Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2014

Andrei Platonov-Ευτυχισμένη Μόσχα, αρχή δευτέρου κεφαλαίου

Στο κέντρο της πρωτεύουσας, στον έβδομο όροφο*, ζούσε ένας τριαντάχρονος άνδρας, ο Βίκτορ Βασίλιεβιτς Μπόζκο. Ζούσε σ' ένα μικρό δωμάτιο με ένα και μόνο παράθυρο. Ο θόρυβος του νέου κόσμου έφτανε στον ψηλό του τόπο κατοικίας σαν συμφωνική σύνθεση -- το ψεύδος των ταπεινού χαρακτήρα και εσφαλμένων ήχων εξαλειφόταν πριν μπορέσει να υψωθεί ψηλότερα απ' τον τέταρτο όροφο. Τα έπιπλα στο δωμάτιο ήταν φτωχά και λιτά -- όχι εξαιτίας της φτώχειας, αλλά εξαιτίας του ονειροπόλου χαρακτήρα του. Υπήρχε ένα σιδερένιο κρεβάτι, σαν αυτά σε θαλάμους για επιδημίες, με μια βρώμικη κουβέρτα που την διαπότιζε εντελώς η ανθρωπιά. Ένα γυμνό τραπέζι, κατάλληλο για μεγάλη συγκέντρωση· μια μαζικά παραγόμενη καρέκλα που είχε περιμαζευτεί από ποιος ξέρει πού· αυτοσχέδια ράφια στον τοίχο, με τα καλύτερα βιβλία του σοσιαλισμού και του δέκατου ένατου αιώνα, και τρία πορτραίτα πάνω απ' το τραπέζι: ο Λένιν, ο Στάλιν και ο Δρ. Ζαμένχοφ, ο επινοητής της διεθνούς γλώσσας Εσπεράντο. Κάτω απ' αυτά τα πορτραίτα, σε τέσσερις σειρές, κρεμόντουσαν μικρές φωτογραφίες άγνωστων ανθρώπων· δεν υπήρχαν μόνο λευκά πρόσωπα, αλλά και νέγροι, Κινέζοι, και κάτοικοι κάθε χώρας.


Ως αργά το βράδι, το δωμάτιο ήταν άδειο· οι κουρασμένοι, θλιμμένοι ήχοι έσβηναν σιγά-σιγά σ' αυτό, η αδρανής ύλη άφηνε μικρά τριξίματα και ρωγμές να φανούν· ένα τραπεζοειδές από φως του ήλιου που το σχημάτιζε το παράθυρο σερνόταν σιγά-σιγά στο πάτωμα και έσβηνε στη νυχτιά καθώς έφτανε στον τοίχο. Όλα τελειώνουν, μόνο τα αντικείμενα αφήνονται στην πεθυμιά μέσα στο σκοτάδι.

Έπειτα έφτανε ο άνθρωπος που ζούσε εκεί και άναβε το τεχνολογικό φως του ηλεκτρισμού. Ως συνήθως, ήταν ευτυχής και ήρεμος, γιατί η ζωή του δεν περνούσε μάταια. Το σώμα του ήταν κουρασμένο από τη μέρα, τα μάτια του είχαν χάσει το χρώμα τους, αλλά η καρδιά του χτυπούσε ρυθμικά και οι σκέψεις του ήταν όσο καθαρές και λαμπερές ήταν το πρωί. Ο Μπόζκο, γεωμέτρης και πολεοδόμος, είχε τη μέρα εκείνη ολοκληρώσει ένα προσεκτικό σχέδιο για μια νέα οδό κατοικιών, διανέμοντας χώρο για πράσινο, για παιδότοπους και για συνοικιακό στάδιο. Αναμένοντας ένα μέλλον κοντινό, ένιωθε τον παλμό της ευτυχίας καθώς εργαζόταν, αν και κοίταζε τον εαυτό του με αδιαφορία, αφού ήταν ένας άνθρωπος που είχε γεννηθεί στον καπιταλισμό.

Ο Μπόζκο πήρε ένα φάκελο με τις προσωπικές επιστολές που έπαιρνε κάθε μέρα σχεδόν στο γραφείο του, και, αφού κάθισε στο άδειο τραπέζι, άρχισε να συγκεντρώνει τη σκέψη του σ' αυτές. Έπαιρνε επιστολές από τη Μελβούρνη, το Κέιπ Τάουν, το Χονγκ-Κονγκ και τη Σαγκάη, από μικρά νησιά κρυμμένα στην υδάτινη έρημο του Ειρηνικού, από την Αίγυπτο, από τη Μεγαρίδα, ένα χωριό στους πρόποδες του Ολύμπου στην Ελλάδα, κι από αμέτρητα άλλα μέρη στην Ευρώπη. Κλητήρες και εργάτες, μακρινοί άνθρωποι που έλιωσαν στο χώμα απ' την ατελείωτη εκμετάλλευση, είχαν μάθει Εσπεράντο κι έτσι νίκησαν τη σιωπή ανάμεσα στους λαούς. Εξουθενωμένοι απ' την εργασία, υπερβολικά φτωχοί για να ταξιδέψουν, επικοινωνούσαν ο ένας με τον άλλο μέσα από τη σκέψη.

Ανάμεσα στις επιστολές ήταν πολλές εντολές πληρωμής: ένας μαύρος από το Κογκό είχε στείλει ένα φράγκο, ένας Σύριος της Ιερουσαλήμ είχε στείλει τέσσερα αμερικάνικα δολάρια, ένας Πολωνός που τον έλεγαν Στουτζίνσκι έστελνε δέκα ζλότι κάθε τρεις μήνες. Έχτιζαν μια μητέρα πατρίδα των εργατών εκ των προτέρων, έτσι ώστε να έχουν κάπου καταφύγιο στα γεράματα, κι έτσι ώστε τα παιδιά τους να δραπετεύσουν και να βρουν καταφύγιο σε μια κρύα χώρα, που θερμαίνεται απ' τη φιλία και την εργασία.

Ο Μπόζκο επένδυε με τακτικότητα τα χρήματα αυτά σε κρατικά ομόλογα, στέλνοντας τα πιστοποιητικά με συστημένες επιστολές στους αφανείς ιδιοκτήτες τους.

Αφού μελετούσε την αλληλογραφία του, ο Μπόζκο απαντούσε κάθε επιστολή, νιώθοντας περήφανος και προνομιούχος που εκπροσωπούσε την ΕΣΣΔ. Αλλά δεν υπήρχε περηφάνεια σε όσα έγραφε, μονάχα ταπεινοφροσύνη και συμπόνοια:
Αγαπητέ, μακρινέ μου φίλε, πήρα το γράμμα σου, όλα εδώ πηγαίνουν όλο και καλύτερα, η κοινή περιουσία του εργαζόμενου λαού μεγαλώνει μέρα με τη μέρα, και το προλεταριάτο του κόσμου συσσωρεύει μια τεράστια κληρονομιά με τη μορφή του σοσιαλισμού. Κάθε μέρα φυτρώνουν νέοι κήποι, νέα σπίτια αποκτούν κατοίκους, και νέες μηχανές δουλεύουν με ταχύτητα. Επίσης, εμφανίζονται διαφορετικοί, θεσπέσιοι άνθρωποι -- μονάχα εγώ παραμένω όπως ήμουν, γιατί γεννήθηκα πριν πολλά χρόνια και δεν μπόρεσα να χάσω τη συνήθεια να είμαι ο εαυτός μου. Σε πέντε ή έξι χρόνια θα έχουμε μια τεράστια ποσότητα σιτηρών και κάθε είδους εκλεπτυσμένες ανέσεις, και οι εργάτες από τα άλλα πέντε έκτα της γης, ένα ολόκληρο δισεκατομμύριο, θα μπορούν να έρθουν και να ζήσουν μαζί μας, μαζί με τις οικογένειές τους -- κι όσο για τον καπιταλισμό, ας μείνει άδειος, εκτός κι αν ξεσπάσει εκεί επανάσταση. Να χεις τον νου στον Μεγάλο Ωκεανό, ζεις στις ακτές του. Μερικές φορές έρχονται Σοβιετικά πλοία εκεί -- εμείς είμαστε. Χαιρετίσματα.

* Πολλοί κριτικοί λογοτεχνίας έχουν χρησιμοποιήσει τη φράση ως δείγμα του αλλόκοτου χαρακτήρα της γνωσιακής χαρτογράφησης στον Πλατόνοφ, καθώς ο συγγραφέας δεν προσθέτει το "ρεαλιστικά φυσιολογικό" "στο κτήριο της οδού τάδε", αλλά γράφει ωσάν το ίδιο το κέντρο της πρωτεύουσας να είναι ένα και μόνο κτήριο.

5 σχόλια:

  1. Δεν μεταφράζεις κάποιο ολόκληρο να εκδοθεί κανονικά?

    ημιάγριος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Δεν ξέρω αν τελικά πήρες στα χέρια σου την ελληνική έκδοση του Αντισέξους για να διαβάσεις τον πρόλογο του Τριανταφυλλίδη.
    Με πολύ ενδιαφέρον πάντως θα διάβαζα ένα πορισματικό κείμενό σου για την έρευνα που κάνεις πάνω στον Πλατόνοφ, τον οποίο ο Τ. στον πρόλογο παρουσιάζει: 1) ως εχθρό του υλισμού και οπαδό του Μαχιστή, αν δεν κάνω λάθος, Μπογκντάνοφ από την πρώτη νεότητά του, 2) συνολικά και διαρκώς κριτικό προς τη σοσιαλιστική εξουσία, 3) με πολλά έργα του να εκδίδονται πολύ μετά το θάνατό του στην ΕΣΣΔ, 4) με τον Γκόρκι να αποδοκιμάζει τη λογοτεχνία του, 5) κριτικό προς την κολλεκτιβοποίηση και την οικοδόμηση κλπ κλπ.
    Ο Μπρόντσκι πάντως του οποίου επίμετρο παραθέτει στην έκδοση δεν υποπίπτει σε καμία από της τερατολογίες του Έλληνα μεταφραστή. Με το δε επίμετρο αυτό ο ίδιος ο Τ. είναι σα να πριονίζει το κλαδί που κάθεται, αφού στον πρόλογό του λέει πχ ως προς στο έργο του "Επ' ωφελεία" "την ειρωνική του περιγραφή της κολλεκτιβοποίησης, ακουλουθεί η έντονη αντίδραση του Στάλιν, ο οποίος δίνει εντολή καθολικής απαγόρευσης της δημοσίευσης του έργου του" χωρίς την παραμικρή παραπομπή, με τον Μπρόντσκι (του οποίου το έργο απλώνεται ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ την περίοδο της πλήρους αποσταλινοποίησης και άρα χωρίς πολλά ταμπού για το θέμα) να του τραβάει το χαλί γράφοντας "Αυτό δε σημαίνει ότι ο Πλατόνοφ ήταν εχθρός της συγκεκριμένης ουτοπίας, του καθεστώτος της κολλεκτιβοποίησης κλπ. Το μόνο που μπορούμε να πούμε σοβαρά για τον Πλατόνοφ στα πλαίσια του κοινωνικού περίγυρου, είναι ότι έγραψε στη γλώσσα της συγκεκριμένης ουτοπίας, στη γλώσσα της εποχής του..."
    Τελικά μας αραδιάζουν τόσο μεγάλες πιπες μέσα στη μούρη;;

    Ernest Everhard.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ναι, βέβαια το έχω, τρελό γέλιο.

      Αν βρω χρόνο, θα σου δώσω στοιχεία για τις δημοσιευσεις του Πλατόνοφ την εποχή της "καθολικής απαγόρευσης" (ο Τρ. δεν δίνει στοιχεία επειδή δεν υπάρχει πουθενά τέτοιο έγγραφο). Η ακόμα μεγαλύτερη πλάκα είναι ότι κάποιος δυστυχής έστειλε κάτι από το biblionet που βασίζεται σ' αυτά για να με προκαλέσει.

      Μας αραδιάζουν ό,τι μπορείς να φανταστείς στη μούρη, αυτό το διαπίστωσα προσωπικά. Ανέφερα ήδη τη μελέτη του Thomas Seifried, από τα ελάχιστα διαθέσιμα αγγλόφωνα με κάποια σοβαρότητα για Πλατόνοφ.

      Διαγραφή
    2. Σημ. Ο Γκόρκι του άσκησε κριτική για την υφολογική αμφισημία που είδε στο Chevengur (το "λυρικο-σατιρικό ύφος" του, με τα λόγια του), αλλά ήταν από τους βασικούς ανθρώπους που προώθησαν τη δουλειά του.

      Οποιοσδήποτε θέλει να κατανοήσει τον Πλατόνοφ και να μην χάσει το χρόνο του με ανοησίες, καλό είναι να διαβάσει το The Boundaries of Genre του Gary Saul Morson, γνωστού μελετητή του Μπαχτίν, το οποίο αφορά τον Ντοστογέφσκι, αλλά θα τον βοηθήσει απείρως περισσότερο στην κατανόηση του Πλατόνοφ απ' τις προσπάθειες να τον "πουλήσουν" ως "αντιφρονούντα."

      Διαγραφή
  3. Να 'σαι καλά Αντώνη, καλό καλοκαίρι!

    Ernest Everhard.

    ΑπάντησηΔιαγραφή