Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2014

Κοκτέιλ Μολότωφ #355

Τα συναισθήματα, όπως και τόσα πολλά άλλα στοιχεία της ανθρώπινης ζωής, καθορίζονται από τη θέση του φορέα τους στις σχέσεις παραγωγής. Για τον ακριβή διαθετικό χαρακτήρα της αστικής αισιοδοξίας, δεν μπορεί να υπάρξει καμία αμφιβολία μετά τις παρατηρήσεις του Μπένγιαμιν στα 1928, ένα χρόνο πριν το Κραχ και πέντε πριν την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία: πρόκειται για ένα πρωτόγνωρο στην ιστορία των συναισθηματικών διαθέσεων μείγμα ηλιθιότητας και κυνισμού, ή για μια συγκεκριμένη διαλεκτική του κυνισμού και της ηλιθιότητας. Η αστική αισιοδοξία είναι κυνισμός που έχει μετατραπεί σε ηλιθιότητα, μέριμνα για την στενή ατομική επιβίωση που έχει διαλεκτικά περάσει στο αντίθετό της, σε απώλεια του ενστίκτου της επιβίωσης -- πρώτα μέσω της δραστικής υποτίμησης όλων των προμηνυμάτων κινδύνου και μετά μέσω της υστερικής προσκόλλησης στην ελπίδα ότι διαφαίνεται "φως στο τούνελ."


Οι ρίζες της κυνικής ηλιθιότητας, που παραλύει τις αστικοποιημένες μάζες ακριβώς τη στιγμή που διατρέχουν τον μέγιστο κίνδυνο να εξαλειφθούν, βρίσκονται αναμφισβήτητα σε ένα στοιχείο της κλασικής αστικής ιδεολογίας, της ιδεολογίας της αστικής τάξης όταν αυτή βρισκόταν ακόμα σε επαναστατική φάση. Το στοιχείο αυτό το απομόνωσε, από όσο γνωρίζω, καλύτερα από όλους ο Γκράμσι, όταν παρατηρούσε ότι η αστική ιδεολογία είναι η πρώτη ιδεολογία στην ιστορία που εμφανίζεται να έχει οικουμενικές αξιώσεις, να μην περιέχει δηλαδή τίποτε το οποίο να παραπέμπει στον εγγενώς περιοριστικό χαρακτήρα της δυνατότητας του να ανήκεις στην άρχουσα τάξη. Σε αντίθεση με όλες τις προηγούμενες άρχουσες τάξεις, με άλλα λόγια, οι αστοί δεν έκαναν μέρος της ιδεολογίας τους την αποκλειστική, εγγενώς περιορισμένη φύση του ανήκειν στην τάξη τους: αντίθετα, με όπλα τη φιλοσοφία και το δίκαιο, καθώς και την εκπαίδευση, προπαγάνδισαν την οικουμενικότητα της υπόσχεσης της ταξικής ανόδου για όποιον είχε τη διάθεση και ενεργητικότητα να καλυτερεύσει τις συνθήκες της ζωής του. Έτσι, αυτό που για τις προηγούμενες άρχουσες τάξεις έπρεπε αναγκαστικά να παίρνει τη μορφή φυσικού πεπρωμένου --του φυσικού πεπρωμένου κάποιων να είναι δούλοι, δουλοπάροικοι, υποτελείς, ακτήμονες αγρότες, αποικιακή εργατική δύναμη, κλπ-- καθίσταται, κατά την διάρκεια της ακμής του φιλελεύθερου καπιταλισμού, κάτι σαν απλή και θεραπεύσιμη συγκυρία, με κάθε δυνατότητα μεταβολής εφόσον κάποιος μάθει όσα χρειάζεται να γνωρίζει για να γίνει και αυτός ένας αστός (όχι χωρίς εξαιρέσεις, βέβαια, όπως ανάγλυφα δείχνει η "αντι-ιστορία" του φιλελευθερισμού του Ντομένικο Λοζούρντο, σε ό,τι αφορά μια σειρά πληθυσμών για τους οποίους οι φιλελεύθεροι θα επιμείνουν ότι είναι γεννημένοι για υποτέλεια).

Η αποδοχή του κραυγαλέου ψεύδους της δυνητικής οικουμενικότητας του αστισμού ως αλήθειας οδηγεί τον άνθρωπο που έχει ιδεολογικά αστικοποιηθεί στην πλήρη αδυναμία κατανόησης του γεγονότος ότι η κάρτα μέλους της αστικής τάξης έχει περιορισμένη κυκλοφορία, και συνεπώς ότι τα πάνδεινα που επιφυλάσσει η αυστηροποίηση των κανόνων εισδοχής, επιφυλάσσονται διαρκώς ως δυνατότητες και για τον ίδιο. Η ηλιθιότητα του αστικού κυνισμού, η βλακώδης προσκόλληση σε μια αισιοδοξία που δεν βασίζεται πουθενά απολύτως, είναι αποτέλεσμα της πίστης στην ατομική δυνατότητα να βρίσκεται κανείς για πάντα στο κομμάτι εκείνο της γης που δεν θα υποχωρήσει στο βάραθρο, που θα κρατηθεί με ασφάλεια πάνω από την κοιλάδα των λυγμών όπου κάθε αστός γνωρίζει ξεκάθαρα ότι εξελίσσεται η εν ζωή κόλαση για την πλειοψηφία των ανθρώπων.

Η δυνατότητα επίγνωσης, με άλλα λόγια, εξαντλείται στην μισο-αδιάφορη αντίληψη του γεγονότος ότι η πλειοψηφία ζει και θα ζει στην κόλαση, και στην κυνική αποδοχή της αναγκαιότητας του γεγονότος· σταματά αυτόματα μόλις τίθεται το ερώτημα αν το εκάστοτε άτομο κατέχει κάτι αναπαλλοτρίωτο που να το προστατεύει από αυτή την μοίρα. Ο αστικοποιημένος άνθρωπος δεν είναι μονάχα τόσο ηλίθιος ώστε να μην κάνει το παραμικρό για να αυτοπροστατευτεί έγκαιρα από τις όλο και πιο άγριες διαθέσεις της τάξης στην οποία νομίζει πως ανήκει, αλλά αρκετά ηλίθιος για να θεωρεί πως υφίσταται καν ως οντότητα, ως ατομική προσωπικότητα, στα μάτια της. Η αυτοσυνειδητότητά του εξαντλείται στην νοερή απαρίθμηση που κάνει για χάρη του εαυτού του των συγκριτικών πλεονεκτημάτων με τα οποία θεωρεί πως θα εξασφαλίσει την επιβίωση σε βάρος --αυτό το γνωρίζει κυνικά-- των άλλων· δεν του περνά στιγμή απ' το μυαλό ότι εκατομμύρια άλλοι, εξίσου κυνικοί και ηλίθιοι με τον ίδιο, κάνουν τους ίδιους ακριβώς λογαριασμούς, και ότι είναι ακριβώς η αδυναμία του να σκεφτεί πραγματικά ατομικά --δηλαδή, πραγματικά κοινωνικά-- που τον καταδικάζει στη συλλογική μοίρα που νόμισε πως επιφυλάσσεται μόνο για τους άλλους.

1 σχόλιο:

  1. Εκπληκτικό κείμενο.
    Και σε συνδυασμό με το κείμενο του Μπέντζαμιν, πολύ όμορφη διαλεκτική συνέπεια.
    Τροφή προς κατανόηση , για τις βαρβαρότητες που έρχονται.

    Γιώργος-Σ.
    (Γιώργος Παύλα Σίγμα Κεφαλαίο Τελεία)

    ΑπάντησηΔιαγραφή