Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2014

V.I. Lenin-Συγκεντροποίηση και αυτονομία (1913)

V.I. Lenin
ΣΥΓΚΕΝΤΡΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ

Ο κ. Λίμπμαν γράφει στις αντιρρήσεις του:

«Πάρτε στη χώρα μας τη Λιθουανία, την περιοχή της Βαλτικής, την Πολωνία, τη Βολινία, τη νότια Ρωσία κλπ. Θα βρείτε παντού ανάμικτο τον πληθυσμό. Δεν υπάρχει ούτε μια πόλη χωρίς μεγάλη εθνική μειονότητα. Όσο πλατιά κι αν εφαρμοστεί η αποκέντρωση, θα βρεθούν παντού στις διάφορες περιοχές (κυρίως στις κοινότητες των πόλεων) διάφορες εθνότητες που κατοικούν μαζί, και ο δημοκρατισμός είναι ακριβώς εκείνος που παραδίνει την εθνική μειονότητα στα χέρια της εθνικής πλειονότητας. Όμως, όπως είναι γνωστό, ο Β. Ι. τηρεί εχθρική στάση απέναντι σε μια τέτοια ομοσπονδιακή κρατική συγκρότηση και απέναντι στην απεριόριστη αποκέντρωση που υπάρχει στην Ομοσπονδία της Ελβετίας. Και γεννιέται το ερώτημα: γιατί ο Β. Ι. έφερε σαν παράδειγμα την Ελβετία»;


Γιατί έφερα το παράδειγμα της Ελβετίας, το εξήγησα παραπάνω. Επίσης εξήγησα με την ίδια ακρίβεια και ότι το πρόβλημα της προστασίας των δικαιωμάτων της εανικής μειονότητας μπορεί να λυθεί μόνο με την έκδοση ενός παγκρατικού νόμου μέσα σ’ ένα συνεπές δημοκρατικό κράτος, το οποίο να μην απομακρύνεται από την αρχή της ισοτιμίας. Στην περικοπή όμως που παραθέσαμε ο κ. Λίμπμαν επαναλαμβάνει και μία από τις πιο συχνές (και τις πιο λαθεμένες) αντιρρήσεις (ή σκεπτικιστικές παρατηρήσεις) που διατυπώνονται συνήθως ενάντια στο μαρξιστικό εθνικό πρόγραμμα και που γι’ αυτό αξίζει τον κόπο να τις αναλύσουμε. Οι μαρξιστές, όπως είναι ευνόητο, κρατούν εχθρική στάση απέναντι στην ομοσπονδία και την αποκέντρωση, για τον απλούστατο λόγο ότι ο καπιταλισμός απαιτεί για την ανάπτυξή του όσο το δυνατό πιο μεγάλα και όσο το δυνατό πιο συγκεντρωτικά κράτη. Στην περίπτωση που οι υπόλοιποι όροι θα είναι ίσοι, το συνειδητό προλεταριάτο θα υποστηρίζει πάντα ένα πιο μεγάλο κράτος. Θα πολεμά πάντα το μεσαιωνικό τοπικισμό και θα χαιρετίζει πάντα την όσο το δυνατό πιο στενή οικονομική ένωση μεγάλων εδαφών, όπου μπορεί να αναπτυχθεί πλατιά η πάλη του προλεταριάτου ενάντια στην αστική τάξη.

Η πλατιά και γοργή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων απ’ τον καπιταλισμό απαιτεί μεγάλα εδάφη, συγκεντρωμένα κρατικά και ενωμένα κρατικά, όπου μόνο μπορεί να ενωθεί η αστική τάξη καταστρέφοντας όλους τους παλιούς, μεσαιωνικούς, ταξικά προνομιακούς, στενά τοπικούς, μικροεθνικούς, θρησκευτικούς, και άλλους φραγμούς – και μαζί με την αστική τάξη να ενωθεί και ο αναπόφευκτος αντίποδάς της, η τάξη των προλετάριων.

Σχετικά με το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών, δηλ. τον αποχωρισμό και το σχηματισμού αυτοτελούς εθνικού κράτους, θα μιλήσουμε ιδιαίτερα. (σ. σ. Βλ. τόμο 20, σελ. 395-459). Όσο όμως τα διάφορα έθνη θα αποτελούν ένα ενιαίο κράτος, οι μαρξιστές σε καμιά περίπτωση δεν θα προπαγανδίζουν ούτε την αρχή της ομοσπονδίας ούτε την αποκέντρωση. Το μεγάλο συγκεντρωτικό κράτος είναι ένα τεράστιο ιστορικό βήμα από το μεσαιωνικό κατατεμαχισμό προς τη μελλοντική σοσιαλιστική ενότητα όλου του κόσμου και δεν υπάρχει ούτε μπορεί να υπάρξει δρόμος προς το σοσιαλισμό που να μην περνά μέσα από ένα τέτοιο κράτος (που συνδέεται αδιάρρηκτα με τον καπιταλισμό).

Θα ήταν όμως απαράδεκτο να ξεχνάμε πως υπερασπίζοντας το συγκεντρωτισμό υπερασπίζουμε ένα συγκεντρωτισμό αποκλειστικά δημοκρατικό. Απ’ αυτή την άποψη οι κάθε λογής μικροαστικές γενικά και εθνικιστικές μικροαστικές αντιλήψεις (μαζί και του μακαρίτη Ντραγκομάνοφ) (σ. σ. Ντραγκομάνοφ. Μ. Π. (1841 – 1895) – Ουκρανός ιστορικός και δημοσιολόγος, εκφραστής της ιδεολογίας του ουκρανικού αστικού εθνικοφιλελευθερισμού), δημιούργησαν τέτοια σύγχυση στο ζήτημα, που χρειάζεται κάθε τόσο να αφιερώνει κανείς χρόνο για να το ξεδιαλύνει.

Ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός όχι μόνο δεν αποκλείει την τοπική αυτοδιοίκηση με αυτονομία των περιοχών, που τις διακρίνουν ιδιαίτερες οικονομικές και βιοτικές συνθήκες, ιδιαίτερη εθνική εθνική σύνθεση του πληθυσμού κλπ., μα απεναντίας απαιτεί επιτακτικά και το ένα και το άλλο. Στη χώρα μας μπερδεύουν συνεχώς το συγκεντρωτισμό με την αυθαιρεσία και τη γραφειοκρατία. Η ιστορία της Ρωσίας ήταν φυσικό να γεννήσει μια τέτοια σύγχυση, μια τέτοια όμως σύγχυση είναι απόλυτα απαράδεκτη για ένα μαρξιστή.

Ο ευκολότερος τρόπος για να το εξηγήσουμε είναι να πάρουμε ένα συγκεκριμένο παράδειγμα.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ στο μακροσκελές άρθρο της: «Το εθνικό ζήτημα και η αυτονομία» (σ. σ. Przeglad Socjaldemokratyczny, Krakow, 1908 ka 1909.{«Αγγελιοφόρος της Ευρώπης»} – μηνιάτικο περιοδικό. Έβγαινε στην Πετρούπολη από το 1866 έως την άνοιξη του 1918. Το περιοδικό εξέφραζε τις απόψεις της φιλελεύθερης ρωσικής αστικής τάξης. Από τις αρχές της τελευταίας δεκαετίας του περασμένου αιώνα έκανε συστηματική πάλη ενάντια στο μαρξισμό), ανάμεσα σε πολλά σοβαρά λάθη (που θα τα αναφέρουμε παρακάτω), κάνει και ένα ξεχωριστά σοβαρό λάθος, όταν δοκιμάζει να περιορίσει το αίτημα της αυτονομίας μόνο στην Πολωνία.

Ας δούμε όμως πρώτα τι ορισμό δίνει στην αυτονομία.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ αναγνωρίζει – και μια που είναι μαρξίστρια, είναι βέβαια υποχρεωμένη να αναγνωρίσει – ότι όλα τα σπουδαιότερα και ουσιαστικά οικονομικά και πολιτικά προβλήματα της καπιταλιστικής κοινωνίας δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να ανήκουν στη δικαιοδοσία της αυτόνομης δίαιτας των διαφόρων επαρχιών, αλλά αποκλειστικά και μόνο στη δικαιοδοσία της κεντρικής, παγκρατικής βουλής. Στα ζητήματα αυτά ανάγονται: η τελωνειακή πολιτική, η εμπορική και βιομηχανική νομοθεσία, οι συγκοινωνίες και τα μέσα επικοινωνίας (σιδηρόδρομοι, ταχυδρομεία, τηλέγραφος, τηλέφωνα κλπ.), ο στρατός, το φορολογικό σύστημα, το αστικό (σ. σ. Αναπτύσσοντας τη σκέψη της η Ρόζα Λούξεμπουργκ φτάνει και σε λεπτομέρειες, αναφέρει λογουχάρη – και πολύ δικαιολογημένα – τη νομοθεσία για τα διαζύγια (τεύχος 12, σελ. 162 του παραπάνω περιοδικού) και το ποινικό δίκαιο, οι γενικές αρχές της εκπαίδευσης (λογουχάρη ο νόμος για αποκλειστικά λαϊκό σχολειό, για καθολική εκπαίδευση, για πρόγραμμα μίνιμουμ, για δημοκρατική οργάνωση των σχολειών κλπ.), η νομοθεσία για την προστασία της εργασίας, για τις πολιτικές ελευθερίες (ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι) κλπ. κλπ.

