Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2014

Το Υψηλό

Το συναίσθημα του Υψηλού είναι, επομένως, ένα συναίσθημα της λύπης, λόγω της ακαταλληλότητας της φαντασίας κατά την αισθητική εκτίμηση του μεγέθους σε σχέση με την εκτίμηση μέσω του Λόγου· συγχρόνως δε είναι ηδονή που γεννάται από τη συμφωνία αυτής ακριβώς της κρίσης για την ακαταλληλότητα ακόμη και της μέγιστης αισθητηριακής ικανότητας με τις ιδέες του Λόγου, καθόσον η επιδίωξή τους αποτελεί ασφαλώς για μας νόμο. Πράγματι, αποτελεί για μας νόμο (του Λόγου) και στοιχείο του προορισμού μας να εκτιμούμε καθετί μεγάλο που η φύση περιλαμβάνει για μας, ως αντικείμενο των αισθήσεων, ως μικρό σε σύγκριση με τις ιδέες του Λόγου· και ό,τι διεγείρει σε μας το συναίσθημα του υπεραισθητού αυτού προορισμού, συμφωνεί με τον νόμο εκείνον.
Ιμμάνουελ Καντ

4 σχόλια:

  1. DAS GEFÜHL DES ERHABENEN IST ALSO EIN GEFÜHL DER UNLUST, … UND EINE DABEI ZUGLEICH ERWECKTE LUST, …

    Das Gefühl des Erhabenen ist also ein Gefühl der Unlust, aus der Unangemessenheit der Einbildungskraft in der ästhetischen Größenschätzung, zu der Schätzung durch die Vernunft, und eine dabei zugleich erweckte Lust, aus der Übereinstimmung eben dieses Urteils der Unangemessenheit des größten sinnlichen Vermögens mit Vernunftideen, sofern die Bestrebung zu denselben doch für uns Gesetz ist. Es ist nämlich für uns Gesetz (der Vernunft) und gehört zu unserer Bestimmung, alles, was die Natur als Gegenstand der Sinne für uns Großes enthält, in Vergleichung mit Ideen der Vernunft für klein zu schätzen; und, was das Gefühl dieser übersinnlichen Bestimmung in uns rege macht, stimmt zu jenem Gesetze zusammen.

    Immanuel Kant, Kritik der Urteilskraft (1790), Zweites Buch: Analytik des Erhabenen, A. Vom Mathematisch-Erhabenen: § 27. Von der Qualität des Wohlgefallens in der Beurteilung des Erhabenen


    Και για την αντιγραφή:

    Μη Απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ΜΙΑ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΙΚΗ ΔΙΟΡΘΩΣΗ

    Στην πρώτη γραμμή αντί του: «συναίσθημα λύπης» το σωστό είναι: «συναίσθημα του δυσάρεστου»· έτσι μεταφράζεται σωστά στα ελληνικά το Gefühl der Unlust του γερμανικού πρωτοτύπου, αφού Unlust σημαίνει το αντίθετο της «ηδονής» (Lust), δηλαδή την έλλειψη ηδονής ή ευχαρίστησης (ό,τι δεν αρέσει, δεν προκαλεί ηδονή ή ευχαρίστηση) και, κατά μία έννοια, την δυσαρέσκεια, καθώς δείχνουν και τα αμέσως συνεχόμενα στο παραπάνω απόσπασμα από την «Κριτική της κριτικής δύναμης» του Εμμ. Καντ.

    Μη Απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Διευκρινιστικά (δεν το διευκρίνησα), η μετάφραση είναι του Ξηροπαϊδη.

      Συμφωνώ πάντως πλήρως με την μετάφραση που προτείνεις για το Unlust.

      Διαγραφή
  3. «ΕΧΟΥΝ ΚΙ ΟΙ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ ΤΗΝ ΜΟΙΡΑ ΤΟΥΣ» Ή ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΙΚΑ «ΑΝΔΡΑΓΑΘΗΜΑΤΑ» ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΩΝ…

    Παραφράζω μόνο στον τίτλο του σχολίου μου αυτού, φίλτατε Αντώνη, ένα αρχαίο λατινικό ρητό που θέλει τα βιβλία να ’χουν την μοίρα τους. Κι αυτό γιατί δεν θέλω —προς το παρόν τουλάχιστον— να μπω στον πειρασμό να σχολιάσω σε βάθος την συγκεκριμένη μετάφραση του κ. Ξηροπαΐδη και δεν έχω πρόσβαση στην μετάφραση του κ. Ανδρουλιδάκη. Με κίνδυνο να παρεξηγηθώ (σου υπενθυμίζω τι είχε προ καιρού συμβεί, όταν είχα τολμήσει να αμφισβητήσω τις αρχαιοελληνικές γλωσσικές —όχι τις οικονομικές!— γνώσεις του κ. Σταμάτη αναφορικά με την πρόσληψη της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας από τον «Μαυριτανό» και τον «Στρατηγό»· «θεοί και δαίμονες» πέσανε να με φάνε…) εκφράζω σε πρώτη φάση την «αφελή» μου απορία πώς μπορούν εντεταλμένοι πανεπιστημιακοί διδάσκοντες α΄) να μεταφράζουν το γερμανικό Unlust «λύπη» στα ελληνικά (και δυο γραμμές πιο κάτω —σωστά— το Lust «ηδονή») (κος Ξηροπαΐδης) και β΄) να μη βρίσκουν καλύτερη μετάφραση για το Urteilskraft από το «κριτική δύναμη» (κος Ανδρουλιδάκης). Σε δεύτερη φάση θα επανέλθω σε ευθετότερο χρόνο στα του κ. Σταμάτη.

    Δίνω το συγκεκριμένο απόσπασμα στην παλιά μετάφραση του Ευάγγελου Π. Παπανούτσου («Τέσσερα Κείμενα του Καντ», «Εποχές», τεύχος 13, Μάιος 1964, σελ. 12) μέχρι να βρω την μετάφραση του κ. Ανδρουλιδάκη. Σημειωτέον ότι ο Ευ. Παπανούτσος («Εμμανουήλ Καντ, 240 χρόνια από τη γέννησή του – 160 από το θάνατό του», στο ίδιο, σελ. 4) μεταφράζει —δίπλα στο γλωσσικά αμφίσημο και εννοιολογικά συγχύσιμο «κριτική δύναμη» («Τέσσερα Κείμενα του Καντ», στο ίδιο, σελ. 10)— πολύ πιο δόκιμα το Urteilskraft ως «δύναμη της κρίσης»/«κριτικότητα».

    Το συναίσθημα του υπέροχου είναι λοιπόν πικρία από τη συναίσθηση της δυσαναλογίας που παρουσιάζει η φαντασία στην αισθητική αποτίμηση του μεγέθους απέναντι στην εκτίμησή του με το Λόγο, και μαζί μ’ αυτήν χαρά που πηγάζει από τη συναίσθηση ότι αυτή ακριβώς η κρίση της δυσαναλογίας της μεγίστης ικανότητας των αισθήσεων συμφωνεί με ιδέες του Λόγου, αφού η προς τις ιδέες αυτές τάση είναι για μας νόμος. Είναι δηλαδή για μας νόμος (του Λόγου) και ανήκει στον προορισμό μας, κάθε τι για μας μεγάλο, που η Φύση το περιέχει ως αντικείμενο των αισθήσεων, να το αποτιμούμε ως μικρό κατά τη σύγκρισή του με ιδέες του Λόγου, και ό,τι ξυπνά μέσα μας το συναίσθημα αυτού του υπεραισθητού προορισμού συμφωνεί μ’ εκείνο το νόμο.

    Σε καληνυχτίζω,

    Μη Απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

    ΑπάντησηΔιαγραφή