Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2014

Evgeny B. Pashukanis-Το δίκαιο και η παραβίαση του νόμου (ΙΙI)

[...] 

Η Λαϊκή Επιτροπή για το Δίκαιο της ΕΣΣΔ δημοσίευσε κατευθυντήριες γραμμές για το ποινικό δίκαιο ήδη από το 1919. Εκεί, η αρχή της ενοχής ως βάσης της ποινής απορρίπτεται και η ίδια η ποινή χαρακτηρίζεται όχι ως αντίποινο για την ενοχή, αλλά αποκλειστικά ως προστατευτικό μέτρο. Ο Ποινικός Κώδικας του 1922 είναι παρομοίως απαλλαγμένος από την έννοια της ενοχής. Τέλος, οι "Αρχές του Ποινικού Δικαίου της Ένωσης" που θεσμοθέτησε η Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή της Σοβιετικής Ένωσης εξάλειψαν εντελώς τον όρο "ποινή" και τον αντικατέστησαν με τον όρο "νομικά-διορθωτικά μέτρα άμυνας της κοινωνίας."


Αυτή η αλλαγή ορολογίας έχει αναμφίβολα μια κάποια αποδεικτική αξία. Ωστόσο, οι διακηρύξεις δεν αποφασίζουν οι ίδιες το αν μια υπόθεση έχει βάση. Ο μετασχηματισμός της ποινής από αντίποινο σε πρακτικό μέσο για την προστασία της κοινωνίας και σε αναμόρφωση του ατόμου που αποτελεί απειλή για την κοινωνία προαπαιτεί την ολοκλήρωση ενός γιγάντιου οργανωτικού καθήκοντος. Το καθήκον αυτό δεν βρίσκεται απλώς πέραν της σφαίρας της καθαρά δικαιϊκής δράσης αλλά, αν εκπληρωνόταν επιτυχώς, θα καταστούσε την δικαστική διαδικασία και την ετυμηγορία του δικαστηρίου εντελώς περιττά πράγματα. Διότι ότι αυτό το καθήκον εκπληρωθεί ολοκληρωμένα, η επιρροή στην κατεύθυνση της αναμόρφωσης δεν θα είναι πλέον απλή "νομική συνέπεια" της ετημυγορίας του δικαστηρίου, όπου έχουν κατατεθεί κάποια τεκμήρια, αλλά θα απαιτεί μια εντελώς ανεξάρτητη λειτουργία ιατρικής και εκπαιδευτικής φύσης. Είναι αναμφίβολο ότι η εξέλιξή μας προχωρά, και ότι θα συνεχίσει να προχωρά, σ' αυτή την κατεύθυνση. Προς το παρόν όμως, όσο συνεχίζουμε να υπογραμμίζουμε τη λέξη "δικαιϊκό" όταν μιλούμε για μέτρα κοινωνικής άμυνας, όσο οι μορφές της δικαστικής διαδικασίας και του απτού ποινικού κώδικα διατηρούνται, η αλλαγή της ορολογίας θα παραμείνει σε μεγάλο βαθμό τυπική ως μεταρρύθμιση. Το γεγονός βεβαίως αυτό δεν διέφυγε της προσοχής των δικαστικών που ασχολήθηκαν με τον ποινικό μας κώδικα. Θα παραθέσω εδώ λίγες μονάχα απόψεις. Ο Πολιάνσκι θεωρεί ότι, στο συγκεκριμένο τμήμα του ποινικού κώδικα, "η άρνηση της έννοιας της ενοχής είναι καθαρά επιφανειακή" και ότι:
το ζήτημα της ενοχής και του βαθμού ενοχής ανακύπτει καθημερινά στην σημερινή πρακτική των δικαστηρίων μας.
Ο Ισάγιεφ λέει ότι η έννοια της ενοχής
δεν είναι ξένη προς τον [ποινικό] κώδικα του 1922: διότι εφόσον διαφοροποιείται το εσκεμμένο παράπτωμα από το παράπτωμα εξαιτίας αμέλειας, μέσω της αντιπαράθεσης των δύο αυτών περιπτώσεων, ξεχωρίζει επίσης την ποινή από τα μέτρα κοινωνικής προστασίας με την στενότερη έννοια.
Φυσικά, είναι γεγονός ότι τόσο ο ίδιος ο ποινικός κώδικας, όσο και η δικαστική διαδικασία για την οποία σχεδιάστηκε, διαποτίζονται από την δικαϊική αρχή της ίσης ανταπόδωσης. Τι άλλο αποτελεί το γενικό τμήμα κάθε ποινικού κώδικα (μαζί και του δικού μας) με τις έννοιες της συνέργειας, της συνενοχής, της απόπειρας, της προετοιμασίας, και λοιπά, παρά μια μέθοδο για να ζυγίζεται με μεγαλύτερη ακρίβεια η ενοχή; Τι είναι η διάκριση ανάμεσα στο εκ προμελέτης και το εξ αμελείας παράπτωμα παρά μια αναφορά σε βαθμούς ενοχής; Ποιο είναι το νόημα της ιδέας της μη ευθύνης (του ακαταλόγιστου) για τις πράξεις κάποιου αν δεν υπάρχει η έννοια της ενοχής; Τέλος, γιατί υπάρχει ανάγκη για όλο το συγκεκριμένο τμήμα αν πρόκειται απλώς για μέτρα κοινωνικής (ταξικά βασισμένης) προστασίας;

Η συνεπής εφαρμογή της αρχής της κοινωνικής προστασίας δεν απαιτεί ιδιαίτερα τεκμήρια (με τα οποία να συνδέεται λογικά ο βαθμός τιμωρίας που ορίζει ο νόμος ή το δικαστήριο), αλλά ακριβή περιγραφή των συμπτωμάτων τα οποία χαρακτηρίζουν την κοινωνικά επικίνδυνη κατάσταση, και ακριβή επεξεργασία των μεθόδων που πρέπει να χρησιμοποιήσει κάθε άτομο για να αποφευχθεί ο κοινωνικός κίνδυνος. Το συναφές θέμα εδώ δεν είναι --όπως νομίζουν πολλοί-- απλά το ότι το μέτρο προστασίας της κοινωνίας συνδέεται εφαρμοστικά με υποκειμενικά στοιχεία (τη φύση και το βαθμό κινδύνου για την κοινωνία), ενώ η τιμωρία βασίζεται σε ένα αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή στα απτά τεκμήρια, όπως αυτά ορίζονται από το σχετικό τμήμα του ποινικού κώδικα. Το συναφές θέμα είναι η φύση αυτής της σύνδεσης. Είναι δύσκολο για την τιμωρία να απεμπλακεί από την αντικειμενική της βάση, γιατί δεν μπορεί να αποτινάξει την μορφή του ισοδύναμου χωρίς να απωλέσει το βασικό της χαρακτηριστικό. Όμως μόνο τα απτά τεκμήρια παρέχουν οποιαδήποτε ομοιότητα σε μια ποσοτικοποιήσιμη οντότητα, κι έτσι αποτελούν ένα συγκεκριμένο είδος ισοδύναμου. Μπορεί ένα άτομο να αναγκαστεί να εξιλεωθεί για μια πράξη, αλλά δεν υπάρχει κανένα νόημα στο να αναγκαστεί να μεταμελήσει για το γεγονός ότι η κοινωνία τον θεωρεί --το συγκεκριμένο υποκείμενο-- επικίνδυνο. Γι αυτόν τον λόγο η τιμωρία βασίζεται σε επακριβώς καθορισμένα τεκμήρια, τα οποία δεν χρειάζεται το κοινωνικά προστατευτικό μέτρο. Η αναγκαστική μεταμέλεια είναι δικαιϊκός εξαναγκασμός ο οποίος απευθύνεται στο υποκείμενο μέσα από το τυπικό πλαίσιο της δίκης, της ετυμηγορίας, και της εκτέλεσης της ποινής. Ως προστατευτικό μέτρο, ο εξαναγκασμός είναι πράξη καθαρής πρακτικής αναγκαιότητας, και ως τέτοια, μπορεί να ρυθμίζεται από τεχνικού χαρακτήρα κανονισμούς. Αυτοί οι κανονισμοί μπορούν να είναι λιγότερο ή περισσότερο πολύπλοκοι, ανάλογα με το αν ο στόχος είναι η μηχανική εξάλειψη του επικίνδυνου ατόμου ή η αναμόρφωσή του. Όμως και στη μια και στην άλλη περίπτωση οι κανόνες αυτοί εκφράζουν με σαφείς και απλούς όρους τους στόχους που έχει η κοινωνία. Στα δικαιϊικά κριτήρια τα οποία προαπαιτούν συγκεκριμένες ποινές για συγκεκριμένα εγκλήματα, απ' την άλλη, ο κοινωνικός σκοπός εμφανίζεται με κεκαλυμμένη μορφή. Το άτομο το οποίο υπόκειται στην επίδραση του νόμου τοποθετείται στη θέση ενός δανειστή ο οποίος διακανονίζει το δάνειό του. Δεν είναι τυχαίο ότι η λέξη "εκτέλεση" χρησιμοποιείται τόσο για την αναγκαστική συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το ιδιωτικό δίκαιο, όσο και για τις πειθαρχικές ποινές.

[...]

Οι έννοιες του εγκλήματος και της τιμωρίας είναι --όπως είναι σαφές από τα προαναφερθέντα-- απαραίτητες για τον καθορισμό της δικαιϊκής μορής, κι απ' αυτήν οι άνθρωποι θα μπορέσουν να χειραφετηθούν μόνο μετά τον μαρασμό του ίδιου του νομικού εποικοδομήματος. Και όταν αρχίσουμε να ξεπερνούμε και να μην χρειαζόμαστε πια αυτές τις έννοιες στην πραγματικότητα, και όχι απλά στις διακηρύξεις, αυτό θα είναι το ασφαλέστερο σημάδι ότι ανοίγει επιτέλους μπροστά μας ο στενός ορίζοντας του δικαίου των αστών.

4 σχόλια:

  1. ΓΙΕΒΓΚΕΝΙ ΠΑΣΟΥΚΑΝΙΣ: ΓΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ, ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ. ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ) (ΙΧ)

    Εισαγωγική παρατήρηση. Η πρώτη έκδοση του βιβλίου του Γ. Μπ. Πασουκάνις «Γενική θεωρία του δικαίου και μαρξισμός. Απόπειρα κριτικής βασικών νομικών εννοιών» [Общая теория права и марксизм. Опыт критики основных юридических понятий] πραγματοποιήθηκε το 1924 στην Μόσχα από τον εκδοτικό οίκο της Κομμουνιστικής Ακαδημίας, η δεύτερη το 1926 και η τρίτη το 1927 χωρίς τον υπότιτλο· το 1929 κυκλοφόρησε διαρρυθμισμένη επανεκτύπωση της τελευταίας έκδοσης. Τα αποσπάσματα που ακολουθούν μεταφράστηκαν από την τρίτη έκδοση του 1927, το κείμενο της οποίας αντιπαραβλήθηκε με το κείμενο της «Εκλογής Έργων για την Γενική Θεωρία του Δικαίου και του Κράτους» [Избранные произведения по общей теории права и государства] του Γ. Μπ. Πασουκάνις που εκδόθηκε από το Ινστιτούτο Κράτους και Δικαίου της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ (Εκδόσεις «Επιστήμη», Μόσχα 1980, σσ. 176–178, 179, 181). Διατηρήθηκε το κείμενο, η στίξη και η διάταξη παραγράφων της έκδοσης του 1927. Υπογραμμίσεις του συγγραφέα στο πρωτότυπο δίνονται με κυρτά ημίμαυρα. Μέσα σε ορθογώνιες αγκύλες ([ ]) έχω τοποθετήσει δικές μου επεξηγηματικές προσθήκες· αποσιωπητικά μεταξύ ορθογώνιων αγκυλών ([…]) δείχνουν πού έχει παραλειφθεί το κείμενο του πρωτότυπου, ενώ αραβικοί αριθμοί επίσης σε ορθογώνιες αγκύλες ([1], [2] κ.ο.κ.) αναφέρονται στις υποσημειώσεις του πρωτότυπου. — Μη Απολιθωμένος κ.λπ.


    Γιεβγκένι Μπρονισλάβοβιτς Πασουκάνις, Γενική θεωρία του δικαίου και μαρξισμός. Τρίτη έκδοση, Εκδοτικός Οίκος της Κομμουνιστικής Ακαδημίας, Μόσχα 1927, σσ. 126–128

    Κεφάλαιο έβδομο. Το δίκαιο και η παράβαση του νόμου.

    […]

    Το Λαϊκό Επιτροπάτο [Υπουργείο] Δικαιοσύνης της Ρωσικής Σοβιετικής Ομόσπονδης Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας (ΡΣΟΣΔ) δημοσίευσε ήδη το 1919 καθοδηγητικές διατάξεις αναφορικά με το ποινικό δίκαιο, στις οποίες απέρριπτε την αρχή της υπαιτιότητας ως βάσης της ποινής και την ίδια την ποινή την ερμήνευε όχι ως τιμωρία για φταίξιμο, αλλά αποκλειστικά ως αμυντικό μέτρο. Ο Ποινικός Κώδικας της ΡΣΟΣΔ του 1922 τα βγάζει πέρα ακριβώς κατά τον ίδιο τρόπο χωρίς την έννοια του φταιξίματος. Τέλος, οι «Βασικές Αρχές της Ποινικής Νομοθεσίας της Ένωσης» που ψηφίστηκαν από την Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή της ΕΣΣΔ (ΚΕΕ της ΕΣΣΔ) [Ανώτατο όργανο της κρατικής εξουσίας της ΕΣΣΔ μεταξύ 1922 και 1938, το οποίο εκλεγόταν από τα Πανενωσιακά Συνέδρια των Σοβιέτ και συνερχόταν περιοδικά σε συνεδρίες κατά το διάστημα που μεσολαβούσε μεταξύ των Συνεδρίων αυτών· η ΚΕΕ της ΕΣΣΔ που διόριζε το Συμβούλιο των Λαϊκών Επιτρόπων, δηλ. το Υπουργικό Συμβούλιο, και το Ανώτατο Δικαστήριο της ΕΣΣΔ, λογοδοτούσε στο Πανενωσιακό Συνέδριο των Σοβιέτ], ξεκόβουν ολοκληρωτικά με τον ίδιο τον όρο «ποινή», αντικαθιστώντας τον με τον όρο «μέτρα κοινωνικής άμυνας δικαστικού-σωφρονιστικού χαρακτήρα».

    Μη Απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ΓΙΕΒΓΚΕΝΙ ΠΑΣΟΥΚΑΝΙΣ: ΓΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ, ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ. ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ) (Χ)

    Μια τέτοια αλλαγή της ορολογίας έχει, αναμφίβολα, διακηρυξιακή σημασία. Όμως το ζήτημα στην ουσία δεν λύνεται με διακηρύξεις. Να μετατρέψει κανείς την τιμωρία από ποινή και ανταπόδοση σε ωφέλιμο μέτρο άμυνας της κοινωνίας και σωφρονισμού μιας δεδομένης κοινωνικά επικίνδυνης προσωπικότητας, αυτό σημαίνει να αντιμετωπίσει ένα τεράστιο οργανωτικό καθήκον, το οποίο όχι μόνο βρίσκεται εκτός της καθαρά δικαστικής λειτουργίας, αλλά στην ουσία, σε περίπτωση επιτυχούς εκπλήρωσής του, καθιστά περιττές τις δικαστικές διαδικασίες και τις δικαστικές αποφάσεις, γιατί, όταν αυτό θα έχει αντιμετωπιστεί με ολοκληρωτική επιτυχία, θα πάψει η σωφρονιστική δια της εργασίας αναμόρφωση να είναι απλό «νομικό επακόλουθο» της δικαστικής απόφασης, στην οποία θα καθορίζεται γραπτά το ένα ή το άλλο σώμα του εγκλήματος, και θα γίνει μια εντελώς αυτοτελής κοινωνική λειτουργία ιατρικού-παιδαγωγικού χαρακτήρα. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η εξέλιξή μας βαδίζει και θα βαδίσει παραπέρα σ’ αυτόν τον δρόμο. Μέχρις ότου όμως, όσο χρονικό διάστημα, για να μιλήσουμε για τα μέτρα κοινωνικής άμυνας, θα παρίσταται ανάγκη να δίνουμε έμφαση στην λέξη «δικαστικά», όσο χρονικό διάστημα θα διατηρούνται οι μορφές της δικαστικής διαδικασίας και του πραγματικού ποινικού κώδικα, μέχρι τότε η αλλαγή της ορολογίας θα είναι σε σημαντικό βαθμό μεταρρύθμιση καθαρά λεκτική. Αυτό, εννοείται, δεν μπορούσε να διαφύγει της προσοχής των νομικών που έγραψαν αναφορικά με τον Ποινικό μας Κώδικα. Παραθέτω μερικά μόνο αποσπάσματα. Ο Ν. Ν. Πολιάνσκι [Νικολάι Νικολάγιεβιτς Πολιάνσκι (Николай Николаевич Полянский) (1878–1961), Ρώσος και Σοβιετικός νομομαθής, ποινικολόγος, διακεκριμένος ειδικός στον τομέα της ποινικής δικονομίας, εξωτερικός υφηγητής του Πανεπιστήμιου της Μόσχας] (Ο Ποινικός Κώδικας της ΡΣΟΣΔ και το γερμανικό σχέδιο κωδικοποίησης του ποινικού δικαίου, «Δίκαιο και Ζωή», 1922, τόμος 3) θεωρεί ότι στο ειδικό μέρος του Ποινικού Κώδικα «η άρνηση της υπαιτιότητας παρουσιάστηκε με καθαρά επιφανειακό τρόπο και μόνο» και ότι «το ζήτημα της υπαιτιότητας και του βαθμού της υπαιτιότητας είναι καθημερινό θέμα στην σύγχρονη πράξη των δικαστηρίων μας». Ο Μ. Μ. Ισάγιεφ [Μιχαήλ Μιχαήλοβιτς Ισάγιεφ (Михаил Михайлович Исаев) (1880–1950), επιφανής Ρώσος και Σοβιετικός νομομαθής, ποινικολόγος ειδικευμένος στον τομέα της σωφρονιστικής, εξωτερικός υφηγητής του Πανεπιστημίου της Αγίας Πετρούπολης και καθηγητής του Πανεπιστημίου της Μόσχας] (Ο Ποινικός Κώδικας της 1ης Ιουνίου 1922, «Σοβιετικό Δίκαιο», 1922, τόμος 2) σημειώνει με τον ίδιο ακριβώς τρόπο ότι η έννοια του φταιξίματος «είναι γνωστή στον Κώδικα του 1922, γιατί αυτός διακρίνει την προμελέτη από την αμέλεια και, αντιπαραθέτοντας τα casus [περίσταση ή περίπτωση που η αντιμετώπισή της απαιτεί την επέμβαση της δικαιοσύνης, αιτία γι’ αυτή την επέμβαση (λατινικά)] τους, διακρίνει την ποινή από τα μέτρα κοινωνικής άμυνας με την στενή έννοια» (πρβλ. επίσης Τράχτεροφ [Βλαντίμιρ Σεργκέγιεβιτς Τράχτεροφ (Владимир Сергеевич Трахтеров) (1884–1975), Σοβιετικός ουκρανικής εθνικότητας νομομαθής ποινικολόγος, καθηγητής του Πανεπιστημίου του Χαρκόβου· πήρε μέρος στην σύνταξη των Ποινικών Κωδίκων του 1922, 1927 και 1960 της Ουκρανικής Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας (ΟυΣΣΔ)], «Η διατύπωση του καταλογισμού στον Ποινικό Κώδικα της ΟυΣΣΔ», «Μηνύτωρ της Σοβιετικής Δικαιοσύνης». Όργανο του Λαϊκού Επιτροπάτου Δικαιοσύνης της ΟυΣΣΔ, τεύχος 5 του 1922). Η υπόθεση, βέβαια, συνίσταται στο ότι ο Ποινικός Κώδικας αυτός καθαυτός κι εκείνη η δικονομία, για την οποία έχει δημιουργηθεί, είναι θεσμοί διαμπερώς διαποτισμένοι από την νομική αρχή της ισοδυναμίας της ανταπόδοσης.

    Μη Απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. ΓΙΕΒΓΚΕΝΙ ΠΑΣΟΥΚΑΝΙΣ: ΓΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ, ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ. ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ) (ΧΙ)

    Πράγματι, τι άλλο είναι το γενικό μέρος του κάθε Ποινικού Κώδικα (συμπεριλαμβανομένου και του δικού μας) με τις έννοιές του της συνέργειας, της συναυτουργίας, της απόπειρας, της προπαρασκευής κ.λπ., αν μη ο τρόπος πιο ακριβούς στάθμισης της υπαιτιότητας; Τι άλλο είναι ο διαχωρισμός προμελέτης και αμέλειας, αν μη ο διαχωρισμός των βαθμών υπαιτιότητας; Ποια σημασία έχει η έννοια του ακαταλόγιστου, αν δεν υφίσταται η έννοια της υπαιτιότητας; Τέλος, για ποιο λόγο χρειάζεται όλο το ειδικό μέρος του Κώδικα, αν πρόκειται μόνο για μέτρα κοινωνικής (ταξικής) άμυνας;

    Στην πραγματικότητα, η συνεπής υλοποίηση της αρχής της ασφάλειας της κοινωνίας θα απαιτούσε όχι τον γραπτό καθορισμό των επιμέρους σωμάτων του εγκλήματος (με την οποία είναι λογικά συνδεδεμένο το μέτρο της ποινής που καθορίζεται από τον νόμο ή το δικαστήριο), αλλά την ακριβή περιγραφή των συμπτωμάτων, τα οποία χαρακτηρίζουν την κοινωνικά επικίνδυνη κατάσταση και την επεξεργασία εκείνων των μεθόδων, τις οποίες χρειάζεται να υιοθετήσει κανείς σε κάθε δεδομένη περίπτωση για να προστατεύσει την κοινωνία. Δεν πρόκειται μόνο, όπως νομίζουν μερικοί, για το ότι το μέτρο της κοινωνικής άμυνας στην υιοθέτησή του είναι συνδεδεμένο με υποκειμενικά στοιχεία (μορφή και βαθμός του κοινωνικού κινδύνου), αλλά για το ότι η ποινή στηρίζεται στο αντικειμενικό στοιχείο, δηλ. στο συγκεκριμένο σώμα του εγκλήματος που θεσπίζεται από το ειδικό μέρος του Κώδικα[1]. Το ζήτημα συνίσταται στον χαρακτήρα αυτής της σύνδεσης. Η ποινή είναι δύσκολο να αποκοπεί από την αντικειμενική βάση για τον λόγο ότι η ποινή δεν μπορεί να αποτινάξει από πάνω της την μορφή της ισοδυναμίας, χωρίς να στερηθεί το κύριο γνώρισμά της. Και πράγματι μόνο το συγκεκριμένο σώμα του εγκλήματος προσφέρει μια κάποια προσομοίωση προς ένα καταμετρητό μέγεθος και, κατά συνέπεια, μια κάποια προσομοίωση προς το ισοδύναμο. Είναι δυνατό να εξαναγκάσει κανείς έναν άνθρωπο να πληρώσει τις συνέπειες των πράξεών του, όμως είναι αδιανόητο να τον εξαναγκάσει κανείς να πληρώσει τις συνέπειες του ότι η κοινωνία θεώρησε αυτόν τον άνθρωπο, δηλ. το δεδομένο υποκείμενο, επικίνδυνο. Γι’ αυτό η ποινή προϋποθέτει ένα ακριβώς γραπτά καθορισμένο σώμα εγκλήματος. Ο εξαναγκασμός προς πληρωμή των συνεπειών είναι νομικός εξαναγκασμός, ο οποίος στρέφεται προς το υποκείμενο και περιβάλλεται από τα τυπικά πλαίσια της δίκης, της απόφασης του δικαστηρίου και της εκτέλεσής της. Ο εξαναγκασμός, ως μέτρο άμυνας, είναι πράξη καθαρής ωφελιμότητας και σαν τέτοιος μπορεί να ρυθμίζεται από τεχνικούς κανονισμούς. Αυτοί οι κανονισμοί μπορούν να είναι περισσότερο ή λιγότερο σύνθετοι πράγμα που εξαρτάται από το αν τίθεται ως σκοπός η μηχανική απομάκρυνση του επικίνδυνου μέλους της κοινωνίας ή, διαφορετικά, ο σωφρονισμός του· όμως, σε κάθε περίπτωση, σ’ αυτούς τους κανονισμούς εκφράζεται σαφώς και απλά ο σκοπός που έχει τεθεί από την κοινωνία στον εαυτό της. Τουναντίον, στους νομικούς κανόνες που καθορίζουν την ποινή για καθορισμένα εγκλήματα, αυτός ο κοινωνικός σκοπός παρουσιάζεται με παραλλαγμένη μορφή. Το πρόσωπο που υποβάλλεται σε αναμόρφωση τοποθετείται στην θέση του οφειλέτη που εξοφλεί την οφειλή του. Όχι τυχαία η λέξη «αναγκαστική είσπραξη» στα ρωσικά [взыскание] σημαίνει εξίσου και την δια της βίας εκπλήρωση υποχρέωσης που απορρέει από το ιδιωτικό δίκαιο και την πειθαρχική ποινή. […]

    […]

    Μη Απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. ΓΙΕΒΓΚΕΝΙ ΠΑΣΟΥΚΑΝΙΣ: ΓΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ, ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ. ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ) (ΧΙΙ)

    Οι έννοιες του εγκλήματος και της ποινής, όπως αυτό γίνεται σαφές από όλα όσα ειπώθηκαν παραπάνω, είναι οι πλέον απαραίτητοι ορισμοί της δικαιϊκής μορφής, από τους οποίους θα καταστεί δυνατό να απαλλαχτούμε μόνο τότε, όταν θα αρχίσει η απονέκρωση του νομικού εποικοδομήματος γενικά. Και στον βαθμό που εμείς στην πράξη κι όχι μονάχα στις διακηρύξεις θα αρχίσουμε να εξαλείφουμε αυτές τις έννοιες και να τα καταφέρνουμε χωρίς αυτές, αυτό θα είναι το καλύτερο σύμπτωμα του ότι μπροστά μας, επιτέλους, παραμερίζονται οι στενοί ορίζοντες του αστικού δικαίου.

    [1] Βλ. Π ι ο ν τ κ ό β σ κ ι [Αντρέι Αντρέγιεβιτς Πιοντκόφσκι (Андрей Андреевич Пионтковский) (1898–1973), Σοβιετικός νομομαθής, ειδικευμένος στον τομέα του ποινικού δικαίου, της γενικής θεωρίας του δικαίου και της φιλοσοφίας και μεθοδολογίας της νομικής επιστήμης, ακαδημαϊκός, καθηγητής του Πανεπιστημίου της Μόσχας, αντιπρόεδρος της Διεθνούς Ένωσης Ποινικού Δικαίου], Τα μέτρα κοινωνικής άμυνας και ο Ποινικός Κώδικας («Σοβιετικό Δίκαιο», τεύχος 3 (6) του 1923).

    Μη Απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

    ΑπάντησηΔιαγραφή