Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2014

Evgeny B. Pashukanis-Το δίκαιο και η παραβίαση του νόμου (Ι)

Εισαγωγική παρατήρηση: Η μετάφραση έγινε από την τρίτη έκδοση του βιβλίου που τυπώθηκε στην Μόσχα το 1927 από το Τμήμα Δικαίου και Κράτους της Κομμουνιστικής Ακαδημίας [Коммунистическая Академия — Секция Права и Государства] και κυκλοφόρησε από τον εκδοτικό οίκο της Ακαδημίας: Е. Б. Пашуканис, Общая теория права и марксизм. Издание третье, Издательство Коммунистической Академии, Москва 1927. Το κείμενο της έκδοσης αυτής αντιπαραβλήθηκε με το κείμενο της «Εκλογής Έργων για την Γενική Θεωρία του Δικαίου και του Κράτους» [Избранные произведения по общей теории права и государства] του Γ. Μπ. Πασουκάνις που εκδόθηκε από το Ινστιτούτο Κράτους και Δικαίου της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ (Εκδόσεις «Επιστήμη», Μόσχα 1980, σσ. 159–165, 180). Τηρήθηκε η στίξη και η διάταξη παραγράφων της έκδοσης του 1927. Μέσα σε ορθογώνιες αγκύλες ([ ]) έχω τοποθετήσει δικές μου επεξηγηματικές προσθήκες· αποσιωπητικά μεταξύ ορθογώνιων αγκυλών ([…]) δείχνουν πού έχει παραλειφθεί το κείμενο του πρωτότυπου, ενώ αραβικοί αριθμοί επίσης σε ορθογώνιες αγκύλες ([1], [2] κ.ο.κ.) αναφέρονται στις υποσημειώσεις. — Μη Απολιθωμένος κ.λπ.

Γιεβγκένι Μπρονισλάβοβιτς Πασουκάνις, Γενική θεωρία του δικαίου και μαρξισμός. Τρίτη έκδοση, Εκδοτικός Οίκος της Κομμουνιστικής Ακαδημίας, Μόσχα 1927, σσ. 110–116

Κεφάλαιο έβδομο. Το δίκαιο και η παράβαση του νόμου
Μτφρ.: Μη Απολιθωμένος



[…]

Η μη υπακοή του κανόνα, η παράβασή του, η ρήξη των κανονικών σχέσεων και η σύγκρουση που απορρέει από εδώ, να τι αποτελεί το αφετηριακό σημείο και το κεφαλαιωδέστατο περιεχόμενο της αρχαϊκής νομοθεσίας. Τουναντίον, το κανονικό δεν καταγράφεται εξαρχής σαν τέτοιο, αυτό απλά υπάρχει. Η ανάγκη να καταγράψει και να καθορίσει κανείς ακριβώς την έκταση και το περιεχόμενο των αμοιβαίων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αναφύεται εκεί όπου η ήσυχη και ειρηνική ύπαρξη έχει διαταραχθεί. Απ’ αυτή την άποψη έχει δίκιο ο Μπένθαμ [Jeremy Bentham (1748–1832), Βρετανός φιλόσοφος και νομικός, θεωρείται ο θεμελιωτής του σύγχρονου ωφελιμισμού] όταν λέει πως ο νόμος θεσπίζει δικαιώματα θεσπίζοντας εγκλήματα. Η νομική σχέση παίρνει ιστορικά τον ειδικό της χαρακτήρα πριν απ’ όλα στην βάση γεγονότων παράβασης του νόμου. Η έννοια της κλοπής προσδιορίζεται νωρίτερα απ’ ό,τι η έννοια της ιδιοκτησίας. […]

[…]

Η καταγωγή του ποινικού δικαίου συνδέεται ιστορικά με το έθιμο του φόνου αντεκδίκησης (βεντέτα). Είναι αναμφίβολο ότι από γενετικής πλευράς αυτά τα φαινόμενα αλληλογειτνιάζουν. […], ο φόνος αντεκδίκησης (βεντέτα) συμπίπτει με το jus talionis [δίκαιο του αντιπεπονθότος (στα λατινικά)], δηλαδή με την αρχή της ίσης ανταπόδοσης κατά την οποία η μέσω αντεκδίκησης απάλειψη της προσβολής από τον προσβεβλημένο ή από το γένος του εξαλείφει την δυνατότητα περαιτέρω αντεκδίκησης. […]

[…] Η αντεκδίκηση αρχίζει να ρυθμίζεται από το έθιμο και μετατρέπεται σε τιμωρία σύμφωνα με τον κανόνα των ίσων αντιποίνων: «οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος» μόνο τότε, όταν δίπλα σ’ αυτό αρχίζει να παγιώνεται ένα σύστημα σύνθεσης ή χρηματικής εξαγοράς. Η ιδέα του ισοδύναμου, αυτή η πρώτη καθαρά δικαιϊκή ιδέα, έχει πάντοτε ως πηγή της την ίδια την μορφή του εμπορεύματος. […]

[…] Η αντεκδίκηση από καθαρά βιολογικό φαινόμενο καθίσταται νομικός θεσμός στον βαθμό που αυτή συσχετίζεται κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο με την μορφή της ισοδύναμης ανταλλαγής, της ανταλλαγής σύμφωνα με την αξία.

Το αρχαϊκό ποινικό δίκαιο υπογραμμίζει αυτόν τον συσχετισμό με ιδιαίτερα οφθαλμοφανή και άξεστο τρόπο, γιατί σ’ αυτό η ζημιά που προξενείται στην περιουσία και η ζημιά που προξενείται στο πρόσωπο, αλληλοεξισώνονται άμεσα μ’ εκείνη την απλοϊκότητα που την απαρνούνται με ντροπή οι ύστερες εποχές. Από την άποψη του αρχαίου ρωμαϊκού δικαίου δεν υπήρχε τίποτα το αξιοπερίεργο στο να εξοφλεί ο ανίκανος αποπληρωμής οφειλέτης τα χρέη του με μέλη του σώματός του (in partes secare [διαμελίζω (στα λατινικά)]) και να ευθύνεται ο ένοχος σωματικής βλάβης με την περιουσία του. Η ιδέα της ισοδύναμης αγοραπωλησίας προβάλλει εδώ με όλη την γυμνότητά της χωρίς να περιπλέκεται και χωρίς να καταπνίγεται από οποιαδήποτε τυχαία στοιχεία. Σε αντιστοιχία μ’ αυτό και η ποινική δίκη αποκτά τον χαρακτήρα μιας εμπορικής αγοραπωλησίας. «Πρέπει εδώ», λέει ο Γιέρινγκ [Rudolf von Jhering (1818–1892), Γερμανός νομομαθής, καθηγητής του Πανεπιστημίου της Γοτίγγης], «να φανταστούμε ένα παζάρεμα κατά το οποίο, από την μια πλευρά, ζητούν μιαν εξαιρετικά ψηλή τιμή, ενώ, από την άλλη, κατεβάζουν την τιμή ωσότου να καταλήξουν τελικά σε συμφωνία. Η έκφραση γι’ αυτό ήταν: pacere [διευθετώ με φιλικό τρόπο], και για την συμφωνία καθαυτή στο θέμα της τιμής: pactum [συμφωνία, σύμβαση, συμβιβασμός]». «Από εδώ», συμπληρώνει ο Γιέρινγκ, «χρονολογείται στο αρχαίο σκανδιναβικό δίκαιο το αξίωμα του εκλεγμένου και από τα δύο μέρη ενδιαμέσου, ο οποίος καθορίζει το ύψος του ποσού συμβιβασμού» (ο arbiter [διαιτητής (στα λατινικά)] με την αρχική ρωμαϊκή σημασία)[1].

Σε ό,τι αφορά τις λεγόμενες δημόσιες ποινές, δεν υφίσταται η παραμικρή αμφιβολία ότι αυτές αρχικά επιβάλλονται, κυρίως, για δημοσιονομικούς λόγους και αποτελούν μέσο για να συμπληρώνονται τα έσοδα του θησαυροφυλάκιου των εκπροσώπων της εξουσίας. «Το κράτος», λέει ο Χ. Σ. Μέιν [Henry James Sumner Maine (1822–1888), Βρετανός νομομαθής του συγκριτικού δικαίου και ιστορικός, καθηγητής των Πανεπιστημίων της Οξφόρδης και του Κέμπριτζ], «δεν εισέπραξε από τον εναγόμενο πρόστιμο για το κακό που υποτίθεται ότι προξένησε στο κράτος, όμως απαίτησε για τον εαυτό του μονάχα ένα κάποιο μερίδιο από την αποζημίωση που επιδικάζεται στον ενάγοντα, με την μορφή της δίκαιας ποινής για απώλεια χρόνου και διατάραξη της ησυχίας»[2]. […]

[…] Έτσι, για παράδειγμα, μια από τις σημαντικότατες για τον γαιοκτήμονα παραβάσεις του νόμου, η δόλια μετατόπιση των οροθετικών σημείων, εθεωρείτο από τα πολύ παλιά χρόνια θρησκευτικό κακούργημα και το κεφάλι του ενόχου αφιερωνόταν στους θεούς.* Η ιερατική κάστα, παρουσιαζόμενη με την ιδιότητα του οργάνου της τάξης, απέβλεπε ξανά όχι μόνο σ’ ένα ιδεατό, αλλά και σ’ ένα πολύ ουσιαστικό υλικό συμφέρον, γιατί η περιουσία του ενόχου δημευόταν προς όφελός της. […]

Η επιρροή της ιερατικής οργάνωσης, δηλ. της εκκλησίας, πάνω στο ποινικό δίκαιο εκδηλώνεται στο ότι, αν και η ποινή διατηρεί την δική της φύση του ισοδύναμου ή της ανταπόδοσης, εντούτοις αυτή η ανταπόδοση ήδη δεν συσχετίζεται άμεσα με την βλάβη του παθόντα και δεν θεμελιώνεται πάνω στην αξίωσή του, αλλά προσλαμβάνει ανώτατη αφηρημένη σημασία, ως θεία τιμωρία. Στο υλικό στοιχείο της αποζημίωσης για την βλάβη η εκκλησία επιδιώκει, μ’ αυτόν τον τρόπο, να ενσωματώσει το ιδεολογικό κίνητρο του εξαγνισμού και της κάθαρσης (expiatio [εξιλέωση (στα λατινικά)])[3] και να καταστήσει με τον τρόπο αυτό το ποινικό δίκαιο που έχει οικοδομηθεί πάνω στις αρχές της ιδιωτικής αντεκδίκησης, ένα πιο αποτελεσματικό μέσο υποστήριξης της κοινωνικής πειθαρχίας, δηλ. της ταξικής ηγεμονίας. […]

Η κατάσταση των πραγμάτων μεταβάλλεται παράλληλα με την ανάπτυξη και εδραίωση των φραγμών μεταξύ τάξεων και κοινωνικών στρωμάτων. Η εμφάνιση της κληρικής και κοσμικής ιεραρχίας προωθεί σε πρώτη θέση την περιφρούρηση των προνομίων της και την πάλη με τις κατώτερες καταπιεζόμενες τάξεις του πληθυσμού. Η αποσύνθεση της φυσικής οικονομίας και η προκαλούμενη απ’ αυτή αύξηση της εκμετάλλευσης των αγροτών, η ανάπτυξη του εμπορίου και η σε κοινωνικά στρώματα οργάνωση του κράτους θέτουν στα ποινικά δικαστήρια διαφορετικά καθήκοντα. Σ’ αυτή την εποχή η ποινική δικαιοσύνη καθίσταται ήδη για το κράτος όχι τόσο μέσο συμπλήρωσης των εσόδων όσο μέσο ανελέητης και ωμής εξόντωσης των «κακών ανθρώπων», δηλ. πρώτιστα των αγροτών που το ’σκαζαν για να γλιτώσουν την αβάσταχτη εκμετάλλευση των τσιφλικάδων και του τσιφλικάδικου κράτους, των εξαθλιωμένων τμημάτων του πληθυσμού, των αλητών, των ζητιάνων κ.λπ. Κύριο ρόλο αρχίζει να παίζει ο αστυνομικός και διωκτικός μηχανισμός. Οι ποινές καθίστανται μέσο ή φυσικής εξολόθρευσης ή κατατρομοκράτησης. Είναι η εποχή των βασανιστηρίων, των σωματικών ποινών και των ωμών τρόπων θανατικής εκτέλεσης.

Έτσι βαθμιαία προπαρασκευάστηκε εκείνο το σύνθετο αμάλγαμα που παρουσιάζεται ως σύγχρονο ποινικό δίκαιο. Σ’ αυτό εύκολα διακρίνουμε εκείνες τις ιστορικές διαστρωματώσεις, από τις οποίες αποτελείται. Στην ουσία, δηλ. από καθαρά κοινωνιολογική άποψη, η αστική κοινωνία με το δικό της σύστημα ποινικού δικαίου υποστηρίζει την ταξική της ηγεμονία και κρατάει σε υποταγή τις εκμεταλλευόμενες τάξεις. Σχετικά μ’ αυτό, τα δικαστήριά της και οι ιδιωτικές της «εθελοντικές» οργανώσεις απεργοσπαστών αποβλέπουν σ’ έναν και τον ίδιο σκοπό.

Αν κοιτάξουμε την υπόθεση απ’ αυτή την σκοπιά, τότε το ποινικό δικαστήριο αποτελεί μονάχα εξάρτημα του αστυνομικού και διωκτικού μηχανισμού. Πράγματι, αν τα ποινικά δικαστήρια του Παρισιού έκλειναν για μερικούς μήνες, απ’ αυτό θα υπέφεραν μόνο οι υπό κράτηση εγκληματίες. Αν όμως οι περιβόητες αστυνομικές ταξιαρχίες του Παρισιού έπαυαν την εργασία τους έστω και για μία ημέρα, αυτό θα ισοδυναμούσε με καταστροφή.

Η ποινική δικαιοδοσία του αστικού κράτους είναι η οργανωμένη ταξική τρομοκρατία, η οποία μονάχα ως προς τον βαθμό διαφέρει από τα λεγόμενα έκτακτα μέτρα που λαμβάνονται σε κατάσταση εμφυλίου πολέμου. […]


Σημειώσεις του κειμένου

[1] Γ ι έ ρ ι ν γ κ. «Το πνεύμα του ρωμαϊκού δικαίου». Α΄, σελ. 118, ρωσική μετάφραση.

[2] Μ έ ι ν Χ. Σ. «Το αρχαίο δίκαιο». 1873, σελ. 269.

[3] Ο Γιέρινγκ επισημαίνει ότι η λέξη supplicium [λατινικά], θανατική εκτέλεση, παραπέμπει ετυμολογικά στον καταπράυνση των θεών (supplicare [λατινικά]: καταπραΰνω, εξευμενίζω). Βλ. «Το πνεύμα του ρωμαϊκού δικαίου», Α΄, σελ. 238, ρωσική μετάφραση, 1875.


Σημείωση ιστολόγου: * Πρόκειται για την περίφημη sacratio. Παράβαλλε Agamben, Homo Sacer, καθώς και την ακόλουθη παρατήρηση του γράφοντος: "Νόμος, βαθμός μηδέν: χωρίς δικαιϊκό περιεχόμενο, χωρίς αναφορά στην ηθική ή την ιερότητα της ζωής. Ο μυθικός πυρήνας του νόμου, οι αρχαϊκές του απαρχές: H τιμωρία, δια του θανάτου, για την παραβίαση ενός συνόρου, που με την σειρά του είναι η αρχαϊκότερη μορφή όχι του κράτους, αλλά του ιερού. Sacer. 'Δεν ξέρω αν πράγματι χτύπησα στην πύλη από θρασύτητα ή αφηρημάδα ή αν της έδειξα μονάχα τη γροθιά μου και δεν τη χτύπησα καθόλου. Εκατό βήματα πιο πέρα, εκεί που έστριβε ο εξοχικός δρόμος, άρχιζε το χωριό. Δεν το ξέραμε, αλλά, μόλις είχαμε προσπεράσει το πρώτο σπίτι, μας πλησίασαν κάποιοι άνθρωποι και μας έκαναν νόημα φιλικά ή απειλητικά, τρομοκρατημένοι, καμπουριασμένοι από το φόβο. Μας δείξανε προς τη μεριά της έπαυλης, που είχαμε μόλις πριν λίγο προσπεράσει, και μας θύμισαν το χτύπημα στην πύλη. Οι ιδιοκτήτες της αγροτικής έπαυλης θα μας έκαναν αγωγή και θ' άρχιζαν αμέσως οι ανακρίσεις' (Franz Kafka, 'Το χτύπημα στην πύλη')". (Non) Habeas Corpus, Radical Desire, 9/5/2011).

9 σχόλια:

  1. ΓΙΕΒΓΚΕΝΙ ΠΑΣΟΥΚΑΝΙΣ: ΓΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ, ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ. ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ) (Ι)

    Φίλε Αντώνη, καλησπέρα.

    Η μετάφραση των αποσπασμάτων από το έβδομο κεφάλαιο («Το δίκαιο και η παράβαση του νόμου») του βιβλίου του Γ. Μπ. Πασουκάνις «Γενική θεωρία του δικαίου και μαρξισμός» που παραθέτεις σ’ αυτή εδώ την ανάρτηση, παρουσιάζει ορισμένα προβλήματα. Υπάρχουν μερικά λάθη και διάφορες ανακρίβειες. Δυστυχώς σοβαρότατα μεταφραστικά λάθη έχει η ελληνική μετάφραση του βιβλίου που εκδόθηκε με τον τίτλο «Μαρξισμός και δίκαιο» από τις εκδόσεις «Οδυσσέας» στην Αθήνα και κυκλοφόρησε το 1977 σε πρώτη και το 1985 σε δεύτερη έκδοση. Το χειρότερο είναι ότι οι μεταφραστές Αντρέας Χριστόπουλος και Μυρσίνη Ζορμπά δεν διαφωτίζουν τον αναγνώστη ή την αναγνώστρια σχετικά με το από ποια γλώσσα μετάφρασαν, δηλαδή αν η μετάφρασή τους έγινε από το ρωσικό πρωτότυπο ή από μετάφραση του πρωτότυπου σε άλλη γλώσσα· το ότι του κειμένου του βιβλίου προτάσσεται ένα —εν μέρει παραπλανητικό και εν πολλοίς άσχετο με το περιεχόμενο του βιβλίου— εισαγωγικό άρθρο του Ιταλού Ουμπέρτο Τσερόνι, αφήνει την υποψία και επιτρέπει την υπόθεση ότι πρόκειται για μετάφραση από την ιταλική μετάφραση, αλλά αυτό δεν είναι σίγουρο. Όπως και να ’χουν τα πράγματα, έχουμε να κάνουμε, για πολλοστή φορά στις δεκαετίες του 1970 κι ’80 στην Ελλάδα, μ’ άλλη μια περίπτωση μη υπεύθυνης —το λιγότερο— αντιμετώπισης (κάλλιστα θα μπορούσε να πει κανείς «θυσίας» στον βωμό του λεγόμενου «ευρωκομμουνισμού») ενός σημαντικού έργου μαρξιστικής προσέγγισης του ζητήματος του δικαίου από την πλευρά της σοβιετικής νομικής επιστήμης των δεκαετιών του 1920 και ’30, αφού ο Γιεβγκένι Μπρονισλάβοβιτς Πασουκάνις [Евгений Брониславович Пашуканис] (1891–1937) μαζί με τους Πιότρ Ιβάνοβιτς Στούτσκα [Пётр Иванович Стучка] (1865–1932) και Αντρέι Γιανουάριεβιτς Βισίνσκι [Андрей Януарьевич Вышинский] (1883–1954) αποτελούσαν την πλειάδα των σοβιετικών νομομαθών της εποχής τους, έστω κι αν οι απόψεις τους ήταν όχι σπάνια διαμετρικά αντίθετες. Για τους παραπάνω λόγους μετάφρασα τα συγκεκριμένα αποσπάσματα που παραθέτεις εκ νέου από το ρωσικό πρωτότυπο και στα στέλνω στη συνέχεια για να τα χρησιμοποιήσεις όπου δει.

    Σε χαιρετώ,

    Μη Απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ΓΙΕΒΓΚΕΝΙ ΠΑΣΟΥΚΑΝΙΣ: ΓΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ, ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ. ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ) (ΙΙ)

    Εισαγωγική παρατήρηση: Η μετάφραση έγινε από την τρίτη έκδοση του βιβλίου που έγινε στην Μόσχα το 1927 από το Τμήμα Δικαίου και Κράτους της Κομμουνιστικής Ακαδημίας [Коммунистическая Академия — Секция Права и Государства] και κυκλοφόρησε από τον εκδοτικό οίκο της Ακαδημίας: Е. Б. Пашуканис, Общая теория права и марксизм. Издание третье, Издательство Коммунистической Академии, Москва 1927. Το κείμενο της έκδοσης αυτής αντιπαραβλήθηκε με το κείμενο της «Εκλογής Έργων για την Γενική Θεωρία του Δικαίου και του Κράτους» [Избранные произведения по общей теории права и государства] του Γ. Μπ. Πασουκάνις που εκδόθηκε από το Ινστιτούτο Κράτους και Δικαίου της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ (Εκδόσεις «Επιστήμη», Μόσχα 1980, σσ. 159–165, 80). Τηρήθηκε η στίξη και η διάταξη παραγράφων της έκδοσης του 1927. Μέσα σε ορθογώνιες αγκύλες ([ ]) έχω τοποθετήσει δικές μου επεξηγηματικές προσθήκες· αποσιωπητικά μεταξύ ορθογώνιων αγκυλών ([…]) δείχνουν πού έχει παραλειφθεί το κείμενο του πρωτότυπου, ενώ αραβικοί αριθμοί επίσης σε ορθογώνιες αγκύλες ([1], [2] κ.ο.κ.) αναφέρονται στις υποσημειώσεις. — Μη Απολιθωμένος κ.λπ.

    Γιεβγκένι Μπρονισλάβοβιτς Πασουκάνις, Γενική θεωρία του δικαίου και μαρξισμός. Τρίτη έκδοση, Εκδοτικός Οίκος της Κομμουνιστικής Ακαδημίας, Μόσχα 1927, σσ. 110–116

    Κεφάλαιο έβδομο. Το δίκαιο και η παράβαση του νόμου.

    […]

    Η μη υπακοή του κανόνα, η παράβασή του, η ρήξη των κανονικών σχέσεων και η σύγκρουση που απορρέει από εδώ, να τι αποτελεί το αφετηριακό σημείο και το κεφαλαιωδέστατο περιεχόμενο της αρχαϊκής νομοθεσίας. Τουναντίον, το κανονικό δεν καταγράφεται εξαρχής σαν τέτοιο, αυτό απλά υπάρχει. Η ανάγκη να καταγράψει και να καθορίσει κανείς ακριβώς την έκταση και το περιεχόμενο των αμοιβαίων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αναφύεται εκεί όπου η ήσυχη και ειρηνική ύπαρξη έχει διαταραχθεί. Απ’ αυτή την άποψη έχει δίκιο ο Μπένθαμ [Jeremy Bentham (1748–1832), Βρετανός φιλόσοφος και νομικός, θεωρείται ο θεμελιωτής του σύγχρονου ωφελιμισμού] όταν λέει πως ο νόμος θεσπίζει δικαιώματα θεσπίζοντας εγκλήματα. Η νομική σχέση παίρνει ιστορικά τον ειδικό της χαρακτήρα πριν απ’ όλα στην βάση γεγονότων παράβασης του νόμου. Η έννοια της κλοπής προσδιορίζεται νωρίτερα απ’ ό,τι η έννοια της ιδιοκτησίας. […]

    […]

    Η καταγωγή του ποινικού δικαίου συνδέεται ιστορικά με το έθιμο του φόνου αντεκδίκησης (βεντέτα). Είναι αναμφίβολο ότι από γενετικής πλευράς αυτά τα φαινόμενα αλληλογειτνιάζουν. […], ο φόνος αντεκδίκησης (βεντέτα) συμπίπτει με το jus talionis [δίκαιο του αντιπεπονθότος (στα λατινικά)], δηλαδή με την αρχή της ίσης ανταπόδοσης κατά την οποία η μέσω αντεκδίκησης απάλειψη της προσβολής από τον προσβεβλημένο ή από το γένος του εξαλείφει την δυνατότητα περαιτέρω αντεκδίκησης. […]

    Μη Απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. ΓΙΕΒΓΚΕΝΙ ΠΑΣΟΥΚΑΝΙΣ: ΓΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ, ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ. ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ) (ΙΙΙ)

    […] Η αντεκδίκηση αρχίζει να ρυθμίζεται από το έθιμο και μετατρέπεται σε τιμωρία σύμφωνα με τον κανόνα των ίσων αντιποίνων: «οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος» μόνο τότε όταν δίπλα σ’ αυτό αρχίζει να παγιώνεται ένα σύστημα σύνθεσης ή χρηματικής εξαγοράς. Η ιδέα του ισοδύναμου, αυτή η πρώτη καθαρά δικαιϊκή ιδέα, έχει πάντοτε ως πηγή της την ίδια την μορφή του εμπορεύματος. […]

    […]

    […] Η αντεκδίκηση από καθαρά βιολογικό φαινόμενο καθίσταται νομικός θεσμός στον βαθμό που αυτή συσχετίζεται κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο με την μορφή της ισοδύναμης ανταλλαγής, της ανταλλαγής σύμφωνα με την αξία.

    Το αρχαϊκό ποινικό δίκαιο υπογραμμίζει αυτόν τον συσχετισμό με ιδιαίτερα οφθαλμοφανή και άξεστο τρόπο, γιατί σ’ αυτό η ζημιά που προξενείται στην περιουσία και η ζημιά που προξενείται στο πρόσωπο, αλληλοεξισώνονται άμεσα μ’ εκείνη την απλοϊκότητα που την απαρνούνται με ντροπή οι ύστερες εποχές. Από την άποψη του αρχαίου ρωμαϊκού δικαίου δεν υπήρχε τίποτα το αξιοπερίεργο στο να εξοφλεί ο ανίκανος αποπληρωμής οφειλέτης τα χρέη του με μέλη του σώματός του (in partes secare [διαμελίζω (στα λατινικά)]) και να ευθύνεται ο ένοχος σωματικής βλάβης με την περιουσία του. Η ιδέα της ισοδύναμης αγοραπωλησίας προβάλλει εδώ με όλη την γυμνότητά της χωρίς να περιπλέκεται και χωρίς να καταπνίγεται από οποιαδήποτε τυχαία στοιχεία. Σε αντιστοιχία μ’ αυτό και η ποινική δίκη αποκτά τον χαρακτήρα μιας εμπορικής αγοραπωλησίας. «Πρέπει εδώ», λέει ο Γιέρινγκ [Rudolf von Jhering (1818–1892), Γερμανός νομομαθής, καθηγητής του Πανεπιστημίου της Γοτίγγης], «να φανταστούμε ένα παζάρεμα κατά το οποίο, από την μια πλευρά, ζητούν μιαν εξαιρετικά ψηλή τιμή, ενώ, από την άλλη, κατεβάζουν την τιμή ωσότου να καταλήξουν τελικά σε συμφωνία. Η έκφραση γι’ αυτό ήταν: pacere [διευθετώ με φιλικό τρόπο], και για την συμφωνία καθαυτή στο θέμα της τιμής: pactum [συμφωνία, σύμβαση, συμβιβασμός]». «Από εδώ», συμπληρώνει ο Γιέρινγκ, «χρονολογείται στο αρχαίο σκανδιναβικό δίκαιο το αξίωμα του εκλεγμένου και από τα δύο μέρη ενδιαμέσου, ο οποίος καθορίζει το ύψος του ποσού συμβιβασμού» (ο arbiter [διαιτητής (στα λατινικά)] με την αρχική ρωμαϊκή σημασία)[1].

    Μη Απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. ΓΙΕΒΓΚΕΝΙ ΠΑΣΟΥΚΑΝΙΣ: ΓΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ, ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ. ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ) (ΙV)

    Σε ό,τι αφορά τις λεγόμενες δημόσιες ποινές, δεν υφίσταται η παραμικρή αμφιβολία ότι αυτές αρχικά επιβάλλονται, κυρίως, για δημοσιονομικούς λόγους και αποτελούν μέσο για να συμπληρώνονται τα έσοδα του θησαυροφυλάκιου των εκπροσώπων της εξουσίας. «Το κράτος», λέει ο Χ. Σ. Μέιν [Henry James Sumner Maine (1822–1888), Βρετανός νομομαθής του συγκριτικού δικαίου και ιστορικός, καθηγητής των Πανεπιστημίων της Οξφόρδης και του Κέμπριτζ], «δεν εισέπραξε από τον εναγόμενο πρόστιμο για το κακό που υποτίθεται ότι προξένησε στο κράτος, όμως απαίτησε για τον εαυτό του μονάχα ένα κάποιο μερίδιο από την αποζημίωση που επιδικάζεται στον ενάγοντα, με την μορφή της δίκαιας ποινής για απώλεια χρόνου και διατάραξη της ησυχίας»[2]. […]

    […] Έτσι, για παράδειγμα, μια από τις σημαντικότατες για τον γαιοκτήμονα παραβάσεις του νόμου, η δόλια μετατόπιση των οροθετικών σημείων, εθεωρείτο από τα πολύ παλιά χρόνια θρησκευτικό κακούργημα και το κεφάλι του ενόχου αφιερωνόταν στους θεούς. Η ιερατική κάστα, παρουσιαζόμενη με την ιδιότητα του οργάνου της τάξης, απέβλεπε ξανά όχι μόνο σ’ ένα ιδεατό, αλλά και σ’ ένα πολύ ουσιαστικό υλικό συμφέρον, γιατί η περιουσία του ενόχου δημευόταν προς όφελός της. […]

    Η επιρροή της ιερατικής οργάνωσης, δηλ. της εκκλησίας, πάνω στο ποινικό δίκαιο εκδηλώνεται στο ότι, αν και η ποινή διατηρεί την δική της φύση του ισοδύναμου ή της ανταπόδοσης, εντούτοις αυτή η ανταπόδοση ήδη δεν συσχετίζεται άμεσα με την βλάβη του παθόντα και δεν θεμελιώνεται πάνω στην αξίωσή του, αλλά προσλαμβάνει ανώτατη αφηρημένη σημασία, ως θεία τιμωρία. Στο υλικό στοιχείο της αποζημίωσης για την βλάβη η εκκλησία επιδιώκει, μ’ αυτόν τον τρόπο, να ενσωματώσει το ιδεολογικό κίνητρο του εξαγνισμού και της κάθαρσης (expiatio [εξιλέωση (στα λατινικά)])[3] και να καταστήσει με τον τρόπο αυτό το ποινικό δίκαιο που έχει οικοδομηθεί πάνω στις αρχές της ιδιωτικής αντεκδίκησης, ένα πιο αποτελεσματικό μέσο υποστήριξης της κοινωνικής πειθαρχίας, δηλ. της ταξικής ηγεμονίας. […]

    Μη Απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. ΓΙΕΒΓΚΕΝΙ ΠΑΣΟΥΚΑΝΙΣ: ΓΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ, ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ. ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ) (V)

    Η κατάσταση των πραγμάτων μεταβάλλεται παράλληλα με την ανάπτυξη και εδραίωση των φραγμών μεταξύ τάξεων και κοινωνικών στρωμάτων. Η εμφάνιση της κληρικής και κοσμικής ιεραρχίας προωθεί σε πρώτη θέση την περιφρούρηση των προνομίων της και την πάλη με τις κατώτερες καταπιεζόμενες τάξεις του πληθυσμού. Η αποσύνθεση της φυσικής οικονομίας και η προκαλούμενη απ’ αυτή αύξηση της εκμετάλλευσης των αγροτών, η ανάπτυξη του εμπορίου και η σε κοινωνικά στρώματα οργάνωση του κράτους θέτουν στα ποινικά δικαστήρια διαφορετικά καθήκοντα. Σ’ αυτή την εποχή η ποινική δικαιοσύνη καθίσταται ήδη για το κράτος όχι τόσο μέσο συμπλήρωσης των εσόδων όσο μέσο ανελέητης και ωμής εξόντωσης των «κακών ανθρώπων», δηλ. πρώτιστα των αγροτών που το ’σκαζαν για να γλιτώσουν την αβάσταχτη εκμετάλλευση των τσιφλικάδων και του τσιφλικάδικου κράτους, των εξαθλιωμένων τμημάτων του πληθυσμού, των αλητών, των ζητιάνων κ.λπ. Κύριο ρόλο αρχίζει να παίζει ο αστυνομικός και διωκτικός μηχανισμός. Οι ποινές καθίστανται μέσο ή φυσικής εξολόθρευσης ή κατατρομοκράτησης. Είναι η εποχή των βασανιστηρίων, των σωματικών ποινών και των ωμών τρόπων θανατικής εκτέλεσης.

    Έτσι βαθμιαία προπαρασκευάστηκε εκείνο το σύνθετο αμάλγαμα που παρουσιάζεται ως σύγχρονο ποινικό δίκαιο. Σ’ αυτό εύκολα διακρίνουμε εκείνες τις ιστορικές διαστρωματώσεις, από τις οποίες αποτελείται. Στην ουσία, δηλ. από καθαρά κοινωνιολογική άποψη, η αστική κοινωνία με το δικό της σύστημα ποινικού δικαίου υποστηρίζει την ταξική της ηγεμονία και κρατάει σε υποταγή τις εκμεταλλευόμενες τάξεις. Σχετικά μ’ αυτό, τα δικαστήριά της και οι ιδιωτικές της «εθελοντικές» οργανώσεις απεργοσπαστών αποβλέπουν σ’ έναν και τον ίδιο σκοπό.

    Αν κοιτάξουμε την υπόθεση απ’ αυτή την σκοπιά, τότε το ποινικό δικαστήριο αποτελεί μονάχα εξάρτημα του αστυνομικού και διωκτικού μηχανισμού. Πράγματι, αν τα ποινικά δικαστήρια του Παρισιού έκλειναν για μερικούς μήνες, απ’ αυτό θα υπέφεραν μόνο οι υπό κράτηση εγκληματίες. Αν όμως οι περιβόητες αστυνομικές ταξιαρχίες του Παρισιού έπαυαν την εργασία τους έστω και για μία ημέρα, αυτό θα ισοδυναμούσε με καταστροφή.

    Η ποινική δικαιοδοσία του αστικού κράτους είναι η οργανωμένη ταξική τρομοκρατία, η οποία μονάχα ως προς τον βαθμό διαφέρει από τα λεγόμενα έκτακτα μέτρα που λαμβάνονται σε κατάσταση εμφυλίου πολέμου. […]

    [1] Γ ι έ ρ ι ν γ κ. «Το πνεύμα του ρωμαϊκού δικαίου». Α΄, σελ. 118, ρωσική μετάφραση.

    [2] Μ έ ι ν Χ. Σ. «Το αρχαίο δίκαιο». 1873, σελ. 269.

    [3] Ο Γιέρινγκ επισημαίνει ότι η λέξη supplicium [λατινικά], θανατική εκτέλεση, παραπέμπει ετυμολογικά στον καταπράυνση των θεών (supplacare [λατινικά]: καταπραΰνω, εξευμενίζω). Βλ. «Το πνεύμα του ρωμαϊκού δικαίου», Α΄, σελ. 238, ρωσική μετάφραση, 1875.

    Μη Απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. ΚΑΙ ΤΑ «ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΑ» ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ

    Τα παροράματα δεν μπορούν να λείπουν…

    Λοιπόν στην δεύτερη συνέχεια στην πρώτη γραμμή του κειμένου της «Εισαγωγικής παρατήρησης» αντί που έγινε στην Μόσχα να διαβαστεί παρακαλώ που τυπώθηκε στην Μόσχα.

    Επίσης στο ίδιο στην όγδοη γραμμή του κειμένου της «Εισαγωγικής παρατήρησης» αντί σσ. 159–165, 80) να διαβαστεί παρακαλώ σσ. 159–165, 180).

    Συγνώμη απ’ όλους κι όλες,

    Μη Απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σύντροφε, σε ευχαριστώ πολύ για τον κόπο, θα αντικαταστήσω την υφιστάμενη με αυτή. Αν συνεχίσω τη μετάφραση απ' το αγγλικό κείμενο που έχω, θα ξαναχρειαστώ τη βοήθειά σου. Ευτυχώς, του Στούτσκα που θέλω να ανεβάσω επίσης, το έχω σε ελληνική μετάφραση της Σ.Ε.

      Διαγραφή
    2. Ανέβηκε, με τις εξής δύο διορθώσεις:

      "Η αντεκδίκηση αρχίζει να ρυθμίζεται από το έθιμο και μετατρέπεται σε τιμωρία σύμφωνα με τον κανόνα των ίσων αντιποίνων: «οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος» μόνο τότε, όταν δίπλα σ’ αυτό αρχίζει"
      (μπήκε κόμμα μετά το "τότε")

      supplicare αντί supplacare στην υποσημείωση #3.

      Διατηρήθηκε η δική μου υποσημείωση για τη sacratio ξεχωριστά, στο τέλος του κειμένου.

      Διαγραφή
  7. SVPPLICIVM ET CETERA

    Φίλε Αντώνη, καλημέρα! Λίγες γραμμές με καθυστέρηση που οφείλεται σε οικιακούς λόγους. Πρώτα-πρώτα σ’ ευχαριστώ πολύ που ανάρτησες το μεταφραστικό μου πονημάτιο. Είναι βέβαια αυτονόητο πως βρίσκομαι πάντα στην διάθεσή σου όποτε συνεχίσεις την μετάφραση του βιβλίου του Πασουκάνις «Γενική θεωρία του δικαίου και μαρξισμός».

    Τώρα δυο λόγια για τις διορθώσεις σου.

    Σ’ ό,τι αφορά την πρώτη, έχεις απόλυτο δίκιο· έτσι είναι και στο πρωτότυπο (σελ. 112): […] только тогда, когда […]. Μου ξέφυγε το κόμμα, pardon!

    Σ’ ό,τι αφορά την δεύτερη, τα πράγματα είναι λιγάκι πιο σύνθετα και θέλουν εξήγηση· θα μου επιτρέψεις, σε παρακαλώ, να γίνω ολίγον pédant, και λόγω επαγγέλματος και λόγω ακριβείας. Κατ’ αρχάς στο πρωτότυπο (σελ. 115, υποσημείωση 1) ο Πασουκάνις γράφει supplacare: Иеринг указывает на то, что слово supplicium, смертная казнь, приводит этимологически к смягчению богов (supplacare—смягчать, умилостивлять). См. „Дух римского права“, I, стр. 238, русск. перев.,1875. Έτσι το αφήνουν κι οι Χριστόπουλος–Ζορμπά (σελ. 174 της ελληνικής μετάφρασης, υποσημείωση 7): Ο Γιέρινγκ τονίζει ότι ο όρος supplicium (θανατική ποινή) αναφέρεται ετυμολογικά στην εξιλέωση της θεότητας (supplacare: εξιλεώνομαι, δέχομαι χάρη) (όπ. παραπ.). Όμως —κι εδώ έχεις δίκιο— λατινικό ρήμα supplacare δεν υπάρχει· υπάρχει supplicare αλλά όχι supplacare. Τι έχει συμβεί; Ας πάρουμε τα πράγματα με την σειρά. Αρχικά ο Γιέρινγκ γράφει (Der Geist des römischen Rechts auf den verschiedenen Stufen seiner Entwicklung. Erster Teil, Leipzig 1852 [Το πνεύμα του ρωμαϊκού δικαίου στις διάφορες βαθμίδες της εξέλιξής του. Πρώτο Μέρος, Λειψία 1852], σελ. 277): Supplicium, die Todesstrafe, führt etymologisch auf Besänftigung der Götter zurück (sub-placare, supplex). Και ελληνιστί: Supplicium, η θανατική ποινή, παραπέμπει ετυμολογικά στον κατευνασμό των θεών (sub-placare, supplex). Ο Πασουκάνις παραθέτει το απόσπασμα του Γιέρινγκ στην ρωσική μετάφραση του 1875, στην οποία σημειωτέον υπάρχει sub-placare και όχι supplacare (Дух римскаго права на различных ступенях его развитія. Рудольфа Іеринга, […]. Часть первая, С.-Петербург 1875, σελ. 238), μετατρέποντας το πολύ προσεκτικό sub-placare του Γιέρινγκ στο ανύπαρκτο supplacare. Ο Γιέρινγκ είναι πολύ προσεκτικός γιατί ξέροντας αφενός μεν ότι το ουσιαστικό supplicium παράγεται από το επίσης ουσιαστικό supplex, -icis, ο ικέτης, αφετέρου δε ότι ρήμα supplacare δεν υπάρχει, προσπαθεί απλά, με μια δόση παρετυμολόγησης είναι αλήθεια, να εξηγήσει την ετυμολογία της λέξης supplex, -icis, από την οποία παράγεται το supplicium. Το «Λατινικό Λεξικό της Οξφόρδης» δίνει την ακόλουθη ετυμολογία του supplex, -icis: prob. < *sub-placos (cf. plāco, plăceo) and root meaning ‘bringing peace-offerings’; cf. supplico (βλ. Oxford Latin Dictionary, edited by P. G. W. Glare, Oxford 1968, σελ. 1882).

    Αυτά και χαιρετώ ελπίζοντας πως δεν παρακούρασα αναγνώστες κι αναγνώστριες,

    Μη Απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

    ΑπάντησηΔιαγραφή