Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2014

R.P. Dutt-Η διαλεκτική του φασισμού και της επανάστασης

Από το Φασισμός και κοινωνική επανάσταση, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.

Η νίκη του φασισμού στην Κεντρική Ευρώπη, καθώς και η εξέλιξη των φασιστικών τάσεων στη Δυτική Ευρώπη και την Αμερική, το έτος 1933-34, συμβολίζει το υψηλότερο σημείο στην πορεία της αντεπανάστασης, από την εποχή του πολέμου. Ωστόσο, αυτή η νίκη της αντεπανάστασης δε συμβολίζει την αυξανόμενη ισχύ του καπιταλισμού. Αντιθέτως, αποτελεί άμεσο αποτέλεσμα της ακραίας επιδείνωσης της παγκόσμιας κρίσης και της αστάθειας του καπιταλισμού [...] δηλαδή, απορρέει από την ίδια την πορεία όλων εκείνων των δυνάμεων που μπορούν τελικά να συντελέσουν στη νίκη της προλεταριακής επανάστασης, από τη στιγμή που μόνο εκείνη μπορεί να λύσει τις εν λόγω αντιθέσεις, τις οποίες ο φασισμός μπορεί μόνο να επιδεινώσει.


Ο καπιταλισμός δεν μπορεί πλέον να διατηρήσει την εξουσία του με τα παλιά μέσα. Η κρίση οδηγεί το σύνολο της πολιτικής πραγματικότητας με επιταχυνόμενο βήμα. Όλες οι κοινωνικές και διεθνείς αντιθέσεις φτάνουν σε νέα και μεγαλύτερη όξυνση εξαιτίας των διαδοχικών εξελίξεων στην καπιταλιστική κρίση. Όλα τα στρώματ του πληθυσμού επηρεάζονται από την κρίση. Το αστικό καθεστώς οδηγείται σε ακόμα πιο απελπισμένες μεθόδους προκειμένου να επιμηκύνει λίγο περισσότερο το συμβόλαιο ζωής του.

Για μιάμιση δεκαετία, από την εποχή του πολέμου, η αστική τάξη έχει διατηρήσει την εξουσία της βασιζόμενη κυρίως στη σοσιαλδημοκρατία ως κυβερνητικό εργαλείο για να συγκρατεί τους εργάτες και να αναχαιτίζει την επανάσταση της εργατικής τάξης. Σε αντάλλαγμα για την πειθάρχηση των εργατών, για το κήρυγμά της περί "δημοκρατίας" και "ειρηνικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό", η σοσιαλδημοκρατία έλαβε υπουργικές θέσεις, προστασία και λεία. Αυτή η διαδικασία όπου όλοι και όλα σύρονταν στην καπιταλιστική μηχανή παρουσιάζεται στους εργάτες ως απόδειξη της σταδιακής, ειρηνικής κατάκτησης της "εξουσίας" από την εργατική τάξη. Πόσο άξιζε αυτή η "εξουσία", όταν μπήκε σε δοκιμασία ή μάλλον, που εδραζόταν η πραγματική εξουσία, αποδεικνύεται περίτρανα από τα γεγονότα στη Γερμανία, την Αυστρία και αλλού.

[...]

Για την αντιμετώπιση της αναπτυσσόμενης επαναστατικότητας των εργατών, η αστική τάξη σπεύδει να δράσει --όσο υπάρχει ακόμα χρόνος, πριν ο κομμουνισμός κερδίσει εμφανώς την πλειοψηφία της εργατικής τάξης, όσο η αποδιοργάνωση των εργατών εξαιτίας της σοσιαλδημοκρατίας έχει ακόμα τη δυνατότητα να αναχαιτίζει κάθε επιτυχή αντίσταση -- και εισάγει στο παιχνίδι τον επικίνδυνο παράγοντα του φασισμού ώστε να συντρίψει την πορεία της εργατικής τάξης. 

Από την άλλη, η εργατική τάξη, προσδεμένη στον καπιταλισμό από τη ρεφορμιστική ηγεσία την οποία κληρονόμησε από την προηγούμενη περίοδο, παραλύει από την ανικανότητά της να παίξει τον αποφασιστικό ρόλο της ως πολιτικός ηγέτης στη διάρκεια της εξελισσόμενης κρίσης και να προσελκύσει τα δυσαρεστημένα στρώματα του πληθυσμού για την ανατροπή του καπιταλισμού υπό την ηγεσία της. [...] Καθώς εξελίσσεται η κρίση, η εργατική τάξη υπό ρεφορμιστική ηγεσία δείχνει να αποδυναμώνεται και όχι να ενισχύεται. Η πολιτική συμμαχίας με τον καπιταλισμό έχει σταθερά αποθαρρύνει και υποσκάψει την ισχύ των παλιών οργανώσεων της εργατικής τάξης, έχει επιφέρει συνεχή ετήσια μείωση στα μέλη τους, με τον αριθμό τους να φράνει το χαμηλότερο σημείο από την εποχή του πολέμου και έχει καταστρέψει την εμπιστοσύνη των εργατών ότι μπορούν να έχουν δική τους οργάνωση και ηγεσία. Η ταξική πάλη εξελίσσεται, αλλά με ανοργάνωτες μορφές, από τη στιγμή που η καινούργια μαχητική ηγεσία δεν έχει κερδίσει ακόμα την πλειοψηφία της εργατικής τάξης, και αναγκάζεται να αντιμάχεται ταυτοχρόνως τις δυνάμεις του καπιταλισμού και τον ασφυκτικό κλοιό του ρεφορμιστικού μηχανισμού. Κατά συνέπεια, οι δυνάμεις της εργατικής τάξης αποδυναμώνονται και διασπώνται ακριβώς τη στιγμή της πιο ισχυρής καπιταλιστικής επίθεσης, όχι εξαιτίας των μαχητικών εργατών οι οποίοι παραμένουν πιστοί στον ταξικό αγώνα, αλλά λόγω της συμμαχίας του ρεφορμιστικού μηχανισμού με τον καπιταλισμό. Η εν λόγω αποδυνάμωση των δυνάμεων της εργατικής τάξης απέναντι στη φασιστική επίθεση είναι το τίμημα για την επιλογή του δρόμου της αστικής "δημοκρατίας", της σοσιαλδημοκρατίας.

[...]

Τα μεσαία ανάμικτα στρώματα ή αλλιώς η αποκαλούμενη μεσαία τάξη, τα οποία στερούνται τη δυνατότητα αυτοτελούς πολιτικού ρόλου, αλλά πρακτικά μπορούν να δράσουν μόνο σε συμμαχία με την εργατική τάξη ή το κεφάλαιο, έρχονται στο προσκήνιο, ανάλογα με τον ανενεργό και σε διαρκή αποδυνάμωση ρόλο της εργατικής τάξης. Πλήττονται σφόδρα από την κρίση και τις επιθέσεις του χρηματιστικού κεφαλαίου. [...] Ωστόσο, από τη σκοπιά τους, βλέπουν το σύγχρονο κοινοβουλευτικό σύστημα ως συμμαχία του μεγάλου κεφαλαίου ("των διεθνών κεφαλαιούχων") με τα αφεντικά των Εργατικών, με τα ίδια τα χαμηλά μεσαία στρώματα να μένουν απέξω και να νιώθουν συμπιεσμένα από τη διαρκώς αυξανόμενη φορολογία προς όφελος των μεγαλοεπιχειρηματιών και του συστήματος των κοινωνικών υπηρεσιών στους εργάτες, δηλαδή του συστήματος του κοινωνικού ρεφορμισμού. [...] Ως εκ τούτου, μετατρέπονται σε εύκολη λεία στη δημαγωγική προπαγάνδα του χρηματιστικού κεφαλαίου, η οποία τους παρέχει δήθεν "επαναστατική" καθοδήγηση, εκμεταλλευόμενη στο έπακρο τις αδυναμίες και τη διαφθορά των Εργατικών ή της σοσιαλδημοκρατίας και τα οργανώνει ως αντίπαλη δύναμη στην εργατική τάξη, φέρνοντάς τα σε αντίθεση με τα δικά τους συμφέροντα.Το κεφάλαιο αποκτά, για πρώτη φορά, την ικανότητα να οργανώνει, όχι απλώς ένα μισθοφορικό στρατό που θα το στηρίζει, αλλά ένα μαζικό κίνημα, οικοδομημένο στη βάση της απέχθειας προς το ρεφορμισμό, από εκείνα τα μεσαία στρώματα μαζί με τα ασταθή, δυσαρεστημένα και απογοητευμένα στοιχεία της εργατικής τάξης, εναντίον της οργανωμένης εργατικής τάξης. Από τα ερείπια και την απαξίωση του ρεφορμισμού πηγάζει ο φασισμός.

[...]

το τελευταίο προσωπείο αυτής της έσχατης μεταμφίεσης του καπιταλισμού σε οργανωτή μιας "σοσιαλιστικής" επανάστασης για τη διατήρηση της εξουσίας του φέρει την παλιά ετικέτα του "εθνικού." Ποια είναι όμως η σημασία της; Μήπως σημαίνει ότι η έκκληση στο όνομα του "εθνικού" έχει, στην πραγματικότητα, ισχυρότερη απήχηση στις μάζες από εκείνη που στοχεύει στο σοσιαλισμό; Όχι, επουδενί. Το Εθνικιστικό Κόμμα της Γερμανίας, στη βάση μιας αμιγώς "εθνικής" έκκλησης, κατάφερε να κερδίσει μόνο δυο εκατομμύρια ψήφους, ενώ, με την επιδέξια προσθήκη του "σοσιαλισμού", το "Εθνικοσοσιαλιστικό" Κόμμα κατάφερε να συγκεντρώσει δεκατρία εκατομμύρια. Ωστόσο, η ετικέτα του "εθνικού" μετατρέπεται στο τελευταίο τέχνασμα ώστε να παραμορφωθεί και να ανατραπεί το νόημα του σοσιαλισμού, όταν πλέον η υπεράσπιση του καπιταλισμού δεν μπορεί να διακηρύσσεται ανοιχτά. Η συνολική ροπή της παρούσας κατάστασης --όπως όλοι αναγκάζονται, ολοένα και περισσότερο, να αναγνωρίσουν-- κινείται προς την αναγκαιότητα και το αναπόφευκτο της συλλογικής κοινωνικής οργάνωσης, δηλαδή προς τον σοσιαλισμό. Η αρχή του "εθνικού", από την άλλη, αντιπροσωπεύει, στην πραγματικότητα, την κυριαρχία μιας συγκεκριμένης καπιταλιστικής ομάδας επί κάποιας άλλης ομοειδούς. Ωστόσο, η αρχή του "εθνικού" παρουσιάζεται ψευδώς ως η έκφραση της συλλογικής, κοινωνικής αξίας εναντίον του εγωισμού, της ατομικότητας και του καπιταλισμού. Κατ' αυτόν τον τρόπο, επιχειρείται η διαστρέβλωση της ιστορικής κίνησης προς τη συλλογική κοινωνική οργάνωση, όταν έχει καταστεί πολύ ισχυρή για να αντιμετωπιστεί ευθέως, με την παραποίηση της κοινής ανθρώπινης βάσης της σε διεκδικητική βάση μιας αποκλειστικής ομάδας, η οποία μετατρέπεται, στην πραγματικότητα, σε προκάλυμμα για να διατηρήσει την κυριαρχία της η τάξη των κεφαλαιοκρατών. Αυτή είναι η σημασία του "εθνικοσοσιαλισμού" ή αλλιώς φασισμού.

Αλλά ποιο είναι το ιστορικό αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας; Η έλευση του φασισμού ως ύστατη άμυνα σημαίνει κατάλυση της νομιμότητας, όχι από τους επαναστάτες, αλλά από την αστική τάξη, και αποκάλυψη ενώπιον όλων της ταξικής πάλης ως ευθεία σύγκρουση δυνάμεων.

[...]

Ο φασισμός --είναι εμφανές από την προηγηθείσα ανάλυψη-- αναπτύσσεται μέσα από την παρακμή της αστικής δημοκρατίας και του ρεφορμισμού, σε συνθήκες καπιταλιστικής κρίσης. Πράγματι, ο φασισμός αναπτύσσεται κατ' αρχήν εντός και διαμέσου των μορφών της αστικής δημοκρατίας, βήμα-βήμα, ενδυναμώνοντας τους κρατικούς μηχανισμού καταπίεσης και κήρυξης καθεστώτων έκτακτης ανάγκης, καθώς και την περιστολή των δικαιωμάτων των εργατών, ανάλογα με το βαθμό παράλυσης της αντίστασης που επιδεικνύουν οι εργάτες εξαιτίας του ρεφορμισμού και της εμπιστοσύνης στη συνταγματική διακυβέρνηση· μόνο όταν το έδαφος είναι πλήρως προετοιμασμένο εντός του κελύφους της "δημοκρατίας", και οι δυνάμεις των εργαών είναι στο μέγιστο αποδιοργανωμένες, μόνο τότε, δίνεται το τελικό χτύπημα και εγκαθιδρύεται πλήρως και απερίφραστα η φασιστική δικτατορία.

[...]

Κατά συνέπεια, η πάλη εναντίον του φασισμού δεν μπορεί να διεξάγεται στη βάση της επίδειξης εμπιστοσύνης στην αστική "δημοκρατία", ως άμυνα απέναντι στον ίδιο. [...] Όσο πιο ισχυρός είναι ο αγώνας των εργατών στα πρώτα στάδια, όταν ακόμα επικρατούν οι κατ' όνομα "δημοκρατικές" μορφές, τόσο πιο δύσκολο γίνεται το πέρασμα της αστικής τάξης στο επόμενο, εκείνο του απροκάλυπτου φασισμού. Ιδού η σπουδαιότητα του ενιαίου μετώπου της εργατικής τάξης. Η ισχύς του αγώνα της εργατικής τάξης είναι επίσης αποφασιστική στην προσέλκυση των αμφιταλαντευόμενων μικροαστικών τμημάτων.

Οι αστοί δημοκράτες και οι ρεφορμιστές επιχειρηματολογούν ότι ο φασισμός είναι απόρροια του κομμουνισμού. "Ο φόβος απέναντι στη δικτατορία της εργατικής τάξης έχει προκαλέσει τη σιδερένια δικτατορία του καπιταλισμού και του εθνικισμού. Η αντίδραση της 'Δεξιάς' εκτρέφει την αντίδραση της 'Αριστεράς'. Η αντίδραση της 'Αριστεράς' εκτοπίζεται από τη θριαμβευτική αντίδραση της 'Δεξιάς"(Μανιφέστο των Εργατικών, με τίτλο Δημοκρατία εναντίον Δικτατορίας, Μάρτης 1933). Από αυτό συνάγεται το συμπέρασμα που διατυπώνεται σε πολλές ομιλίες Εργατικών: "Για να ηττηθεί ο φασισμός πρέπει να ξεριζωθεί ο κομμουνισμός." Αυτή τη γραμμή εκφράζει το γενικόλογο σύνθημα "Δημοκρατία εναντίον Δικτατορίας", το οποίο εμφανίζεται χωρίς αναφορά στις σχέσεις των τάξεων: δηλαδή, στην πράξη, υπεράσπιση του υπάρχοντος καπιταλιστικού κράτους (με τις αυξανόμενες φασιστικές τάσεις του), εναντίον της επανάστασης της εργατικής τάξης, υπό την πρόφαση της άμυνας απέναντι στον φασιστικό κίνδυνο.

[...]

στην Ιταλία, οι κομμουνιστές ήταν μειοψηφία και οι ρεφορμιστές σοσιαλιστές ηττήθηκαν, όχιδιότι εφάρμοζαν κομμουνιστικές μεθόδους, αλλά επειδή απέρριψαν συγκεκριμένα την υιοθέτησή τους καθώς ανρήθηκαν να πάρουν την εξουσία το 1920, τη στιγμή που όλοι παραδέχονταν ότι ήταν έτοιμη να πέσει στα χέρια τους [...] τελικά, η μοναδική χώρα όπου η εργατική τάξη υιοθέτησε κομμουνιστικές μεθόδους, η Σοβιετική Ένωση, είναι η μόνη στην οποία ο φασισμός δεν κατάφερε να ανθήσει. 

3 σχόλια:

  1. Η φωτό από Αυγή προς τιμήν το άρθρου Καρτερού, που είναι σαν να γράφτηκε για να εξηγήσει κάποια από τα κεντρικά θέματα που θίγει ο Ντατ για τον ρόλο της σοσιαλδημοκρατίας στην αγιοποίηση της αστικής δημοκρατίας --φορέα της προετοιμασίας του φασισμού-- στο διάστημα που χρειάζεται για να ολοκληρωθεί η προετοιμασία επιβολής της απροκάλυπτης φασιστικής δικτατορίας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. ...και που απειλεί, εμμέσως πλην σαφώς, το ΚΚΕ να "κάτσει καλά" γιατί έχει και απαγόρευση το μενού.

      Διαγραφή
    2. Θα δούμε λοιπόν ότι δεν υπάρχει καλύτερα άμυνα για το ΚΚΕ και για το εργατικό κίνημα απ' το να μην κάτσει καθόλου καλά, αλλά έγκαιρα να βάλει εμπόδια στη διαδικασία που υπηρετούν οι Καρτεροί. Όσο πιο καλά κάθεται, τόσο κινδυνεύει, στην πραγματικότητα.

      Διαγραφή