Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

Μ. Μαϊλης-Το αστικό πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα, 1950-1967. Από τον πρόλογο της Σ.Ε

[...] Ποια είναι τα κοινά στοιχεία ανάμεσα στο παρελθόν και στην τρέχουσα πολιτική κατάσταση; Είναι η κινητικότητα για τη διαμόρφωση νέων αστικών κομμάτων, οι μετακινήσεις αστών πολιτικών μεταξύ παλιών και νέων κομματικών μηχανισμών, η ρευστότητα στις μετακινήσεις τους αλλά και στη συγκρότηση των νέων πολιτικών σχημάτων που εμφανίζονται ως αντίπαλα μεταξύ τους. Είναι οι σχέσεις της ελληνικής αστικής τάξης, των εκάστοτε ισχυρών τμημάτων της, με τους ξένους συμμάχους της, σχέσεις συμμαχίας καπιταλιστικών συμφερόντων ενάντια στα εργατικά και λαϊκά συμφέροντα, που όμως διατρέχονται από την ανισομετρία της καπιταλιστικής ανάπτυξης και ισχύος. Διατρέχονται από αντιθέσεις μεταξύ των ιδιαίτερων συμφερόντων των εθνοκρατικά συγκροτημένων αστικών τάξεων. Είναι αντιθέσεις που εκφράζουν και μεσοπρόθεσμη ή μακροπρόθεσμη κινητικότητα στη συγκρότηση των εξωτερικών συμμαχιών, που αποτυπώνουν επίσης τις αλλαγές στο συσχετισμό μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών διεθνώς, αλλά και ανάλογα με την πορεία έκβασης της ταξικής πάλης στο εσωτερικό κάθε χώρας.


[...]

Σε αυτό το σημείο, αξίζει να θυμίσουμε ότι και οι σχέσεις ΝΑΤΟ-ΕΟΚ αποτύπωναν μια σύνθετη αντιφατική σχέση μεταξύ των κρατών-μελών τους, που είχε αντανάκλαση και στη σχέση της Ελλάδας με το ΝΑΤΟ και την ΕΟΚ, στις θέσεις των κυβερνητικών κομμάτων ή σε αστικές αντιθέσεις σχετικές με τις εκάστοτε κυβερνητικές επιλογές.

Αν και τα σημαντικότερα κράτη-μέλη της ΕΟΚ συμμετείχαν στο ΝΑΤΟ, αν και η ΕΟΚ ήταν οικονομικός-πολιτικός συνασπισμός, ενώ το ΝΑΤΟ στρατιωτικός-πολιτικός, αν και οι δύο συνασπισμοί είχαν ως καθαρό ταξικό αντίπαλό τους την ΕΣΣΔ και τα άλλα σοσιαλιστικά κράτη, ωστόσο οι μεταξύ τους αντιθέσεις ήταν βαθύτερες και εκδηλώθηκαν πιο καθαρά στον 21ο αιώνα. Πολύ συνοπτικά μπορούμε να κωδικοποιήσουμε αυτές τις αντιθέσεις ως εξής:

- Το Ηνωμένο Βασίλειο, σταθερή σύμμαχη δύναμη των ΗΠΑ και μέλος του ΝΑΤΟ, δε συμμετείχε στην ΕΟΚ.

- Η Γαλλία, τότε η ισχυρότερη καπιταλιστική δύναμη στην ηπειρωτική Ευρώπη, είχε περιόδους μη συμμετοχής στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, λόγω αντιθέσεών της με τις ΗΠΑ για τον έλεγχο των βάσεων στην Ευρώπη.

- Η Γερμανία, ταχύτατα οικονομικά ανασυγκροτημένη μετά τον πόλεμο με την στήριξη των ΗΠΑ, βασική δύναμη της ΕΟΚ, αρχικά στερούνταν στρατιωτικής δύναμης, με βάση τη Συμφωνία του Πότσνταμ.

- Η Τουρκία, μέλος του ΝΑΤΟ, με σύμμαχο το Ην. Βασίλειο στις διεκδικήσεις της στην Κύπρο, είχε και την προτίμηση των ΗΠΑ, λόγω της γεωστρατηγικής της θέσης στο υπογάστριο της ΕΣΣΔ, αλλά και της γειτνίασής της με τη Μέση Ανατολή. Ταυτόχρονα, οι αντιθέσεις Ελλάδας-Τουρκίας δεν περιόριζονταν μόνο στο Κυπριακό.

Σε αυτό το κουβάρι των αντιθέσεων εκδηλώθηκε αστικό πολιτικό ρεύμα αμφισβήτησης της ένταξης στο ΝΑΤΟ ή τουλάχιστον τέθηκε ζήτημα ισχυρότερης διαπραγμάτευσης, αμφισβήτησης της Συμφωνίας εγκατάστασης βάσεων των ΗΠΑ στην Ελλάδα, καθώς και αντιρρήσεις για τη σύνδεση της Ελλάδας με την ΕΟΚ.

[...]

Στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, τα συμφέροντα Βρετανίας-Τουρκίας στην Κύπρο είναι ενιαία και αντίθετα με τα συμφέροντα της Ελλάδας των δε ΗΠΑ έχουν μεγαλύτερη κοινότητα με εκείνα των Βρετανίας-Τουρκίας.

Αυτό είναι σημαντική βάση για ν' αναπτυχθεί πιο ισχυρό αστικό ρεύμα ευρωπαϊκού προσανατολισμού, παρόλο που το εφοπλιστικό κεφάλαιο της Ελλάδας έχει στενούς δεσμούς με το βρετανικό-αμερικανικό.

Διόλου τυχαία ο Κ. Καραμανλής μετά τη διένεξη με το παλάτι και την παραίτησή του από πρωθυπουργός (1963), εγκαταλείποντας την Ελλάδα εγκαταστάθηκε στη Γαλλία.

Με το σύνολο αυτών των αντιθέσεων μπορούμε να εξηγήσουμε πιο ουσιαστικά τις αντιθέσεις μεταξύ των αστών πολιτικών, να δούμε πίσω από επιφανειακά προσχήματα, όπως τα περί "διαπραγματευτικής ικανότητάς" τους, "οσφυοκαμψίας" και "εθνοδουλείας", όσο κι αν μπορεί να εκδηλώνονται και τέτοιες τάσεις, όμως ως δευτερεύουσες ή και τριτεύουσες σε αυτές που διαμορφώνονται από καθοριστικούς παράγοντες: τα κοινά συμφέροντα.

Η ταξική προσέγγιση των γεγονότων μας βοηθά να μην παρασυρόμαστε από απλουστευτικές αντιλήψεις ότι οι αστοί πολιτικοί, τα αστικά κόμματα, "εκτελούν εντολές" ξένων κέντρων ή μεμονωμένων καπιταλιστών, ότι είναι όργανα εκτελεστικά χωρίς βούληση.

Η πραγματικότητα είναι ότι υπάρχουν διαφορές τακτικής εντός των κομμάτων που πέρα από προσωπικές διαφορές --όταν πρόκειται για στελέχη-- αστούς με προσωπικότητα, εμπειρία και ηγετικές ικανότητες-- εκφράζουν και διαφορές τμημάτων της αστικής τάξης, ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις.

Είναι φανερό ότι στη συγκεκριμένη περίοδο οι διαμάχες αντανακλούν τις δυσκολίες στη διαμόρφωση του μεταπολεμικού-μετεμφυλιακού αστικού πολιτικού συστήματος, ακόμα και διαφορές προσανατολισμού, με σημαντικότερη αυτή για τη λεγόμενη "ατμομηχανή" της παραγωγικής ανάπτυξης: με αγροτική ανάπτυξη, τουρισμό και βιομηχανία μέσων κατανάλωσης ή με πιο εκτεταμένη εκβιομηχάνιση μέσω της βιομηχανίας εξόρυξης-επεξεργασίας υλών και μηχανημάτων παραγωγής. Σ' αυτή την αντιπαράθεση περιπλέχτηκε και το αστικό δίλημμα "πρώτα νομισματική σταθεροποίηση και μετά κρατική στήριξη της εκβιομηχάνισης" ή αντίθετα.

[...]

Οι αναλύσεις του Κόμματος, όπως αναδεικνύει ιδιαίτερα το Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ 1949-1968, Β' τόμος, συχνά υπέφεραν από την έλλειψη αντικειμενικής αντίληψης και εξήγησης τέτοιων φαινομένων, με αποτέλεσμα οι σχέσεις εξάρτησης, στη βάση της ανισομετρίας, να ερμηνεύονται "με το κεφάλι κάτω", να θεωρούνται ως "στρέβλωση", "ιδιομορφία" στην ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού λόγω "μη πατριωτικής" στάσης των αστών πολιτικών, των αστικών κομμάτων που διακυβέρνησαν.

Στη βάση αυτού του ερμηνευτικού σχήματος, το Κόμμα μας, στις πολιτικές στοχεύσεις και στις συμμαχίες του, υπέταξε το ταξικό κριτήριο στο "πατριωτικό-αντιβασιλικό-αστικοδημοκρατικό", γραμμή που διατρέχει τη στάση του σε όλη την αναφερόμενη περίοδο. Σε αυτή τη λαθεμένη πολιτική γραμμή έπαιξε ρόλο και η γενικότερη αντίστοιχη γραμμή του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, που θεωρούσε ότι είχε καταλυθεί η εθνική ανεξαρτησία όλων των καπιταλιστικών κρατών της Ευρώπης, ακόμα και της Βρετανίας, από τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό.

Η προβληματικότητα αυτής της γραμμής φαίνεται και από την ιστορία των "δημοκρατικών" αστικών πολιτικών δυνάμεων, που ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να μελετήσει στην παρούσα εργασία. Έχει την ευκαιρία να αντιληφθεί ότι αυτές οι δυνάμεις δεν υπήρξαν συνεπείς ούτε καν στο ζήτημα της αντίθεσής τους με τη βασιλεία.

Η παρούσα εργασία είναι πολύ χρήσιμη για να γίνει αντιληπτό ότι η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των αστικών κομμάτων, των κομμάτων τελικά της αστικής διακυβέρνησης, είναι τόσο αβαθές ποτάμι που εύκολα διασχίζεται από τη μία όχθη του στην άλλη: Οι φιλελεύθεροι γίνονται υπερασπιστές της διευρυμένης κρατικής οικονομικής παρέμβασης και αντιστρόφως, οι αντιβασιλικοί γίνονται συνεργαζόμενοι με τη βασιλεία και αντιστρόφως, οι "δημοκρατικοί" αφήνουν ανοκτό το δρόμος τους στους "δικτάτορες", οι οποίοι εκ νέου παραδίδουν τη σκυτάλη στους δημοκρατικούς, ενώ καλά κρατούν και αναπαράγονται οι μεταξύ τους αντιπαραθέσεις.

Επίσης αποδεικνύεται ότι η πολιτική ουράς που με ευθύνη και του ΚΚΕ ακολούθησε η ΕΔΑ απέναντι σ' ένα αστικό κόμμα, την Ένωση Κέντρου, στο όνομα της υπεράσπισης της "δημοκρατικής ομαλότητας", τελικά δεν ανέκοψε ούτε την επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας (1967).

Η ιστορία στην Ελλάδα και σε όλο τον καπιταλιστικό κόσμο αποδεικνύει ότι κι ένα κόμμα ιστορικά διαμορφωμένο ως εργατικό, από τη στιγμή που γίνεται κόμμα αστικής διακυβέρνησης, είτε γρήγορα υφίσταται απροετοίμαστο την πιο βίαιη επίθεση του κεφαλαίου είτε εξελίσσεται σε κόμμα προδοσίας του εργατικού κινήματος, όπως έγινε ιδιαίτερα στην Ευρώπη, ακόμα και των επαναστατημένων εργατικών και εξεγερμένων λαϊκών μαζών.

Το δίδαγμα της ιστορίας της ταξικής πάλης είναι ότι το ΚΚ, το εργατικό κίνημα, δεν πρέπει να εγκλωβίζονται στις ενδοαστικές αντιθέσεις, στον αστικό κυβερνητισμό, στην επιδίωξη να γίνει ρυθμιστής του "δημοκρατικού αστικού πολιτεύματος", να το "διασώσει" από τη φασιστική ή άλλη εκτροπή του, θεωρώντας ότι έτσι θα οδηγήσει στην υπηρέτηση των γενικότερων εργατικών-λαϊκών στόχων, ενώ πρόκειται για επιλογές της ίδιας της καπιταλιστικής εξουσίας.

Αυτή η πολιτική αντίληψη είναι βαθιά λαθεμένη, δοκιμάστηκε είτε καλοπροαίρετα λόγω πολιτικής ανωριμότητας είτε λόγω βαθιάς οπορτουνιστικής διάβρωσης (π.χ., από το Ιταλικό ΚΚ) και τελικά ζημίωσε το εργατικό κίνημα.

Το παραπάνω συμπέρασμα είναι ιδιαίτερα χρήσιμο στις σημερινές συνθήκες της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, με την άνοδο του φασιστικού-ναζιστικού αστικού ρεύματος, αλλά και του ρεφορμιστικού οπορτουνιστικού, αναμορφωμένου μέσα από νέα κομματικά σχήματα.

[...]

Ακόμα κι όταν υπάρχει άλυτο ζήτημα κατοχής, όπως σ' ένα τμήμα της Κύπρου, και τότε δεν μπορεί η συμμετοχή του ΚΚ στη διακυβέρνηση να εξασφαλίσει την επίλυσή του, αφού ουσιαστικά η εξουσία του κεφαλαίου και οι ιμπεριαλιστικές ενώσεις καθορίζουν τις συμμαχίες, τις αντιπαλότητες με άλλα καπιταλιστικά κράτη με όλες τους τις αντιφάσεις.

Όπως έδειξε η ζωή, η συμμετοχή της Κύπρου στην ΕΕ και στη ευρωζώνη δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει την ακεραιότητά της ως ενιαίου κράτους, αλλά κι η συμμετοχή του ΚΚ στη διακυβέρνηση δεν μπορούσε να γίνει και δεν έγινε παράγοντας άμβλυνσης της οικονομικής κρίσης, προστασίας όχι μόνο των εργατικών-λαϊκών στρωμάτων, αλλά και σχετικά πιο υψηλά τοποθετημένων μεσαίων στρωμάτων.

5 σχόλια:

  1. Ενδιαφέρον. Το ζήτημα είναι όμως τι γίνεται στην Κύπρο ας πούμε που υπάρχει ομοφωνία ως προς την λύση του Κυπριακού. Μπορεί να αλλάξει μια τέτοια πολιτική (διότι πες η αντίληψη άντε άλλαξε) του ΑΚΕΛ μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα που να καταφέρει να οργανώσει και να ανοίξει διάδρομο για μια λαική λύση?

    Δ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Τι εννοείς "υπάρχει ομοφωνία ως προς τη λύση του Κυπριακού"; Ομοφωνία μεταξύ ποιων και πότε;

      Διαγραφή
  2. Ομοφωνία ως προς τις βασικές κατευθύνσεις για την λύση του Κυπριακού. Μέσα από το Ευρωπαικό κεκτημένο κτλ. Δηλαδή, υπάρχει περίπτωση το ΑΚΕΛ να φύγει από την πολιτική στήριξης της λεγόμενης δημοκρατικής και πατριωτικής αστικής τάξης?

    Δ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Όχι. Το ΑΚΕΛ χτίστηκε εξ ολοκλήρου στη βάση του ανέφικτου του σοσιαλισμού αν δεν ολοκληρωθεί η αστικοδημοκρατική επανάσταση που θα επιλύσει το εθνικό ζήτημα, το οποίο ως γνωστό παραμένει όχι απλώς ανεπίλυτο, αλλά το ίδιο μακριά, αν όχι μακρύτερα, από επίλυση από ό,τι το 1960.

      Διαγραφή
    2. Θα γράψω κάποια στιγμή κάτι αναλυτικότερα.

      Διαγραφή