Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2014

Το Ένα και το Μηδέν: Οντοθεολογική παρένθεση

...η πρώτη ερώτηση που δικαιούμαστε να θέσουμε είναι: γιατί υπάρχει κάτι αντί για τίποτα;
Λάιμπνιτς, Οι αρχές της Φύσης και της Χάριτος σύμφωνα με τη Λογική, 1714

..μιας τάξης της κοινωνίας-των-ιδιωτών που να μην είναι τάξη της κοινωνίας-των-ιδιωτών, ενός κοινωνικού στρώματος που να είναι η διάλυση όλων των στρωμάτων [...] που να είναι, με μια λέξη, η ολική απώλεια του ανθρώπου και, άρα, να μην μπορεί να επανακτήσει τον εαυτό της χωρίς μια ολική επανάκτηση του ανθρώπου.
Μαρξ,  Εισαγωγή στην Κριτική της Φιλοσοφίας του Δικαίου του Χέγκελ, 1844

Στο βιβλίο του Zero: The Biography of a Dangerous Idea (Το μηδέν: Η βιογραφία μιας επικίνδυνης ιδέας), ο Charles Seife μεταφράζει τη λέξη "λόγος" στο "εν αρχή ην ο λόγος" του Ιωάννη ως "ratio."

Η "ratio" (θηλυκό ουσιαστικό στα Λατινικά) αποδίδει πράγματι ένα τμήμα της πολυσημίας της ελληνικής λέξης "λόγος", η οποία αναφέρεται, αφενός, σε φαινόμενα της ομιλίας, και αφετέρου σε ζητήματα της σκέψης. Ο ελληνικός "λόγος" σημαίνει αφενός λέξη, κουβέντα, τρόπος ομιλίας, ρητορική, φυσική/βιολογική ικανότητα για ομιλία, διδασκαλία και περιεχόμενο της διδασκαλίας, αφήγηση, ή το συζητούμενο, και αφετέρου σημαίνει λογική, λογάριασμα, υπολογισμός, αιτία, βάση, θεμέλιο. Η λατινική "ratio", απ' τη μεριά της, παραπέμπει αφενός στο λογάριασμα, αριθμητικό και κριτικό ή στοχαστικό, στον λογαριασμό τον ίδιο, στη λογική, την κρίση, την μέθοδο και το σύστημα της σκέψης.


Μια από τις σημασίες του λατινικού "ratio" που επιβιώνει όμως και στις σύγχρονες ρωμανογενείς γλώσσες, και που μεταφράζεται ακριβώς ως "λόγος" στα ελληνικά, είναι συγκεκριμένα μαθηματική. Αντιγράφοντας από τον σχετικό ορισμό:

Λόγος είναι μια ποσότητα που υποδηλώνει αναλογία.

Οι λόγοι είναι μονόμετρα μεγέθη όταν συσχετίζουν ποσότητες με ίδιες μονάδες μέτρησης.

Έτσι, η μορφή 1:100.000 ονομάζεται "λόγος" στα ελληνικά και "ratio" στα αγγλικά και σημαίνει, και στις δύο περιπτώσεις, "αναλογία ενός μεγέθους προς ένα άλλο μέγεθος." 

Επιστρέφουμε τώρα στον Ιωάννη. Η φράση του στα ελληνικά είναι:

Εν αρχή ην ο Λόγος, και ο Λόγος ην προς τον Θεόν, και Θεός ην ο Λόγος.

Φυσικά, η φράση περιέχει πολλά και αβυσσαλέα λογικά και μεταφραστικά προβλήματα προς επίλυση, με αυτό του νοήματος της λέξης "αρχή" να είναι το κυριότερο. Και βεβαίως, το τι σημαίνει "λόγος" δεν μπορεί να περιοριστεί στην στενά μαθηματική του έννοια. Ας μου επιτραπεί όμως να το περιορίσω σ' αυτή. Έτσι μεταφρασμένη, η φράση θα γινόταν κάπως έτσι:
Εν αρχή [ενσυνείδητα δεν ανοίγω το ζήτημα του τι σημαίνει αυτή η λέξη εδώ] ήταν η αναλογία, και η αναλογία ήταν προς τον Θεό, και Θεός ήταν η αναλογία.
Η φράση του Ιωάννη την οποία μετέφρασα με αυτόν τον τρόπο παρατίθεται βιβλιογραφικά ως Ιωάννης 1:1, δηλαδή Ιωάννης (Ευαγγέλιο), χωρίο 1, πρόταση 1. Η μορφή 1:1 υποδηλώνει τον χώρο της συγκεκριμένης πρότασης σε σχέση με το σύνολο του έργου, δεν είναι δηλαδή μαθηματική φόρμουλα. Είναι ωστόσο μορφικά ταυτόσημη με την μαθηματική φόρμουλα της αναλογίας του 1 προς 1. Ο λόγος ένα προς ένα (1:1) είναι βέβαια, πάλι ένα (1:1=1). Με μαθηματικούς όρους, δηλαδή, η πρώτη πρόταση σημαίνει το εξής:

Εν αρχή ην η αναλογία, και η αναλογία αφορούσε [σχετιζόταν με] το Θεό, και Θεός ήταν η αναλογία. 

Με την "αναλογία" να έχει την τιμή 1 προς 1, τόσο σε ό,τι αφορά την αρίθμηση του χωρίου και της πρότασης του χωρίου, όσο και --σημαντικότερα-- τη λογική της μορφή: Θεός είναι η αναλογία του Θεού προς τον εαυτό του (αφού Θεός είναι τόσο η αναλογία όσο και η σχέση του Θεού προς την αναλογία). "Θεός" είναι ο λόγος του Ενός προς τον εαυτό του, δηλαδή το Ένα. 

Δηλαδή: 

α. Θεός είναι αυτό το ον που μπορεί να σχετίζεται με τον εαυτό του σε μια σχέση χωρίς διαφορά (το μόνο ον που μπορεί να σχετίζεται με τον εαυτό του σε μια σχέση χωρίς διαφορά)

β.  Για το λόγο αυτό, Θεός είναι το αδιαίρετο Ένα, το Ένα που δεν μπορεί να διαιρεθεί παρά μόνο από τον εαυτό του, δίνοντας ως γιγνόμενο πάλι τον εαυτό του: 1:1=1.

γ. Δηλαδή ο Θεός είναι ον, υπάρχον (είναι φυσικός αριθμός που έχει τιμή), το οποίο είναι ταυτόχρονα αδιαίρετο από οτιδήποτε εκτός του εαυτού του, και του οποίου η διαίρεση αναπαράγει αλώβητη την αρχική ουσία του, την αριθμητική τιμή του Ενός. 

Το ζήτημα εδώ δεν είναι βέβαια η πρόταση μιας "αθεϊκής ερμηνείας" της φράσης του Ιωάννη· το ζήτημα είναι μάλλον η ανάδειξη του γεγονότος ότι η "θεολογική ερμηνεία" είναι αναπόδραστα επίσης μαθηματική και υλιστική ερμηνεία, είναι, ακριβέστερα, αποτύπωση μιας συγκεκριμένης μαθηματικής οντολογίας που περιστρέφεται γύρω από τον αριθμό Ένα, και για την οποία ένα άλλο όνομα είναι ακριβώς "οντοθεολογία".

Ουδέν περαιτέρω δεν θα ήθελα να προσθέσω εδώ -- παρά μόνο ότι οι Αρχαίοι Έλληνες, οι οποίοι ενεπλάκησαν πρώτοι με το ζήτημα του Ενός, έθεσαν δηλαδή τα θεμέλια αυτού που ονομάζουμε "οντοθεολογία", δεν γνώριζαν τον αριθμό "μηδέν", δεν είχαν κανένα σύμβολο για αυτόν, και ότι συνεπώς αριθμητικά άρχιζαν πάντα από το ένα, το οποίο ήταν για αυτούς η ελάχιστη ποσότητα εμφάνισης ενός όντος, και συνεπώς το θεμέλιο κάθε αριθμού, κάθε συνάρθρωσης όντων (15=1+1+1....+1, κλπ).

Αλλά δεν ξεκινάει μόνο το αριθμητικό μέτρημα και η οντοθεολογία από αυτό το ένα. Η Λογική, ο "λόγος" ως ρυθμιστική αρχή της σκέψης και των διαδικασιών της, αρχίζει επίσης από εκεί. Όταν η Λογική αρχίζει να σκέφτεται έναν αριθμό πριν το ένα, πριν την αρχή του ενός, όταν αρχίζει να σκέφτεται (απ') το μηδέν (δηλαδή, να σκέφτεται τι ακριβώς;), τότε αρχίζουν να ανακύπτουν σοβαρά προβλήματα στο οικοδόμημα της Λογικής. Ένα από τα ονόματα αυτών των προβλημάτων, και συνάμα, ένα απ' τα ονόματα των "λύσεων" στο πρόβλημα που ποτέ δεν μπορούν να είναι ακριβώς λύσεις, είναι "Μεταφυσική". Ένα από αυτά τα ονόματα, αλλά όχι το μόνο. Όχι, όταν αυτό που διακυβεύεται είναι η κριτική της μεταφυσικής με όρους που επιφέρουν την ακαθοριστία της θέσης αυτής της κριτικής και μαζί της, την ακαθοριστία του υποκειμένου της.

Βέβαια, η εννοιακή και η αριθμητική ιστορία του μηδενός δεν συμβαδίζουν, και ο λόγος του φιλοσοφικού μηδέν και του αριθμητικού μηδέν δεν είναι ένα: το μηδέν είναι στοιχείο της αρχαίας μεταφυσικής, αλλά μόνο ως έννοια, ως η έννοια της απουσίας του όντος ή των όντων. Αλλά το αριθμητικό μηδέν δεν είναι ακριβώς η απουσία αριθμού: είναι ένας αριθμός χωρίς τιμή, ένας αριθμός όπως όλοι οι άλλοι και διαφορετικός από όλους τους άλλους, απαραίτητος και δυνητικά καταστροφικός για το οικοδόμημα της μαθηματικής λογικής. Όπως άλλωστε και για αυτό της φιλοσοφίας, που σκέφτεται το μηδέν πριν το σκεφτούν τα μαθηματικά (ή η φυσική), και που παραμένει συνδεδεμένη με τις θετικές επιστήμες ίσως πάνω από όλα στη βάση αυτού του αδιανόητου και αφόρητου δεσμού ή κρίκου που ανοίγει το έδαφος κάτω απ' τα πόδια πριν την "αρχή" του Ιωάννη. Κατά μία έννοια (ιστορική και λογική [;]), η Αποκάλυψη επισυμβαίνει ήδη πριν την αρχή αυτή, σε ένα χωρίο που ο Ιωάννης δεν έγραψε ποτέ. Κατά μία άλλη (εξίσου ιστορική και λογική [;]), επισυμβαίνει μετά, πολύ μετά τον Ιωάννη. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου