Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2014

Ζητήματα απεύθυνσης ΙΙ (αναδημοσίευση)

Η κλίμακα στην οποία μετριέται κατά βάση η απεύθυνση ενός κόμματος είναι η εθνική: κάθε συζήτηση για την ανταπόκριση την οποία γνωρίζει αυτή η απεύθυνση προϋποθέτει αυτή την κλίμακα ως καθοριστική για την σχέση του με τον πληθυσμό.

Η προφάνεια όμως της πρότασης ότι ένα εθνικό κόμμα απευθύνεται, έτσι γενικά και χωρίς κανένα περαιτέρω καθορισμό, στο "έθνος", στην γεωγραφική και κοινωνική κλίμακα του εθνικού συνόλου, τείνει να προσπερνά ένα ουσιώδες γεγονός, άλλο από την προφανή διαίρεση του έθνους σε τάξεις και ταξικές συμμαχίες.

Το γεγονός αυτό αφορά ότι η αστικά εννοούμενη "εθνική απεύθυνση" προϋποθέτει την διαμεσολάβηση δύο απόλυτα προνομιακών τάξεων συμβολοποίησης, νοηματοδότησης και επικοινωνίας:


α) της τάξης της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης 

β) της τάξης της μιντιακής αναπαράστασης

Κάθε "εθνική" απεύθυνση που κυοφορείται στην αστική κοινωνία, όταν αναλυθεί στα επιμέρους της, είναι πάντα απεύθυνση στο επίπεδο εκείνο της πολιτικής του οποίου συμπύκνωση είναι το εθνικό Κοινοβούλιο και του οποίου αναπαραστατικός χώρος είναι τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. 

Αλλά ένα Κομμουνιστικό Κόμμα είναι ως επί το πλείστον στο περιθώριο των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και στη μεθόριο του Κοινοβουλίου, το οποίο δεν μπορεί ποτέ να σταματήσει να είναι "αλλότριος" προς το ίδιο χώρος, στον βαθμό που είναι και παραμένει ένας αστικός θεσμός, ένα μέσο άσκησης της αστικής πολιτικής εξουσίας. 

Στην πράξη, αυτό σημαίνει κατ' αρχήν, ότι η "εθνική κλίμακα απεύθυνσης" όπως γίνεται αντιληπτή από την συντριπτική πλειοψηφία, δεν είναι ουδέτερο δεδομένο. Είναι ένα δεδομένο που εξυπηρετεί εκ φύσης τα αστικά κόμματα, αν όχι αποκλειστικά αυτά, τουλάχιστον στον συντριπτικά μεγαλύτερο βαθμό.

Συνεπώς, το να παρατηρεί κάποιος ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα έχει μειωμένη "εθνική επιρροή" με όρους μέτρησης αστικών κομμάτων είναι σαν να παρατηρεί ότι ο ήλιος ανατέλλει απ' την Ανατολή: είναι αυστηρά αδύνατο για το Κομμουνιστικό Κόμμα να βασίσει την επιρροή του σε μια χώρα στους δύο θεμελιώδεις πυλώνες της "εθνικής απεύθυνσης", δηλαδή στο αστικό κοινοβούλιο ως τάξη της εκπροσώπησης και στα αστικά ΜΜΕ ως τάξη της αναπαράστασης. 

Τότε πώς γίνεται, πώς έγινε ποτέ εφικτό για το Κομμουνιστικό Κόμμα να έχει εθνική απεύθυνση και ανταπόκριση, να συσπειρώσει δυνάμεις σε όλη την γεωγραφική κλίμακα του έθνους;

Ξέρουμε πώς δεν έγινε, πώς για παράδειγμα δεν συγκροτήθηκε ο ΕΛΑΣ ή ο Δημοκρατικός Στρατός. Δεν έγινε μέσα από τα ΜΜΕ και δεν έγινε μέσα από το αστικό Κοινοβούλιο. Η κομμουνιστική απεύθυνση στο έθνος δεν διενεργείται κατά κύριο λόγο μέσα από τα κανάλια εκείνα που χρησιμοποιούν όλα τα άλλα κόμματα· και είναι απολύτως φυσιολογικό, όταν κάποιος μετράει την "εθνική απεύθυνση" με αυτούς τους όρους, το Κομμουνιστικό Κόμμα όχι απλώς να φαίνεται πως υστερεί "επικοινωνιακά" αλλά πως είναι επίσης μόνιμα καταδικασμένο σε αυτή την υστέρηση, μόνιμα καταδικασμένο στην περιθωριακότητα.

