Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2014

Η Κόλαση είναι ένα μέρος στη Φλωρεντία

Στην άθλια αυτή κατάσταση διαμένουν
των αχρείων εκείνων οι ψυχές, που δίχως
ατιμία και δίχως έπαινον εζήσαν.

Σμιχτές στέκουν μ’ εκείνη την κακή χορεία
των αγγέλων που μήτε εχθροί του Υψίστου εβγήκαν
μήτε πιστοί, αλλά μόνον του εαυτού τους μείναν.


Τους διώχνουν οι Ουρανοί να μη τους ασχημίσουν,
ουδ’ ο τρίσβαθος Άδης στέργει να τους έχει
γιατί δόξα απ’ αυτούς οι ένοχοι δε θα ‘χαν».

Κι εγώ˙ «Ω Δάσκαλε, τι τόσο τους βαραίνει,
οπού τόσο τους κάνει δυνατά να κλαίγουν;»
«Θα στο εξηγήσω πολύ σύντομα», αποκρίθη.

Ελπίδα μέσα τους δεν σώζεται θανάτου,
και τόσο ποταπή είναι η σκοτεινή ζωή τους,
που κάθε άλλη τύχη όποια κι αν είν’ ζηλεύουν.

Φήμη ο κόσμος γι’ αυτούς δεν στέργει ν’ απομένει·
Έλεος, Δικαιοσύνη μ’ όμοια οργή τους διώχνουν.
Μη μιλούμε γι’ αυτούς, μόν’ κοίταξε και πέρνα».

Κι εγώ κοιτάζοντάς τους είδα μια σημαία
που γυρίζοντας τόσο ορμητικά κινούσε
που ‘λεγα στάση πως δεν έστεργε καμία.

Κι οπίσω της ερχόνταν ένα τέτοιο πλήθος
σε μάκρος που ποτέ δεν ήθελε πιστέψω
πώς να ‘χε τόσον κόσμο θάνατος ξεκάμει.

Μόλις εκεί κάποιον εγνώρισα, τον ίσκιο
είδα και απείκασα εκείνου που για δειλία
από τ’ αξίωμα το μέγα επαραιτήθη.

Ένιωσα ευθύς κι εβεβαιώθηκα πως τούτο
το μέγα πλήθος ήταν των αχρείων, που ‘ναι
στο Θεό μισητοί και στους εχθρούς του ακόμη.

Οι άθλιοι τούτοι που ποτέ τους δεν εζήσαν,
ολόγυμνοι ήταν και πολύ βασανισμένοι
από χοντρές μύγες που εκεί ήταν κι από σφήκες.

Χαρακώναν αυτές το πρόσωπό τους μ’ αίμα
που μέσ’ στα πόδια τους με δάκρυα συσμιγμένο
από σιχαμερά σκουλήκια εσυναζόνταν.
Δάντης Αλιγκιέρι, Θεία Κωμωδία: Η Κόλαση, Άσμα τρίτο, Μτφρ. Γ. Καλοσγούρος

1 σχόλιο:

  1. DANTE ALIGHIERI, LA COMMEDIA, INFERNO, CANTO III, 34–69

    Ed elli a me: «Questo misero modo
    tengon l’anime triste di coloro
    che visser sanza infamia e sanza lodo.

    Mischiate sono a quel cattivo coro
    delli angeli che non furon ribelli
    nè fur fedeli a Dio, ma per sè foro.

    Caccianli i ciel per non esser men belli,
    nè lo profondo inferno li riceve,
    ch’alcuna gloria i rei avrebber d’elli.»

    E io: «Maestro, che è tanto greve
    a lor, che lamentar li fa sì forte?»
    Rispuose: «Dicerolti molto breve.

    Questi non hanno speranza di morte,
    e la lor cieca vita è tanto bassa,
    che ’nvidïosi son d’ogni altra sorte.

    Fama di loro il mondo esser non lassa;
    misericordia e giustizia li sdegna:
    non ragioniam di lor, ma guarda e passa.»

    E io, che riguardai, vidi una insegna
    che girando correva tanto ratta,
    che d’ogni posa mi parea indegna;

    e dietro le venìa sì lunga tratta
    di gente, ch’io non averei creduto
    che morte tanta n’avesse disfatta.

    Poscia ch’io v’ebbi alcun riconosciuto,
    vidi e conobbi l’ombra di colui
    che fece per viltà il gran rifiuto.

    Incontanente intesi e certo fui
    che questa era la setta de’ cattivi,
    a Dio spiacenti ed a’nemici sui.

    Questi sciaurati, che mai non fur vivi,
    erano ignudi, stimolati molto
    da mosconi e da vespe ch’eran ivi.

    Elle rigavan lor di sangue il volto,
    che, mischiato di lagrime, ai lor piedi
    da fastidiosi vermi era ricolto.


    Και για την αντιγραφή:

    Μη Απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

    ΑπάντησηΔιαγραφή