Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2014

Χέρμαν Μπροχ-Απ' το "Οι άμεμπτοι"

Hermann Broch
Από το "Οι τέσσερις ομιλίες του καθηγητή γυμνασίου Ζαχαρία"
Στην συλλογή Οι άμεμπτοι (Die Schuldlosen), ελληνική μετάφραση ως Οι αθώοι, εκδόσεις Κριτική 2011
Μετάφραση: Lenin Reloaded


Αφότου ο καθηγητής γυμνασίου Ζαχαρίας, έχοντας παρασημοφορηθεί με τον Σιδηρό Σταυρό (δεύτερης τάξης), γύρισε απ' την δραστήρια ανία του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου στην λιγότερο δραστήρια πλην πιο οικεία ανία της καθημερινής του ζωής στο σπίτι και στο σχολείο, και αφού ο Κάιζερ είχε διαφύγει στην Ολλανδία, οι Σοσιαλδημοκράτες, οι οποίοι είχαν ανέλθει στην εξουσία, κατάφεραν να συντηρήσουν την ζωτική δομή της Αυτοκρατορικής Γερμανίας -- τα καλά της μαζί με τα κακά. Τα κίνητρά τους για αυτό ήταν εν μέρει ο σεβασμός για μια ζωντανή ακόμα παράδοση, και σε μεγαλύτερο βαθμό ακόμα, η μικροαστική αγάπη για τα απολιθώματα, μια αγάπη που ντρεπόταν για τον εαυτό της και άρα χρειαζόταν κάποια δικαιολογία, επί της παρούσης μιαν υποτίθεται μακιαβελική επιθυμία να ικανοποιηθούν οι νικήτριες δυνάμεις, και κυρίως μια απέχθεια για τη ρωσική βαρβαρότητα, ένα αίσθημα αποστροφής για την φονική βιομηχανία του Μπολσεβικισμού, της οποίας οι μηχανικές και αντι-ηρωικές μέθοδοι ερχόταν σε σύγκρουση με όλες τις ρομαντικές ελπίδες για την επανάσταση. Δεν είχαν όμως τίποτε καλύτερο να αντιπαραθέσουν στον κομμουνισμό από έναν υπερτροφικά απολίτικο ουμανισμό, χωρίς συνείδηση του γεγονότος ότι τα υπερτροφικά πράγματα χάνουν το περιεχόμενό τους και τείνουν να μεταβληθούν στο αντίθετό τους, έτσι ώστε ο υπερτροφικός ουμανισμός να καταλήγει σε μια εξίσου κενή αλλά όχι λιγότερο υπερτροφική βαρβαρότητα, η οποία θα ξεπερνούσε ακόμα και τους Ρώσους. Αλλά πράγματι, στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια δεν ήταν εφικτό να προβλεφτούν όλα αυτά.


Ο Ζαχαρίας, που είχε συνηθίσει να μαζεύει τις απόψεις του άκριτα από όσους έτυχε να βρίσκονται στην εξουσία και που, κατά συνέπεια, εμπνεόταν από μια πραγματικά δημοκρατική εμπιστοσύνη στη σοφία της πλειοψηφίας, έγινε μέλος του Κόμματος των Σοσιαλδημοκρατών και έτσι προήχθη στον βαθμό του καθηγητή Μέσης Εκπαίδευσης ενώ ήταν ακόμα αρκετά νέος. Ήδη είχε οράματα του εαυτού του ως γυμνασιάρχη. Ως τέτοιος, θα κρατούσε μια σιδηρά πειθαρχία, θα απέκλειε ανηλεώς όσους είχαν διαφορετική άποψη από το καθηγητικό του προσωπικό, θα προστάτευε το σχολείο ενάντια στις επικίνδυνες καινοτομίες, και με την αυστηρή πειθαρχία θα δίδασκε στους μαθητές του πώς να είναι στιβαροί δημοκράτες. Με τα δικά του παιδιά, ένα κορίτσι εννέα ετών και δυο αγόρια, το ένα οχτώ και το άλλο πέντε --το τελευταίο καρπός μιας αδείας κατά τη διάρκεια του πολέμου-- οι εκπαιδευτικές του αρχές, τις οποίες στήριζε και η σύζυγός του, είχαν ανταμειφθεί με αξιοθαύμαστη επιτυχία. Με μια του λέξη, τα παιδιά υπάκουγαν. Κάτω απ' την πρότυπή του ηγεσία, η οικογένεια ολόκληρη φορούσε μαλακές τσόχινες παντόφλες στο σπίτι για να προστατέψει το καλογυαλισμένο πάτωμα από μίμηση ξύλου, και όλοι μαζί κοίταγαν σεβάσμια τα πορτραίτα --στο κέντρο, την ελαιογραφία της τριανδρίας Γουλιέλμου του δεύτερου, Χίντεμπουργκ και Λούντεντορφ, και από τα δεξιά κι αριστερά, τις μεγενθυμένες φωτογραφίες των ηγετών της Σοσιαλδημοκρατίας Μπέμπελ και Σάιντεμαν-- που στόλιζαν τον τοίχο πάνω απ' τον σκαλιστό μπουφέ.

Σ' όλη τη Γερμανία τον καιρό εκείνο άρχιζαν συνελεύσεις ενάντια στην θεωρία της σχετικότητας του Άινσταϊν, η οποία, τουλάχιστον σύμφωνα με τις απόψεις των εθνικιστικών κύκλων, είχε μείνει στο απυρόβλητο υπερβολικά πολύν καιρό. Ο Ζαχαρίας γνώριζε καλά πως ο Άινσταϊν είχε πολλούς υποστηρικτές στο κόμμα των Σοσιαλδημοκρατών, και ακόμα και ότι οι ηγέτες του, αν το θέμα έμπαινε σε δημοψήφισμα, θα εκδηλωνόντουσαν μάλλον ομόφωνα υπέρ του. Ήταν μ' ένα συναίσθημα σχεδόν επαναστατικό --ανάμεικτο με μια κάποια επαγγελματική περηφάνεια-- που παρόλα αυτά παρακολουθούσε αυτές τις συνελεύσεις, διακηρύσσοντας πως ως μαθηματικός και εκπαιδευτικός δεν είχε απλώς το δικαίωμα να το κάνει, αλλά και την υποχρέωση. Η θεωρία τον απωθούσε διότι ήταν πολύ δυσνόητη, αν και δεν τον επηρέαζε σχεδόν καθόλου προσωπικά, εφόσον δεν είχε περιληφθεί στο πρόγραμμα ύλης της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Αλλά αυτό ακριβώς θα έπρεπε πάσα θυσία να προληφθεί, είτε η θεωρία ήταν βάσιμη είτε όχι. Πώς θα μπορούσε ένας άνθρωπος να ασκήσει το επάγγελμά του αν έπρεπε να αφομοιώνει νέα ύλη διαρκώς; Δεν θα έδινε τούτο δικαιολογίες στους μαθητές να κάνουν ασεβείς ερωτήσεις γεμάτες ενδεχόμενα να τον φέρουν σε δύσκολη θέση; Δεν ήταν δικαιολογημένος ένας δάσκαλος να επιμένει ότι τα όρια της γνώσης πρέπει να είναι ξεκάθαρα; Αν όχι, τότε τι αξία είχε η εξέταση που έδωσε για να γίνει δάσκαλος; Μπορούσε κανείς να αμφιβάλλει ότι η μεγάλη εκείνη δοκιμασία ήταν ένα ορόσημο, που χώριζε την περίοδο της μάθησης απ' την περίοδο της διδασκαλίας; Συνεπώς, ήταν εξοργιστικό να συνεχίζουν να ταλαιπωρούν τους δασκάλους με νέες θεωρίες, ιδιαίτερα με θεωρίες όπως του Άινσταϊν, που παρέμεναν αμφιλεγόμενες! Αυτές ήταν οι απόψεις που διατύπωσε στην συνέλευση, και αν και η μετριοπαθώς βίαιη ομιλία του ήταν υπερβολικά μετριοπαθής και όχι αρκετά βίαιη για κάποιους θερμόαιμους --εδώ κι εκεί ακουγόταν μια φωνή που τον έλεγε 'υποστηρικτή των Εβραίων'-- η απόρριψή του για τις ανθυγιεινές καινοτομίες στα σχολεία --'Ας είμαστε προοδευτικοί αλλά όχι θύματα της μόδας!'-- έτυχε γενικής αποδοχής, και στην συζήτηση που ακολούθησε, η οποία μετετράπη σε θυελλώδη διότι οι υποστηρικτές του Άινσταϊν απαιτούσαν αντικειμενική συζήτηση και αντικειμενικά επιχειρήματα, του επετράπη να σηκωθεί και πάλι και να ρωτήσει, με τόνο εξοργισμένο, αν οι παρατηρήσεις του ήταν τάχαμου μη αντικειμενικές.

[...]

Έτσι κι οι δυο τους πήγαν στην ανδρική τουαλέτα στο πίσω μέρος του μπαρ. Κι εκεί, στέκοντας μπροστά απ' το ουρητήριο, ο Ζαχαρίας αισθάνθηκε αίφνης συνεπαρμένος από μια υψηλότερη σφαίρα, μια σφαίρα την οποία, όσο κι αν είναι παράξενο, ο άνθρωπος μοιράζεται με τον πιστό του τετράποδο φίλο, τον σκύλο. Διότι οι πρώτες τελετές του ανθρώπου γεννήθηκαν από την λατρεία του δέντρου και της πέτρας, και μέχρι σήμερα ενσωματώνει τελετουργικές, χαραγμένες με ρούνες κορωνίδες για τα κρατικά του κτήρια. Μέχρι σήμερα, δεν μπορεί παρά να χαράξει τις ρούνες του έρωτά του πάνω στο φλοιό των δέντρων -- και δεν είναι το δέντρο και η πέτρα, και κυρίως η κορωνίδα, επίσης πράγματα ιερά για τον σκύλο; Δεν είναι η ανακούφιση της ουροδόχου κύστης, για την οποία ο σκύλος, μόνος αυτός ανάμεσα στα ζώα, απαιτεί δέντρα και κορωνίδες, πάντοτε το πρελούδιο μιας ευγενέστερης τελετουργίας, της τελετουργίας του ραντίσματος του ύδατος, η οποία είναι πάντοτε στενά συνδεδεμένη με την αγάπη; Αμφότερες είναι τελετές της αναγέννησης. Στον σκύλο, βεβαίως, είναι πρωτόγονες, τόσο πρωτόγονες που η εγκόσμια και η ιερή ανάγκη είναι αδύνατον να διαχωριστούν και κυριολεκτικά συγχέονται· πλην όμως, αυτή η παράξενη σύνδεση επιβιώνει επίσης στον άνθρωπο, διότι εξαιτίας μιας αξιοσημείωτης συγγένειας μεταξύ του ανθρώπινου και του σκυλίσιου οργανισμού, μεταξύ της ανθρώπινης και της σκυλίσιας ψυχής, ο άνθρωπος έχει επίσης από αρχαιοτάτων χρόνων χρειαστεί δέντρα και τοίχους για τις εγκόσμιες και τις ιερές του δουλειές, και αναμφιβόλως εμπνέεται εντελώς αναπόφευκτα να περάσει από τις πρώτες στις δεύτερες. Η αλήθεια αυτή πιστοποιούνταν ξεκάθαρα από τον τοίχο πάνω στον οποίο ήταν προσκολλημένο το βλέμμα του Ζαχαρία καθώς επιτελούσε την εγκόσμια σωματική του πράξη, θαυμάζοντας την λακωνικά Υψηλή ευγλωττία του ανθρώπου. Όντας ο ίδιος άνθρωπος μες στους ανθρώπους, πήρε ένα μολύβι από την τσέπη του γιλέκου του και, αφού επέλεξε έναν ελεύθερο χώρο από τις λίγο-πολύ απαραίτητες, λίγο-πολύ αισχρές, λίγο-πολύ συμβολικές, ρουνικού χαρακτήρα επιγραφές και ζωγραφιές, ζωγράφισε μιαν όμορφη καρδιά στον τοίχο, μέσα στην οποία τοποθέτησε τα γράμματα Α και Ζ σε σημαίνουσα σύζευξη. Ο νεαρός, που παρακολουθούσε στενά, τον εξήρε.

Κατόπιν, κάθισαν με το τέταρτο μπουκάλι ανάμεσά τους. Η γκαρσόνα τούς είχε φέρει πολλά κουτιά πούρα για να διαλέξουν, και ο Ζαχαρίας, που είχε ξεκουμπώσει το γιλέκο του και είχε χαλαρώσει τη γραβάτα του λόγω της αποπνικτικής ζέστης, σκούπισε τα γυαλιά του με τη γραβάτα του για να βεβαιωθεί ότι θα επέλεγε το σωστό χαρμάνι ανάπαυσης. Οι προσπάθειές του στέφτηκαν από επιτυχία. Μύρισε το πούρο και άφησε τον συνοδό του να το μυρίσει, με στόχο την συναίνεση. Αφού βρέθηκε ένα δεύτερο πούρο, παρόμοιο σε χρώμα και άρωμα, τα έκρυψε και τα δύο κάτω από την πετσέτα του και ρώτησε πονηρά: "Αριστερά ή δεξιά;" "Αριστερά", είπε ο Α. Στο οποίο ο Ζαχαρίας απάντησε θριαμβευτικά: "Λάθος! Εγώ είμαι ο άνθρωπος της αριστεράς, εσύ θα είσαι πάντοτε στη δεξιά. Παίρνω αυτό που είναι στα αριστερά." Το πούρο στα δεξιά δόθηκε στον νεαρό και απήλαυσαν αμφότεροι το έξυπνο πολιτικό αστείο. Η συζήτηση χαλάρωσε. Απασχολημένοι με τη λάμψη από την κάφτρα των πούρων τους, κάθισαν ήσυχα, πίνοντας το ευγενές υγρό, γυρίζοντάς το στις γλώσσες τους, απολαμβάνοντας τη γεύση που άφηνε ωσάν να έπαιρνε άδεια, όλα πολύ αργά και προσεκτικά, αφού αυτό θα ήταν το τελευταίο τους μπουκάλι.

Κατά τα φαινόμενα απρόκλητα, αλλά πιθανώς υπό την έμπνευση της ανάμνησης της έντονης μυρωδιάς των ούρων, την οποία, έστω και με τη μορφή ίχνους, η μύτη του κουβάλησε απ' την τουαλέτα, και η οποία κατάφερε να επιβεβαιώσει την παρουσία της ενάντια στα νέφη από καπνό πούρου ωσάν να υπήρχε κάποια προκαθορισμένη αναγκαιότητα σ' αυτή τη μίξη από μυρωδιές --σ' αυτό το νεφέλωμα καπνού με γευστικές πινελιές αηδίας-- ο Ζαχαρίας εξαπέλυσε την τρίτη του ομιλία, αρχικά με ήρεμη αυτοσυγκράτηση και κατόπιν, καθώς η μέθη του ξαναφούσκωσε μέσα του, με αυξανόμενο πάθος:

"Η αδελφότητα και μοιάζει και δεν μοιάζει με τον έρωτα. Μοιάζει με τον έρωτα στον βαθμό που αμφότερα εργάζονται για την εξάλειψη του ανθρώπου. Αλλά ενώ ο έρωτας εξαλείφεται στην εξάλειψη την οποία αναζητά, αποκαλύπτοντας και αναδεικνύοντας έτσι την μη ύπαρξή του, η αληθινή αδελφότητα εκκινεί απ' αυτή την εξάλειψη. Διότι ο έρωτας είναι απλό παιχνίδι με την εξάλειψη και με τον θάνατο στον οποίο ορθώς θα έπρεπε να κορυφώνεται η εξάλειψη. Δεν μπορεί να είναι περισσότερο από παιχνίδι διότι η όμορφη διπλή αυτοχειρία την οποία ονειρεύεται ο έρωτας θα ήταν αναπόφευκτα ο θάνατος του τέκνου που έχει μόλις συλληφθεί. Στην πραγματικότητα, οι εραστές φοβούνται τον θάνατο, και η απόλαυσή τους είναι μη θάνατος, υπέρβαση του θανάτου, υπέρβαση του θανάτου-αηδίας. Καλώ πράγματι αυτή την εργασία των εραστών ανεύθυνο παιχνίδι με τον θάνατο, παιχνίδι που έχει ως στόχο να αυξήσει την απόλαυση, να ξεπεράσει την αηδία, παιχνίδι με την ιδέα της εξάλειψης στην ζωώδη κατάσταση και στην συμπαντική ενότητα, διότι στην ζωώδη κατάσταση ή στην συμπαντική ενότητα δεν υπάρχει χώρος για την αηδία. Αλλά ο θάνατος δεν ξεγελιέται από τα παιχνίδια· διακόπτοντας το παιχνίδι τους, εξφενδονίζει τους εραστές πίσω, από την ψευτοεξάλειψή τους στην νηφάλια πραγματικότητα, στην κόλαση της σβησμένης επιθυμίας, στην κόλαση της αηδίας. Οι εραστές --ή ακριβέστερα, αυτοί που ήθελαν να είναι εραστές-- τιμωρούνται με διπλά και τριπλά βασανιστήρια αηδίας. Ο καθένας τους παρακολουθεί τον άλλο με τη μύτη, έχοντας ως στόχο να μυριστεί αιφνιδιαστικά τη μυρωδιά του θανάτου, τη μυρωδιά της γήρανσης προς τον θάνατο, την μυρωδιά του στόματος που ανακοινώνει την αρχή της σήψης. Ο θάνατος εκρήγνυται με διπλή και τριπλή ισχύ, επιβάλλοντας τις τιμωρίες της κολάσεως, και κάτω απ' την εξουσία του ο άνθρωπος χάνει κάθε βεβαιότητα για τον κόσμο τούτο και για τον επόμενο. Απογοητευμένος από το παιχνίδι, απογοητεύεται από όλα ανεξαιρέτως, και όχι αμελητέα, από τα ονόματα των πραγμάτων. Καταντά να πλησιάζει τα πράγματα με διαρκώς μεταβαλλόμενες κατασκευές και θεωρίες και στο τέλος τις εγκαταλείπει και αυτές αηδιασμένος, σκοτωμένος όχι από απόλαυση αλλά από μίσος για τον εαυτό του και αηδία για τον εαυτό του. Τέτοιος είναι ο έρωτας, η ανυπαρξία του, το παιχνιδιάρικο όνειρό του για τη διττότητα, για τον Liebestod και την θαυματουργό αυτοκτονία, το παιχνίδι του με την ψευδοεξάλειψη! Η αδελφότητα είναι κάτι τελείως διαφορετικό! Σε αντίθεση με τα δυστυχή πλάσματα που εκμεταλλεύονται τη σεξουαλική τους διαφορά για να ονειρευτούν νέα επίπεδα απόλαυσης, το παιχνίδι της μεγάλης ανδρικής κοινότητας, το Υψηλό προαιώνιο όνειρο, κατακτά το μεγαλείο της πραγματικότητας μέσα απ' το πλήθος. Είναι το όνειρο της ανθρωπότητας που ξανά και ξανά κατακτά την πραγματικότητα κάνοντας την πραγματικότητα να υποτάσσεται σ' αυτό. Η αδελφότητα δεν προσπαθεί να εξορκίσει τον θάνατο και την αηδία του θανάτου με την ψευδοεξάλειψη. Όχι, επιτυγχάνει την πραγματική εξάλειψη αναλαμβάνοντας θαρραλέα τον θάνατο και την αηδία του θανάτου η ίδια. Ας αφήσουμε τις γυναίκες να μείνουν σπίτι και να γεννήσουν το παιδί που συνέλαβαν· οι άνδρες φέρουν τον θάνατο στον κόσμο και φέρονται απ' τον θάνατο, εξαλειφόμενοι στο πλήθος που αντηχεί το ατέρμονο, στην ηχώ της ολότητας. Αλλά πού θα βρεθεί μια τέτοια αδελφότητα σήμερα; Απάντησέ μου· περιμένω την απάντησή σου. Δεν έχει κανείς την απάντηση; Τότε θα χρειαστεί να τη δώσω εγώ. Σου εφιστώ την προσοχή στον θεσμό του σύγχρονου στρατού, και κυρίως του γερμανικού στρατού, ο οποίος είναι η κύρια, και πιθανώς η μόνη πραγματική κοινότητα των ανδρών και ο οίκος της πραγματικής αδελφότητας. Αλλά μπορείς να φανταστείς μια τέτοια κοινότητα χωρίς μια ιδέα να την οδηγεί, μια ιδέα επαναστατική στην αυστηρότητά της; Η πρώτη προϋπόθεση είναι να εξαλειφθεί κάθε σκέψη εξέγερσης, και για να γίνει αυτό πρέπει να εξαλειφθεί κάθε αίσθημα πόνου αλλά και αηδίας. Η στρατιωτική αδελφότητα επιτελεί ακριβώς αυτό. Ξεκινά με τη μπόχα, τη μπόχα των καταλυμμάτων των στρατιωτών και των ομαδικών τουαλετών, τη μπόχα των παρατεταγμένων για παρέλαση ταγμάτων, τη μπόχα των νοσοκομείων, τη μπόχα του πανταχού παρόντος θανάτου. Η απόλαυση δεν συγχωρεί τίποτε· η αδελφότητα συγχωρεί εκ των προτέρων, η βρωμερότερη κλανιά δεν μπορεί να θίξει την συντροφικότητα. Πριν να το καταλάβει καν, ο νεοσύλλεκτος, έχοντας ταπεινωθεί απ' την αηδία, αναγκασμένος να την ξεπεράσει, βρίσκεται στον δρόμο για την αυτοπειθαρχία και την αυτοεξάλειψη. Σύντομα, αρχίζει να χάνει τον φόβο του για την μυρωδιά της σήψης, και άρα και του θανάτου, και είναι έτοιμος για την ολοκληρωτική αυτοθυσία. Ο στρατός είναι όργανο του θανάτου· ο άνθρωπος που μπαίνει σ' αυτόν είναι από την στιγμή εκείνη άψυχος, έχει ξεφορτωθεί την ατομική του ψυχή, αλλά εμπνέεται από μια νέα ψυχή, διότι όντας ενωμένο άρρηκτα με αμέτρητα άλλα σώματα, το σώμα του χάνει την σωματική του αίσθηση και γίνεται άφοβο. Εδώ ξεκινά η πραγματική εξάλειψη, όχι η ψευδοεξάλειψη στην αφηρημένη απεραντότητα που αποτελεί τον στόχο, το ψευδοπαιχνίδι του έρωτα· όχι, τώρα αρχίζει η εξάλειψη στην ολότητα, μια εξάλειψη που βασίζεται όχι σ' έναν άλλο κόσμο αλλά σ' αυτόν, και της οποίας το μεγαλείο είναι ίσο με το άπειρο και ομοιάζει με το αέναο άπειρο. Εδώ υπάρχει απόλυτη βεβαιότητα, και όσο σκληρότερη είναι η ταπείνωση που δέχεται ο νεοσύλλεκτος στην αρχή, όσο βαθύτερη είναι η αρχική του αηδία, τόσο πιο βέβαιος θα γίνει για την συμπαντική ολότητα που είναι το πεπρωμένο του, όταν λευτερωθεί από την αηδία και τον φόβο, ώστε να ενωθεί στην εξάλειψη. Χωρίς να προβάλλει αντιστάσεις, δέχεται τις διαταγές της ολότητας, και για αυτόν κάθε διαταγή εγγυάται την βεβαιότητα των λέξεων, των πραγμάτων και των ονομάτων. Σώζεται από κάθε αμφιβολία για την πραγματικότητα. Ελευθερωμένος από όλα τα άχρηστα θεωρήματα και από τον επαμφοτερισμό, η ζωή της ολότητας που έχει ως κατεύθυνση τον θάνατο --δηλαδή, η αδελφότητα-- λάμπει πάνω στη ζωή του ατόμου. Αυτή είναι η εξάλειψή του και η ευτυχία του. Αυτό ορίζουμε ως γερμανική αδελφότητα."

Κατά τη διάρκεια της τελευταίας του πρότασης, ο Ζαχαρίας είχε σηκωθεί όρθιος και είχε αρχίσει να χτυπά ρυθμικά τον ρυθμό των λέξεών του με τις γροθιές στο τραπέζι, ωσάν να έκανε διάλεξη στην τάξη του. Όταν τέλειωσε, έμοιαζε να μην έχει συναίσθηση ότι μπροστά του βρισκόταν μόνο ο συνοδός του και όχι ολόκληρη τάξη. Κοίταξε τον νεαρό με ένα κενό βλέμμα, και ο νεαρός τον κοίταξε πίσω με απορημένα και θολά μάτια. Και αφού δεν ήταν ξεκάθαρο στον Ζαχαρία ποιος απ' τους δυο καθόταν και ποιος ήταν όρθιος, διέταξε: "Κάτσε κάτω."

4 σχόλια:

  1. Καταπληκτικό για τις απαρχές του εκφασισμού της γερμανικής κοινωνίας.

    Για όποοιον δεν την έχει δει, θα σύστηνα ανεπιφύλακτα την ταινία του Μίκαελ Χάνεκε "Η λευκή κορδέλα". Πραγματεύεται το ίδιο θέμα σε μια κλειστή αγροτική κοινωνία της Γερμανίας του Μεσοπολέμου. Πώς οι γονείς διαμόρφωσαν την επόμενη γενιά - τη γενιά που ανέβασε το Χίτλερ στην εξουσία και πήρε ενεργό μέρος στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

    a/s

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Συμφωνώ απόλυτα για τη "Λευκή Κορδέλα" και το έχω γράψει παλιότερα.

      Διαγραφή
  2. Το᾽χουμε ξαναπεί, συχνά τίποτα δεν υπάρχει καλύτερο από τη μεγάλη Τέχνη για την όξυνση της επαναστατικής πολιτικής συνείδησης. Η περίοδος και το περιβάλλον του Broch προσφέρουν ανατριχιαστικά επίκαιρη τέτοια λογοτεχνία. Όποιος έχει πρόσβαση, ας δει και το έργο του Gustav von Wangenheim.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. ΧΕΡΜΑΝ ΜΠΡΟΧ «ΟΙ ΑΜΕΜΠΤΟΙ»: ΚΑΛΥΜΜΑ

    Κι εδώ το πολύ παραστατικό κάλυμμα της πρώτης έκδοσης των «Άμεμπτων» στην Ελβετία (Ζυρίχη 1950· η πρώτη έκδοση στην Γερμανία έγινε την ίδια χρονιά στο Μόναχο):

    http://img.zvab.com/member/f21300/58148746.jpg

    Μη Απολιθωμένος (ακόμα!) από τις ακτές της Ανατολικής Βαλτικής

    ΑπάντησηΔιαγραφή