάχα ένας μικρός κύκλος επαγγελματικά ενδιαφερόενων ασχολείται με το ζήτημα της μεταρρύθμισης του σωφρονιστικού συστήματος· η προσοχή, σε ό,τι αφορά το ευρύ κοινό, στρέφεται στο αν η ποινή ανταποκρίνεται στη βαρύτητα της παράβασης.

[...]

Με λίγα λόγια, η σχέση του κράτους με τον παραβάτη παραμένει σε όλο το διάστημα μέσα στο πλαίσιο του δίκαιου εμπορίου. Σ' αυτό ακριβώς βρίσκονται οι λεγόμενες εγγυήσεις για την διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας του ποινικού δικαστηρίου.

4 σχόλια:

  1. ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΑ

    Φίλε Αντώνη, καλησπέρα!

    Όπως δεσμεύθηκα, ακολουθεί η μετάφραση της δεύτερης σειράς αποσπασμάτων από το 7ο κεφάλαιο του βιβλίου του Γ. Μπ. Πασουκάνις «Γενική θεωρία του δικαίου και μαρξισμός». Η μετάφραση της ήδη αναρτημένης τρίτης σειράς αποσπασμάτων θ’ αργήσει λίγο για λόγους ανεξάρτητους από την θέλησή μου.

    Θα ήθελα να σε παρακαλέσω να λάβεις υπόψη σου κατά την ανάρτηση και τα παρακάτω.

    Πρώτα να διορθώσεις το τίτλο και των τριών αναρτήσεων γιατί η σωστή μετάφραση του τίτλου του 7ου κεφαλαίου που απ’ ό,τι καταλαβαίνω χρησίμεψε ως συνολικός τίτλος, είναι «Το δίκαιο και η παράβαση του νόμου» και όχι «Το δίκαιο και η παραβίαση του νόμου».

    Μετά να βάλεις με κυρτά ημίμαυρα τις υπογραμμίσεις του ίδιου του Πασουκάνις· υπάρχουν μια τέτοια υπογράμμιση στην πρώτη σειρά, στην τέταρτη (IV) συνέχεια και δύο στην δεύτερη σειρά, στην έκτη (VI) και έβδομη (VII) συνέχειες.

    Αυτά προς το παρόν και τα λέμε εν ευθέτω χρόνω.

    Σε καληνυχτίζω,

    Μη Απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ΓΙΕΒΓΚΕΝΙ ΠΑΣΟΥΚΑΝΙΣ: ΓΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ, ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ. ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ) (VΙ)

    Εισαγωγική παρατήρηση. Η πρώτη έκδοση του βιβλίου του Γ. Μπ. Πασουκάνις «Γενική θεωρία του δικαίου και μαρξισμός. Απόπειρα κριτικής βασικών νομικών εννοιών» [Общая теория права и марксизм. Опыт критики основных юридических понятий] πραγματοποιήθηκε το 1924 στην Μόσχα από τον εκδοτικό οίκο της Κομμουνιστικής Ακαδημίας, η δεύτερη το 1926 και η τρίτη το 1927 χωρίς τον υπότιτλο· το 1929 κυκλοφόρησε διαρρυθμισμένη επανεκτύπωση της τελευταίας έκδοσης. Τα αποσπάσματα που ακολουθούν μεταφράστηκαν από την τρίτη έκδοση του 1927, το κείμενο της οποίας αντιπαραβλήθηκε με το κείμενο της «Εκλογής Έργων για την Γενική Θεωρία του Δικαίου και του Κράτους» [Избранные произведения по общей теории права и государства] του Γ. Μπ. Πασουκάνις που εκδόθηκε από το Ινστιτούτο Κράτους και Δικαίου της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ (Εκδόσεις «Επιστήμη», Μόσχα 1980, σσ. 171–174, 180). Διατηρήθηκε το κείμενο, η στίξη και η διάταξη παραγράφων της έκδοσης του 1927. Υπογραμμίσεις του συγγραφέα στο πρωτότυπο δίνονται με κυρτά ημίμαυρα. Μέσα σε ορθογώνιες αγκύλες ([ ]) έχω τοποθετήσει δικές μου επεξηγηματικές προσθήκες· αποσιωπητικά μεταξύ ορθογώνιων αγκυλών ([…]) δείχνουν πού έχει παραλειφθεί το κείμενο του πρωτότυπου, ενώ αραβικοί αριθμοί επίσης σε ορθογώνιες αγκύλες ([1], [2] κ.ο.κ.) αναφέρονται στις υποσημειώσεις του πρωτότυπου. — Μη Απολιθωμένος κ.λπ.

    Γιεβγκένι Μπρονισλάβοβιτς Πασουκάνις, Γενική θεωρία του δικαίου και μαρξισμός. Τρίτη έκδοση, Εκδοτικός Οίκος της Κομμουνιστικής Ακαδημίας, Μόσχα 1927, σσ. 121–124

    Κεφάλαιο έβδομο. Το δίκαιο και η παράβαση του νόμου.

    […]

    Η ιδέα της ευθύνης είναι απαραίτητη, αν η τιμωρία προβάλλει σαν μέσο εξόφλησης λογαριασμών. Ο εγκληματίας ευθύνεται με την ελευθερία του για το έγκλημα και ευθύνεται μ’ ένα τέτοιο κομμάτι ελευθερίας που είναι ανάλογο με την βαρύτητα του ό,τι έχει διαπράξει. Αυτή η ιδέα της ευθύνης εντελώς δεν χρειάζεται εκεί, όπου η τιμωρία έχει απαγκιστρωθεί από τον χαρακτήρα της ισοδυναμίας. Εκεί όμως, όπου απ’ αυτή την αρχή δεν έχει μείνει πραγματικά ούτε ίχνος, εκεί η τιμωρία παύει να είναι τιμωρία με την νομική σημασία της λέξης.

    Η νομική έννοια της υπαιτιότητας δεν είναι επιστημονική, γιατί κατευθείαν οδηγεί στις αντιφάσεις της αναιτιοκρατίας. Από την άποψη της διασύνδεσης των αιτιών που προκαλούν το ένα ή το άλλο συμβάν, δεν υπάρχει ούτε η παραμικρή θεμελίωση για να προτιμηθεί ο ένας σύνδεσμος από τον άλλο. Οι πράξεις ενός ανθρώπου ψυχικά μη φυσιολογικού (που έχει το ακαταλόγιστο των πράξεών του) μπορούν ακριβώς το ίδιο να καθορίζονται από μια σειρά αιτιών, δηλ. από την κληρονομικότητα, από τις συνθήκες διαβίωσης, από το περιβάλλον κ.λπ. όπως και οι πράξεις ενός ανθρώπου πλήρως φυσιολογικού (που έχει την ευθύνη των πράξεών του). Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι η τιμωρία που εφαρμόζεται ως μέτρο παιδαγωγικό (δηλ. εκτός της νομικής ιδέας του ισοδύναμου), καθόλου δεν σχετίζεται με τις αντιλήψεις για τον καταλογισμό, την ελευθερία της εκλογής κ.λπ. και δεν χρειάζεται αυτές τις αντιλήψεις. Η σκοπιμότητα της τιμωρίας στην παιδαγωγική (μιλάμε εδώ, εννοείται, για την σκοπιμότητα στην πιο γενική της σημασία, ανεξάρτητα από την εκλογή των μορφών, της ηπιότητας, της αυστηρότητας της τιμωρίας κ.λπ.) καθορίζεται αποκλειστικά από την ύπαρξη μιας επαρκώς ανεπτυγμένης ικανότητας να αντιλαμβάνεται κανείς την σχέση μεταξύ της πράξης του και των δυσάρεστων συνεπειών της και να κρατάει αυτή την σχέση στην μνήμη του. Υπόλογα των πράξεών τους μ’ αυτήν την έννοια, δηλ. αυτά τα οποία υπόκεινται στην επίδραση προς την συγκεκριμένη κατεύθυνση, είναι και τέτοια πρόσωπα που ο ποινικός νόμος θεωρεί ότι δεν φέρουν την ευθύνη των πράξεών τους, δηλ. παιδιά, ξεκινώντας από πολύ μικρή ηλικία, και ψυχικά μη φυσιολογικοί άνθρωποι [1].

    Μη Απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. ΓΙΕΒΓΚΕΝΙ ΠΑΣΟΥΚΑΝΙΣ: ΓΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ, ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ. ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ) (VΙΙ)

    […] Η στέρηση της ελευθερίας για ένα συγκεκριμένο, από τα πριν καθορισμένο στην δικαστική απόφαση διάστημα αποτελεί εκείνη την ειδική μορφή, με την οποία το σύγχρονο, δηλ. το αστικό-καπιταλιστικό, ποινικό δίκαιο πραγματοποιεί την αρχή της ισοδύναμης ανταπόδοσης. Αυτός ο τρόπος ασυνείδητα αλλά βαθειά σχετίζεται με την αντίληψη για τον αφηρημένο άνθρωπο και την αφηρημένη ανθρώπινη εργασία που μετριέται με τον χρόνο. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η μορφή τιμωρίας εδραιώθηκε κι άρχισε να φαίνεται κάπως φυσική και αυτονόητη ακριβώς τον 19ο αι., δηλ. όταν η αστική κοινωνία πλήρως ανέπτυξε και εδραίωσε όλες τις ιδιαιτερότητές της. […]

    Για να εμφανιστεί η ιδέα της δυνατότητας να γίνεται εξόφληση για ένα έγκλημα με ένα από τα πριν καθορισμένο κομμάτι της αφηρημένης ελευθερίας έπρεπε να αναχθούν όλες οι συγκεκριμένες μορφές του κοινωνικού πλούτου στην απλούστατη και πιο αφηρημένη μορφή: στην ανθρώπινη εργασία που μετριέται με τον χρόνο. […] Ο βιομηχανικός καπιταλισμός, η διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη, η ρικαρντιανή [David Ricardo (1772–1823), Βρετανός οικονομολόγος, επιφανής εκπρόσωπος της κλασικής αστικής πολιτικής οικονομίας] πολιτική οικονομία και το σύστημα της πρόσκαιρης εγκάθειρξης είναι η ουσία ενός φαινομένου μιας και της ίδιας ιστορικής εποχής.

    […]

    […] Η αντίφαση ανάμεσα στον λογικό σκοπό της υπεράσπισης της κοινωνίας ή της αναδιαπαιδαγώγησης του εγκληματία και στην αρχή της ισοδύναμης ανταπόδοσης δεν υπάρχει στα βιβλία και στις θεωρίες, αλλά στην ίδια την ζωή, στην δικαστική πρακτική, στην ίδια την δόμηση της κοινωνίας. Έτσι ακριβώς, όπως η αντίφαση ανάμεσα στο γεγονός των εργασιακών σχέσεων των ανθρώπων σαν τέτοιων και στην παράλογη μορφή έκφρασης αυτού του γεγονότος στην αξία των εμπορευμάτων δεν υπάρχει ούτε στην θεωρία ούτε στα βιβλία, αλλά στην ίδια την κοινωνική πρακτική. Για να αποδειχτεί αυτό αρκεί να σταθούμε σε μερικά στοιχεία. Αν πράγματι στην κοινωνική ζωή η τιμωρία αντιμετωπιζόταν αποκλειστικά από την άποψη του σκοπού, τότε το πιο ισχυρό ενδιαφέρον θα έπρεπε να κινήσει η ίδια η πραγματοποίηση της τιμωρίας και, κατά πρώτο, το αποτέλεσμά της. Εντούτοις ποιος βέβαια θα συνεχίσει να αρνιέται ότι το κέντρο βάρους της ποινικής δίκης για την τεράστια πλειοψηφία αποτελούν η αίθουσα του δικαστηρίου και η στιγμή έκδοσης της δικαστικής απόφασης;

    Μη Απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. ΓΙΕΒΓΚΕΝΙ ΠΑΣΟΥΚΑΝΙΣ: ΓΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ, ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ. ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ) (VΙΙΙ)

    Το ενδιαφέρον, το οποίο εκδηλώνεται για τον ένα ή τον άλλο μακροχρόνιο τρόπο επίδρασης στον εγκληματία, είναι ολότελα μηδαμινό σε σύγκριση μ’ εκείνο το ενδιαφέρον, το οποίο προκαλεί η εντυπωσιακή στιγμή της έκδοσης της δικαστικής απόφασης και του καθορισμού του «μέτρου τιμωρίας». Τα ζητήματα της σωφρονιστικής μεταρρύθμισης ζωηρά απασχολούν μόνο έναν μικρό κύκλο ειδικών· για τα πλατιά στρώματα στο κέντρο του ενδιαφέροντος βρίσκεται η αντιστοιχία της δικαστικής απόφασης προς την βαρύτητα του ό,τι έχει διαπραχθεί. […] Με μια λέξη, το κράτος τοποθετεί την σχέση του προς τον εγκληματία στα πλαίσια της ευσυνείδητης εμπορευματικής κυκλοφορίας, πράγμα στο οποίο και συνίστανται οι λεγόμενες ποινικές δικονομικές εγγυήσεις.

    [1] Ο γνωστός ψυχίατρος Κρέπελιν [Emil Kraepelin (1856–1926), Γερμανός ψυχίατρος, καθηγητής των Πανεπιστημίων του Τάρτου, της Χαϊδελβέργης και του Μονάχου] επισημαίνει ότι «η παιδαγωγική δουλειά μεταξύ των ψυχοπαθών, με την μορφή που αυτή τώρα πραγματικά και με μεγάλη επιτυχία διεξάγεται, θα ήταν, εννοείται, αδιανόητη, αν όλοι οι ψυχοπαθείς που χαίρουν ποινικής νομικής ασυλίας θα είχαν στ’ αλήθεια στερηθεί την ελευθερία να καθορίζουν μόνοι τους την ύπαρξή τους με την έννοια που το καταλαβαίνει αυτό ο νομοθέτης» (K r a e p e l i n, Die Abschaffung des Strafmasses. 1880. Σελ. 13 [Κρέπελιν, Η κατάργηση της ποινής, 1880, σελ. 13]). Είναι αυτονόητο πως ο συγγραφέας την ίδια στιγμή διατυπώνει έναν όρο, για να μην τον καταλάβουν με το νόημα ότι τάχα προτείνει την καθιέρωση της ποινικής νομικής ευθύνης για τους παράφρονες. Όμως αυτοί οι συλλογισμοί δείχνουν με επαρκή ευκρίνεια ότι το ποινικό δίκαιο χρησιμοποιεί την έννοια του καταλογισμού σαν προϋπόθεση ποινής όχι μ’ εκείνη την μοναδικά σαφή σημασία, με την οποία την καθιερώνουν η επιστημονική ψυχολογία και παιδαγωγική.

    Μη Απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

    ΑπάντησηΔιαγραφή