Στη δικαιοδοσία της αυτόνομης δίαιτας ανήκουν – με βάση την παγκρατική νομοθεσία – τα ζητήματα που έχουν καθαρά τοπική, περιοχική ή καθαρά εθνική σημασία. Αναπτύσσοντας και αυτή τη σκέψη με πολλές – για να μην πω υπερβολικές – λεπτομέρειες, η Ρόζα Λούξεμπουργκ αναφέρει σαν παράδειγμα την κατασκευή σιδηροδρομικών γραμμών τοπικής σημασίας (τεύχος 12, σελ. 149), τους τοπικούς δημόσιους δρόμους (τεύχος 14-15, σελ. 376) κλπ.

Είναι ολοφάνερο ότι δεν μπορεί να φανταστεί κανείς ένα σύγχρονο, πραγματικά δημοκρατικό κράτος, που να μην παραχωρεί μια τέτοια αυτονομία σε κάθε περιοχή με λίγο – πολύ ουσιαστικές οικονομικές και βιοτικές ιδιομορφίες, με ιδιαίτερη εθνική σύνθεση του πληθυσμού κλπ. Η αρχή του συγκεντρωτισμού, απαραίτητου για τα συμφέροντα της ανάπτυξης του καπιταλισμού, όχι μόνο δεν υπονομεύεται από μια τέτοια (τοπική και περιοχική) αυτονομία, μα απεναντίας βρίσκει την πρακτική εφαρμογή της χάρη σ’ αυτήν ακριβώς την αυτονομία – δημοκρατικά και όχι γραφειοκρατικά. Η πλατιά, ελεύθερη και γοργή ανάπτυξη του καπιταλισμού θα ήταν αδύνατη ή τουλάχιστο θα δυσκολεύονταν στο έπακρο χωρίς μια τέτοια αυτονομία, που διευκολύνει και τη συγκέντρωση των κεφαλαίων και την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, και τη συσπείρωση της αστικής τάξης και του προλεταριάτου σε παγκρατική κλίμακα. Γιατί η γραφειοκρατική επέμβαση στα καθαρά τοπικά (περιοχικά, εθνικά κλπ.) ζητήματα είναι ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια για την οικονομική και πολιτική ανάπτυξη γενικά και ειδικά ένα από τα εμπόδια για το συγκεντρωτισμό στα σοβαρά, τα μεγάλα και βασικά ζητήματα.

Γι’ αυτό είναι δύσκολο να μη χαμογελάσεις, διαβάζοντας πως η έξοχή μας Ρόζα Λούξεμπουργκ προσπαθεί με εντελώς σοβαρό ύφος και με «γνήσια μαρξιστικά» λόγια να αποδείξει ότι το αίτημα της αυτονομίας μπορεί να εφαρμοστεί μόνο στην Πολωνία και μόνο σαν εξαίρεση! Εννοείται ότι εδώ δεν υπάρχει ούτε σταγόνα πατριωτισμού «της ενορίας», εδώ έχουμε να κάνουμε μόνο με «πρακτικούς» υπολογισμούς…σχετικά λογουχάρη με τη Λιθουανία.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ παίρνει τέσσερα κυβερνεία: της Βίλνας, του Κόβνο, του Γκρόντνο και του Σουβάλκι και διαβεβαιώνει τον αναγνώστη (και τον ίδιο τον εαυτό της) ότι στα κυβερνεία αυτά ζουν «κυρίως» λιθουανοί. Ταυτόχρονα, ενώνοντας τον πληθυσμό αυτών των κυβερνείων, βρίσκει ότι το ποσοστό των λιθουανών είναι 23% όλου του πληθυσμού, και, αν προστεθούν στους λιθουανούς οι ζεμαϊτες, έχουμε 31% του πληθυσμού, δηλ. λιγότερο από ένα τρίτο. Επομένως βγαίνει το συμπέρασμα, όπως καταλαβαίνετε, ότι η σκέψη για αυτονομία της Λιθουανίας είναι «αυθαίρετη και τεχνητή» (τεύχος 10, σελ. 807).

