Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2014

Γιάννης Δρουσιώτης-Συνέντευξη στην Τασούλα Ζησάκη-Healey

Από παλιότερη επίσκεψη της Κ.Ο ΚΚΕ Κύπρου στο Γ. Δρουσιώτη
Με δύο άλλους Κύπριους και πριν την εισβολή της Ιταλίας το 1940, αποφασίσαμε να πάμε στην Ελλάδα με τον Κόκο Παντελίδη και κάποιον άλλον Κύπριο από την Λευκωσία. Φτάσαμε το καλοκαίρι του 1940 και το φθινόπωρο πήγαμε στην Θεσσαλονίκη όπου εγώ εγγράφηκα στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης στη Γεωπονική Σχολή, στο τρίτο έτος για να τελειώσω τις σπουδές μου. Μου είχαν μείνει άλλα δύο χρόνια. Μπήκαν οι Γερμανοί τον Απρίλη 1941. Το 1942 με τον Παρίση Κατσαρό, ο οποίος είχε ήδη τελειώσει τις σπουδές του, αποφασίσαμε να πάμε στο βουνό, να πολεμήσουμε ενάντια στους Γερμανούς. Ο Παρίσης Κατσαρός ήταν αριστούχος της Φιλολογίας του Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης.Ήταν στρατιώτης, συνελήφθηκε και τον στείλανε στη Μακρόνησο. Ήταν ήρωας της Μακρονήσου. Είχε μεγάλη ιστορία ο Παρίσης. Δεν ξέρω εάν ζει τώρα. Συνομήλικος μου ήταν. Ο Παρίσης έκανε και στις φυλακές της Κέρκυρας. Αντάρτης ήμουνα περίπου 2 μήνες ως το Φλεβάρη. Κάναμε πορείες, μπαίναμε σε χωριά, τους μιλούσαμε. Κάναμε πορείες ως τα αλβανικά σύνορα, ως το Πεντάλοφο.Εκεί είχαμε και μία συνδιάσκεψη και φτάσαμε για την συνδιάσκεψη πεζοί. Μου είχαν μείνει δύο-τρεις μήνες για να τελειώσω το πανεπιστήμιο κι εγώ.

Στο βουνό μας περιμένανε, είχαμε σύνδεση, διότι είχαμε συνδεθεί με το ΕΑΜικό κίνημα. Φύγαμε από τη Θεσσαλονίκη με βάρκα ενός 16 ετών Εβραιόπουλου που είχε βάρκα και μας πήγε στο Μακρύ Γιαλό στο νομό Πιερίας, κοντά στην Κατερίνη. Και από εκεί με σύνδεσμο και με τα πόδια πήγαμε στο αντάρτικο, δηλαδή στον Όλυμπο όπου βρήκαμε τους πρώτους αντάρτες, καμιά δεκαπενταριά. Ήταν κάτι το φανταστικό. Μας ντύσανε αντάρτικα. Εμάς μας ξυρίσανε, ήρθε κάποιος κουρέας και μας είπαν ότι εμείς δεν θα έχουμε γενειάδα… Ο κουρέας ερχότανε μια φορά την εβδομάδα, κάπως έτσι. Το Γενάρη του 1943 έρχεται ο σύνδεσμος και με φωνάζει να πάω στην κομματική οργάνωση (ΚΚΕ).Κατέβηκα στην Κατερίνη για να οργανώσω την νεολαία στην περιοχή του Λιτόχωρου, μετά στηνΒρόντου και μετά σ’ όλη την περιοχή του νομού Πιερίας. Αυτά έγιναν λίγο πριν την ίδρυση της ΕΠΟΝ στις 23 Φλεβάρη 1943. Ναι, είχα γίνει υπεύθυνος της ΕΠΟΝ στον νομό Πιερίας και μετά υπεύθυνος στο Κεντρικό Συμβούλιο Μακεδονίας-Θράκης, στον τομέα της Διαφώτισης.

Μετά την Απελευθέρωση, το 1944,πρώτα ήμουν υπεύθυνος της ΕΠΟΝ στον νομό Πιερίας και κατόπιν πήγα στην Κοζάνη ως υπεύθυνος της ΕΠΟΝ Κοζάνης. Το 1945, μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, με έστειλαν στον νομό Πέλλας, στην Έδεσσα-Γιαννιτσά όπου ήμουν υπεύθυνος της ΕΠΟΝ. Τον Όλυμπο τον ξέρω πολύ καλά διότι ήμουν εκεί περίπου δύο χρόνια.Γυρνούσα συνεχώς, περισσότερο στους πρόποδες, αλλά ανέβαινα και πάνω.Από την Έδεσσα με επέστρεψαν στην Θεσσαλονίκη ως μέλος του Προεδρείου Μακεδονίας-Θράκης, όπου ο Δημητρίου ήταν ο Γραμματέας. Ήμασταν δύο Λεμεσιανοί, ο Λ. Στρίγγος του ΚΚΕ κι εγώ της ΕΠΟΝ. Πήγαινα σε διάφορα μέρη εκ μέρους του Συμβουλίου της ΕΠΟΝ. Στην Κατερίνη πήγα 2-3 φορές. Ναι, εκεί κοντά σκοτώθηκε ο αδερφός μου, στη μάχη του Κούκου. Ο Κούκος είναι ένα χωριό από τουρκόφωνους, οι οποίοι ήταν πρόσφυγες από την Μ. Ασία και των οποίων η μητρική τους γλώσσα ήταν τα τούρκικα. Τα ελληνικά τους ήταν σπασμένα. Αυτοί ήταν πολύ μαχητικοί άνθρωποι. Όσοι τουρκόφωνοι από αυτά τα χωριά ήρθαν μαζί μας, ήταν οι καλύτεροι μαχητές.Από τους παρακρατικούς σ’ αυτά τα μέρη ήταν ο Κισά Μπατζάκ. Αυτοί ήταν τρομερά εναντίον μας. Αυτοί συνεργάζονταν με τους Γερμανούς. Από αυτούς έπαιρναν όπλα. Εμείς τους λέγαμε Κουκιώτες. Ναι, υποτίθεται ότι ήμασταν μέλη του ΚΚΕ. Πριν ήμασταν της Κομμουνιστικής Νεολαίας, ΟΚΝΕ, στο Πανεπιστήμιο,
στο οποίο είχαμε οργάνωση της ΟΚΝΕ.

Μετά οργανώθηκε το ΕΑΜ των Νέων, μετά η ΕΠΟΝ. Με την ΕΠΟΝ πήγαινα σ’ όλη τη Μακεδονία. Εντωμεταξύ πέρασα τις εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο και πήρα το πτυχίο μου το 1947. Το 1948, από την ΕΠΟΝ μεταπήδησα σε άλλες υπευθυνότητες που μου ανέθεσαν, δεν θυμάμαι το όνομα του υπεύθυνου μας. Στις 6 Μαρτίου του 1948 συνελήφθηκα στην Θεσσαλονίκη για παράνομη δουλειά.Ξεκίνησαν τα βασανιστήρια στην ασφάλεια. Δύο φορές μου κάνανε «πενικιλίνη», ήταν το κωδικό όνομα, δηλαδή, το δέσιμο των χεριών μέχρι τον αγκώνα και τα πόδια από τον αστράγαλο μέχρι το γόνατο. Πόνοι τρομεροί. Σου κλείνουν τα μάτια, σε ξαπλώνουν, σε δένουν με ένα σχοινάκι μισού πόντου. Αφάνταστος πόνος. Εγώ είχα ακούσει γι’ αυτό το πράγμα όταν ήμουν έξω και γι’ αυτό ήξερα ότι δεν μπορούν να σ’ αφήσουν 24 ώρες έτσι δεμένο – θα σταματούσε η κυκλοφορία του αίματος.

Πάντα είχαν και γιατρό που εξέταζε την καρδιά του βασανισμένου. Η ασφάλεια ήταν στη λεωφόρου Στρατού, στην αρχή της λεωφόρου. Εκεί γινότανε τα βασανιστήρια αυτά. Εγώ δεν μίλησα, δεν μαρτύρησα τίποτα. Ούτε και υπόγραψα δήλωση μετάνοιας. Ακολούθησε η φυλάκιση μου στο Επταπύργιο, το Γεντί Κουλέ. Ήμουν σε απομόνωση, μόνος σε ένα κελί, χωρίς τίποτα. Είχα μία καρφίτσα κι έφτιαχνα σταυρόλεξα στον τοίχο, ναι, δεν είχα τίποτα, ούτε πένα,ούτε χαρτί. Εκεί ήρθε ο γιατρός και με ξαναείδε. Το βασανιστήριο «πενικιλίνη» μου άφησε πολλά σημάδια για πολλά χρόνια. Όχι, στα πόδια δεν ήταν και τόσο φοβερό. Στο Επταπύργιο ήταν και η Σεβαστή Θεοφανίδου, η οποία παντρεύτηκε αργότερα με τον Πέτρο Πέτρου, νομίζω, αυτός έγραψε κι ένα βιβλίο, το οποίο δεν έχω. Αυτός ήταν και εξορία. Αυτός πέθανε, για τη Σεβαστή δεν ξέρω τι έγινε.

Στο Επταπύργιο με είχαν δικάσει εις θάνατο και εκεί ήμουν το 1948 για 3 μήνες σε απομόνωση. Από το Μάρτη μέχρι τον Ιούνιο του 1948 ήμουν στην Ασφάλεια. Δεν ήξερα ότι οι συγκρατούμενοι μου ήταν κι αυτοί στην ασφάλεια. Η δίκη έγινε τον Οκτώβρη του 1948 και το 1949 το καλοκαίρι με πήγαν στην Αίγινα. Την νύχτα με πήραν από το κελί, το οποίο σήμαινε ότι θα γίνει εκτέλεση. Αλλά επειδή ήμουν από την Κύπρο, κινήθηκαν οι γονείς μου, ο πατέρας μου ήταν γυμνασιάρχης στη Λεμεσό και είχε διασυνδέσεις.

Εντωμεταξύ ο αδερφός μου στον ΕΛΑΣ, ο Ανδρέας Δρουσιώτης είχε σκοτωθεί στη μάχη του Κούκου. Άλλο παιδί δεν είχαν οι γονείς μου εκτός από μένα. Κινητοποιήθηκε ο κόσμος, ο πατέρας μου κινητοποίησε και τους Άγγλους στο Προξενείο στην Ελλάδα λόγω της βρετανικής μου υπηκοότητας (η Κύπρος τότε ήταν αποικία των Άγγλων). Στη δίκη έρχονταν κάθε μέρα κάποιος από το Προξενείο κι έτσι δεν μ’ εκτέλεσαν. Αλλά ούτε και τους υπόλοιπος με την κοπέλα.

Ήμασταν 11 εάν δεν κάνω λάθος. Τότε έγραφαν οι αντιδραστικές εφημερίδες στη Θεσσαλονίκη «δεν εκτελέσατε τον Δρουσιώτη και θα εκτελέσετε τα τσιράκια του!». Εγώ δεν ήμουν επικεφαλής της οργάνωσης, ήμουν ο υπαρχηγός. Τον επικεφαλή δεν τον είχαν συλλάβει, αργότερα σκοτώθηκε. Και οι συγγενείς της ομάδας αυτής τρέχανε και φροντίζανε για να μην γίνει η εκτέλεση. Το «μεγάλο ψάρι» σκοτώθηκε σε σύγκρουση με την αστυνομία μετά από μήνες. Ήταν ο Βαμβακάκης. Αυτός ήταν ο αρχηγός. Αυτοί λέγανε ότι είμαστε ΟΠΛΑ, αλλά η ΟΠΛΑ ήταν στην Κατοχή. Εμείς δεν ήμασταν ΟΠΛΑ. Εμείς ήμασταν «λαϊκοί εκδικητές». Εμείς δεν είχαμε όπλα. Δεν βρήκαμε κατάλληλα όπλα. Είχα πάει σ’ ένα σπίτι, έσκαψα και βρήκα όπλα, αλλά αυτά ήταν όλα σκουριασμένα. Είχαν μείνει δύο χρόνια εκεί. Κι έτσι όταν ήρθαν 2 με 3 το πρωί να με συλλάβουν, δεν βρήκαν τίποτα. Τότε έμεινα στην Ξενοφώντος 6, προς το Ντεπό. Δυο φορές φυλακίσθηκα με τα μέτρα του Γ’ Ψηφίσματος.

Από το Επταπύργιο με στείλανε στην Αίγινα 3 μήνες, το καλοκαίρι του 1949. Για την Αίγινα έγινε μεταγωγή. Μας μάζευαν όλους, δεν στέλνανε ένα άτομο μόνο. Τρώγαμε συσσίτιο, εμείς μαγειρεύαμε. Κάποτε είχαμε και κρέας. Κάθε φυλακή είχε το δικό της «βασίλειο». Όλοι βοηθούσαμε στην προετοιμασία του φαγητού – φασόλια,κλπ. Μετά τον Ιούνιο του 1949 με πήγαν στα Γιούρα (Γυάρο) περίπου ένα χρόνο.

Στα Γιούρα έγιναν βασανιστήρια στους πρώτους που πήγαν δηλαδή ένα χρόνο πριν από μένα. Τότε τους βασάνιζαν για να τους τρομοκρατήσουν. Εμάς δεν μας πείραξαν. Όταν ήμουν στα Γιούρα δεν υπήρχαν φυλακές, εμείς τις χτίσαμε. Εκεί είχε διάφοροι όρμοι. Ο πρώτος όρμος νομίζω είχε 5-6.000 άτομα. Στον 3ο όρμο πήγαιναν τους διανοούμενους, επιστήμονες, γεωπόνους. Στον 3ο όρμο ήμασταν εκατοντάδες. Εκεί εμείς χτίσαμε τις φυλακές. Αυτές τις φυλακές η Χούντα της χρησιμοποίησε μετά, με το πραξικόπημα στην Ελλάδα. Στη Γυάρο (Γιούρα) ήμουν ένα χρόνο περίπου,μετά το 1950 διαλύθηκε. Μας έβαλαν σε βαπόρι και μας πήγαν στην Κεφαλονιά. Ναι, την Ελλάδα την ξέρω από τις φυλακές. Έκανα και στην Τίρυνθα, εκεί βοηθούσα τον γεωπόνο. Από εκεί αποφυλακίστηκα.

Στις φυλακές Αβέρωφ πήγα έπειτα από φροντίδα των δικών μου. Η θεία μου που ήταν στην Αθήνα και ο πατέρας μου που πηγαινοέρχονταν από την Κύπρο, φαίνεται ότι φρόντισαν και πήρα μεταγωγή στις φυλακές Αβέρωφ. Εκεί θα έκανα ένα χρόνο. Από την ποινή εις θάνατο, είχα γίνει ισόβια κι από τα ισόβια κατέβηκα σε 10 χρόνια μόνο. Σύνολο, έκανα εξίμισι χρόνια στις φυλακές στην Ελλάδα, από το Μάρτη του 1948 ως το Νοέμβρη του 1954.

Στην κομμουνιστική ιδεολογία μυήθηκα στο Βέλγιο και συγκεκριμένα από τον αδερφό μου. Ο πατέρας μου ήταν δεξιός, πολύ δεξιός. Μετά έβαλε νερό στο κρασί του. Ένα διάστημα όταν ήμουν στη Θεσσαλονίκη φοιτητής, ο πατέρας μου έμεινε μαζί μου. Ήμουν οργανωμένος, καθοδηγητής στην ΕΠΟΝ, το ήξερε. Κάθε μέρα συζητούσαμε πολιτικά. Στην Κύπρο δεν είχα πολιτική δράση, αλλά συνεργαζόμουνα με το ΑΚΕΛ, ναι με ξέρουν στο ΑΚΕΛ.

Το 1954 αποφυλακίστηκα και ήρθα στην Κύπρο, όχι αμέσως, ως το Δεκέμβρη έμεινα στην Αθήνα, στη θεία μου. Πήγα και στην Εύβοια όπου βοηθούσα στη μελισσοκομία, είχα γνωρίσει ένα μελισσοκόμο, ήταν ο μεγαλύτερος στην Ελλάδα. Εκεί πέρασα τον Δεκέμβρη. Ξαναήρθε ο πατέρας μου στην Αθήνα (είχε έρθει τότε με τη δίκη το 1948) το 1954 και μαζί ήρθαμε στην Κύπρο.

Στην αρχή, στην Κύπρο έκανα εκδρομές για να γνωρίσω και την Κύπρο διότι έλλειπα πολλά χρόνια από την Κύπρο. Κατόπιν διορίστηκα στο Φασούρι γεωπόνος στα εσπεριδοειδή. Ναι, την Ελλάδα την γνώρισα από τις εξορίες και φυλακές. Ελεύθερος έμεινα μόνο 6 μήνες, είχα ένα ποδήλατο και γυρνούσα στην Εύβοια, στην Αττική.

Ναι, για τον αδερφό μου. Δεν περνά μέρα χωρίς να τον σκεφτώ. Όπως και τη μητέρα μου. Περισσότερο την μητέρα μου. Ήμουν 5 χρονών όταν πέθανε. Δεν την θυμάμαι καλά, βλέπω απομονωμένες εικόνες. Αλλά τον αδερφό μου…. Ο αδερφός μου βγήκε από την Αθήνα αντάρτης στον ΕΛΑΣ και σκοτώθηκε στις 19 Οκτώβρη του 1944. Το ψευδώνυμο του ήταν Ανδρέας Καρυοφύλλης. Ο τάφος του είναι κοντά στη Ντόχοβα. Πήγα στον τάφο του. Τον έθαψαν οι αντάρτες. Οι Γερμανοί φεύγανε, εγώ τότε πολύ δύσκολο να μπούμε στην πόλη. Είχε μεγάλη τρομοκρατία. Πηγαίναμε γύρω-γύρω και με συνδέσμους. (Έμεινα και μέσα στην Κατερίνη. Θυμάμαι μία μέρα βλέπω έναν Γερμανό και ήρθε κοντά μου και μου κάνει χειραψία, ήθελε να με αποχαιρετήσει. Και στην Κοζάνη θυμάμαι, ένας πληθωρικός νέος Γερμανός, όταν με είδε έπεσε πάνω μου κι άρχισαν τα φιλιά. Εγώ δεν τον ήξερα. Αυτό έγινε μετά την Απελευθέρωση.Αυτός ήταν γνωστός του αδερφού μου του έμοιαζα πάρα πολύ. Λοιπόν, αυτός νόμισε ότι είμαι ο αδερφός μου με τον οποίο ήταν μαζί πάνω στο βουνό.Είχαμε στην Ελλάδα και αρκετούς Γερμανούς κομμουνιστές. Δεν ήξερε ότι ο αδερφός μου είχε σκοτωθεί. Ήταν πολύ μαχητικός.).

Ναι, ο Ανδρέας σπούδασε μηχανικός ηλεκτρολόγος στο Βέλγιο. Όταν πήγα κι εγώ κοντά του για σπουδές, το 1938 μου είπε ότι στην Ισπανία είχαν εμφύλιο πόλεμο. Μόλις θα τελείωνε τις σπουδές του, έκανε αίτηση, δεν ξέρω που, για να πάει στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο με το σώμα εθελοντών από όλη την Ευρώπη. Του απάντησαν ότι δεν θέλουν άλλους εθελοντές και ο πόλεμος ήταν προς το τέλος του – οι δημοκράτες χάνανε και επικράτησε ο δικτάτορας Φράνκο. Επέστρεψαν οι διεθνές ταξιαρχίες. Τότε πτυχιούχος πια, ο αδερφός μου πήγε στην Αγγλία το 1938- 39, όπου εργάστηκε ένα χρόνο. Ήρθε στην Κύπρο, εργάσθηκε ένα χρόνο και το 1940 πήγε στην Ελλάδα. Εκεί εργάσθηκε σ’ ένα μεγάλο εργοστάσιο στον Υμηττό του Μποδοσάκη Αθανασιάδη. (Αυτός ίδρυσε την εταιρία ΚΕΟ στην Κύπρο). Οι Ιταλοί εισέβαλαν στην Ελλάδα το 1940. Οπότε ο αδερφός που πήγε αμέσως εθελοντής για να πολεμήσει ενάντια τους. Τον είχαν στείλει στη σχολή και έγινε αξιωματικός, ανθυπασπιστής του μηχανικού. Έτσι πήγε με την διμοιρία του, με την ομάδα του στη Μακεδονία λίγο πριν να εισβάλουν οι Γερμανοί στις 6 Απριλίου του 1941. Ο ελληνικός στρατός υποχώρησε και έτσι ο Ανδρέας γύρισε στην Αθήνα. Δεν μπόρεσε να πάει στο Αλβανικό Μέτωπο και ήταν στενοχωρημένος. Αυτός όμως είχε ανεβεί στο τραίνο για να πάει μόνος του και ήταν σαν να πήγαινε σε γλέντι.

Και όταν τον γύρισαν πίσω για να πάει στη Σχολή στενοχωρήθηκε πάρα πολύ, απογοητεύτηκε. Ήταν τρομερά θυμωμένος, αγανακτισμένος διότι δεν μπόρεσε να πάει στο μέτωπο. Ο αδερφός μου έμεινε στην Αθήνα ενώ εγώ πήγα στη Θεσσαλονίκη το 1941.

Ο αδερφός μου συνελήφθηκε με την κατηγορία ότι υποκίνησε κάποιον Γερμανό, για λιποταξία. Ο Ανδρέας πέρασε στρατοδικείο, αθωώθηκε και όταν πήγε στην Θεσσαλονίκη, όπως κάποιοι μου είπανε, είχε ήδη βγει διαταγή να τον συλλάβουν ξανά. Έτσι το ΕΑΜ τον έστειλε στο βουνό. Σε μία φάση όταν εγώ ήμουν στο Λιτόχωρο στον καιρό της Κατοχής και γυρνούσα τα μέρη αυτά ως υπεύθυνος της ΕΠΟΝ,μπαίνω σ’ ένα δωμάτιο ενός φίλου μου, ο οποίος ήταν αντάρτης και είχε έρθει στο σπίτι του για μια, δυο μέρες.Μαζί του είχε κάποιον αντάρτη από τη Θεσσαλία, ήταν με πολιτικά ρούχα. Μόλις με είδε έπεσε πάνω μου διότι νόμισε ότι είμαι ο αδερφός μου, τόσο τον έμοιαζα.

Οπότε μου είπε ότι είναι κάποιος στην Κάρυα που σου μοιάζει. Του λέω πρέπει να είναι ο αδερφός μου. Ο αδερφός μου ήταν στο Γενικό Αρχηγείο του ΕΛΑΣ ως διερμηνέας διότι μιλούσε αγγλικά. Κατόπιν μερικούς μήνες πήρα ένα γράμμα από τον αδερφό μου, στο οποίο με ρωτούσε εάν στ’ αλήθεια είμαι εγώ, ο αδερφός του σ’ αυτά τα μέρη και ότι καταριέται την ώρα που έμαθε να μιλά αγγλικά διότι δεν ήθελε να είναι διερμηνέας. Ζήτησε να τον στείλουν σε μάχιμο τμήμα. Φαίνεται ότι βρήκε τον Λεωνίδα Στρίγγο, Λεμεσιανός, και ζήτησε από τον Στρίγγο να φροντίσει να τον στείλουν σε μάχιμο τμήμα. Όταν εγώ ήμουν στην Κατερίνη, πάντα για δουλειές της ΕΠΟΝ, ο αδερφός μου ήταν στο Λιτόχωρο και μου έστειλε ένα σημείωμα να πάω να τον βρω. Η Αθήνα είχε απελευθερωθεί, αλλά εμείς στη Μακεδονία ακόμα πολεμούσαμε τους Γερμανούς. Δεν πήγα, ενώ αυτός ανυπομονούσε να με δει. Δεν πήγα διότι σκέφτηκα ότι σύντομα ο πόλεμος θα τελειώσει και τότε θα συναντηθώ με τον αδερφό μου. Και έγινε η μάχη του Κούκου. Έλαβε μέρος με το τμήμα τους στο χ. Κούκου κι εκεί σκοτώθηκε, στις 19 Οκτώβρη 1944, την αυγή και είναι θαμμένος στην Ντόχοβα (Παλιονέρι;). Πήγα στον τάφο του έξω από το χωριό. Εκεί ήταν θαμμένοι περίπου 10 αντάρτες από τη μάχη του Κούκου. Από τότε δεν πήγα διότι δεν μπορούσα να επιστρέψω στην Ελλάδα μετά την αποφυλάκιση μου το 1954 διότι ήμουν «ανεπιθύμητος» στη χώρα αυτή. Όταν πηγαίναμε στην Ευρώπη και περνούσαμε από την Ελλάδα, η γυναίκα μου έμπαινε στην Αθήνα, ενώ εγώ περίμενα στο πλοίο, είτε στην αίθουσα αναμονής. Αυτά μέχρι την μεταπολίτευση, μετά που έπεσε η Χούντα, το 1974. Πολύ ανόητο αυτό. Διότι μετά από την αποφυλάκιση μου, γυρνούσα ελεύθερος στην Αθήνα για έξι μήνες!!!

Από το βιβλίο «Έπεσαν για τη ζωή», τόμος 4 Γ’, έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 152-153
ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ ΑΝΔΡΕΑΣ (ΚΑΡΥΟΦΥΛΛΗΣ)

Μηχανικός ηλεκτρολόγος. Γεννήθηκε στην Κύπρο το 1916. Σπούδασε στο Βέλγιο και Αγγλία. Μέλος του ΚΚ Κύπρου. Στέλεχος του ΚΚΕ. Εθελοντής στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο της Αλβανίας. Μέλος του ΕΑΜ Αθήνας. Διοικητής λόχου του 5ου Συντάγματος της Ι Θεσσαλονίκης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ και μετά καπετάνιος λόχου σαμποτέρ του 50ου Συντάγματος της Χ Μεραρχίας. Σκοτώθηκε στις 18 (19 σύμφωνα με τον αδερφό του) Οκτώβρη 1944 στη μάχη για την κατάληψη του γερμανικού οχυρού κοντά στο σταθμό Αλική Πιερίας.

Πηγή: Καλημέρα: Περιοδική έκδοση της ΕΚ Πράγας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου