Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2014

Robert Brenner-Το μακρύ κύμα ύφεσης, 1973-2007

O Robert Brenner προέβλεψε τη σημερινή κρίση όταν όλοι οι ''επίσημοι'' ιδεολόγοι έλεγαν πως ο καπιταλισμός έχει πια εργαλεία να αποτρέπει τις κρίσεις του. Η διάγνωση/πρόγνωση έγινε σε δύο βιβλία του (2002: The boom and the bubble: the US in the world economy και 2006: The economics of global turbulence: the advanced capitalist economies from Long Boom to Long Downturn, 1945–2005).

To κείμενο που εκδίδουν οι Εκδόσεις Εργατική Πάλη, είναι ο (επικαιροποιημένος μετά τη κρίση του 2008) πρόλογος που έγραψε ο Μπρένερ στην ισπανική έκδοση του βιβλίου του, Economics of Global Turbulence (Η Οικονομία της Παγκόσμιας Δίνης) [LR: Μάλλον "των παγκόσμιων αναταράξεων", η λέξη turbulence περιγράφει το τι συμβαίνει στα αεροπλάνα σε κενό αέρα] που εκδόθηκε τον Απρίλη του 2009.

Βλ. εδώ http://www.politeianet.gr/books/brenner-robert-ergatiki-pali-oti-einai-kalo-gia-tin-goldman-sachs-einai-kalo-kai-gia-tis-ipa-190664




2. ΤΟ ΜΑΚΡΥ ΚΥΜΑ ΥΦΕΣΗΣ, 1973-2007 (σελ 21 και επ.)

Σε όλη τη διάρκεια της άνοιξης του 2007, ήταν σχεδόν διεθνώς αποδεκτό ότι η οικονομία ήταν ισχυρή. Η επέκταση είχε προχωρήσει άνισα, παραδέχονταν μερικοί, εκφράζοντας αυτό που αποτελούσε γενική παραδοχή, αλλά, πρόσθεταν, δύσκολα θα μπορούσε να ήταν πιο ευνοϊκές οι συνολικές δυνατότητες της ανάπτυξης. Παρόλα αυτά, η πραγματικότητα ήταν εντελώς διαφορετική, αν και συγκεχυμένη κάποιες φορές, λόγω των διαδοχικών, θεαματικών ράλι ανόδου των αγορών των διαφόρων περιουσιακών στοιχείων κατά τη δεκαετία του 1980, του 1990 και του 2000. Από το 1973 μέχρι σήμερα, οι οικονομικές επιδόσεις των ΗΠΑ, της δυτικής Ευρώπης και της Ιαπωνίας χειροτερεύουν από τον ένα οικονομικό κύκλο στον άλλο κι από δεκαετία σε δεκαετία (με εξαίρεση το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1990) σύμφωνα με όλους τους κοινά αποδεκτούς μακροοικονομικούς δείκτες. Ομοίως, την ίδια περίοδο, οι κεφαλαιακές επενδύσεις σε παγκόσμια κλίμακα, και σε κάθε περιοχή πλην της Κίνας, συμπεριλαμβανομένων ακόμα και των Νεοβιομηχανοποιημένων Χωρών της Ανατολικής Ασίας από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 και μετά, αποδυναμώνονται διαρκώς (4). Επίσης, είναι φανερό ότι η επέκταση της παγκόσμιας οικονομίας συνολικά, αν εκτιμηθεί σωστά, δεν έχει αντισταθεί στη γενική τάση, παρά τα όσα ισχυρίζονται οι κρατικοί αξιωματούχοι και οι ακαδημαϊκοί που διογκώνουν τα πράγματα. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, η μέση ετήσια ανάπτυξη του παγκόσμιου ΑΕΠ, από το 2001 ως το 2007, ήταν κάτω από την ανάπτυξη που έχει καταγραφεί σε οποιαδήποτε άλλη συγκρίσιμη περίοδο από το 1950 και μετά, εκτός από το 1991-2000, και δεν πλησιάζει ούτε στο ελάχιστο τα νούμερα της τόσο δυσφημισμένης δεκαετίας του 1970, πόσο μάλλον την παγκόσμια άνθιση των δεκαετιών του 1950 και του 1960 (5). Το τελικό συμπέρασμα, παρά την περί του αντιθέτου ρητορική, είναι ότι ο πρόσφατος οικονομικός κύκλος, που άρχισε τον Μάρτιο του 2001 και τέλειωσε τον Δεκέμβρη του 2007, είναι ο πιο αδύναμος των τελευταίων πενήντα χρόνων στις ΗΠΑ, τη δυτική Ευρώπη και την Ιαπωνία και αυτό παρά τα γιγαντιαία προγράμματα αναζωογόνησης της οικονομίας, που χρηματοδότησαν οι κυβερνήσεις. Καθώς της έλειπε η κινητήρια δύναμη που θα της έδινε ώθηση, από τη στιγμή που έσκασε η φούσκα στις κατοικίες, η οικονομία άρχισε να γλιστράει προς την ύφεση, πολύ πριν χτυπήσει με μανία η συνδυασμένη κρίση της τραπεζικής και πιστωτικής αγοράς,το μεσοκαλόκαιρο του 2007.


Η ΦΘΙΝΟΥΣΑ ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ, 1960-2007
(μέση ετήσια ποσοστιαία μεταβολή)


ΑΕΠ 1960-69 1969-79 1979-90 1990-00 2000-07

ΗΠΑ 4,2 3,2 3,2 3,3 2,3
Ιαπωνία 10,1 4,4 3,9 1,3 1,4
Γερμανία 4,4 2,8 2,3 2,1 1,2
Ευρώπη των 12 5.3 3,2 2,4 2,2 1,9
G7 5,1 3,6 3 3,1
2,9 2,5 2

Πραγματικό κεφαλαιακό απόθεμα (κτήρια και εξοπλισμός αλλά όχι κατοικίες) του ιδιωτικού τομέα

1960-69 1969-79 1979-90 1990-00 2000-07

ΗΠΑ 3,9 3,7 3,0 2,9 1,8

Ιαπωνία 12,5* 9,4 6,1 2,9 1,1**

Γερμανία 6,7 5,2 3,3 2,4 1,2

Βιομηχανικές χώρες 5,0 4,2 3,1 3,3 2,1


Συνολική Παραγωγικότητα της Εργασίας (ΑΕΠ/εργαζόμενο)

1960-69 1969-79 1979-90 1990-00 2000-07

ΗΠΑ 2,3 1,2 1,3 1,7 1,
Ιαπωνία 8,6 3,7 3 1, 1 1,8
Γερμανία 4,2 2,5 1,3 2,5 1,5
Ευρώπη των 12 5,1 2,9 1,8 1,9 0,9
G7 4,8 (60-73) 2,8 (73-79) 2,6 1,9 1

Συνολικό εργατικό κόστος ανά εργαζόμενο στο σύνολο της οικονομίας, σε σταθερές τιμές

1960-69 1969-79 1979-90 1990-00 2000-07

ΗΠΑ 2,7 1 0,8 1,9 0,6
Ιαπωνία 7,5 3,9 1,7 0,8 0,1
Γερμανία 5,7 3 0,8 2,3 0,2
Ευρώπη των 12 5,8 3,2 0,6 1,1 0,4

Κατά κεφαλήν ΑΕΠ, σε σταθερές τιμές

1960-69 1969-79 1979-90 1990-00 2000-07

ΗΠΑ 2,2 2,1 1,9 1,4
Ιαπωνία 4,1 3,2 1,4 1,5
Γερμανία 2,9 1,9 1,5 1,2
Ευρώπη των 15 2,8 2 1,9 1,6

Συνολικές εργατικές αμοιβές στον ιδιωτικό τομέα (συνολικό ωριαίο κόστος εργασίας ανα εργαζόμενο), σε σταθερές τιμές

1960-69 1969-79 1979-90 1990-00 2000-07

ΗΠΑ 4,4 3,5 2,5 3,2 1,3
Ιαπωνία 6,9 6,4 2.9 1,8 0,7
Γερμανία 2,5 -0,4 1,6 1,7 -0,3

Απασχόληση στον ιδιωτικό τομέα

1960-69 1969-79 1979-90 1990-00 2000-07

ΗΠΑ 1,8 2,1 1,9 1,3 0,9
Ιαπωνία 1,4 0,8 0,9 0,2 -0,3
Γερμανία 0,2 0,3 1 0,4 0,2
Ευρώπη των 12 0,2 0,4 0,7 0,7 1.1

Πραγματική Ιδιωτική Καταναλωτική Δαπάνη

1960-69 1969-79 1979-90 1990-00 2000-07

ΗΠΑ 4,4 3,2 3,5 3,5 2,9
Ιαπωνία 9 4,7 3,7 1,6 1,4
Γερμανία 5,1 3,4 2,1 2,2 0,3
Ευρώπη των 12 5,6 3,7 2,3 2,1 1,6

* Ακαθάριστο Απόθεμα
**2000-06

OECD, Historical Statistics, 1960-1995, Pans, 1995, Table 2.15, 3.1, 3.2.
"Statistical Annex" in European Economy.
OECD, Economic Outlook Database.
IMF. World Economic Outlook Database, Washington, D.C, Database, πίνακες 1 και 4.
Armstrong και άλλοι, Capitalism Since 1945, σελ. 356, πίνακας A6
Andrew Glyn "Imbalances of the Global Economy" New Left Review 34, (Ιούλιος-Αύγουστος 2005).

Πηγή: ERS International Macroeconomic Data Set.

Η εξασθένιση της ζωτικότητας των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών οικονομιών έχει τις ρίζες της στη σημαντική πτώση του ποσοστού κέρδους (και στις συνεχείς αποτυχίες ανάκαμψής του), της οποίας η βασική (αν και όχι η μοναδική) αιτία βρίσκεται στη διαρκή τάση για υπερβάλλουσα παραγωγική δυναμικότητα που χαρακτηρίζει τον παγκόσμιο βιομηχανικό τομέα και που δημιουργήθηκε με την εντατικοποίηση του διεθνούς ανταγωνισμού από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 ως τα μέσα της δεκαετίας του 1970. Η πλεονάζουσα παραγωγική δυναμικότητα της μεταποίησης εμφανίστηκε, αναπαράχθηκε και εντάθηκε ακόμα περισσότερο μέσω της μακρόσυρτης διαδικασίας της άνισης ανάπτυξης, κατά την οποία μια σειρά νεοαναδυόμενων βιομηχανικών δυνάμεων μπόρεσαν (χάρη στη συστηματική κρατική παρέμβαση και τις ανώτερες μορφές καπιταλιστικής οργάνωσης) να κάνουν πραγματικότητα τα εν δυνάμει πλεονεκτήματα της καθυστερημένης εμφάνισής τους, ιδίως επειδή συνδύασαν την διαρκώς αυξανόμενη τεχνολογική βελτίωση με τη σχετικά φτηνή εργασία και επειδή προσανατόλισαν την παραγωγή τους προς τις εξαγωγές στην παγκόσμια αγορά. Έτσι, η Γερμανία και η Ιαπωνία, στη συνέχεια οι Νεοβιομηχανοποιημενες Χώρες της Βορειοανατολικής Ασίας, έπειτα οι Μικρές Τίγρεις της Νοτιοανατολικής Ασίας και, τέλος, ο κινέζικος γίγαντας, πρόσφεραν τεράστιες, αν και συχνά περιττές, αυξήσεις στη βιομηχανική παραγωγική δυναμικότητα της παγκόσμιας αγοράς, τείνοντας να συμπιέσουν τις παγκόσμιες τιμές και τα παγκόσμια κέρδη. Στο μεταξύ, η υπερβάλλουσα παραγωγική δυναμικότητα οξύνθηκε και έγινε χρόνια σαν συνέπεια της απροθυμίας των μεγάλων επιχειρήσεων που βρίσκονται στον πυρήνα της παγκόσμιας οικονομίας, να παραχωρήσουν μερίδιο της αγοράς στους αντιπάλους τους, ακόμα και εν όψει μιας πτώσης του ποσοστού απόδοσης — σαν συνέπεια, δηλαδή, της τάσης τους να μάχονται να κρατήσουν τις εδραιωμένες θέσεις τους προχωρώντας σε μείωση του κόστους τους αντί να στραφούν προς νέους τομείς και προϊόντα, αναπτύσσοντας κυρίως την ικανότητά τους για καινοτομίες, και στηριζόμενες στα δικά τους κεφάλαια. Ακόμα και όταν η χιλιετία έφτανε στο τέλος της, τα ποσοστά κέρδους τόσο της μεταποίησης όσο και συνολικά του ιδιωτικού τομέα, των ΗΠΑ, της Ιαπωνίας και της Γερμανίας, όπως και της Κορέας, ούτε καν πλησίαζαν στο να ξανακερδίσουν τα προηγούμενα επίπεδά τους και, παρά την περί του αντιθέτου παραπλανητική προβολή και παραπληροφόρηση, δεν κατάφεραν να το κάνουν ούτε κατά τη διάρκεια του σημερινού οικονομικού κύκλου, ακόμη και μέχρι σήμερα. Η πτωτική τάση, και η αδυναμία ανάκαμψης, του ποσοστού κέρδους άφησε τις εταιρείες με μικρότερα πλεονάσματα για τη χρηματοδότηση νέων επενδύσεων και νέων θέσεων εργασίας, αποδυνάμωσε τα κίνητρά τους για επέκταση και τις κατέστησε όλο και πιο ευάλωτες στα σοκ, ενώ τις ωθούσε πιο επιτακτικά από ποτέ στη μείωση του κόστους και ιδίως του κόστους εργασίας. Καθώς οι εταιρείες δεν είχαν άλλη επιλογή από το να μειώσουν τον ρυθμό συσσώρευσής τους για νέες εγκαταστάσεις και νέο εξοπλισμό, ήταν ανίκανες να αποτρέψουν τη σημαντική επιβράδυνση της αύξησης της παραγωγικότητας, που με την σειρά της άσκησε ακόμα μεγαλύτερη πτωτική πίεση στα κέρδη. Είναι αλήθεια ότι μπόρεσαν να αποφύγουν μια ακόμα βαθύτερη πτώση του ποσοστού κέρδους, όμως μόνο μέσω μιας μεγάλης και καθολικής μείωσης στην αύξηση των μισθών. Αυτό είχε σαν συνέπεια οι ανεπτυγμένες οικονομίες να μπορέσουν να διατηρήσουν την κερδοφορία τους, αλλά μόνο με αντίτιμο την απότομη μείωση στην αύξηση της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών και μόνο εξαιτίας της ασταμάτητης πίεσης προς τα κάτω του επιπέδου διαβίωσης. Από το 1973 και μετά,η μακροπρόθεσμη επιβράδυνση της αύξησης των νέων έγκαταστάσεων και του νέου εξοπλισμού, της απασχόλησης και των πραγματικών μισθών —μαζί με τις περικοπές στην αύξηση των κοινωνικών δαπανών από τις κυβερνήσεις, προκειμένου να βοηθήσουν τα κέρδη— δεν μπορούσε παρά να καταλήξει στην όλο και πιο αργή αύξηση της επενδυτικής, καταναλωτικής και κυβερνητικής ζήτησης και, κατά συνέπεια, στην όλο και πιο αργή αύξηση της συνολικής ζήτησης (και πάλι, με εξαίρεση το τέλος της δεκαετίας του 1990). Αυτή η χρόνια αδυναμία της συνολικής ζήτησης —που και η ίδια οφείλεται, σε τελευταία ανάλυση, στα μειωμένα ποσοστά κέρδους— είναι που συνιστά εδώ και πολύ καιρό την άμεση αιτία για την διαρκή επιδείνωση της υγείας της οικονομίας.

4. IMF, "Global Imbalances: A Saving and Investment Perspective", World Economic Outlook April 2005, σελ. 92-95, Πίνακες 2.1, 2.2,2.4.
5. Παγκόσμιες εμπορικές εξαγωγές, παραγωγή και Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν, WTO International Trade Statistics, Table Al, WTO web site. Για παρόμοια στοιχεία, δες UN Department of Economic and Social Affairs.

4 σχόλια:

  1. To ''Η Οικονομία της Παγκόσμιας Δίνης'' είναι των μεταφραστών των εκδόσεων ''Εργατική Πάλη'', όντως λάθος το ''Δίνη''.

    Νομίζω αυτή η κουβέντα για τη κρίση του 1970 και έπειτα αποτελεί και μια από τις πιο πολιτικά σημαντικές αντιπαραθέσεις. Για αυτό θα πρέπει να προβληθεί κάθε σχετικό κείμενο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ναι, το ξέρω. Είναι, ωστόσο, λάθος. Turbulence είναι η ανατάραξη, και είναι όρος που χρησιμοποιείται συγκεκριμένα για τις συνέπεις του κενού αέρος στα αεροσκάφη.

      Ο Brenner είναι νομίζω θεμελιακό ανάγνωσμα παρά τις όποιες επιμέρους διαφωνίες.

      Διαγραφή
    2. Όχι μόνο στα αεροπλάνα, είναι γενικότερο φαινόμενο που έχει φυσικό και μαθηματικό ενδιαφέρον. Δες τον όρο turbulent flow για περισσότερα.

      Έχεις δίκιο βέβαια ότι ο όρος δίνη (που μάλλον ταιριάζει καλύτερα στο vortex) είναι ακατάλληλος ενώ πιο σωστός είναι ο όρος ανατάραξη.

      Ijon Tichy

      Διαγραφή