Ο αναγνώστης, που γνωρίζει τις πασίγνωστες ελλείψεις της επίσημής μας ρωσικής στατιστικής, θα δει αμέσως το λάθος της Ρόζας Λούξεμπουργκ. Γιατί να πάρει το κυβερνείο Γκρόντνο, όπου οι λιθουανοί δεν είναι παρά 0,2% δύο δέκατα στα εκατό; Γιατί να πάρει ολόκληρο το κυβερνείο Βίλνας και να μην πάρει μόνο το νομό Τρόκι, όπου οι λιθουανοί αποτελούν την πλειονότητα του πληθυσμού; Γιατί να πάρει όλο το κυβερνείο Σουβάλκι και να προσδιορίσει τον αριθμό των λιθουανών σε 52% του πληθυσμού, κι όχι τους λιθουανούς νομούς του ίδιου κυβερνείου, δηλαδή τους πέντε νομούς από τους 7, όπου οι λιθουανοί αποτελούν τα 72% του πληθυσμού;

Είναι γελοίο να συζητάμε για τους όρους και τις απαιτήσεις του σύγχρονου καπιταλισμού και να μην παίρνουμε τις «σύγχρονες» και τις «καπιταλιστικές», αλλά τις μεσαιωνικές φεουδαρχικές, επίσημες γραφειοκρατικές διοικητικές διαιρέσεις της Ρωσίας, και μάλιστα στην πιο χοντροκομμένη μορφή τους (κυβερνεία, και όχι νομοί). Είναι φανερό σαν την ημέρα ότι δεν μπορεί να γίνει καν λόγος για μια σοβαρή τοπική μεταρρύθμιση στη Ρωσία, αν δεν εξαφανιστούν αυτές οι διαιρέσεις και δεν αντικατασταθούν με διαιρέσεις πραγματικά «σύγχρονες», που να ανταποκρίνονται πραγματικά στις απαιτήσεις όχι του δημόσιου ταμείου, όχι της γραφειοκρατίας, όχι της ρουτίνας, όχι των τσιφλικάδων, όχι των παπάδων, αλλά του καπιταλισμού. Και μέσα στις σύγχρονες απαιτήσεις του καπιταλισμού θα είναι αναμφισβήτητα και η απαίτηση για μια όσο το δυνατό μεγαλύτερη ενότητα της εθνικής σύνθεσης του πληθυσμού, γιατί η εθνικότητα, η ταυτότητα της γλώσσας είναι σπουδαίος συντελεστής στην ολοκληρωτική κατάκτηση της εσωτερικής αγοράς και την πλέρια ελευθερία της οικονομικής κυκλοφορίας.

Το περίεργο είναι ότι το ολοφάνερο αυτό λάθος της Ρόζας Λούξεμπουργκ το επαναλαμβάνει και ο μπουντιστής Μέντεμ Πολωνίας, αλλά το ακατάλληλο της αρχής της εθνικής – εδαφικής αυτονομίας (οι μπουντιστές είναι υπέρ της εθνικής – εδαφικής αυτονομίας!). Οι μπουντιστές και οι λικβινταριστές μας μαζεύουν απ’ όλο τον κόσμο όλα τα λάθη και όλες τις οπορτουνιστικές ταλαντεύσεις των σοσιαλδημοκρατών των διαφόρων χωρών και των διαφόρων εθνών και γεμίζουν, χωρίς να τους ξεφεύγει τίποτα, τις αποσκευές τους με ότι χειρότερο υπάρχει στην παγκόσμια σοσιαλδημοκρατία: τα αποκόμματα απ’ τα γραφτά των μπουντιστών και των λικβινταριστών θα μπορούσαν να αποτελέσουν όλα μαζί ένα πρότυπο σοσιαλδημοκρατικό μουσείο κακού γούστου.

Η περιοχική αυτονομία – βεβαιώνει αποφθεγματικά ο Μέντεμ – είναι καλή για την περιοχή, για την «ακρινή περιοχή», όχι όμως και για τις περιφέρειες της Λετονίας, της Εσθονίας και έκταση ίση μ’ ένα κυβερνείο. «Αυτό δεν θα ήταν αυτονομία, αλλά ένα απλό ζέμστβο… θα χρειαζόταν πάνω απ’ αυτό το ζέμστβο να ανοικοδομηθεί μια πραγματική αυτονομία»… και ο συγγραφέας καταδικάζει το «σπάσιμο των παλιών κυβερνείων και των νομών». (σ. σ. Β. Μέντεμ: «Τοποθέτηση του εθνικού ζητήματος στη Ρωσία», «Βέστνικ Γιεβρόπι», 1912, τεύχη 8 και 9).

Στην πραγματικότητα, «σπάσιμο» και παραμόρφωση των συνθηκών του σύγχρονου καπιταλισμού δεν είναι τίποτε άλλο παρά η διατήρηση των μεσαιωνικών, φεουδαρχικών, γραφειοκρατικών διοικητικών διαιρέσεων. Μόνο άνθρωποι διαποτισμένοι με το πνεύμα αυτών των διαιρέσεων μπορούν να διανοούνται, «με σοφό ύφος εμπειρογνώμονα», αντιπαράθεση του «ζέμστβο» στην «αυτονομία», φροντίζοντας ώστε, σύμφωνα μ’ ένα καλούπι, η «αυτονομία» να είναι για τις μεγάλες περιοχές και το ζέμστβο για τις μικρές. Ο σύγχρονος καπιταλισμός δεν έχει καθόλου ανάγκη από τέτοια γραφειοκρατικά καλούπια. Γιατί να μη μπορούν να υπάρχουν αυτόνομες εθνικές περιφέρειες με πληθυσμό όχι μόνο ½ εκατομμύριο, μα ακόμα και 50.000; Γιατί περιφέρειες αυτού του είδους να μη μπορούν να ενωθούν, με τους πιο διαφορετικούς τρόπους, με γειτονικές περιφέρειες διαφόρων διαστάσεων και ν’ αποτελέσουν μια ενιαία αυτόνομη «ακρινή περιοχή», όταν αυτό είναι βολικό, όταν αυτό χρειάζεται για την οικονομική κυκλοφορία – όλα αυτά παραμένουν μυστικό του μπουντιστή Μέντεμ.

Ας σημειωθεί ότι το σοσιαλδημοκρατικό εθνικό πρόγραμμα του Μπρνό υιοθετεί ολοκληρωτικά την άποψη της εθνικής εδαφικής αυτονομίας, προτείνοντας να διαιρεθεί η Αυστρία σε περιφέρειες με «εθνικά σύνορα» στη θέση των ιστορικών εδαφών του στέμματος» (2 του προγράμματος του Μπρνό).

Εμείς δεν θα πηγαίναμε τόσο μακριά. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι η ενιαία εθνική σύνθεση του πληθυσμού είναι ένας από τους πιο ασφαλέστερους παράγοντες για ελεύθερες και πλατιές πραγματικά σύγχρονες, εμπορικές ανταλλαγές. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι κανένας μαρξιστής, ακόμα και κανένας αποφασιστικός δημοκράτης δεν πρόκειται να υπερασπιστεί τα εδάφη του αυστριακού στέμματος και τα ρωσικά κυβερνεία και τους νομούς (που δεν είναι τόσο άσχημα όσο τα εδάφη του αυστριακού στέμματος, ωστόσο όμως είναι πολύ άσχημα), δεν πρόκειται να αμφισβητήσει την ανάγκη να αντικατασταθούν αυτές οι απαρχαιωμένες διαιρέσεις με διαιρέσεις, που να ανταποκρίνονται κατά το δυνατό στην εθνική σύνθεση του πληθυσμού. Δεν χωρεί, τέλος, αμφιβολία, ότι για να εξαλειφθεί κάθε εθνική καταπίεση, έχει εξαιρετική σημασία να δημιουργηθούν αυτόνομες περιφέρειες, έστω και με την πιο μικρή έκταση, μα με ακέραια, ενιαία εθνική σύνθεση. Προς αυτές τις περιφέρειες θα μπορούσαν «να τείνουν» και να συνάπτουν μαζί τους σχέσεις και κάθε είδους ελεύθερες ενώσεις τα μέλη της ίδιας εθνότητας που είναι σκορπισμένα στις διάφορες γωνιές της χώρας ή ακόμα και της γήινης σφαίρας. Όλα αυτά είναι αναμφισβήτητα, όλα αυτά μπορεί να τα αμφισβητεί κανείς μόνο από την άποψη της αρτηριοσκληρωμένης γραφειοκρατίας.

Όμως η εθνική σύνθεση του πληθυσμού είναι ένας απ’ τους σπουδαιότερους οικονομικούς παράγοντες, μα όχι και ο μοναδικός και ούτε ο σπουδαιότερος. Οι πόλεις λ. χ. παίζουν σπουδαιότατο οικονομικό ρόλο μέσα στον καπιταλισμό, κι όμως τις πόλεις παντού – και στην Πολωνία και στη Λιθουανία, και στην Ουκρανία, και στη Μεγαλορωσία κλπ. – τις διακρίνει η πιο ποικίλη εθνική σύνθεση του πληθυσμού. Θα ήταν παράλογο και αδύνατο να αποσπάσει κανείς, εξαιτίας του «εθνικού» παράγοντα, τις πόλεις απ’ τα χωριά και τις περιφέρειες, που τείνουν οικονομικά προς τις πόλεις. Γι’ αυτό οι μαρξιστές δεν πρέπει να στηρίζονται ολοκληρωτικά και αποκλειστικά στη βάση της «εθνικής-εδαφικής» αρχής.

Και πολύ πιο σωστή από την αυστριακή λύση του προβλήματος είναι η λύση που χάραξε η τελευταία σύσκεψη των μαρξιστών της Ρωσίας. Η σύσκεψη αυτή διατύπωσε την παρακάτω θέση πάνω σ’ αυτό το ζήτημα:

«είναι απαραίτητη…μια πλατιά περιοχική αυτονομία» (φυσικά όχι μόνο για την Πολωνία, μα για όλες τις περιοχές της Ρωσίας) «και μια απόλυτα δημοκρατική τοπική αυτοδιοίκηση, με καθορισμό των συνόρων των αυτοδιοικούμενων και αυτόνομων περιοχών» (όχι με βάση τα σύνορα των σημερινών κυβερνείων, νομών κλπ.), «αλλά με βάση τον υπολογισμό των οικονομικών και βιοτικών συνθηκών, της εθνικής σύνθεσης του πληθυσμού κλπ (σ. σ. Βλ. Άπαντα, 4η ρως. Έκδ., τομ. 19ος, σελ. 385), όπως θα γίνει από τον ίδιο τον τοπικό πληθυσμό».

Η εθνική σύνθεση του πληθυσμού τοποθετείται εδώ πλάι στις άλλες συνθήκες (σε πρώτη γραμμή τις οικονομικές, ύστερα τις βιοτικές κλπ.) που πρέπει να αποτελέσουν τη βάση για τον καθορισμό των νέων συνόρων, έτσι που να ανταποκρίνονται στο σύγχρονο καπιταλισμό κι όχι στη γραφειοκρατία και τον ασιατισμό. Μόνο ο τοπικός πληθυσμός μπορεί να «υπολογίσει» με πλήρη ακρίβεια όλες αυτές τις συνθήκες, και με βάση αυτούς τους υπολογισμούς του η κεντρική βουλή του κράτους θα καθορίσει τα σύνορα των αυτόνομων περιοχών και τα όρια της δικαιοδοσίας, κάθε αυτόνομης δίαιτας.

Μας μένει ακόμα να εξετάσουμε το ζήτημα του δικαιώματος αυτοδιάθεσης των εθνών. Σ’ ότι αφορά το ζήτημα αυτό καταπιάστηκε με την «εκλαΐκευση» των λαθών της Ρόζας Λούξεμπουργκ μια ολόκληρη παρέα από οπορτουνιστές όλων των εθνοτήτων: και ο λικβινταριστής Σεμκόφσκι και ο μπουντιστής Λίμπμαν και ο Ουκρανός εθνικοσοσιαλιστής Λιέφ Γιουρκέβιτς. Το επόμενο άρθρο μας θα το αφιερώσουμε σ’ αυτό το ζήτημα, που το έχει μπερδέψει για καλά η παραπάνω «παρέα».

(σ.σ. Δημοσιεύεται σύμφωνα με το κείμενο του περιοδικού. Γράφτηκε τον Οκτώβρη – Δεκέμβρη του 1913. Δημοσιεύτηκε το 1913 στο περιοδικό «Προσβεστσένιγε», τεύχη 10, 11 και 12. Υπογραφή Β. Ιλίν. Άπαντα, τομ, σελ. 3-37, ελλην. Έκδ.)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου