Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2014

Eduard Batalov-Οι νέες αριστερές και ο μαρξισμός (IΙ)

Ανακαλώντας στη μνήμη μια εξέγερση ενός τμήματος του φοιτητικού σώματος στη δεκαετία του 20, ο Σαρτρ βλέπει ως μια από τις αιτίες του την επίδραση του μαρξισμού, άμεσα συνδεδεμένη με την πάλη του προλεταριάτου στις καπιταλιστικές χώρες. Ο Σαρτρ θεωρεί ότι ο μαρξισμός, ως πρακτική εμπειρία, ενσωματωμένη στην δραστηριότητα της εργατικής τάξης, άσκησε τεράστια, αν και έμμεση, επίδραση στην εξέλιξη της κοσμοαντίληψης των φοιτητών εκείνον τον καιρό. Γράφει πως η μαρξιστική φιλοσοφία, "όταν εμφανίστηκε ως πραγματικός καθορισμός του προλεταριάτου, ως η βαθιά σημασία --για το προλεταριάτο και για την ίδια-- της δραστηριότητάς του, άσκησε πάνω μας τεράστια έλξη, αναδιαμορφώνοντας όλη την κουλτούρα που είχαμε ήδη αφομοιώσει. Επαναλαμβάνω:  δεν ήταν η ιδέα που μας συνάρπασε. Ούτε ήταν οι συνθήκες των εργατών, για τις οποίες είχαμε μόνο μια αφηρημένη αντίληψη, αλλά όχι εμπειρία. Αλλά όχι· ήταν το ένα σε σύνδεση με το άλλο, ήταν-- για να χρησιμοποιήσω την ιδεαλιστική ορολογία μας, αυτή που εκείνο τον καιρό είχε ως στόχο την απόρριψη του ιδεαλισμού-- το προλεταριάτο ως ενσάρκωση και όχημα μιας ιδέας".


Αυτό το είδος επίδρασης που παρήγαγε ο μαρξισμός, το ενσωματωμένο στην επαναστατική δράση του προλεταριάτου, πάνω στους φοιτητές και τους διανοούμενους των καπιταλιστικών χωρών, είναι χαρακτηριστικό και της σημερινής [στα τέλη της δεκαετίας του 1960] δυτικής Ευρώπης, με μια ουσιώδη όμως διαφορά: συγκεκριμένα, το ότι σήμερα, η δραστηριότητα του διεθνούς προλεταριάτου αφορά μια πολύ ευρύτερη κλίμακα από ό,τι τότε. Αυτό σημαίνει πως ανάμεσα στις επιφανείς μορφές του κόσμου της αστικής κουλτούρας, η κάποτε απούσα τάση να γίνεται παραδεκτή η αξία του μαρξισμού ως νόμιμου συστατικού του οικουμενικού, ή τουλάχιστο του δυτικού, πολιτισμού, έρχεται όλο και περισσότερο στην επιφάνεια.

Αναμφίβολα, αυτή η αναγνώριση αντανακλά την αντικειμενική επίδραση του μαρξισμού πάνω στη σύγχρονη αστική φιλοσοφία και κοινωνιολογία -- μια επίδραση που αποκτά διαφορετικές μορφές, με την σημαντικότερη να είναι ο μετασχηματισμός του εννοιακού περιεχομένου της αστικής φιλοσοφίας και κοινωνιολογίας, ως αποτέλεσμα της αλλαγής της κοινωνικής λειτουργίας αυτών των δυνάμεων που βασίζουν τις ιδέες τους στον μαρξισμό.

Στο δεύτερο μισό του δέκατου ένατου και στον πρώιμο εικοστό αιώνα, ο μαρξισμός ήταν πάνω από όλα μια ιδεολογική δύναμη με την οποία οι αστοί φιλόσοφοι και κοινωνιολόγοι μπορούσαν να αναμετρηθούν ή όχι, κατά πώς προτιμούσαν. Όμως η κατάσταση άλλαξε άρδην όταν ο μαρξισμός έγινε μια απτή δύναμη, ως αποτέλεσμα της μακρόπνοης κοινωνικής αλλαγής (της ολοκλήρωσης της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ, της δημιουργίας του παγκόσμιου σοσιαλιστικού συστήματος, της διακήρυξης εκ μέρους πολλών απελευθερωμένων χωρών του Τρίτου Κόσμου, ότι προτίθενται να προσανατολίσουν την πολιτική τους στη βάση του "επιστημονικού σοσιαλισμού").

Στις συνθήκες αυτές, το πρόβλημα της "κριτικής" ή της "υπέρβασης" του μαρξισμού έχει καταστεί πολιτικό πρόβλημα για την αστική τάξη, πρόβλημα το οποίο μπορεί να προσπαθήσει να λύσει μέσα από την άμεση αναμέτρηση με τον μαρξισμό, μέσα από τη συζήτηση στο δικό του έδαφος, δηλαδή, μέσα από την ανάλυση των ίδιων προβλημάτων τα οποία λύνει ο σοσιαλισμός, μέσα από την εξέταση των ίδιων κοινωνικών δυνάμεων των οποίων η δομή και η λειτουργία αναλύονται στη μαρξιστική θεωρία. Αυτό όμως μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από την πρόταξη εναλλακτικών ως προς τις λύσεις που προτείνει ο μαρξισμός, ή με την επίδειξη πρωτοβουλίας δια της πρόταξης νέων θεωρητικών προβλημάτων στα οποία, λογικά ομιλώντας, θα όφειλε να επικεντρωθεί η μαρξιστική ανάλυση.

Το ενδιαφέρον αυτό για τον μαρξισμό ως μορφή αναπόφευκτης αυτοκριτικής των αστών κοινωνικών επιστημόνων δεν μπορεί παρά να βοηθήσει τον θεωρητικό προσανατολισμό προς αντιαστική κατεύθυνση των μαζικών καταναλωτών του έργου τους -- κυρίως τα τμήματα της διανόησης και των φοιτητών.

Όμως πρέπει επίσης να λάβουμε υπόψη ότι αυτή η προσπάθεια των αστών φιλοσόφων να φέρουν τον μαρξισμό "πίσω" στο λιμάνι της "δυτικής κουλτούρας" και να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι οι θεωρίες του Μαρξ αποτελούν συνέχεια των ιδεών του Λοκ, του Ρουσώ ή του Καντ, απέχει πολύ απ' το να είναι πειστική. Ενώ υπογραμμίζει την πραγματική λογική της ανάδυσης του μαρξισμού (στον βαθμό που αυτός δεν αναδύθηκε "έξω απ' το δρόμο της ανάπτυξης του παγκόσμιου πολιτισμού", ενώ "έδωσε απαντήσεις σε ζητήματα που είχαν ήδη τεθεί από τα μεγαλύτερα μυαλά της ανθρωπότητας"), η τάση αυτή συσκοτίζει ταυτόχρονα το εξαιρετικά σημαντικό γεγονός ότι η επανάσταση που έφερε στις κοινωνικές επιστήμες ο μαρξισμός έδειξε πως δεν ήταν απλώς συνέχεια παλιότερων φιλοσοφικών παραδόσεων αλλά απετέλεσε επίσης μια ουσιώδη ρήξη με αυτές, μια ρήξη η οποία το καθιστά μάλλον δικαιολογημένο να βλέπουμε τον Μαρξ και όσους τον ακολούθησαν ως πολύ διαφορετικούς από τον Λοκ, τον Ρουσσώ και τον Καντ.

Η αδυναμία να γίνει κατανοητή αυτή η διαφορά συχνά γεννά την ιδέα, ανάμεσα στους πιο κριτικά διακείμενους εκπροσώπους της αστικής και μικροαστικής διανόησης και των φοιτητών, οι οποίοι δεν έχουν από πρώτο χέρι εμπειρία του μαρξισμού, πως είναι εφικτή η δημιουργική τους ανάπτυξη στη βάση ενός τεχνητού συνδυασμού των μαρξιστικών στοιχείων με στοιχεία διάφορων θεωριών και αναλύσεων που έχουν αναπτυχθεί έξω απ' το έδαφός του.

Αυτές οι τάσεις ασκούν σημαντική επίδραση πάνω στις θέσεις που υιοθετούν οι εκφραστές της ιδεολογίας της ριζοσπαστικής αριστεράς σε σχέση με το μαρξισμό και με τη φύση της "επανεκτίμησης" του μαρξισμού που αποπειρώνται. Επιπλέον, ανάμεσα στους πνευματικούς μέντορες της Νέας Αριστεράς βρίσκονται φιλόσοφοι και κοινωνιολόγοι οι οποίοι στα πρόσφατα χρόνια έχουν παίξει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση δυτικο-ευρωπαϊκών φιλοσοφικών συρμών μόδας.

Συνήθως, οι προσπάθειες για μια τέτοια "επανεκτίμηση" ανήκουν σε μια απ' τις ακόλουθες τρεις κατηγορίες: 

—“Συμπλήρωση” του μαρξισμού με φιλοσοφικές και κοινωνιολογικές θεωρίες που ήταν εξελικτικά δημιουργήματα των αστών κοινωνικών επιστημόνων του εικοστού αιώνα (συγκεκριμένα, στοιχεία φροϋδισμού και υπαρξισμού).

— Διάλυση στα επιμέρους της συνεκτικής διδαχής του Μαρξ, και κατόπιν αντιπαράθεση κάποιων όψεων της με άλλες: “οικονομισμός” εναντίον “ανθρωπισμού”, “πρώιμος” Μαρξ και “ύστερος” Μαρξ, κλπ.

— Ψευδείς διακρίσεις ανάμεσα στον Μαρξ και τον Λένιν, τον Ένγκελς και τον Μαρξ, κλπ. 

Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι οι ιδρυτές του μαρξισμού ποτέ δεν είδαν τη θεωρία τους ως κάτι αιώνιο, το οποίο να αντανακλά την οπτική όλων των κοινωνικών ομάδων και τμημάτων, ως αύταρκες θεωρητικό δόγμα. Την υπεράσπισαν όμως ως συνεκτική θεωρία. Η συνοχή του μαρξισμού πηγάζει από τον κοινωνικο-πρακτικό μονισμό του, ο οποίος αποκλείει τη δυνατότητα να αναπτυχθεί στη βάση του συνδυασμού των ιδεολογικών στοιχεών τα οποία αντλούνται από γενικεύσεις για την εμπειρία διάφορων τάξεων. Πηγάζει από την ενότητα της μαρξιστικής θεωρίας και πρακτικής, η οποία καθιστά αδύνατη την ενίσχυση του μαρξισμού με την πρόσθεση της όποιας "καθαρής" θεωηρητικής δραστηριότητας. Πηγάζει από τον προσανατολισμό του μαρξισμού, ως πνευματικής δύναμης που υλοποιείται στην δράση, προς μια συγκεκριμένη πηγή κοινωνικής αναφοράς -- το προλεταριάτο. Πηγάζει από την λειτουργική διασύνδεση και αμοιβαία εξάρτηση όλων των στοιχείων της μαρξιστικής διδασκαλίας. Η ανάπτυξη του μαρξισμού δεν είναι απλώς εφικτή αλλά αναγκαία, όχι όμως στη βάση οποιασδήποτε "σύνθεσης" με στοιχεία αστικών θεωριών, αλλά στη βάση της ανάλυσης και της γενίκευσης της κοινωνικής και επιστημονικής πραγματικότητας (περιλαμβανομένων των καρπών της διανοητικής δραστηριότητας διάφορων τάξεων), μέσα από το πρίσμα της συνολικής κοινωνικής εμπειρίας του προλεταριάτου.

2 σχόλια:

  1. Το βιβλίο του Μπατάλοφ περιλαμβάνει κεφάλαια για τους Μαρκούζε, Σαρτρ, Αντόρνο, Χορκχάιμερ, Ντεμπρέ, Αρόν και C. Wright Mills (γνωστού από την μετάφραση στα αγγλικά του Μαξ Βέμπερ).

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ελπίζω το κεφάλαιο αυτού του βιβλίου του Μπατάλοφ να καθιστά σαφέστερη την θέση που εκφράζω στο κείμενό μου "Διαδοχή και διακοπή".

    ΑπάντησηΔιαγραφή