Και τα πράγματα θα ήταν όντως έτσι αν δεν υπήρχαν ταυτόχρονα άλλες κλίμακες απεύθυνσης, επικοινωνίας και ζύμωσης ιδεών από τα ΜΜΕ και το Κοινοβούλιο. Όμως τέτοιες υπάρχουν, και η δράση του Κομμουνιστικού Κόμματος σε αυτές ανησυχεί τις αστικές δυνάμεις εξ ορισμού, γιατί είναι δράση εκτός του χώρου που προορίζεται προνομιακά για έλεγχο και ηγεμονία από τις ίδιες: τέτοιες κλίμακες είναι ο χώρος δουλειάς (ο ατομικός χώρος δουλειάς, αλλά και μια ευρύτερη περιοχή ή ζώνη, ή πολλές τέτοιες ζώνες που συνδέονται από τον παραγωγικό τους χαρακτήρα), η γειτονιά (ή πολλές γειτονιές που συνδέονται από την ταξική τους ανθρωπογεωγραφία ή τη θέση τους στην εθνική βιομηχανική παραγωγή), η κοινότητα, ο Δήμος. Και βεβαίως, το Κομμουνιστικό Κόμμα αναπτύσσει, ή έστω επιχειρεί να αναπτύξει, μιαν άλλη εδαφικότητα, άλλες σχέσεις επικοινωνίας και ζύμωσης πάνω σ' αυτές τις παράλληλες και ανταγωνιστικές με τις πρώτες κλίμακες, να κινηθεί σε κλίμακες που επιτρέπουν σε πολύ μεγάλο βαθμό την παράκαμψη της αστικής προπαγάνδας και των επικοινωνιακών παιχνιδιών από την αμεσότητα της εμπειρίας και την επαφή πρόσωπο με πρόσωπο, σε συνθήκες όπου κανείς δεν μπορεί εύκολα να κρυφτεί ή να ελιχθεί δημιουργώντας εντυπώσεις.

Αυτή είναι η διάσταση που το Κομμουνιστικό Κόμμα επιδιώκει μέσα από την αυτόνομη δράση του ταξικού συνδικαλισμού σε επίπεδο χώρων εργασίας, αυτή είναι η διάσταση που επιδιώκει μέσα από την δουλειά των Λαϊκών Επιτροπών σε επίπεδο γειτονιάς ή συνοικίας, και αυτή, τέλος, είναι η διάσταση που επιδιώκει μέσα από την δράση του σε επίπεδο Τοπικής Διοίκησης. Τα τρία αυτά "μέτωπα" δεν είναι παρά κλίμακες που διαφεύγουν της ικανότητας της αστικής τάξης να ελέγξει πλήρως την κατάσταση μέσα από την εικόνα (ΜΜΕ) και τη ρητορεία (Κοινοβούλιο), κλίμακες όπου η αμεσότητα της εμπειρίας δυσκολεύει την σύγχυση για το ποιος είναι τι, κλίμακες όπου η διάσταση λόγων και έργων αφήνει σημάδια που δεν σβήνονται εύκολα.

Και αυτός είναι ένας από τους λόγους που η Τοπική Διοίκηση έχει την δυνατότητα, στα χέρια του Κομμουνιστικού Κόμματος, να δημιουργήσει σημαντικά ρήγματα στην συμβολική τάξη πραγμάτων που εγγυάται η αναπαραστατική φαντασμαγορία των αστικών ΜΜΕ και η φαντασμαγορία εκπροσώπησης του αστικού Κοινοβουλίου. Ήδη, οι ανησυχίες για την μετατροπή της σε σχολείο ταξικής εκπαίδευσης και ανοίγματος κλειστών ματιών είναι πρόδηλες. Tρομακτικά πράγματα μπορούν να συμβούν σε μια κοινωνία που παύει να μετρά τον εαυτό της και να καταλαβαίνει την πολιτική της προοπτική μέσα από τα μίντια, το κοινοβούλιο, και την αλληλοδιαπλοκή τους σε ένα ατέρμονο περιβάλλον σημειωτικού θορύβου και παφλασμού, που η μεγάλη πλειοψηφία έχει μάθει να θεωρεί πως είναι συνώνυμος με την "πραγματικότητα"· ανάμεσα σε άλλα, μια εντελώς αδιανόητη για την αστική τάξη σφαίρα "εθνικής απεύθυνσης". Με αδιανόητες συνεπαγωγές, αν και όταν συγκροτηθεί σε εθνική κλίμακα συχνοτήτων όπου δεν μπορούν να "παρεμβληθούν" με αξιώσεις τα σήματα αστικού θορύβου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου