Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2014

Andrei Platonov-Ανθολόγιο

Γνωρίζω πως είμαι ένας απ' τους πιο ασήμαντους των ανθρώπων. Αναμφίβολα το πρόσεξες, αλλά γνωρίζω και κάτι ακόμα: όσο πιο ασήμαντο είναι ένα πλάσμα, τόσο πιο ευτυχισμένο είναι που ζει, γιατί δικαιούται τη ζωή τόσο πιο λίγο. Για σένα, το να είσαι άνθρωπος είναι απλώς μια συνήθεια. Για μένα, είναι χαρά και γιορτή.
Αντρέι Πλατόνοφ
Chevengur (1928)



Κεφάλαιο 1 (αποσπάσματα)

Οι παλιές επαρχιακές πόλεις έχουν παρυφές υπό κατάρρευση και οι άνθρωποι πηγαίνουν να ζήσουν εκεί απευθείας απ' τη φύση. Εμφανίζεται ένας άνθρωπος, με ένα ανυπόμονο πρόσωπο που έχει φθαρεί ως στο σημείο της θλίψης, ένας άνθρωπος που μπορεί να διορθώσει ή να εξοπλίσει οτιδήποτε, αλλά ο οποίος έζησε τη ζωή του χωρίς εξοπλισμό ο ίδιος. Δεν υπήρχε ούτε ένα αντικείμενο, από τηγάνι σε ξυπνητήρι, που να μην είχε κάποια στιγμή περάσει από τα χέρια του ανθρώπου αυτού. Ούτε και αρνήθηκε να περάσει σόλες σε παλιά παπούτσια, να προετοιμάσει σκάγια για κυνήγι λύκων, ή να φτιάξει πλαστά μετάλλια που πωλούνταν σε παλιομοδίτικα χωριάτικα πανηγύρια. Αλλά ποτέ του δεν είχε φτιάξει τίποτε για τον εαυτό του -- ούτε οικογένεια, ούτε σπίτι. Το καλοκαίρι ζούσε απλώς έξω, με τα εργαλεία του σ' ένα σάκο, χρησιμοποιώντας τον ως μαξιλάρι -- όχι τόσο επειδή ήταν μαλακός όσο για να φυλάξει τα εργαλεία του. Απέφευγε τον ήλιο το πρωί βάζοντας ένα μεγάλο φύλο πάνω στα μάτια του όταν ξάπλωνε το βραδάκι. Το χειμώνα ζούσε από ό,τι του έμενε από τα κέρδη του καλοκαιριού.

[...]

Δεν είχε κανένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους ανθρώπους ή τη φύση. Μόνο για τα αντικείμενα που φτιαχνε ανθρώπινο χέρι, κάθε είδους. Και έτσι φερόταν στους ανθρώπους και στα χωράφια με αδιάφορη τρυφερότητα, χωρίς να παρεμβαίνει στα συμφέροντά τους. Το χειμώνα, τα βράδια, έφτιαχνε ορισμένες φορές πράγματα για τα οποία δεν υπήρχε καμμία ανάγκη: έφτιαχνε πύργους από κομμάτια καλωδίου, καράβια από λαμαρίνα, αεροπλάνα από χαρτί και κόλλα, και ούτω κάθε εξής, όλα για δική του ευχαρίστηση. Συχνά καθυστερούσε ακόμα και κάποια παραγγελία που τύχαινε εξαιτίας της συνήθειάς του. Μπορεί, ας πούμε, να του ζητούσε κάποιος να αλλάξει τους δακτύλιους σε ένα βαρέλι, αλλά αυτός θα απασχολούνταν φτιάχνοντας ένα ξύλινο ρολόι, πιστεύοντας ότι θα πρεπε να δουλεύει χωρίς ελατήρια, εξαιτίας της περιστροφής της γης.

Ο διάκος δεν ενέκρινε τούτες τις απλήρωτες δραστηριότητες: "Θα ζητιανεύεις στα γεράματα, Ζαχάρ Πάβλοβιτς! Το βαρέλι τούτο στέκεται εδώ για μέρες κι εσύ συνεχίζεις να κρατάς κομμάτια ξύλο στο χώμα. Ένας Θεός ξέρει τι νομίζεις ότι κάνεις!"

Ο Ζαχάρ Πάβλοβιτς δεν είπε τίποτε: για αυτόν ο ήχος της ανθρώπινης λέξης ήταν σαν τους ήχους του δάσους για αυτούς που ζουν εκεί --κάτι που δεν ακούς. Ο διάκος συνέχισε ήρεμα, καπνίζοντας· εξαιτίας της συχνής παρακολούθησης λειτουργιών είχε χάσει την πίστη του στο Θεό, αλλά ήταν σίγουρος ότι ο Ζαχάρ Πάβλοβιτς δεν θα κατέληγε πουθενά: ο κόσμος ζούσε στον πλανήτη ήδη πολύ καιρό, και τα είχε ήδη εφεύρει όλα. Ο Ζαχάρ Πάβλοβιτς όμως σκεφτόταν διαφορετικά: υπάρχουν ακόμα πολλά πράγματα να εφεύρεις, εφόσον υπάρχει ακόμα ύλη στη φύση ανέγγιχτη από ανθρώπινα χέρια.

[...]

Ο Ζαχάρ Πάβλοβιτς δούλευε συνέχεια, για να ξεχνάει την πείνα του, και δίδαξε στον εαυτό του πώς να φτιάχνει από ξύλο οτιδήποτε έφτιαχνε παλιότερα από μέταλο. Όσο για τον μοναχικό άνδρα, δεν είχε κάνει τίποτε σ' όλη του τη ζωή, και τώρα ακόμα λιγότερα. Μέχρι τα πενήντα του απλώς κοίταζε γύρω, κι αναρωτιόταν τι ήταν τι, και περίμενε για κάτι να αναδυθεί από τη γενική αντάρα, έτσι ώστε να μπορεί να αρχίσει να δρα όταν ο κόσμος ξεκαθάριζε και ηρεμούσε. Δεν τον συντάρασσε καθόλου η ζωή και δεν είχε κάνει ποτέ του βήμα είτε προς τον γάμο με μια γυναίκα είτε προς μια κάποια γενικώς χρήσιμη δραστηριότητα. Εξεπλάγη που γεννήθηκε και έμεινε έκπληκτος, με ανοιχτά γαλάζια μάτια στο νεανικό του πρόσωπο, ώσπου γέρασε. Ενώ ο Ζαχάρ Πάβλοβιτς έφτιαχνε ένα ξύλινο τηγάνι, ο μοναχικός άνδρας είπε έκπληκτος ότι δεν θα μπορούσαν ποτέ να τηγανίσουν τίποτε σ' αυτό. Αλλά ο Ζαχάρ Πάβλοβιτς έριξε νερό στο ξύλινο τηγάνι, και έκανε το νερό να βράσει πάνω σε μια χαμηλή φλόγα, χωρίς να πιάσει το τηγάνι φωτιά. Ο μοναχικός άνδρας δεν πίστευε στα μάτια του: "Τι περίεργο! Αλλά πώς, φίλε μου, φτάνει ένας άνθρωπος να τα γνωρίζει όλα;"

Τούτα τα οικουμενικά μυστήρια έκαναν τον μοναχικό άνδρα να αποθαρρύνεται. Κανείς δεν του είχε ποτέ εξηγήσει την απλότητα των συμβάντων -- ή αλλιώς ο μοναχικός άνδρας ήταν πολύ μπερδεμένος. Και πράγματι, όταν ο Ζαχάρ Πάβλοβιτς δοκίμασε να του εξηγήσει τι κάνει τον αέρα να φυσά αντί να στέκεται, ο μοναχικός άνδρας εξέφρασε ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη και δεν μπορούσε να καταλάβει τίποτε, αν και ένιωθε τις πηγές του ανέμου με ακρίβεια.

"Δεν το πιστεύω! Για ξαναπέστο! Από τις ακτίνες του ήλιου, ε; Τι ιστορία!"

Ο Ζαχάρ Πάβλοβιτς εξήγησε ότι οι ακτίνες του ήλιου δεν ήταν μια ιστορία, ήταν απλώς θερμότητα.

"Θερμότητα;" επανέλαβε ο μοναχικός άνδρας έκπληκτος. "Πω πω πω, τη μάγισσα!"

Η έκπληξη του μοναχικού άνδρα μετατοπιζόταν απλώς από το ένα αντικείμενο στο άλλο, χωρίς να αλλάζει οτιδήποτε στον νου του. Αυτό που τον κράταγε δεν ήταν το μυαλό του, αλλά μια αίσθηση ειλικρινούς σεβασμού.

Ως στο τέλος του καλοκαιριού ο Ζαχάρ Πάβλοβιτς είχε φτιάξει από ξύλο κάθε ανθρώπινο τεχνούργημα που μπορούσε να βρει. Το χώμα γύρω του είχε γεμίσει με τα προϊόντα των τεχνικών του δεξιοτήτων, μια ολόκληρη συλλογή αγροτικών εργαλείων, μηχανών, οργάνων, μηχανημάτων και συσκευών καθημερινής χρήσης, όλα φτιαγμένα μόνο από ξύλο. Περιέργως, δεν υπήρχε ούτε ένα αντικείμενο που να επαναλάμβανε τη φύση: ένα άλογο, για παράδειγμα, ή μια κολοκύθα.

Μια μέρα τον Αύγουστο ο μοναχικός άνδρας πήγε στον ίσκιο, ξάπλωσε χάμω, πάνω στο στομάχι του, και είπε: "Ζαχάρ Πάβλοβιτς, πεθαίνω, χθες έφαγα μια σαύρα. Σου φερα δυο μικρά μανιτάρια, αλλά εγώ μαγείρεψα τη σαύρα. Κούνα κανα φύλλο στο πρόσωπό μου· μ' αρέσει ο άνεμος."

Ο Ζαχάρ Πάβλοβιτς κούνησε ένα φύλλο στο πρόσωπό του, έφερε λίγο κρύο νερό και το έδωσε στον άνθρωπο που πέθαινε. "Δεν θα πεθάνεις στα αλήθεια. Απλώς νομίζεις ότι θα πεθάνεις."

"Θα πεθάνω, Ζαχάρ Πάβλοβιτς, αλήθεια, αλήθεια θα πεθάνω", είπε ο μοναχικός άνδρας, που είχε φοβηθεί υπερβολικά πολύ για να λέει ψέματα. "Τα σωθικά μου δεν κρατάνε τίποτε, έχω ένα μεγάλο σκουλήκι μέσα μου, μου χει πιεί όλο το αίμα." Ο μοναχικός άνδρας γύρισε με την πλάτη προς τα κάτω. "Τι νομίζεις; Θα πρεπε να φοβάμαι ή όχι;"

"Μη φοβάσαι," είπε θετικά ο Ζαχάρ Πάβλοβιτς. "Και γω θα πέθαινα, στα γρήγορα, αλλά ξέρεις, όταν έχεις δουλειά να φτιάξεις πράγματα..."

Ο μοναχικός άνδρας χάρηκε με αυτή την εκδήλωση συμπάθειας και πέθανε το σούρουπο χωρίς φόβο. Την ώρα του θανάτου του ο Ζαχάρ Πάβλοβιτς είχε πάει να κάνει μπάνιο στο ρυάκι και όταν επέστρεψε βρήκε τον μοναχικό άνδρα νεκρό, πνιγμένο στο δικό του πράσινο εμετό. Ο εμετός ήταν στέρεος και ξερός, είχε γίνει σαν αλοιφή γύρω από το στόμα του μοναχικού άνδρα, και μικρά σκουλήκια κουνιόντουσαν μέσα του.

Το βράδι ο Ζαχάρ Πάβλοβιτς ξύπνησε και άκουσε βροχή· ήταν η δεύτερη απ' τον Απρίλη. "Αυτό θα εξέπλητε τον μοναχικό άνδρα", σκέφτηκε. Αλλά ο μοναχικός άνδρας βρεχόταν μόνος του από τη μπόρα που έπεφτε σταθερά απ' τον ουρανό, και φούσκωνε ήσυχα-ήσυχα.


Κεφάλαιο 20

Το Chevengur είχε αποκτήσει τη συνήθεια να ξυπνά αργά· οι κάτοικοί του συνέρχονταν από αιώνες καταπίεσης και χρειαζόντουσαν όση ξεκούραση γινόταν. Αυτό που η Επανάσταση κατέκτησε για την κωμόπολη του Chevengur ήταν τα όνειρα, και το κύριο επάγγελμα εκεί ήταν τώρα η ψυχή.

Ο Λούι, αγγελιοφόρος του Chevengur, περπατούσε με καλό ρυθμό προς την επαρχιακή πρωτεύουσα. Επάνω του είχε μια επιστολή στον Σάσα Ντάνοφ [...] Το περπάτημα, και η μεθυστική φρεσκάδα του αέρα, είχε λευτερώσει τον Λούι από όλες τις αμφιβολίες της σκέψης και της επιθυμίας. Ο δρόμος τον συνέπαιρνε και τον λευτέρωνε από κάθε ακρότητα μιας βλαπτικής ζωής. Πριν χρόνια, στα νιάτα του, είχε κατορθώσει ολομόναχος να κατανοήσει πώς πετάει η πέτρα: εξαιτίας της χαράς της κίνησης, που την κάνει ελαφρύτερη του αέρα. Χωρίς καμία γνώση για τα γράμματα και τα βιβλία, ο Λούι είχε αποκτήσει την πεποίθηση ότι ο κομμουνισμός πρέπει να είναι η διαρκής κίνηση των ανθρώπων σε απόμακρα μέρη της γης. Προσπάθησε πολλές φορές να πείσει τον Τσεπούρνι να διακηρύξει ότι ο κομμουνισμός σήμαινε ταξίδι, και να λευτερώσει το Chevengur από την αιώνια ακινησία του.

"Με τι μοιάζει ο άνθρωπος -- με άλογο ή δέντρο; Πείτε μου με κάθε ειλικρίνεια!" ρωτούσε την Επαναστατική Επιτροπή, πεθυμώντας να δραπετεύσει από την βραχύτητα και την στενότητα των δρόμων.

"Μοιάζει με κάτι ανώτερο!" είπε ο Προκόφι. "Μοιάζει με ανοιχτό ωκεανό, αγαπητέ σύντροφε. Μοιάζει με την αρμονία των μεγάλων πλάνων!"

Ο Λούι δεν είχε δει ποτέ κανένα άλλο νερό από αυτό των ποταμών και των λιμνών, και η μόνη αρμονία που γνώριζε ήταν του ακορντεόν.

"Θα έλεγα ότι ο άνθρωπος είναι περισσότερο σαν άλογο," δήλωσε ο Τσεπούρνι, ενθυμούμενος τα άλογα που γνώριζε.

"Ξέρω τι εννοείς", είπε ο Προκόφι, αναπτύσσοντας τα αισθήματα του Τσεπούρνι. "Το άλογο έχει στήθος με καρδιά, και ευγενές πρόσωπο με μάτια, ενώ το δέντρο όχι."

"Ακριβώς Πρόσα!" είπε χαρούμενα ο Τσεπούρνι.

"Μα, για αυτό το είπα!"

"Εντελώς σωστό!" συμπέρανε εγκρίνοντας ο Τσεπούρνι.

Ο Λούι ικανοποιήθηκε με αυτό, και πρότεινε στην Επαναστατική Επιτροπή να μετακινήσουν άμεσα την κωμόπολη του Chevengur μακριά. "Ο άνθρωπος πρέπει να λούζεται στον άνεμο," επιχειρηματολόγησε. "Αλλιώς, θα επιστρέψει στην καταπίεση των αδύναμων, ή αλλιώς τα πάντα θα μαραθούν μόνα τους και θα αρχίσει η μελαγχολία! Αλλά δεν μπορείς να ξεφύγεις από την φιλία όταν βρίσκεσαι στον δρόμο -- ο κομμουνισμός θα κόβει σουλάτσες!"

Ο Τσεπούρνι ζήτησε από τον Προκόφι να κρατήσει καθαρογραμμένες σημειώσεις για την πρόταση του Λούι και έπειτα η πρόταση αυτή συζητήθηκε σε σύνοδο της Επιτροπής. Αν και κατανοούσε την βασική αλήθεια των λέξεων του Λούι, ο Τσεπούρνι δεν εξέφρασε τη διαίσθησή του στον Προκόφι και έτσι η σύνοδος προχωρούσε με δυσκολία όλη εκείνη την ανοιξιάτικη μέρα. Τελικά, ο Προκόφι σκέφτηκε μια επίσημη απόφαση που παρέκαμπτε την πρόταση του Λούι: "Εν όψει των επερχόμενων πολέμων και επαναστάσεων, η κίνηση του λαού θα πρέπει να θεωρείται η πλέον επείγουσα ένδειξη του κομμουνισμού. Ακριβέστερα, όλος ο πληθυσμός της περιοχής θα πρέπει να εξαπολυθεί κατά του καπιταλισμού μόλις η κρίση του δεύτερου έχει απολύτως κορυφωθεί, και από εκεί και πέρα η νικηφόρος μας πορεία δεν πρέπει να σταματήσει ποτέ, διαμορφώνοντας τους ανθρώπους στην βάση μιας αίσθησης συντροφικότητας στους δρόμους όλου του επίγειου πλανήτη. Εν τω μεταξύ όμως, είναι δέον να περιορίσουμε τον κομμουνισμό στο έδαφος που έχει ήδη κερδηθεί από την μπουρζουαζία, έτσι ώστε να έχουμε κάτι να διοικούμε."

"Όχι, σύντροφοι", είπε ο πάντοτε λογικός Λούι. "Δεν γίνεται να υπάρξει κομμουνισμός σε καθιστική βάση. Δεν θα είχε εχθρό, άρα ούτε και χαρά."

[...]

Λίγες μέρες αργότερα, ο Λούι είδε τον Κοπιότκιν καβάλα σε ένα δυνατό άλογο και ένιωσε αμέσως ντροπή που ο Κοπιότκιν πήγαινε κάπου, ενώ αυτός, ο Λούι, ήταν ακόμα καρφωμένος στο έδαφος. Τότε ο Λούι ήθελε ακόμα περισσότερο να ξεφύγει, και να αφήσει την κωμόπολη ακόμα πιο πολύ πίσω του. Πριν όμως φύγει, ήθελε να φτιάξει κάτι ώστε να δείξει τα αισθήματά του για τον Κοπιότκιν, αλλά δεν υπήρχε τίποτε με το οποίο να το φτιάξει. Το Chevengur δεν είχε υλικά για δώρα. Το μόνο πράγμα που μπορούσε να κάνει ήταν να ποτίσει το άλογο του Κοπιότκιν, αλλά ο Κοπιότκιν απαγόρευε αυστηρά σε ξένους να το πλησιάσουν και το πότιζε πάντοτε ο ίδιος. Ο Λούι συνειδητοποίησε στενοχωρημένος ότι αν και ο κόσμος ήταν γεμάτος σπίτια και διαφορετικές ουσίες, δεν υπήρχε τίποτε σ' αυτόν που να σηματοδοτεί την αρμονία ανάμεσα στους ανθρώπους.

Ο Λούι αποφάσισε να μη γυρίσει στο Chevengur αφού έβλεπε την επαρχιακή πρωτεύουσα, αλλά να προχωρήσει ως το Πέτρογκραντ και μετά να γραφτεί στο ναυτικό και να ξεκινήσει ένα ταξίδι, παρατηρώντας τη γη, τη θάλασσα και τους ανθρώπους όπου πήγαινε, πράγματα που θα ήταν όλα τους θρεπτικά για την αδελφική του ψυχή. Όταν έφτασε σε μια πλαγιά από την οποία μπορούσε να δει τις κοιλάδες του Chevengur, ο Λούι κοίταξε πίσω στην κωμόπολη και στο πρωϊνό φως: "Αντίο, κομμουνισμέ και σύντροφοι! Αν ζήσω, θα σας θυμάμαι όλους!"

Ο Κοπιότκιν εξασκούσε την Δύναμη του Προλεταριάτου έξω από τα όρια της κωμόπολης και είδε τον Λούι στα ψηλά.

"Φαίνεται πως ο αλήτης πήρε δρόμο για το Χάρκοφ", είπε στον εαυτό του ο Κοπιότκιν. "Αν συνεχίσω να τρώω τον χρόνο μου με τέτοιους τύπους, θα χάσω τις χρυσές μέρες της Επανάστασης!" Ο Κοπιότκιν έστρεψε το άλογό του πίσω προς την κωμόπολη και ξεκίνησε με ταχύ καλπασμό, με την πρόθεση να ελέγξει όλον τον κομμουνισμό την ίδια εκείνη μέρα, οριστικά, και να πάρει τα μέτρα του.

Επειδή τα σπίτια τα μετακινούσαν, δεν υπήρχαν πλέον οδοί στο Chevengur. Αντί να μείνουν σε έναν τόπο, τα κτήρια κινούνταν. Η Δύναμη του Προλεταριάτου, που είχε συνηθίσει σε δρόμους ομαλούς και ευθείς, άρχισε να αναστατώνεται και να ιδρώνει από τις συνεχείς στροφές.

[...]

Αφού έδεσε την Δύναμη του Προλεταριάτου μέσα στον αχυρώνα, ο Κοπιότκιν ξεκίνησε, ακολουθώντας τον ξυπόλυτο Τσεπούρνι, που εκείνη τη μέρα ήταν ευτυχής, εφόσον είχε τελικά γίνει αδελφός όλων των ανθρώπων. Στον δρόμο για το ποτάμι συνάντησαν αρκετούς κατοίκους της κωμόπολης που ήταν ξύπνιοι -- συνηθισμένους ανθρώπους, ίδιους με κάθε άλλο μέρος, μόνο που έμοιαζαν φτωχοί και τα πρόσωπά τους ήταν σαν των φαντασμάτων.

"Οι καλοκαιρινές μέρες βαστάνε πολύ. Τι θα κάνουν με τον χρόνο τους;" ρώτησε ο Κοπιότκιν.

"Με ρωτάς για τον ζήλο τους;" απάντησε ο Τσεπούρνι, που δεν είχε πολυκαταλάβει.

"Κάτι τέτοιο."

"Αλλά το κύριο επάγγελμα του ανθρώπου είναι η ψυχή του. Και το προϊόν του είναι η φιλία και η συντροφικότητα! Δεν σου φτάνει τούτο για ενασχόληση;"

Ο Κοπιότκιν σκέφτηκε λίγο για την προηγούμενη, καταπιεσμένη του ζωή. "Τα πράγματα είναι πολύ γαμημένα καλά στο Chevengur σας" είπε μελαγχολικά. "Μπορεί να είναι απαραίτητο να οργανώσουμε λίγη θλίψη. Ο κομμουνισμός πρέπει να είναι καυστικός -- λίγο φαρμάκι κάνει το φαγητό νοστιμότερο."

Στο στόμα του, ο Τσεπούρνι ένιωσε τη γεύση του αλατιού -- και κατάλαβε αμέσως τον Κοπιότκιν. "Ίσως έχεις δίκαιο. Τώρα θα πρέπει να οργανώνουμε την θλίψη ενσυνείδητα. Μπορούμε να ξεκινήσουμε αύριο, σύντροφε Κοπιότκιν."

[...]

Με ατομική προσοχή, ο ήλιος ζέσταινε την λεπτή πλάτη του Τσεπούρνι, μπαίνοντας μέσα σε όλα τα ιδρωμένα ρήγματα και τις ατέλειες του δέρματός του, έτσι ώστε να καταστρέψει με την θέρμη του τα αόρατα πλάσματα που βρίσκονται εκεί και κάνουν τα σώματα να φαγουρίζονται. Ο Κοπιότκιν κοίταξε τον ήλιο με σεβασμό. Λίγα χρόνια πριν, ζέσταινε την Ρόζα Λούξεμπουργκ και τώρα βοηθούσε το χορτάρι να ζήσει πάνω απ' τον τάφο της.

Είχε περάσει καιρός από τότε που ο Κοπιότκιν είχε μπει σε ποτάμι, και ανατρίχιασε απ' το κρύο για λίγο πριν το συνηθίσει. Αλλά ο Τσεπούρνι κολυμπούσε θαρραλέα, ανοίγοντας τα μάτια του μέσα στο νερό και φέρνοντας από τον βυθό μεγάλες πέτρες, διάφορα οστά, και κεφάλια αλόγων. Απ' το μέσο του ποταμού, που ήταν μακρύτερα από όσο μπορούσε να κολυμπήσει ο αδέξιος Κοπιότκιν, ο Τσεπούρνι τραγούδαγε φωναχτά και γινόταν όλο και ομιλητικότερος. Ο Κοπιότκιν αναπήδησε στα ρηχά, ένιωσε το νερό στα χέρια του, και σκέφτηκε "Και το ποτάμι πάει κάπου. Είναι σαν εμάς. Θέλει να νιώσει καλά."

'Οταν βγήκε στην όχθη, ο Τσεπούρνι έλαμπε από χαρά. "Ξέρεις, Κοπιότκιν, όταν είμαι μέσα στο νερό, νομίζω πως ξέρω την αλήθεια ως την τελευταία λεπτομέρεια. Αλλά όταν είμαι με την Επαναστατική Επιτροπή, όλα μοιάζουν με όνειρα του ξύπνιου και φαντασιώσεις."

"Τότε να δουλεύετε από την όχθη."

"Θα βρεχόντουσαν απ' τη βροχή οι θέσεις από την επαρχιακή πρωτεύουσα. Είσαι ηλίθιος!"

Ο Κοπιότκιν δεν ήξερε τι είναι η θέση. Θυμόταν τη λέξη από κάπου, αλλά δεν συνδεόταν με κάποιο συναίσθημα. "Μετά τη βροχή έρχεται ο ήλιος, οπότε μην ανησυχείς για τις θέσεις σου" του είπε καθησυχαστικά. "Θα φυτρώσει έτσι κι αλλιώς το καλαμπόκι."

Ο Τσεπούρνι μέτρησε κοπιαστικά μέσα στο μυαλό του, χρησιμοποιώντας και τα δάχτυλα για να βοηθηθεί. "Οπότε, αντιπροσωπεύεις τρεις θέσεις, έτσι;"

"Δεν χρειαζόμαστε ούτε μια", απάντησε ο Κοπιότκιν. "Απλά πρέπει να γράφεις τα τραγούδια για να μην ξεχαστούν."

"Τι εννοείς; Η πρώτη σου θέση είναι ο ήλιος, η δεύτερη είναι το νερό, και η τρίτη το χώμα."

"Μήπως ξεχνάς τον άνεμο;"

"Καλά λοιπόν. Τέσσερις θέσεις. Αυτό είναι. Ίσως έχεις δίκαιο. Αλλά θα πρέπει να ξέρεις ότι αν δεν απαντήσουμε στις θέσεις από την επαρχιακή πρωτεύουσα και τούς πούμε ότι όλα πάνε καλά εδώ, θα έρθουν και θα εξαλείψουν όλον μας τον κομμουνισμό."

"Όχι, δεν θα κάνουν κάτι τέτοιο", είπε απορριπτικά ο Κοπιότκιν. "Γιατί να διαφέρουν σε κάτι από μας;"

"Μπορεί να μην είναι διαφορετικοί από μας, αλλά γράφουν πράγματα που δεν καταλαβαίνουμε, και μετά, ξέρεις, ζητάνε συνέχεια να καταγράφουμε το ένα και το άλλο και να ηγούμαστε του λαού πιο σταθερά. Αλλά τι να καταγράψεις εδώ στο Chevengur, και με τι να ηγηθούμε του λαού;"

[...]

"Τα πράγματα είναι καλά σήμερα", είπε ο Τσεπούρνι αφηρημένα. "Βγήκε όλη η ζεστασιά του ανθρώπου!" είπε, δείχνοντας την κωμόπολη και όλο τον κόσμο σ' αυτή. Μετά έβαλε δυο δάχτυλα στο στόμα, σφύριξε, και με ένα ντελίριο ζεστής μύχιας ζωής γύρισε στο ποτάμι χωρίς να βγάλει το πανοφώρι του. Με οδηγό τη μαύρη χαρά του πλήρους σώματος ρίχτηκε στα καλάμια και πιο πέρα, στο καθαρό ποτάμι, ώστε να ξεφορτωθεί τα σκοτεινά, γεμάτα πεθυμιά του πάθη.

"Ο αλήτης είναι γεμάτος χαρά -- νομίζει ότι λύτρωσε όλο τον κόσμο στην λευτεριά του κομμουνισμού!" σκέφτηκε επικριτικά ο Κοπιότκιν. "Αλλά δεν βλέπω τίποτε εδώ εγώ ο ίδιος."

Στις καλαμιές ήταν μια βάρκα, και μέσα της καθόταν σιωπηλός κάποιος γυμνός. Κοίταζε σκεπτικός στην άλλη όχθη του ποταμού, αν και μπορούσε να την φτάσει με τη βάρκα. Ο Κοπιότκιν πρόσεξε ότι είχε αδύνατο κορμί και ότι το μάτι του ήταν χτυπημένο.

"Ο Πασίντσεφ δεν είσαι;" ρώτησε ο Κοπιότκιν.

"Ναι. Ποιός άλλος να μαι;" απάντησε αμέσως ο άντρας.

"Τότε γιατί εγκατέλειψες την Επαναστατική Οπισθοφυλακή και το πόστο σου εκεί;"

Ο Πασίντσεφ χαμήλωσε το ταπεινωμένο του κεφάλι. "Μ' έδιωξαν σύντροφε. Μου φέρθηκαν απαίσια!"

"Και οι χειροβομβίδες σου;"

"Μάλλον τις απενεργοποίησα πολύ νωρίς. Και έτσι τώρα περιφέρομαι δίχως τιμή, σαν κάποιον τρελό σε θεατρικό έργο."

[...]

Από τον πάτο της βάρκας, ο Πανίντσεφ σήκωσε ένα πουκάμισο από σφιχτοπλεγμένη αλυσίδα.

"Αυτό δεν κάνει τίποτε", είπε ο Κοπιότκιν. "Απλώς προστατεύει το στήθος σου."

"Και ποιος νοιάζεται για κεφάλια;" είπε ο Πανίντσεφ με περιφρόνηση. "Αυτό που θεωρώ πολύτιμο είναι η καρδιά. Αλλά έχω κάτι για να βάλω στη γκλάβα μου, και για να κρατάω." Ο Πανίντσεφ σήκωσε ένα επιπρόσθετο μικρό κομμάτι πανοπλίας, ένα γείσο από κράνος για το μέτωπό του, με ένα κόκκινο αστέριο βιδωμένο επάνω για όλη την αιωνιότητα, και μια τελευταία άδεια χειροβομβίδα.

[...]

Ο Κοπιότκιν εξέτασε πάλι το γυμνό κορμί του Πανίντσεφ. "Ντύσου λοιπόν. Πάμε να επιθεωρήσουμε το Chevengur μαζί. Δεν έχει ούτε εδώ αρκετά γεγονότα -- και ο κόσμος βλέπει όνειρα."

[...]

Δίπλα στο μόνιμο τούβλινο σπίτι όπου είχε σταματήσει ο Κοπιότκιν όταν πρωτοέφτασε στο Chevengur ήταν ο Πιούσια. Καθόταν μόνος του και κοίταζε αφηρημένα ολόγυρα.

"Άκου, σύντροφε Πιούσια!' είπε ο Κοπιότκιν. "Πρέπει να διεξάγω αναγνώριση όλου του Chevengur. Πάρε μας για μια περιοδεία επιθεώρησης."

"Καλά", είπε ο Πιούσια, χωρίς να σηκωθεί.

Ο Πανίντσεφ πήγε μέσα στο κτήριο και πήρε ένα παλιό στρατιωτικό πανωφόρι σε στυλ του 1914, που κείτονταν στο πάτωμα. Ήταν μεγάλου μεγέθους και έφερε αμέσως τη γαλήνη σε όλα το σώμα του Πανίντσεφ.

"Τώρα είσαι ντυμένος με κάθε λεπτομέρεια σαν πολίτης" ανακοίνωσε ο Κοπιότκιν. "Αλλά απ' την άλλη μοιάζεις λιγότερο εσύ."

Οι τρεις άντρες περπάτησαν μακρύτερα, μέσα στην θέρμη των κτηρίων της κωμόπολης. Μαραμένες δεντροστοιχίες στέκονταν θλιβερά μέσα στη μέση του δρόμου, και πάνω σε κομμάτια κενού χώρου. Τα δέντρα είχαν μεταφυτευτεί πολλές φορές, και τα κουβάλαγαν στον ώμο, και έτσι έχασαν τη δύναμή τους, παρά τον ήλιο και τη βροχή.

"Ορίστε ένα γεγονός!" είπε ο Κοπιότκιν, δείχνοντας τα σιωπηλά πια δέντρα. "Εγκαθίδρυσαν τον κομμουνισμό για τους ίδιους, οι διάολοι, αλλά καμιά τέτοια τύχη για τα δέντρα!"

Τα λίγα παιδιά που τριγύρναγαν, και τα οποία συνάντησαν τώρα στην ανοιχτωσιά, είχαν καρδαμώσει απ' τον αέρα, την λευτεριά και την έλλειψη καθημερινής επιτήρησης. Όσο για τους ενήλικες, η φύση της ζωής τους στο Chevengur ήταν άγνωστη. Ο Κοπιότκιν δεν είχε εντοπίσει νέα αισθήματα μέσα τους. Εξ αποστάσεως, έμοιαζαν με ανθρώπους που βρισκόντουσαν σε διακοπές από τον ιμπεριαλισμό, αλλά δεν υπήρχαν γεγονότα σχετικά με το τι είχαν μέσα τους και ανάμεσά τους. Ο Κοπιότκιν θεωρούσε την καλή διάθεση απλώς ζήτημα θέρμανσης του αίματος μέσα στο σώμα· δεν σηματοδοτούσε τον κομμουνισμό.

[...]

Κοντά στο νεκροταφείο όπου βρίσκονταν η έδρα της Επαναστατικής Επιτροπής υπήρχε μια μεγάλη λακούβα όπου είχε βουλιάξει η γη.

"Εδώ είναι θαμένοι οι μπουρζουάδες", είπε ο Πιούσια. "Εγώ και ο Τσεπούρνι τους πήραμε τις ψυχές για να βεβαιωθούμε."

Ικανοποιημένος, ο Κοπιότκιν δοκίμασε τη βουλιαγμένη γη του τάφου με το πόδι του. "Ναι", είπε, "αυτό μάλλον ήταν το μόνο που έπρεπε να γίνει."

"Ήταν", είπε ο Πιούσια, για να δικαιώσει το γεγονός. "Είναι δική μας σειρά να ζήσουμε."

Ο Πανίντσεφ ήταν εκνευρισμένος που ο τάφος δεν είχε γεμίσει σωστά και παχτωθεί με χώμα. Έπρεπε να ήταν επίπεδος, και θά πρεπε να είχαν μετακινήσει μια δεντροστοιχία εκεί -- έτσι τα δέντρα θα ρουφούσαν τα απομεινάρια του καπιταλισμού απ' τη γη, και θα τα μεταμόρφωναν οικονομικά στο πράσινο του σοσιαλισμού. Ο ίδιος ο Πιούσια το είχε θεωρήσει σημαντικό να κάνει τον τάφο σωστά επίπεδο, και είχε αποτύχει να λάβει αυτό το μέτρο μόνο επειδή η επαρχιακή πρωτεύουσα τον είχε απομακρύνει βιαστικά από το πόστο του προέδρου της Τσεκά. Δεν τον είχε προσβάλει αυτό, μιας και γνώριζε ότι οι θεσμοί των Σοβιέτ απαιτούσαν ανθρώπους μορφωμένους, και όχι σαν τον ίδιο, και ότι οι αστοί ήταν χρήσιμοι εκεί. Χάρη σε αυτή την αντίληψη, ο Πιούσια, αναγνώρισε μια και καλή, μετά την απομάκρυνσή του από τα Επαναστατικά καθήκοντα, ότι η Επανάσταση ήταν πιο έξυπνη απ' τον ίδιο και έτσι χάθηκε στη μάζα της κολλεκτίβας του Chevengur. Τίποτε δεν φόβιζε τον Πιούσια περισσότερο από τα γραφεία και τα έγγραφα -- μόλις τα βλεπε βουβαινόταν αμέσως και ένιωθε αδύναμος και πενιχρός απ' την κορφή ως τα νύχια, νιώθωντας τη μαύρη μαγεία της σκέψης και της γραφής. Στις μέρες του Πιούσια, η Τσεκά του Chevengur βρισκόταν στο λιβάδι της κωμόπολης. Αντί να γράφει αναφορές για τα τιμωρητικά μέτρα που έπρεπε να ληφθούν απέναντι στο κεφάλαιο, ο Πιούσια έκανε τα μέτρα αυτά δημόσια και ανοιχτά, προτείνοντας οι γαιοκτήμονες που είχαν συλληφθεί να εκτελεστούν απ' τους εργάτες τους -- πρόταση που τέθηκε σε εφαρμογή. Τώρα όμως, εφόσον αυτό που είχαν στο Chevengur ήταν η οριστική ανάπτυξη του κομμουνισμού, η Τσεκά, χάρη σε μια προσωπική απόφαση του Τσεπούρνι, είχε κλείσει δια παντός, και είχαν μετακινήσει σπίτια στη θέση της στο λιβάδι.

Ο Κοπιότκιν στάθηκε σκεπτικός πάνω από τον κοινό τάφο της μπουρζουαζίας, που ήταν δίχως δέντρα, δίχως λοφίσκο και δίχως μνήμη. Ένιωθε θολά ότι αυτό ήταν αναγκαίο ώστε ο απόμακρος τάφος της Ρόζα Λούξεμπουργκ να έχει αυτός δέντρο, και λοφίσκο, και αιώνια μνήμη. Υπήρχε μόνο ένα πράγμα που δεν ενέκρινε ο Κοπιότκιν: ο τάφος της μπουρζουαζίας δεν ήταν επίπεδος. "Είπατε ότι πήρατε τις ψυχές των μπουρζουάδων για να βεβαιωθείτε;" είπε με αμφιβολία. "'Οχι, αν σε απομάκρυναν, είναι επειδή δεν τελειώσατε με τους μπουρζουάδες μαζικά, επειδή δεν τους σκοτώσατε εντελώς μέχρι θανάτου. Ούτε καν παχτώσατε το χώμα!"

Εδώ, ο Κοπιότκιν έκανε μεγάλο σφάλμα. Η μπουρζουαζία του Chevengur είχε σφαγιαστεί οριστικά και επιμελώς. Ούτε καν η ζωή πέρα από τον τάφο δεν μπορούσε να της φέρει χαρά. Αφού εκτελέστηκαν τα σώματά της, εκτελέστηκαν και οι ψυχές της.

Μετά από λίγο μόνο καιρό στο Chevengur, ο Τσεπούρνι ένιωθε την καρδιά του να αρχίζει να πονά εξαιτίας της πυκνής παρουσίας των μικροαστών της κωμόπολης. Μετά άρχισε να νιώθει αγωνία σε όλο του το σώμα -- ο χώρος του Chevengur είχε αποδειχθεί υπερβολικά στενός για τον κομμουνισμό, βρωμιζόταν από την ιδιοκτησία και τους ιδιοκτήτες. Είχε ζωτική σημασία να εδραιωθεί ο κομμουνισμός σε ζωντανή βάση, αλλά τα σπίτια εκεί τα είχαν στα βάθη του χρόνου άνθρωποι παράξενοι που μύριζαν κερί. Ο Τσεπούρνι είχε πάει στα χωράφια για να αναζητήσει νέους, ανοιχτούς χώρους. Τα κτήρια και τα εργαλεία του Chevengur, δημιουργήματα των χεριών των καταπιεσμένων, θα ήταν άχρηστα για το προλεταριάτο και τους φτωχούς αγρότες. Ήξερε, μπορούσε να δει πόσο η μπουρζουαζία του Chevengur στοιχειωνόταν από την προσδοκία μιας Δεύτερης Παρουσίας -- και ο ίδιος δεν είχε τίποτε ενάντια σε μια Δεύτερη Παρουσία.

Μετά από δυο μήνες στην προεδρία της Επαναστατικής Επιτροπής, ο Τσεπούρνι βρισκόταν σε βάσανο -- η μπουρζουαζία ήταν ζωντανή, δεν υπήρχε κομμουνισμός, και ο δρόμος προς το μέλλον, σύμφωνα με τις ντιρεκτίβες από την επαρχιακή πρωτεύουσα, ήταν μια σειρά από διαρκώς προοδευτικά μεταβατικά στάδια για τα οποία η διαίσθηση του Τσεπούρνι υποπτευόταν ότι αποτελούσαν εξαπάτηση των μαζών.

Αρχικά, ο Τσεπούρνι διόρισε μια Επιτροπή, και η Επιτροπή τον πληροφόρησε για το αναγκαίο μιας Δεύτερης Παρουσίας, αλλά τότε ο Τσεπούρνι δεν είχε πει τίποτε, αποφασίζοντας στα κρυφά να χαρίσει τη ζωή στους μικρο-μπουρζουάδες, έτσι ώστε η Παγκόσμια Επανάσταση να έχει κάτι για να ασχολείται. Αλλά μετά ο Τσεπούρνι ήθελε ανακούφιση από το βάσανό του και είχε ειδοποιήσει του Πιούσια, τον πρόεδρο της Τσεκά. "Καθάρισε το καταπιεστικό στοιχείο!" τον διέταξε.

"Εντάξει", είπε ο Πιούσια, που είχε ήδη κάνει σχέδια να εξολοθρεύσει όλους τους ζωντανούς στο Chevengur.

Ο Τσεπούρνι συμφώνησε με ανακούφιση. "Είναι ο πιο τρυφερός τρόπος", συνέχισε. "Αλλιώς, αδελφέ, όλος ο λαός θα καταλήξει να πεθάνει σ' αυτά τα μεταβατικά στάδια. Και τέλος πάντων οι μπουρζουάδες δεν είναι πλέον στ' αλήθεια άνθρωποι. Διάβασα ότι μόλις ο άνθρωπος γεννήθηκε απ' τις μαϊμούδες στράφηκε και τους σκότωσε. Οπότε να θυμάσαι: τώρα που υπάρχει προλεταριάτο, τι χρησιμότητα έχουν οι μπουρζουάδες; Δεν είναι καθόλου ωραίο να τους έχουμε να τριγυρνάνε!"

Ο Πιούσια γνώριζε προσωπικά την μπουρζουαζία. Ήξερε τους δρόμους του Chevengur και μπορούσε να φανταστεί ξεκάθαρα την όψη του κάθε ιδιοκτήτη σπιτιού: του Σεκότοφ, του Περεκρουσένκο, του Σιουσιουκάλοφ, και όλων των γειτόνων τους. Επιπρόσθετα, ο Πιούσια γνώριζε τον τρόπο ζωής τους και σε βάρος πoιού ζούσαν, και ήταν έτοιμος να τους σκοτώσει όλους με τα χέρια, χωρίς καν να χρησιμοποιήσει όπλο. Η ψυχή του δεν ησύχαζε από τη μέρα που τον διόρισαν πρόεδρο της Τσεκά: ένιωθε διαρκώς εκνευρισμένος που οι μικροαστοί τρώγανε σοβιετικό ψωμί και ζούσαν στα σπίτια του (ο Πιούσια είχε δουλέψει είκοσι χρόνια οικοδόμος), και που τα γουρούνια συνέχιζαν ήσυχα-ήσυχα να μπλοκάρουν τον δρόμο της Επανάστασης. Οι πιο γέροι και ξεδοντιάρηδες εκπρόσωποι της μπουρζουαζίας μεταμόρφωναν τον υπομονετικό Πιούσια σε πυγμάχο. Kατά την διάρκεια συναντήσεων με τον Σάποφ, τον Ζνομπίλιν και τον Ζάβιν-Ντουβαϊλο, τούς είχε επιτεθεί με γροθιές περισσότερες από μια φορά. Καθαριζόντουσαν ήσυχα, υπομένοντας την προσβολή και τοποθετώντας τις ελπίδες τους στο μέλλον. Οι άλλοι μπουρζουάδες απέφευγαν τον Πιούσια, και αυτός δεν είχε την όρεξη να τους ψάχνει εξεπίτηδες στα σπίτια τους -- ο διαρκής εκνευρισμός που τού προκαλούσαν τού έπνιγε την ψυχή.

Ο Προκόφι Ντάνοφ, όμως, γραμματέας της Εκτελεστικής Επιτροπής της περιοχής, δεν συμφωνούσε ότι η μπουρζουαζία έπρεπε να εξολοθρευτεί με τη μία και σύμφωνα με τις ορέξεις της στιγμής. Είπε ότι έπρεπε να γίνει πιο θεωρητικά.

"Καλά λοιπόν -- διατύπωσέ το!" είπε ο Τσεπούρνι.

Καθώς σκέφτηκε ο Προκόφι τίναξε προς τα πίσω τα μαλλιά του -- τα σκεπτικά μαλλιά ενός Κοινωνικού Επαναστάτη. "Στην βάση των δικών τους προκαταλήψεων!", άρχισε σταδιακά να το διατυπώνει.

"Το πιάνω", είπε ο Τσεπούρνι, χωρίς να καταλαβαίνει, αλλά προετοιμαζόμενος να σκεφτεί.

"Στη βάση της Δευτέρας Παρουσίας!" εξήγησε ο Προκόφι με περισσότερη ακρίβεια. "Αυτό θέλουν, οπότε ας τούς το δώσουμε! Δεν θα φταίμε εμείς."

Ο Τσεπούρνι όμως ανέλαβε την ευθύνη. "Τι εννοείς δεν θα φταίμε εμείς; Εμείς είμαστε η Επανάσταση, θα φταίμε ολοκληρωτικά εμείς! Αν προσπαθείς να διατυπώσεις κάτι για να συγχωρεθείς εσύ, στα τσακίδια!"

Όπως κάθε έξυπνος άνθρωπος, ο Προκόφι δεν είχε έλλειψη αυτοελέγχου. "Είναι απολύτως ζωτικό, σύντροφε Τσεπούρνι, να ανακοινώσουμε τη Δευτέρα Παρουσία επισήμως. Και στη βάση αυτή, να καθαρίσουμε την κωμόπολη για προλεταριακή εγκατάσταση."

***
Η μητέρα πατρίδα του ηλεκτρισμού
(1939)

Ήταν το καυτό, ξηρό καλοκαίρι του 1921. Τα νιάτα μου περνούσαν. Το χειμώνα σπούδαζα στο Πολυτεχνείο, στον ηλεκτρικο-τεχνικό σταθμό. Το καλοκαίρι δούλευα στο μηχανοστάσιο του ηλεκτρικού σταθμού της πόλης. Η δουλειά με κούραζε πάρα πολύ, επειδή ο σταθμός δεν είχε εφεδρικό ρεύμα, και η μοναδική τουρμπογεννήτρια δούλευε χωρίς τελειωμό, νύχτα και μέρα, για πάνω από έναν χρόνο. Η μηχανή απαιτούσε τέτοια ακριβή, τρυφερή και προσεκτική φροντίδα, που όλη η ενέργεια της ζωής μου ξοδευόταν σ' αυτή. Τα απογεύματα προσπερνούσα τους νέους που έκαναν περίπατο στους καλοκαιρινούς δρόμους και πήγαινα σπίτι σαν μισοκοιμισμένος. Η μητέρα μου μού έδινε κάτι βραστές πατάτες και καθώς έτρωγα, έβγαζα το πανοφώρι της δουλειάς και τα παπούτσια μου, ώστε να μείνουν λίγα ρούχα πάνω μου μετά το βραδινό και να μπορώ να πέσω για ύπνο άμεσα.

Στα μέσα του καλοκαιριού, ένα Ιουλιάτικο απόγευμα, όταν είχα επιστρέψει σπίτι απ' τη δουλειά ως συνήθως και είχα πάει για ύπνο τόσο βαθύ και σκοτενό σαν όλο μου το εσωτερικό φως να είχε σβήσει για πάντα, με ξύπνησε η μητέρα μου.

Ο γραμματέας της Επαρχιακής Εκτελεστικής Επιτροπής, ο Ιβάν Μιρόνοβιτς Τσουνιάεφ, μού είχε στείλει ένα σημείωμα με τον νυχτοφύλακα, όπου μου ζητούσε να πάω στο διαμέρισμά του αμέσως. Ο Τσουνιάεφ ήταν κάποτε καρβουνιάρης στα τραίνα, είχε δουλέψει με τον πατέρα μου, κι έτσι με ήξερε.

Ως τα μεσάνυχτα είχα φτάσει στου Τσουνιάεφ. Τον κατέτρεχε η πάλη ενάντια στην καταστροφή, και όντας ανήσυχος εκ μέρους όλου του λαού, ήταν βαθιά ανήσυχος για την τρομερή ζέστη αυτού του ξηρού καλοκαιριού, όταν δεν είχε πέσει ούτε στάλα υγρασία απ' τον ουρανό και η φύση όλη μύριζε σκόνη και θάνατο, σαν να υπήρχε κάποιος πεινασμένος τάφος ορθάνοιχτος για το λαό. Εκείνη τη χρονιά, ακόμα και τα λουλούδια δεν είχαν μυρωδιά περισσότερη από όση είχαν τα μεταλικά ρινίσματα, και στα χωράφια είχαν φανεί βαθιά αυλάκια πάνω στο σώμα της γης, σαν τα κενά ανάμεσα στα οστά του θώρακα ενός λεπτού σκελετού.

"Πες μου, ξέρεις τι είναι ο ηλεκτρισμός;" με ρώτησε ο Τσουνιάεφ. "Είναι ουράνιο τόξο";

"Είναι κεραυνός", είπα.

"Α, κεραυνός!" αναφώνησε ο Τσουνιάεφ. "Αυτό είναι! Μια καταιγίδα και βροχή....Ωραία λοιπόν! Έχεις δίκαιο, αυτό που πραγματικά χρειαζόμαστε είναι ο κεραυνός, αλήθεια είναι...Έχουμε φτάσει σε τέτοια κατάσταση καταστροφής, αγαπητέ αδελφέ, που αυτό που χρειαζόμαστε είναι ο κεραυνός, ο κεραυνός και τίποτε άλλο. Αυτό θα έβαζε αληθινή φωτιά στα πράγματα! Ορίστε, διάβασε τι μου γράφει ο κόσμος."

Ο Τσουνιάεφ μου έδωσε ένα σημείωμα που ήταν στο γραφείο. Τα Σοβιέτ του χωριού Βερτσόφκα του είχαν γράψει το εξής:
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑ ΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΥΝΤΡΟΦΟ ΤΣΟΥΝΙΑΕΦ ΚΑΙ ΠΡΟΣ ΟΛΟ ΤΟ ΠΡΕΖΙΝΤΙΟΥΜ 
Σύντροφοι και πολίτες, μην σπαταλάτε ούτε ένα δάκρυ μέσα σ 'ένα κόσμο τόσο φτωχό και μίζερο. Η δύναμη της επιστήμης μας υψώνεται τώρα σαν πύργος. Η στοχαστική μας δύναμη σύντομα θα αφανίσει αυτή την Βαβυλώνα από σαύρες και ξηρασία. Δεν είμαστε αυτοί που έκαναν τον κόσμο του Θεού τόσο καθημαγμένο, αλλά εμείς θα τον φτιάξουμε σωστά. Και η ζωή θα είναι θεσπέσια και πανίσχυρη, με αυγά της κότας για κάθε φτωχό! Το μυαλό του κομμουνιστή δεν ξεκουράζεται ποτέ. Κανείς δεν μπορεί να σταματήσει το χέρι του. Εφαρμόζει τη σωστή διάγνωση και την πίεση της επιστήμης πάνω στη γη μας. Οι καρδιές μας είναι πολεμοχαρείς, τεράστιες, κι έτσι μην κλαίτε, εσείς που είστε φτωχοί στην κοιλιά, αυτό το θανατικό θα περάσει γρήγορα και θα τρώμε όλοι πίττες με μαρμελάδα. Μπορούμε να ακούσουμε τον ρυθμό της μηχανής, το ηλεκτρικό φως φαίνεται τώρα, αλλά χρειαζόμαστε βοήθεια για να κάνουμε τα πράγματα καλύτερα στο χωριό Βερτσόφκα, διότι τη μηχανή μας την είχαν οι Λευκοί [Λευκή Φρουρά], ήρθε στον κόσμο ως φορέας ξένης παρέμβασης, και η φύση της αυτή την κάνει να διστάζει να μας βοηθήσει. Αλλά η μοιραία μου καρδιά δεν θλίβεται, το δάκρυ μου καίει μέσα στο μυαλό μου και σκέφτεται μόνο το οικουμενικό αύριο. 
Εκ μέρους του Γενικού Γραμματέα του Σοβιέτ (έχει φύγει για μια μικρή περίοδο αντεπίθεσης ενάντια σε όλα τα κλεφτο-παράσιτα και δεν θα επιστρέψει σπίτι του μέχρι τη νίκη!), ο γραμματέας Στεπάν Ζαριόνοφ.
Ο γραμματέας Ζαριόνοφ ήταν προφανώς ποιητής, αλλά εγώ και ο Τσουνιάεφ ήμασταν πρακτικοί άνθρωποι. Και μέσα από την ποίηση και τον ενθουσιασμό του γραμματέα μπορούσαμε να διακρίνουμε την αλήθεια και την πραγματικότητα της Βερτσόφκα, ενός μακρινού χωριού που δεν γνωρίζαμε. Είδαμε ένα φως στο βαθύ σκοτάδι ενός πάμφτωχου και έρημου τόπου -- το φως του ανθρώπου πάνω σε μια γη που είχε πεθάνει από ασφυξία. Είδαμε τα καλώδια να κρέμονται πάνω σε παλιούς φράχτες. Και η ελπίδα μας για τον μελλοντικό κόσμο του κομμουνισμού, μια ελπίδα θεμελιώδης για μας στην δύσκολη ύπαρξη που ζούσαμε μέρα με τη μέρα, μια ελπίδα που αυτή και μόνο μας έκανε ανθρώπους -- η ελπίδα αυτή γινόταν ηλεκτρισμός, ακόμα κι αν το μόνο φως που είχε ανάψει ως τώρα ήταν σε κάποιες μακρινές καλύβες φτιαγμένες από άχυρο.

"Να πας να τους βοηθήσεις", είπε ο Τσουνιάεφ. "Αρκετά μελέτησες και έφαγες το ψωμί μας. Θα τα κανονίσω εγώ με τον ηλεκτρικό σταθμό στην πόλη, θα σ' αφήσουν να φύγεις..."

Την άλλη μέρα το πρωί ξεκίνησα για το χωριό Βερτσόφκα. Η μητέρα μου έβρασε λίγες πατάτες και έβαλε λίγο αλάτι και λίγο ψωμί σ΄ένα σάκκο, και πήρα το δρόμο νότια των γραμμών για τα καρότσια και περπάτησα τρεις μέρες, γιατί χάρτη δεν είχα και όπως φάνηκε υπήρχαν τρεις Βερτσόφκα -- η Άνω, η Παλιά, και η Όχι και πολύ φτωχή. Αλλά ο γραμματέας σύντροφος Ζαριόνοφ σκέφτηκε, βέβαια, ότι η δική του Βερτσόφκα ήταν η μόνη Βερτσόφκα και ότι ήταν διάσημη σ' όλο τον κόσμο σαν την Μόσχα. Κι έτσι δεν έδωσε δεύτερο όνομα στο χωριό του, το οποίο τελικά αποκαλύφθηκε ότι ήταν το γνωστό ως Όχι και πολύ φτωχή Βερτσόφκα, για να ξεχωρίζει από τις άλλες Βερτσόφκα.

Αποφεύγοντας τις άλλες δύο Βερτσόφκα, όπου δεν υπήρχαν σταθμοί ηλεκτρισμού, έφτασα στην 'Οχι και πολύ φτωχή Βερτσόφκα το απόγευμα της τρίτης μέρας του ταξιδιού μου. Όταν πρωτοείδα το χωριό, υπήρχε πολλή σκόνη απ' την μια πλευρά των γραμμών και μπορούσα να διακρίνω ένα πλήθος κόσμου να βαδίζει στην γυμνή, ξερή γη. Τους περίμενα να πλησιάσουν, και μετά είδα έναν παπά, τους βοηθούς τους, τρεις γυναίκες με εικονίσματα και περίπου είκοσι πιστούς. Η γη στο σημείο αυτό κατέβαινε προς μια παλιά και ξερή χαράδρα, όπου ο άνεμος και τα νερά των πηγών εναπόθεταν την λεπτή σκόνη που μάζευαν από τα πλατιά χωράφια προς τα πάνω.

Η ακολουθία είχε κατεβεί από τα ψηλά και τώρα κινούνταν μέσα απ' τη σκόνη της κοιλάδας, με κατεύθυνση τις γραμμές.

Μπροστά περπάταγε ένας εξαντλημένος παπάς· το δέρμα του ήταν μαύρο και είχε παντού πυκνά γκρίζα μαλλιά. Τραγούδαγε κάτι στην καυτή σιωπή της φύσης και κούναγε το λιβανιστήρι του στην άγρια, σιωπηλή βλάστηση που έβρισκε στο δρόμο του. Μερικές φορές σταμάταγε και σήκωνε το κεφάλι του προς τον ουρανό σε μια έκκληση προς την τυφλή λάμψη του ήλιου, και μετά μπορούσες να δεις την πικρία και την απελπισία στο πρόσωπό του, μαζί με δάκρυα ή στάλες ιδρώτα. Αυτοί που τον συνόδευαν ατένιζαν το τίποτε και έκαναν τον σταυρό τους, γονάτιζαν στην σταχτιά σκόνη και έσκυβαν ικετευτικά πάνω στην φτωχή γη, τρομαγμένοι από την απεραντοσύνη του κόσμου και από την αδυναμία των ντόπιας κατασκευής εικόνων των Θεών τους, που τους κουβάλαγαν γριές δακρυσμένες πάνω σε κοιλιές που δεν μπορούσαν ποτέ πια να ξανακάνουν παιδιά. Δυο παιδιά--ένα αγόρι κι ένα κορίτσι--ξυπόλυτα, φορώντας μόνο πανοφώρια, περπάταγαν πίσω απ' το τσούρμο της εκκλησίας και κοίταζαν τους μεγάλους με βλέμμα μελετηρό. Τα παιδιά ούτε έκλαιγαν ούτε σταυροκοπιόντουσαν, ήταν τρομαγμένα και σιωπηλά.

Κοντά στις γραμμές ήταν ένα μεγάλο χαντάκι απ' το οποίο έπαιρναν κάποτε πηλό. Η ακολουθία σταμάτησε δίπλα σ' αυτό το χαντάκι, σήκωσαν τις εικόνες με τα πρόσωπα των αγίων προς τον ήλιο, και ο κόσμος κατέβηκε στο χαντάκι και ξάπλωσε κάτω για να ξεκουραστεί στην σκιά κάτω απ' τον πήλινο τοίχο. Ο παπάς έβγαλε τα ράσα του και φάνηκε πως φορούσε παντελόνι--κάτι που έκανε τα δυο παιδιά να σκάσουν στα γέλια.

Η μεγάλη εικόνα, που τώρα την στήριζε ένα βουναλάκι από πηλό, έδειχνε την Παρθένο Μαρία, μια μοναχική νεαρή γυναίκα, χωρίς Θεό στα χέρια της. Κοίταξα έντονα τον πίνακα και αναλογίστηκα γι αυτόν, καθώς οι γυναίκες ικέτιδες κάθονταν στη σκιά και άρχισαν να απασχολούνται με δικές τους δουλειές--έψαχναν η μια στα μαλλιά της άλλης.

Ένας χλωμός και αδύναμος ουρανός περικύκλωνε την κεφαλή της Παρθένου στην εικόνα: το ένα της χέρι που μπορούσες να δεις ήταν τεράστιο και μυώδες και δεν ταίριαζε με την σκοτεινή ομορφιά του προσώπου της, με την ωραία μύτη της και τα μεγάλα της μάτια--που δεν μοιάζανε με μάτια εργάτη, μιας και αυτά τα μάτια κουράζονται πολύ γρήγορα.

Με ενδιέφερε η έκφραση αυτών των ματιών: κοιτάζανε χωρίς νόημα και χωρίς πίστη, και ήταν τόσο γεμάτα με τη δύναμη της θλίψης που όλο της το βλέμμα είχε σκοτεινιάσει σε σημείο που να μοιάζει αδιαπέραστο, βουβό και ανηλεές. Ήταν αδύνατο να διακρίνεις οποιαδήποτε τρυφερότητα, βαθιά ελπίδα ή αίσθηση απώλειας στα μάτια της ζωγραφισμένης Παρθένου, αν και ο συνηθισμένος υιός της δεν καθόταν τώρα στην αγκαλιά της. Το στόμα της ήταν ρυτιδιασμένο και σουφρωμένο--σημάδια της γνωριμίας της Μαρίας με τα πάθη, τις δυσκολίες και τα πείσματα της συνηθισμένης ζωής. Ήταν απλώς μια άπιστη εργάτρια που ζούσε με τη δική της εργασία και δεν απολάμβανε χάρη από κανένα θεό. Και οι χωρικοί, όταν κοίταζαν αυτή την ειόνα, ίσως να καταλάβαιναν κρυφά την αλήθεια της έλλογής τους συνείδησης της ηλιθιότητας του κόσμου και της ανάγκης για δράση.

Δίπλα στην εικόνα καθόταν μια σταφιδιασμένη γριά, δεν ήταν μεγαλύτερη από παιδί σε ύψος, που με κοίταζε αφηρημένα μέσα από σκούρα μάτια. Το πρόσωπό της και τα χέρια της ήταν γεμάτα ρυτίδες που έμοιαζαν με τις ακίνητες συσπάσεις των βασάνων. Και στο βλέμμα της μπορούσες να διακρίνεις έναν οξύ νου που είχε περάσει τέτοιες δοκιμασίες στη ζωή που κατά πάσα πιθανότητα οι γνώσεις της δεν ήταν μικρότερες σε εύρος από ολόκληρη την επιστήμη των οικονομικών και η ίδια μπορούσε να είναι μια αξιοσέβαστη ακαδημαϊκός.

Τη ρώτησα: "Γιαγιά, γιατί γυρίζετε και προσεύχεστε; Δεν υπάρχει Θεός, και δεν θα βρέξει."

"Τι λες", συμφώνησε η γριά. "Μάλλον έχεις δίκιο!"

"Τότε γιατί σταυροκοπιέστε;" συνέχισα.

"Καλά λες. Σταυροκοπιόμαστε μάταια! Και για τι δεν σταυροκοπήθηκα. Σταυροκοπήθηκα για τον άντρα μου, για τα παιδιά μου--κι ούτε ένας τους δεν γλίτωσε, είναι όλοι πεθαμένοι τώρα. Αν συνεχίζω, καλέ μου, είναι από συνήθεια--νομίζεις πως ζω από επιλογή; Η καρδιά μου δε με ρωτά, αναπνέει μονάχη της, και το χέρι μου το ίδιο--σταυροκοπιέται μόνο του. Ο Θεός είναι η κατάρα μας...Βάι, βάι, βάι, τι καταστροφή--οργώσαμε και σπείραμε, και το μόνο που φύτρωσε είναι αγκαθιές!"

Σώπασα για λίγο από στενοχώρια. "Είναι καλύτερα γιαγιά να μην προσεύχεσαι σε κανένα. Η φύση δεν ακούει λόγια και προσευχές, το μόνο που φοβάται είναι η λογική και η δουλειά."

"Η λογική!" είπε η γριά με ξεκάθαρη επίγνωση. "Έχω ζήσει τόσα χρόνια που αυτό είναι όλο κι όλο που μου απέμεινε--λογική και κόκκαλα! Οι έγνοιες και η δουλειά πήραν τη σάρκα από πάνω μου χρόνια τώρα. Δεν έμειναν και πολλά πάνω μου για να πεθάνουν, τα πάντα έχουν ήδη πεθάνει, λίγο-λίγο. Κοίτα με!"

Η γριά έβγαλε αποκαμωμένη την μαντήλα απ' το κεφάλι της και είδα το γυμνό κρανίο που είχε ραγίσει στα επιμέρους οστά του, έτοιμο να διαλυθεί και να επιστρέψει στην ανεπίστρεπτη σκόνη της γης ένα καχύποπτα συσσωρευμένο, υπομονετικό μυαλό που είχε μάθει τον κόσμο μέσα απ' τη δουλειά και τις δυσκολίες.

"Το χειμώνα θα πάω να ταπεινωθώ και στον γείτονά μου", είπε η γριά, "και θα κλαίω στις σκάλες των πλουσίων. Ίσως να μαζέψω αρκετό κεχρί ώστε να τη βγάλω ως το καλοκαίρι, και μετά θα πρέπει να το ξεπληρώσω ακόμα κι αν πεθάνω--ενάμιση σακκί για κάθε σακκί, τέσσερις μέρες δουλειά, και άλλα πέντε σακκιά από τεμενάδες και ζητιανιά...Μη νομίζεις ότι μόνο το Θεό προσκυνάμε--μας τρομάζει ο άνεμος και ο πάγος κάτω απ' τα πόδια μας, και οι καταιγίδες, και η ξηρασία, οι γείτονές μας, οι περαστικοί, και σταυροκοπιόμαστε μπροστά σε όλους τους! Νομίζεις πως προσευχόμαστε από αγάπη; Δεν έχει απομείνει τίποτε από μας για να αγαπήσει!"

Άφησα πίσω μου τη γριά γεμάτος θλίψη και σκεφτικός. Ο κόσμος άρχισε να συγκεντρώνεται ξανά μετά την ξεκούραση, και η ακολουθία αυτών που προσεύχονταν για βροχή ξεκίνησε το δρόμο επιστροφής στο χωριό. Ο μόνος που απέμεινε ήταν η γριά που μου μιλούσε.

Η γριά ήθελε να ξεκουραστεί λίγο ακόμα, ενώ σε κάθε περίπτωση δεν θα μπορούσε να ακολουθήσει τους άλλους με τα μικρά, παιδικά της πόδια· όχι τώρα, που οι άλλοι περπατούσαν γρήγορα και επί σκοπού, και που ακόμα κι ο παππάς βάδιζε γρήγορα με τα παντελόνια του.

Βλέποντας την κατάστασή της, σήκωσα τη γριά σαν να 'ταν κοριτσάκι οχτώ χρονών και την κουβάλησα στα χέρια μου ως το χωριό, έχοντας επίγνωση της αιώνιας αξίας αυτής της ηλικιωμένης εργάτριας.

Η γριά κατέβηκε απ' τα χέρια μου δίπλα από μια απ' τις καλύβες. Της είπα αντίο, την φίλησα στο πρόσωπο και αποφάσισα να αφιερώσω τη ζωή μου σ' αυτή, γιατί στα νιάτα μοιάζει πάντα να υπάρχει πολλή ζωή και ότι θα υπάρχει αρκετή από δαύτη για να βοηθάς κάθε γριά.

Η Βερτσόφκα, όπως φάνηκε, ήταν τελικά μάλλον μικρό χωριό--όχι περισσότερα από τριάντα σπίτια, αν και λίγα ήταν σε καλή κατάσταση. Οι καλύβες έμοιαζαν ερειπωμένες και τα χαμηλότερα δοκάρια των σκελετών τους ήδη σάπιζαν στη γη. Ο στρατιωτικός ιμπεριαλισμός, που είχε περάσει πάνω απ' όλο τον κόσμο, είχε μετατρέψει όσα μπορούσες να δεις--όσα μπορούσαν να αποκτηθούν, να χτιστούν και να εκτιμηθούν από γενιές εργατών--σε κάτι που έμοιαζε με νεκροταφείο.

Ένα αγόρι--καποιανού εγγόνι ή ανήψι, ή ίσως ορφανό--με συνόδευσε πρόθυμα στον σταθμό του ηλεκτρισμού. Ήταν μισό χιλιόμετρο απ' το χωριό, στο δρόμο, δίπλα στη συλλογική λιμνούλα. 

Μια εγγλέζικη, δικύλινδρη μοτοσυκλέττα, μάρκας "Indian", με τις ρόδες μισοθαμένες στη γη, μούγκριζε με θόρυβο καθώς οδηγούσε ένα μικρό δυναμό που συνδεόταν μαζί της με έναν ιμάντα. Το δυναμό ήταν τοποθετημένο πάνω σε δυο μικρά κούτσουρα και έτρεμε από την ταχύτητα με την οποία περιστρεφόταν. Ένας μεσήλικας καθόταν παραδίπλα και κάπνιζε ένα τσιγάρο. Εκεί κοντά ήταν ένα ψηλό δοκάρι, και πάνω σ' αυτό έκαιγε μια ηλεκτρική λάμπα, φωτίζοντας τη μέρα. Γύρω-γύρω κείτονταν κάτι καρότσια. Τα άλογα είχαν βγει απ ' το χαλινάρι και έτρωγαν το σανό τους, ενώ πάνω στα καρότσια κάθονταν άνδρες, παρατηρώντας την δράση της μηχανής υψηλής ταχύτητας με ευχαρίστηση. Κάποιοι από τους πιο αδύνατους χωρικούς εξέφραζαν τη χαρά τους ανοιχτά, πηγαίνοντας στο μηχάνημα και χαϊδεύοντάς το λες κι ήταν κάποιο πλάσμα που αγαπούσαν, χαμογελώντας στο μεταξύ με τόση περηφάνεια που ήταν σαν να έπαιζαν κάποιο ρόλο στο εγχείρημα, αν και δεν ήταν απ' το χωριό.

Ο μηχανικός του ηλεκτρικού σταθμού, που κάθονταν στην πλαϊνή θέση της μοτοσυκλέτας, δεν έδινε σημασία σε όσα γίνονταν γύρω του. Ήταν απορροφημένος στο να φαντάζεται εντατικά το στοιχείο της φωτιάς που έκαιγε μέσα στους κυλίνδρους, ακούγοντας σαν μουσικός, με ένα παθιασμένο βλέμμα στο πρόσωπο, τη μελωδία του κυκλώνα που έσκιζε την ατμόσφαιρα.

Τον ρώτησα φωνάζοντας γιατί δούλευε χωρίς νόημα, απλώς για να ανάψει μια λάμπα πάνω σ' έναν στύλο, σπαταλώντας καύσιμα και φθείροντας τη μηχανή.

"Δε δουλεύω χωρίς νόημα", είπε αδιάφορα ο μηχανικός. Μετά βγήκε απ' την πλαϊνή θέση της μοτοσυκλέττας και έβαλε την παλάμη του σ' ένα ρουλεμάν του δυναμό, δίπλα στον μεγάλο, αυτοσχέδιο ξύλινο μοχλό που το έβαζε μπροστά. "Όχι", συνέχισε ο μηχανικός, "το βράδι δουλεύουμε, τώρα δοκιμάζουμε απλώς τη μηχανή, την δουλεύουμε ώστε τα κομμάτια της να μπουν στη θέση τους και να συνηθίσουν το ένα το άλλο. Και τέλος πάντων, πρέπει να κάνουμε και λίγο επίδειξη στους περαστικούς· μπορείς να το πεις προπαγάνδα. Άσε τον κόσμο να 'χει κάτι να κοιτά!"

Τα λόγια του μηχανικού για την ανάγκη να δουλέψει δοκιμαστικά η συναρμολόγηση ήταν λογικά, καθώς η μηχανή της μοτοσυκλέττας ήταν παλιά και είχε επιβιώσει από τους δρόμους του πολέμου, και κάποια από τα εργοστασιακά ανταλλακτικά μάλλον είχαν αντικατασταθεί από χειροποίητα ανταλλακτικά που τα φτιαξε ο ντόπιος σιδεράς, και έπρεπε να δοκιμαστούν και να ενσωματωθούν σωστά.

Εξέτασα σιωπηλά την διάταξη του σταθμού ηλεκτρισμού, μη δίνοντας άλλη σημασία στον σκεπτικό μηχανικό. Κάτω απ' τη θέση της μοτοσυκλέττας διάβασα τον αριθμό της μηχανής, Ε-0-401, και κάτω απ' αυτόν, μια μικρή επιγραφή στα εγγλέζικα που έγραφε "77η Βασιλική Βρετανική Αποικιακή Ταξιαρχία". 

Τα σύρματα από τον σταθμό ηλεκτρισμού προς το χωριό πήγαιναν κάτω απ' το χώμα, μέσα σε μονωμένο καλώδιο. Το απόγευμα, το δίχως άλλο, τα παράθυρα απ' τα καλύβια του χωριού έλαμπαν θριαμβευτικά, υπερασπίζοντας την επανάσταση απ' το σκοτάδι.

Ο μηχανικός πλησίασε και μου πρόσφερε ένα σακκούλι με καπνό.

"Κάπνισε, καλό θα σου κάνει", μού είπε. "Τι κοιτάς; Νομίζω πως δούλεψες με καμιά θεριστική μηχανή και θεωρείς ότι τα ξέρεις όλα για τις μηχανές;"

"Όχι, δεν δούλεψα ποτέ με θεριστική μηχανή", απάντησα. Μετά ρώτησα τον επαρχιακό μηχανικό "Τι χρησιμοποιείς για καύσιμα;"

 "Κριθαρένιο αλκοόλ, φυσικά", είπε αναστενάζοντας ο μηχανικός. "Κάνουμε πολύ δυνατό αλκοόλ, και μετά φωτίζουμε το χωριό μ' αυτό."

"Και για λάδια;" συνέχισα να ρωτάω.

"Ό,τι βρω", απάντησε ο άντρας. "Το φιλτράρω με ένα κουρέλι και το ρίχνω". 

"Κρίμα να καις καλό κριθάρι σε μηχανή", είπα εγώ. "Αξίζει τον κόπο;"

 "Όντως είναι κρίμα", συμφώνησε ο μηχανικός. "Αλλά τι να κάνουμε; Είναι το μόνο καύσιμο που έχουμε."

"Και ποιανού κριθάρι κάνεις καύσιμο;"

 "Εσύ ποιανού λες;", είπε ο μηχανικός. "Της κοινωνίας, του λαού. Μαζέψαμε απόθεμα από αυτοφορολόγηση--κι έτσι έχουμε αυτό, κι έπειτα υπάρχουν και κανα δυό άλλες πηγές."

Δήλωσα έκπληξη. Πώς και ήταν τόσο πρόθυμοι οι χωρικοί να ταϊσουν τη σοδειά της περασμένης χρονιάς σ' ένα μηχάνημα όταν το φετινό καλοκαίρι δεν θα είχαν κριθάρι εξαιτίας της ξηρασίας;"

"Δεν ξέρεις τους ανθρώπους μας", είπε αργά ο μηχανικός, ακούγοντας διαρκώς τη δουλειά της μηχανής. Είχαμε κάπως απομακρυνθεί απ' αυτή και στεκόμασταν δίπλα στο παλούκι που δένανε τα άλογα. "Μόνο και μόνο επειδή δεν υπάρχει τροφή, νομίζεις ότι ο κόσμος δεν έχει ανάγκη το διάβασμα; Ο γαιοκτήμονας μας άφησε μια ωραία βιβλιοθήκη εδώ στη Βερτσόφκα. Τώρα οι μουζίκοι διαβάζουν βιβλία τα απογεύματα--μερικοί διαβάζουν φωναχτά, άλλοι διαβάζουν από μέσα τους, και άλλοι μαθαίνουν ακόμα να διαβάζουν. ...Και μεις τους δίνουμε φως στα καλύβια τους--κι έτσι έχουμε φως, κι έχουμε διάβασμα. Μέχρι να αποκτήσει κάποια άλλη χαρά ο λαός, άσ' τον να έχει φως και διάβασμα."

"Αν δεν έβαζες κριθάρι για να φτιάξεις καύσιμα για τη μηχανή, τα πράγματα θα ήταν ακόμα καλύτερα", του είπα. Τότε θα είχατε ψωμί, φως και διάβασμα."

Ο μηχανικός με κοίταξε και μου έδωσε ένα συγκρατημένο αλλά ευγενικό χαμόγελο.

"Μην ανησυχείς για το κριθάρι: είναι πεθαμένο έτσι κι αλλιώς, δεν τρώγεται...Είχαμε έναν κουλάκο εδώ, τον Βάνκα Τσεφ. Αυτός κι όλη του η οικογένεια έφυγαν, πήγαν με τους Λευκούς, και έθαψε το κριθάρι του σε ένα μακρινό χωράφι. Οπότε ο σύντροφος Ζαριόνοφ κι εγώ ψάχναμε όλη τη χρονιά να βρούμε το κριθάρι αλλά μέχρι να το βρούμε είχε πάθει ασφυξία και πέθανε--παραήταν σάπιο για να φαγωθεί, ήταν άχρηστο για σπόρος, αλλά ήταν κατάλληλο για την βλαβερή χημεία του αλκοόλ. Και είχαμε πολύ, σχεδόν 700 κιλά! Δεν έχουμε καν ακουμπήσει τα αποθέματα από την αυτοφορολόγηση και την αμοιβαία βοήθεια. Αυτά είναι τριάντα κιλά, όσα και πριν. Ο γραμματέας μας δεν θα σ' αφήσει να φας ούτε ψίχουλο απ' αυτά, αν δεν πρηστείς απ' την πείνα. Κι αυτός είναι ο μόνος τρόπος. Ειδάλλως..."

Ο μηχανικός κατόπιν σταμάτησε να μιλά και έτρεξε στον σταθμό του ηλεκτρισμού γιατί ο ιμάντας είχε πεταχτεί έξω από την τροχαλία του δυναμό.

Γύρισα την πλάτη και άρχισα να περπατάω πίσω στην Βερτσόφκα. Έξω απ' το χωριό, ένα μπουρί έβγαζε σταθερά καπνό, και πήγα να ρίξω μια ματιά σ' αυτό το καλύβι που θερμαινόταν τόσο σφοδρά μες το κατακαλόκαιρο. Κρίνοντας απ' την αυλή και απ' τις πόρτες, ο ιδιοκτήτης ή είχε πεθάνει ή είχε εγκαταλείψει το καλύβι. Οι πόρτες ήταν γεμάτες χόρτα, και η αυλή είχε γεμίσει από σκληρά, χολεριασμένα αγριόχορτα, απ' αυτά που αντέχουν τη ζέστη, τον άνεμο και τις καταιγίδες και πάντα επιβιώνουν.

Μέσα στο καλύβι ήταν ένας φούρνος, και μέσα στο φούρνο κάποιος είχε εγκαταστήσει ένα αυτοσχέδιο αποστακτήριο. Ο φούρνος θερμαινόταν από ρίζες, και πάνω σε ένα μικρό σκαμνί, δίπλα στο στόμιο του μηχανήματος, στο φως της φλόγας, είδα έναν χαρούμενο, ευτυχισμένο γέρο, με ένα μεγάλο ποτήρι στο δεξί του χέρι και λίγη αλατισμένη πατάτα στο αριστερό. Ο γέρος πρέπει να περίμενε την καινούργια έκκριση του ασυνείδητου υγρού για να ελέγξει αν ήταν κατάλληλο για καύση στη μηχανή ή αν ήταν ακόμα πολύ αδύνατο. Το ίδιο το στομάχι και τα έντερα του γέρου δοκιμαστή ήταν εργαλείο ελέγχου καυσίμων.

Βγήκα στην αυλή για να βρω το ηλεκτρικό καλώδιο, αφού δεν είχε τίποτε να δω στον δρόμο. Το βασικό καλώδιο περνούσε μέσα απ' τις αυλές. Τα άγκιστρα μόνωσης είχαν τοποθετηθεί στους τοίχους των καλυβιών ή στους κορμούς από λεύκες εδώ κι εκεί, ή αλλιώς είχαν απλώς βιδωθεί σε πασσάλους που είχαν γίνει με κομμάτια από φράχτες καρφωμένα το ένα πάνω από το άλλο, και τα μικρότερα καλώδια διακλαδώνονταν απ' αυτά τα άγκιστρα με κατεύθυνση τα εξωτερικά κτίσματα και τα βιώσιμα τμήματα των καλυβιών. Σ' αυτό το κομμάτι του κόσμου, όπου δεν υπήρχε δάσος, ήταν αδύνατο να βρεις πασσάλους για να φτιάξεις μια φυσιολογική διάταξη ηλεκτρισμού στο δρόμο. Και από οικονομική και τεχνική σκοπιά, κάτι όπως αυτό που υπήρχε ήταν η μόνη εφικτή λύση στο πρόβλημα της ηλεκτροδότησης.

Ανησυχούσα όμως ότι τα καλώδια από πάνω μου μπορεί να είχαν κρεμαστεί λάθος και ότι αυτό μπορεί να προκαλούσε πυρκαγιά, οπότε πήρα το δρόμο για τις αυλές, περνώντας πάνω από τους πασσάλους και τους συρμάτινους φράχτες ανάμεσα σε γειτονικές κατοικίες και ελέγχοντας από έξω πώς είχαν κρεμαστεί και τοποθετηθεί τα κεντρικά καλώδια. Η γραμμή ήταν σωστά τεντωμένη, και πουθενά δεν πλησίαζαν άχυρο τα καλώδια, ούτε ήταν κοντά σε ευαίσθητες και εύφλεκτες ύλες που θα μπορούσαν να πιάσουν φωτιά ως αποτέλεσμα της θέρμανσής τους από χαλκό που τον διαπερνούσε ρεύμα.

Αφού καθησυχάστηκα σε ό,τι αφορούσε τον κίνδυνο φωτιάς, βρήκα ένα δροσερό κι απόμερο μέρος στη σκιά μιας καλύβας και έπεσα να κοιμηθώ εκεί για να ξεκουραστώ.

Αναγκάστηκα όμως να ξυπνήσω πριν ξεκουραστώ όσο χρειαζόμουν. Κάποιος με κλώτσαγε και προσπαθούσε να με ξυπνήσει.

"Δεν έχουμε χρόνο για ξεκούραση, ούτε για υπνάκο, μέχρι της θλίψης την καταστολή, ώσπου να σηκωθούν οι νεκροί απ' τον τάφο!", είπε ένας άνγωστος άνδρας από πάνω μου.

Συνήλθα έντρομος. Η ζέστη του ήλιου πλημμύριζε όλη τη φύση σαν ντελίριο. Ένας άντρας με καλοσυνάτο πρόσωπο, ρυτιδιασμένο από την γεμάτη ενέργεια ζέση του, έσκυβε πάνω μου και με χαιρέταγε με ρίμες, σαν αδελφός στη λαμπερή ζωή. Απ' αυτό μάντεψα πως ήταν ο γραμματέας των Σοβιέτ του χωριού που είχε γράψει το υπόμνημα στην Επαρχιακή Εκτελεστική Επιτροπή.

"Σήκω, σήκω αμέσως απ' τον ύπνο, μάνιασε μέσα στον χαίνοντα βυθό--έτσι φωνάζουν οι Μπολσεβίκοι, και γκρεμίζονται τα τείχη στην κόλαση!"

Το δικό μου μυαλό όμως ήταν γεμάτο όχι ποίηση αλλά αποφαστικότητα. Σηκώθηκα και μίλησα στον γραμματέα για τον σταθμό ηλεκτρισμού με τη μοτοσυκλέττα και για την ανάγκη να βρούμε μια αντλία από κάπου.

"Ο άνεμος λυσσομανά, οι σκέψεις μου πηδάνε", είπε ο γραμματέας. "Δεν μπορώ να σκεφτώ...μετά τι λέμε;" ρώτησε ξαφνικά.

"Την αντλία σου!" του θύμησα.

"Την αντλία σου!...Πάμε στο σπίτι μου", συνέχισε ο γραμματέας με την έμπνευση της καρδιάς του, "ώστε με ησυχία να μας πεις αν τάφο ή γαμήλιο κρεβάτι επιθυμείς, και ποιο είναι το σαράκι της δικιάς σου της ψυχής."

Στο Σοβιέτ του χωριού έδωσα στον γραμματέα μια ακριβή περίληψη του σχεδίου μου να αρδεύσω την ξεραμένη γη με νερό και έτσι να βάλω τέλος στις προσευχές του κόσμου για βροχή.

"Βλέπω καλοσύνη στο πρόσωπο αυτό το νεαρό", αναφώνησε ο γραμματέας, "για αυτό", συνέχισε δείχνοντας τα στήθη του, "με την πολεμική καρδιά μου να βροντά, δίνω όρκο αληθινό!"

"Έχετε κάποιο κοινοτικό χωράφι με λαχανικά χωρίς πολλούς ιδιοκτήτες;",  τον ρώτησα.

Ο γραμματέας με πληροφόρησε άμεσα και χωρίς δισταγμό: "Έχουμε λίγη τέτοια γη. Κάποτε ήτανε αγελάδων μαντρί. Τώρα την έχουν χήρες, κι οι γαμπροί...ποια είναι η λέξη;"  Έχασε το νήμα της σκέψης του, αλλά μετά συνέχισε, "οι οικογένειες των στρατιωτών του Κόκκινου Στρατού που τραυματίστηκαν στον πόλεμο! Εκατό εκτάρια γης. Οργωμένα, σπαρμένα και θερισμένα από την νέα μας εξουσία--το Σοβιέτ του χωριού!" Εκεί ήταν κάποτε το χωριό, τώρα είναι ερημιά, αλλά το χώμα είναι ακόμα γεμάτο καλή κοπριά, και το κριθάρι φυτρώνει σαν καπνός της καμινάδας στον χειμωνιάτικο ουρανό. Τώρα όμως δεν έχουμε καρπό ούτε σπυρί, ούτε κι ο ήλιος δεν μας βοηθά χωρίς βροχή!"

Συνειδητοποίησα ότι μπορεί να μην είχαμε αρκετή ενέργεια απ' τη μοτοσυκλέττα για να αρδεύσουμε εκατό εκτάρια, αλλά αποφάσισα παρ' όλα αυτά να αρδεύσω τουλάχιστον ένα κομμάτι αυτής της γης που ανήκε στους φτωχότερους όλων των χωρικών--τις χήρες και τους στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού.

Ακούγοντας αυτό μου το σχέδιο, ο γραμματέας δεν μπόρεσε να βρει άλλες λέξεις και ξέσπασε σε λυγμούς εκεί μπροστά μου.

"Είναι εξαιτίας της σύμπτωσης περιστάσεων", εξήγησε μετά από λίγο, χωρίς να χρησιμοποιήσει ρίμα.

Τις επόμενες δυο μέρες εγώ κι ο γραμματέας, μαζί με τον μηχανικό από τον σταθμό ηλεκτρισμού με τη μοτοσυκλέττα, εργαστήκαμε για να εγκαταστήσουμε τη μοτοσυκλέττα σ' ένα καινούργιο μέρος--δίπλα στο Γιάζβα, ένα ρηχό ποταμάκι που έρεε αργά προς τα ποιος ξέρει πού μέσα στην κάψα της ζέστης. Αυτό ήταν το σύνορο της γης όπου εργάζονταν με κοινοτικά άλογα το Σοβιέτ του χωριού, της γης που ανήκε στις χήρες και στους στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού. Παρά τη γονιμότητα αυτής της χαμηλής γης, δεν φύτρωνε τίποτε πλέον εκεί παρά λίγες πατάτες και, πιο πέρα, κάτι ασήμαντα κοτσάνια κεχριμπαριού. Τα φυτά ήταν όλα εξαντλημένα, είχαν πνιγεί απ' την θανατηφόρα σκόνη των καυτών ανεμοστρόβιλων και είχαν γείρει προς τα κάτω για να επιστρέψουν στο σκοτάδι της στάχτης και να ξανασυμπυκνωθούν στα νεκρά πλέον σπόρια απ' τα οποία είχαν φυτρώσει.

Στα ίδια αυτά χωράφια φύτρωνε υπομονετικά το τριφύλλι, μαζί με κακτοειδή, με τα χλωμά λουλούδια του "χρυσόχειλου", που έμοιαζαν με το πρόσωπο ανθρώπου με την έκφραση τρέλας, και με τ' άλλα αγριόχορτα που καταλαμβάνουν τη γη όταν κυριαρχεί η ξηρασία.

Δοκίμασα το χώμα. Ήταν σα στάχτη που είχε καεί στον ήλιο. Ο καυτός αέρας των καταιγίδων θα μπορούσε να σηκώσει όλη τη γόνιμη σκόνη και να τη σκορπίσει ολόγυρα μέχρι να μη μείνει ούτε ίχνος.

Αφού εγκαταστήσαμε τη μοτοσυκλέττα, εγώ κι ο γραμματέας αρχίσαμε να σκεφτόμαστε για αντλία. Ψάξαμε στις αποθήκες των κουλάκων, που είχαν λεηλατήσει τα σπίτια των γαιοκτημόνων με ιδιαίτερη απληστία και αυτοέλεγχο, και βρήκαμε πολλά καλά πράγματα εκεί, ακόμα και μερικούς πίνακες του Πικάσσο, και κάτι μαρμάρινα μπιντέ για γυναίκες, αλλά αντλίες δεν βρήκαμε.

Αφού σκέφτηκα για λίγο, πήρα απ' τη μοτοσυκλέττα την παχιά σιδερένια ταμπέλα που έφερε τον αριθμό της παρεμβατικής εγγλέζικης στρατιωτικής μονάδας και μ' αυτή έφτιαξα δυο λεπίδες στου σιδερά. Μετά, και με διαταγή του γραμματέα, βγήκε η μεταλλική οροφή από το κτίριο του Σοβιέτ του χωριού, και το σίδερο χρησιμοποιήθηκε για να φτιάξουμε πέντε ακόμα λεπίδες, καθώς και το κουβούκλιο της αντλίας, τις σωλήνες απορρόφησης και τα φρεάτια που χρειάζονταν για να πηγαίνει το νερό στα χωράφια.

Ο μηχανικός του σταθμού ηλεκτρισμού κι εγώ δουλέψαμε με τη μοτοσυκλέττα άλλες τρεις μέρες, μέχρι να σταθεροποιήσουμε και τις επτά λεπίδες πάνω στις αχτίνες του πισινού τροχού και να εγκαταστήσουμε τον τροχό μέσα στο κουβούκλιο.  Με αυτό τον τρόπο κατασκευάσαμε μια κεντρομόλο αντλία από ένα τροχό μοτοσυκλέττας και οικοδομήσαμε ένα σταθμό ύδρευσης αντί ηλεκτρισμού. Αυτή η αντλία όμως δεν θα εμπόδιζε άλλες εργασίες. Όταν η γη δεν θα χρειαζόταν πια το νερό, η μηχανή θα επέστρεφε στην μετάδοση κίνησης στο δυναμό και τον φωτισμό των καλυβιών.

Μετά από πέντε μέρες εξαντλητικής εργασίας χωρίς τα απαραίτητα εργαλεία και υλικά, μέσα στην ακαταστασία των χωραφιών, εγώ κι ο μηχανικός βάλαμε μπρος τη μηχανή της μοτοσυκλέττας, και άρχισε να τρέχει νερό πάνω στη γη των χήρων και των στρατιωτών του Κόκκινου Στρατού. Όμως η ροή ήταν αδύναμη--κάπου εκατό κουβάδες την ώρα--και ήταν ουσιώδες να μοιράσουμε το νερό σε όλα τα χωράφια, πράγμα που θα απαιτούσε ζήλο εκ μέρους του λαού. Εν τω μεταξύ, ένα ποσοστό του νερού χανόταν λόγω κακής ποιότητας συνδέσεων στα αυτοσχέδιά μας φρεάτια, πράγμα που μου προκαλούσε επιπρόσθετη στενοχώρια. Όχι ότι ο ίδιος ο γραμματέας στενοχωρέθηκε το ίδιο: "Τι κι αν η επιστήμη δίνει με το στανιό νερό η τσιγκούνισα, με των μαζών τη δύναμη θα στίψουμε τη θάλασσα!"

Την επόμενη μέρα ο γραμματέας μαζί με είκοσι γυναίκες και με τέσσερις γέρους χωρικούς προσπάθησαν να κατευθύνουν το νερό βαθιά μέσα στα χωράφια με τα φτυάρια τους, αλλά η ροή ξεράθηκε κοντά στον σταθμό ύδρευσης. Από τις χαραμάδες της γης, κι έχοτας φοβηθεί από την υγρασία, πετάγονταν σαύρες, αράχνες, ξερά αρθρωτά σκουλήκια κάποιου άγνωστου είδους, και σκληρά μικρά έντομα που έμοιαζαν φτιαγμένα από μπρούντζο. Αυτά ήταν προφανώς που θα κληρονομούσαν τη γη αν τα σύννεφα βροχής δεν ξαναμαζευόταν στην ατμόσφαιρα κι ο άνθρωπος εξαφανιζόταν.

Οι χήρες και οι φτωχές χωριάτισσες μαζεύτηκαν γύρω μας κι άρχισαν να παραπονιούνται για την έλλειψη νερού και την ισχνή δύναμη της μηχανής. Τις ακούσαμε ντροπιασμένοι, αλλά χωρίς φόβο, και ο ίδιος ο γραμματέας πρόφερε κάποια συμπερασματικά λόγια παρηγοριάς. Κοίταξε μέσα στον θολό, καταπιεστικό ουρανό του αποτρελαμένου θέρους, το πρόσωπό του λαμπρό μέσα στη σιωπή μιας τρομερής, εκτυφλωτικής φύσης, και είπε: "Όλα μαράθηκαν, καταστροφή--πάει το χορτάρι, το ίδιο κι η γη. Μα εμείς θα ζήσουμε με δύναμη κι επιμονή, γιατί ο άνθρωπος έχει ως δώρο τη λογική. Γι' αυτό θα αντέξουμε κάθε έγνοια και μπελά, γιατί δεν γεννηθήκαμε πέτρες και σίδερα. Ούτε και είμαστε βοοειδή, και δεν θα πεθάνουμε ώσπου η μάχη να κερδηθεί."

Ο γραμματέας Ζαριόνοφ ήταν κουρασμένος απ' τη ζέστη και τα βάσανα. Αλλά το πρόσωπό του είχε αλλάξει--ήταν καθαρό και σκεπτικό--αν και δεν είχε χάσει τίποτε απ' την καλοσύνη του. Και είπε στις χήρες που τον κοίταζαν με έκπληξη και με χαμόγελα συμπόνοιας, αυτή τη φορά σε πρόζα: "Γυναίκες, αρχίστε το σκάψιμο, κάντε το χαντάκι πιο μακρύ. Αυτή η μηχανή είναι παρεμβατιστής, ήταν με το πλευρό των Λευκών, δεν θέλει να χύσει νερό πάνω στους κήπους του προλεταριάτου."

Με την συγκέντρωση της παθιασμένης σκέψης, ο μηχανικός παρατηρούσε την δύσκολη λειτουργία της μηχανής· έκανε λιγότερες περιστροφές και λαχάνιαζε βαριά απ' την υπερβολική φόρτωση. Ένιωσα με τα χέρια μου τη μηχανή ολόγυρα: είχε υπερθερμανθεί άσχημα και ήταν σε άσχημη κατάσταση: το ισχυρό υγρό αναφλεγόταν στους κυλίνδρους με άγαρμπη οργή, και το κακής ποιότητας λάδι δεν μπορούσε να κρατήσει στα σημεία τριβής και να τα καλύψει με ένα τρυφερό, καταπραϋντικό στρώμα. Η μηχανή έτρεμε μέσα στο κουβούκλιό της, και μια λεπτή, αδιόρατη φωνή από μέσα της ακουγόταν σαν προειδοποίηση θανάσιμου κινδύνου.

Κατάλαβα τη μηχανή και έβαλα τέλος στην ξερή, θυμωμένη της λειτουργία. Βγάλαμε το κουβούκλιο από τον τροχό που λειτουργούσε ως κεντρομόλος αντλία, μειώσαμε τον αριθμό των λεπίδων στον τροχό από επτά σε τέσσερις, και ξανατοποθετήσαμε το κουβούκλιο. Ήθελα να μειώσω το φόρτο της μηχανής· θα διατηρούσε καλύτερη ταχύτητα, κι έτσι οι τέσσερις λεπίδες θα έκαναν περισσότερη δουλειά απ' τις επτά.

Είχε πια βραδιάσει και όλοι είχαν πάει να ξεκουραστούν. Μόνο εγώ και ο σύντροφος Ζιριάνοφ είχαμε παραμείνει, καθισμένοι στις όχθες ενός ποταμού που έτρεχε όλο και λιγότερο νερό. Δε βιαζόμουν να ξαναβάλω μπρος στη μηχανή. Ήθελα να σκεφτώ κάτι που να τη βοηθά να περιστρέφεται πιο ελεύθερα.

Ο ήλιος έδυσε σ' έναν άγριο και πύρινο χώρο του ορίζοντα, αφήνοντας πάνω στη γη μονάχα σκοτάδι και ανθρώπους γεμάτους αγωνία, σκυμμένους τώρα στα καλύβια τους με δύσκολα συναισθήματα στις καρδιές τους και χωρίς άμυνα απέναντι στην καταστροφή και το θάνατο. Μετά από λίγο ήρθαν τα παιδιά του γραμματέα, ένα μικρό αγόρι κι ένα κορίτσι, αυτά που είχα δει στην εκκλησιαστική λιτανεία. Είχαν γίνει σκούρα απ' την πείνα και την εγκατάλειψη κι έπεσαν πάνω στον πατέρα τους, χαρούμενα που τον βρήκαν, και που θα ξόδευαν τη νύχτα μαζί του στο φρικτό, αποπνικτικό σκοτάδι. Δεν ζητούσαν πια ψωμί, ικανοποιημένα που είχαν έναν πατέρα--έναν πατέρα που τ' αγαπούσε και που επίσης δεν είχε τίποτε να φάει. Ο πατέρας έσφιξε τα αδύναμα σώματα των παιδιών του πάνω του και άρχισε να ψάχνει στις τσέπες του να βρει κάτι να τα ταϊσει, αλλά το μόνο που βρήκε ήταν σκουπίδια και υπομνήματα από την τοπική εκτελεστική επιτροπή. Μετά, ο γραμματέας αποφάσισε να παρηγορήσει τα παιδιά του με την ζέστη του: τα αγκάλιασε και τα δύο με τα τεράστια χέρια του, τραβώντας τα προς την ζεστή του κοιλιά, και οι τρεις τους αποκοιμήθηκαν πάνω στην σκοτεινή γη. Η μάνα αυτών των παιδιών ήταν μάλλον νεκρή και τα δύο ορφανά ζούσαν μόνα τους με τον πατέρα τους.

Συνειδητοποίησα τι έπρεπε να κάνω: να στρίψω λίγες ίνες κάνναβης για να φτιάξω ένα φυτίλι, να βάλω το ένα άκρο του φυτιλού σε ένα δοχείο νερού και το υπόλοιπο να το περάσω γύρω από τους κυλίνδρους της μηχανής. Το νερό θα τραβιόταν πάνω στο φυτίλι, και η μηχανή θα ένιωθε τη δροσιά και θα έδινε παραπάνω ενέργεια. Μετά απ' αυτό επέστρεψα στην αποκοιμισμένη οικογένεια του Στέπαν Ζαριόνοφ και δεν ήξερα τι να κάνω--να αντλήσω λίγο νερό ώστε αυτά τα παιδιά να έχουν κάτι να φάνε τουλάχιστο ως το φθινόπωρο, ή να περιμένω, αφού τα παιδιά θα ξυπνούσαν από το θόρυβο της μηχανής και θ' άρχιζαν αμέσως να νιώθουν το βάσανο της πείνας.

Κάθισα σκεπτικός στο ποτάμι, που έρεε ήσυχα ως μακριά, και ατένισα στον ουρανό την συγκέντρωση των άστρων, των μελλοντικών αυτών πεδίων της ανθρώπινης δραστηριότητας· αυτό το αθάνατο σκοτάδι που σε ρουφά μέσα του, γεμάτο ανήσυχη και μικροσκοπική ύλη που πάλλεται με τον ρυθμό της άγνωστης μοίρας της. Κι άρχισα να σκέφτομαι για τον ηλεκτρισμό, κάτι που πάντα μου έδινε ικανοποίηση.

Γρήγορα όμως η προσοχή μου επέστρεψε στο χωριό--ακούστηκε μια δυνατή έκρηξη από κάποιο βαρέλι εκεί, και μετά το σφύριγμα του ατμού, και κατόπιν σιωπή. Ο γραμματέας ξύπνησε, σήκωσε το νυσταγμένο του κεφάλι, είπε τα εξής: "Μέσα στο μυαλό μου το μωρό κλαίει πάλι"--και ξανάπεσε για ύπνο.

Βλέποντας ότι η οικογένεια κοιμόταν τόσο βαθιά που δεν ξύπνησαν απ' την έκρηξη, ξεκίνησα τη μηχανή. Πάνω στη μαύρη γη έτρεξε ένα πλατύ ρυάκι νερού από το στόμιο του σωλήνα πίεσης.

Η μηχανή περιστρεφόταν σε ικανοποιητικό ρυθμό, δεν υπερθερμαίνονταν, και δεν τραγούδαγε πλέον με εξαντλημένη και αγωνιώδη φωνή από τα βάθη της σκληρής της ύπαρξης. Περπάτησα ήσυχα γύρω απ' τη μηχανή που τώρα δονούνταν από ένταση, και παρατήρησα ικανοποιημένος το ήρεμο πέρασμα της νύχτας μέσα απ' τον κόσμο. Άσε τον χρόνο να περάσει· τώρα δεν πέρναγε μάταια. Η μηχανή τραβούσε αξιόπιστα νερό για τα ξερά χωράφια των φτωχών χωρικών.

Χρησιμοποίησα έναν κουβά για να μετρήσω την παροχή του νερού ανά λεπτό. Είδα ότι τώρα, η αντλία έδινε περίπου διακόσιους κουβάδες την ώρα, το διπλάσιο από ό,τι πριν. Στην τσέπη μου βρήκα ένα ξεροκόμματο ψωμί από την πόλη κι άρχισα να το τρώω, προσπαθώντας να το τελειώσω γρήγορα. Χωρίς να το παραδεχτώ στον εαυτό μου φοβόμουν μήπως τα παιδιά του γραμματέα ξυπνήσουν ξαφνικά, γιατί μετά θα μου ζητούσαν σίγουρα φαϊ...Μασώντας τα τελευταία ψίχουλα, έσκυψα πάνω τους--ανέπνεαν άρρυθμα και ανήσυχα σ' έναν θλιμμένο ύπνο που είχε δαμάσει τον πόνο της πείνας μέσα τους. Μόνο ο πατέρας τους ήταν εκεί ξαπλωμένος μ' ένα χαρούμενο πρόσωπο που πάρεμενε όσο καλοσυνάτο ήταν πάντα. Είχε έλεγχο του σώματός του και όλων των βασανιστικών δυνάμεων της φύσης, καθώς η μαγική ένταση της ευφυίας έφερνε χαρά σε μια καρδιά που είχε πίστη στο λαμπρό μέλλον της προλεταριακής ανθρωπότητας. 

Προφανώς, κάτι έκανε την ενσυνειδητότητα του γραμματέα να υπερχειλίσει. Άνοιξε άξαφνα τα μάτια του, είδε ότι μασούσα κάτι, και είπε αμέσως, σαν να μην κοιμόταν: "Τώρα είναι η ώρα να μασήσεις ωραίο ψωμί, όχι μονάχα καημό και φρίκη τρομερή."

Κατάπια το υπόλοιπο φαγητό μου αγχωμένος και άρχισα να σκέφτομαι.

Μέσα απ' το σκοτάδι της κοιλάδας του ποταμού, δυο άνθρωποι πλησίαζαν τη μηχανή--ο μηχανικός, που είχε ξεκουραστεί, και μια ψηλή γριά γυναίκα που δεν γνώριζα.

"Για πήγαινε", είπε η γριά, "πήγαινε και σήκωσε τον άντρα μου. Δεν κινείται. Κείτεται στο χώμα και η καρδιά του δεν χτυπάει μέσα του...Για σας έβραζε το υγρό, μπάσταρδοι..."

Γύρισα ήρεμα προς τον μηχανικό της μοτοσυκλέττας, έχοντας μάθει να κρατώ την ψυχραιμία μου στην αναμπουμπούλα. Ο μηχανικός εξήγησε ότι η γριά αυτή ήταν η γυναίκα του γέρου που πέρναγε κάθε μέρα βράζοντας το υπερ-δυνατό αλκοόλ που χρησιμοποιούσε η μηχανή. Λόγω της απουσίας μηχανήματος που να μετρά την περιεκτικότητα σε αλκοόλη, ο γέρος έπαιρνε συνήθως ένα ποτήρι στο ένα χέρι, κάτι αλατισμένο--ίσως καμιά πατάτα--στο άλλο, και μετά έβαζε το ποτήρι του στην έξοδο του σωλήνα του βραστήρα μέχρι να στάξει. Αλλά αυτή τη φορά, ο γέρος είχε αργήσει να αξιολογήσει την ποιότητα του καυσίμου. Είχε κλείσει την τάπα στο σωλήνα, είχε βάλει κι άλλο ξύλο στη φωτιά, και είχε αποκοιμηθεί κρατώντας ακόμα το άδειο του ποτήρι και ένα κομμάτι πατάτα. Η πίεση είχε αυξηθεί, το καζάνι έσκασε, και η ισχύς της έκρηξης πέταξε τον μικροκαμωμένο γέρο έξω απ' την καλύβα, μαζί με την πόρτα και τα δύο παράθυρα. Τώρα ο γέρος ήταν ξαπλωμένος στο χώμα, και συνέρχονταν αργά-αργά. Αύριο θα ξεκινούσαν τις επισκευές στην εγκατάσταση που εξεράγη.

"Τι θες λοιπόν;" ρώτησα τη γριά. "Ατύχημα ήταν, δεν το προκαλέσαμε εμείς."

"Μεγάλη παρηγοριά", είπε η θυμωμένη γυναίκα.

"Εντάξει, θα το σημειώσω".

"Έβγαλα το σημειωματάριό μου κι έγραψα:  "Στείλε στη γριά λίγο κεχρί απ' την πόλη."

Μόλις είδε ότι κράτησα σημείωση, η γριά με πίστεψε και ηρέμησε. 

Έδωσα λεκτικές οδηγίες στον μηχανικό πώς να φροντίζει την μηχανή και την αντλία, κάθισα για λίγο δίπλα στον γραμματέα Ζαριόνοφ που κοιμόταν πάνω στο χώμα με τα παιδιά του, και μετά ξεκίνησα με τα πόδια μέσα απ' τη ζεστή νύχτα για το σπίτι μου, για τη μάνα μου. Περπάταγα μόνος σ' ένα σκοτεινό χωράφι και ήμουν νέος, φτωχός και γαλήνιος. Ένα από τα καθήκοντα της ζωής μου είχε ολοκληρωθεί.

***
Dzhan (1935)

[...] Ο Τσαγκατάεφ ένιωσε τον πόνο της θλίψης του. Ο λαός του δεν χρειαζόταν τον κομμουνισμό. Ο λαός του χρειαζόταν τη λήθη--ώσπου ο άνεμος να παγώσει το κορμί του και να το σκορπίσει αργά στα πέρατα του χώρου. Ο Τσαγκατάεφ έστρεψε την πλάτη του σε όλους: όλες του οι πράξεις, όλες του οι ελπίδες είχαν αποδειχτεί αβάσιμες. Έπρεπε να πάρει την Αϊντίμ και να αφήσει τον τόπο αυτόν για πάντα. Πήγε παράμερα και ξάπλωσε με το πρόσωπό του στη γη. Όπου κι αν πήγαινε, ήξερε πως θα επέστρεφε. Ο λαός του, στο κάτω-κάτω, ήταν ο μεγαλύτερος φτωχός του κόσμου: είχε σπαταλήσει το σώμα του στη σκληρή εργασία και στις κακουχίες της ερήμου, είχε διδαχτεί να ξεχάσει τον σκοπό της ζωής, είχε χάσει κάθε συνείδηση των δικών του συμφερόντων επειδή οι δικές του επιθυμίες δεν είχαν ποτέ, με κανένα τρόπο, πραγματοποιηθεί. Αν ο λαός του ζούσε ακόμα, αυτό οφειλόταν στην μηχανική δράση της φτωχής καθημερινής του τροφής -- χελώνες, αυγά χελώνας και τα μικρά ψάρια που ο λαός του είχε αρχίσει να πιάνει στη λίμνη όπου πήγαινε για νερό.

Απέμενε στο λαό του μια έστω μικρή ψυχή, κάτι με το οποίο να μπορεί να δουλέψει ώστε να του φέρει τη γενική ευτυχία; Ή είχαν όλα φθαρεί τόσο από τα βάσανα που ακόμα και η φαντασία, η ευφυία των φτωχών, είχε πεθάνει ολότελα; Ο Τσαγκατάεφ γνώριζε από την παιδική του μνήμη και από την εκπαίδευσή του στη Μόσχα πως οποιαδήποτε εκμετάλλευση ενός ανθρώπινου πλάσματος ξεκινά με την παραμόρφωση της ψυχής του, με το ότι η ψυχή του συνηθίζει τόσο στο θάνατο ώστε να μπορεί να υποταχθεί. Χωρίς τούτη την υποταγή, ο δούλος δεν είναι δούλος. Κι αυτός ο αναγκαστικός ακρωτηριασμός της ψυχής συνεχίζεται, γίνεται όλο και πιο βίαιος, μέχρι που η λογική του δούλου γίνεται τρέλα και κενότητα σκέψης. Η ταξική πάλη ξεκινά με την νίκη των καταπιεστών πάνω στο "άγιο πνεύμα" που κλείνει μέσα του ο δούλος: η βλασφημία ενάντια στις δοξασίες του αφέντη, στην ψυχή του αφέντη, παραμένει ασυγχώρητη, ενώ η ψυχή του δούλου συνθλίβεται στο ψέμα και στην καταστροφική εργασία. [...]

Ο Σούφιαν είπε στον Τσαγκατάεφ: "Κάνεις λάθος. Δεν είναι πως ο λαός δεν μπορεί να ζήσει--είναι ότι δεν του το επιτρέπουν." [...] 

"Ο λαός σου φοβάται τη ζωή. Έχει χάσει τη συνήθεια της ζωής και δεν πιστεύει στη ζωή. Καμώνεται τον πεθαμένο--αλλιώς αυτοί που είναι ευτυχισμένοι και δυνατοί θα έρθουν για να τον ξαναβασανίσουν. Οι Dzhan δεν έχουν κρατήσει σχεδόν τίποτε για τον εαυτό τους, κράτησαν μόνο όσα δεν χρειάζεται κανένας άλλος, έτσι ώστε κανείς να μη νιώθει απληστία όταν τους κοιτάζει." [...] 

"Ο Στάλιν πρέπει να βρίσκει τα πράγματα δυσκολότερα κι από μένα", σκέφτηκε ο Τσαγκατάεφ. Έχει μεμιας μαζέψει τους πάντες γύρω του: Ρώσους, Τάταρους, Ουζμπέκους, Τουρκμένους, Λευκορώσους--έθνη ολόκληρα. Σύντομα θα έχει μαζέψει όλη την ανθρωπότητα και θα ξοδεύει όλη του την ψυχή για αυτή, έτσι ώστε οι άνθρωποι να έχουν κάτι για να τους κρατά στα πόδια τους στο μέλλον, ώστε να γνωρίζουν τι να σκέφτονται και τι να κάνουν. Όσο για μένα, κι εγώ πρέπει να μαζέψω τη μικρή μου φυλή: να την αφήσω να συνέλθει, να την αφήσω να αρχίσει τη ζωή από την αρχή, αφού ως τώρα δεν της επέτρεψαν ποτέ να ζει." [...] 

"Γιατί φύγατε εκείνη τη μέρα τον χειμώνα;" ρώτησε ο Τσαγκατάεφ τον Κάρα Χόρμα και τον Μόλλα Τσερκέζοφ. 

Εκείνοι έκαναν μια γκριμάτσα εξαιτίας της σύγχυσης που τους προκάλεσε μια παράξενη σκέψη, και ο Ιβάν ο γέρος απάντησε για λογαριασμό και των δύο: "Νομίζαμε πως δεν υπήρχε πια τίποτα στον κόσμο, πως όλα είχαν εξαφανιστεί εδώ και καιρό. Κι αν ήμασταν οι μόνοι που απέμειναν, τότε γιατί να ζούμε;"

"Θέλαμε να βεβαιωθούμε," είπε ο Αλλάχ. "Υπήρχαν άλλοι άνθρωποι πουθενά; Θέλαμε να ξέρουμε."

Ο Τσαγκατάεφ τους κατάλαβε και ρώτησε αν αυτό σήμαινε ότι είχαν πειστεί πια για τη ζωή και ότι δεν θα πέθαιναν άλλο. 

"Δεν έχει νόημα να πεθαίνεις", είπε ο Τσερκέζοφ. "Το να πεθάνεις μια φορά--αυτό μπορεί να το σκεφτείς ως κάτι απαραίτητο και χρήσιμο. Αλλά το να πεθάνεις μια φορά δεν σε βοηθά να καταλάβεις την ίδια σου την ευτυχία--και κανείς δεν έχει την ευκαιρία να πεθάνει δυο φορές. Οπότε το να πεθαίνεις δεν σε οδηγεί πουθενά."

[...]

"Τότε, ας είμαστε ευτυχισμένοι--τι πιο ενδιαφέρον υπάρχει απ' αυτό;" απάντησε ο Τσαγκατάεφ. "Η θλίψη θα ξαναέρθει--αλλά είθε η θλίψη μας να είναι λιγότερο δυστυχισμένη από ό,τι ήταν πριν. Είθε να είναι μια διαφορετική θλίψη. Η θλίψη μας ήταν σαν την θλίψη της σαύρας ή της χελώνας."

[...]

Είμαστε Dzhan, απάντησε ο γέρος, και φάνηκε απ' τα λόγια του πως κάθε μικρή φυλή, κάθε οικογένεια και τυχαία ομάδα ανθρώπων που πέθαιναν βαθμιαία καθώς ζούσαν στους άδειους τόπους της ερήμου, στο Amu-Dara ή στο Ust-Yurt, αποκαλούσε τον εαυτό της με το ίδιο όνομα: Dzhan. Ήταν το κοινό τους όνομα, που τους δόθηκε πολύ παλιά από τους πλούσιους μπέηδες, γιατί dzhan σημαίνει ψυχή, κι αυτοί οι φτωχοί, θνήσκοντες άνθρωποι δεν είχαν τίποτε που να μπορούν να ονομάσουν δικό τους άλλο απ' την ψυχή τους, δηλαδή από την ικανότητά τους να αισθάνονται και να υποφέρουν. Η λέξη dzhan, λοιπόν, ήταν μια προσβολή, ένα αστείο των πλούσιων σε βάρος των φτωχών. Οι μπέηδες θεωρούσαν πως ψυχή σήμαινε μόνο απελπισία, αλλά στο τέλος ήταν η dzhan που τους καταδίκασε σε θάνατο: είχαν πολύ λίγη dzhan δική τους, πολύ μικρή ικανότητα να αισθάνονται, να υποφέρουν, να σκέφτονται και να αγωνίζονται. Είχαν πολύ λίγο απ' τον πλούτο των φτωχών.

***
Τάφρος θεμελίων (1927)
[Κολλεκτιβοποίηση]

Η νύχτα κάλυπτε όλο το χωριό, το χιόνι έκανε τον αέρα αδιαπέραστο, κόβοντας την ανάσα, κι όμως οι γυναίκες ακουγόντουσαν να φωνάζουν ολόγυρα και, συνηθίζοντας την δυστυχία, κρατούσαν τη φωνή τους σ' ένα διαρκές ουρλιαχτό. Τα σκυλιά κι άλλα μικρά, νευρικά πλάσματα αντηχούσαν αυτούς τους βασανιστικούς ήχους, και το κολχόζ ήταν τόσο θορυβώδες όσο τα αποδυτήρια σε λουτρά. Κι όλη την ώρα, οι μέσοι και οι πλουσιότεροι χωρικοί εργαζόντουσαν σιωπηλά στις αυλές και στους στάβλους, έχοντας την προστασία των οιμωγών των γυναικών στις ορθάνοιχτες πύλες. Τα εναπομείναντα μη κολλεκτιβοποιημένα άλογα κοιμόντουσαν θλιμμένα στους στάβλους, δεμένα γερά στους πασσάλους για να μην καταρρεύσουν, και κάποια από τα άλογα που στέκονταν είχαν ήδη πεθάνει. Αναμένοντας το κολχόζ, κάποιοι από τους πιο πλούσιους χωρικούς τα κρατούσαν νηστικά, έτσι ώστε τίποτε να μην κοινωνικοποιηθεί παρά τα δικά τους κορμιά, και να μην οδηγήσουν τα ζωντανά τους μαζί τους στην θλίψη.

"Είσαι ζωντανή ακόμα, καλή μου;"

Η φοράδα κοιμόταν στον στάβλο, το κεφάλι της για πάντα χαμηλωμένο. Ένα μάτι της ήταν μισόκλειστο, αλλά δεν είχε τη δύναμη να κλείσει το άλλο, και αυτό κοίταζε επίμονα στο σκοτάδι. Ο σταύλος άρχισε να παγώνει χωρίς την ανάσα της φοράδας, ο άνεμος άρχισε να φέρνει το χιόνι μέσα, και το χιόνι έπεφτε στο κεφάλι της φοράδας και δεν έλιωνε. Ο αφέντης της έσβησε το κερί, έβαλε το χέρι του γύρω απ' το λαιμό της, και στάθηκε στην άθλια μοναξιά του, μυρίζοντας, σαν από παλιά συνήθεια, τον ιδρώτα της φοράδας, όπως όταν ήταν ο καιρός του οργώματος.

"Πέθανες λοιπόν; Ε, δεν πειράζει--κι εγώ θα πεθάνω σύντομα, θα βρούμε ησυχία."

Ένα σκυλί μπήκε στο στάβλο, χωρίς να δει τον άντρα, και μύρισε τα πίσω πόδια της φοράδας. Μετά γρύλισε και έμπηξε τα δόντια του στη σάρκα, σκίζοντας ένα κομμάτι κρέατος. Τα δυο μάτια της φοράδας έλαμπαν κάτασπρα στο σκοτάδι, κοίταζε και με τα δύο, και κούνησε τα πόδια της ένα βήμα μπροστά, καθώς ο πόνος της θύμισε να ζήσει λίγο ακόμα.

"Θες να πας στο κολχόζ; Πήγαινε λοιπόν, κι εγώ θα περιμένω λιγάκι", είπε ο αφέντης της.

Πήρε μια χούφτα άχυρο απ' τη γωνία και την έφερε ως το στόμα του αλόγου. Αλλά τώρα τα μάτια της φοράδας είχαν σκοτεινιάσει, είχε ήδη κλείσει απ' το βλέμμα της το τελευταίο θέαμα, και δεν ένιωθε τη μυρωδιά του γρασιδιού γιατί τα ρουθούνια της δεν έτρεμαν πια μπροστά στο άχυρο, και δυο άλλα σκυλιά τρεφόντουσαν ατάραχα από τα πίσω της πόδια. Όμως η ζωή της φοράδας ήταν ακόμα ακέραιη--απλώς συρρικνώθηκε στην απόμακρη ένδεια, διαλυόταν σε όλο και μικρότερα σωματίδια, αλλά δεν μπορούσε να εξαντληθεί εντελώς. 

Το χιόνι έπεφτε στην κρύα γη κι ετοιμαζόταν να παραμείνει για όλο το χειμώνα. Μόνο γύρω απ' τις αγροικίες έλιωνε, και εκεί η γη ήταν μαύρη, γιατί το αίμα των αγελάδων και των προβάτων έσταζε κάτω απ' τους τοίχους, και οι καλοκαιρινοί τόποι ήταν απογυμνωμένοι. 'Εχοντας εξαλείψει τα τελευταία από τα ζωντανά τους, οι χωρικοί άρχισαν να τρώνε κρέας και διέταξαν όλο το νοικοκυριό τους να τρώει κι αυτό. Σε εκείνο το σύντομο χρονικό διάστημα, η βρώση του κρέατος ήταν σαν τη θεία Κοινωνία. Κανείς δεν ήθελε να φάει, αλλά ήταν απαραίτητο να κρύψουν τη σάρκα των σφαγιασμένων ζώων της οικογένειας μέσα στα κορμιά τους κι έτσι να το σώσουν απ' την κοινωνικοποίηση. Μερικοί πανούργοι χωρικοί είχαν εδώ και καιρό πρηστεί απ' την κρεατοφαγία και περπατούσαν με βαρύ βήμα, σαν κινητές αγροικίες. Άλλοι έκαναν συνέχεια εμετό, αλλά δεν μπορούσαν να χωριστούν απ' τα ζωντανά τους και τα καταβρόχθισαν ως το κόκκαλο, χωρίς να αναμένουν να ωφελήσουν το στομάχι τους. Αυτοί που είχαν καταφέρει να αποτελειώσουν τα ζωντανά τους κι αυτοί που τα είχαν αφήσει να πάνε στην αιχμαλωσία του κολχόζ ξάπλωναν στα άδεια τους φέρετρα και ζούσαν μέσα σ' αυτά όπως ζούσαν στα στενά τους σπίτια, νιώθωντας ασφαλείς και ήρεμοι.

[...]

"Είστε έτοιμοι;" ρώτησε ο ακτιβιστής.

"Περίμενε", είπε ο Τσίκλιν στον ακτιβιστή. "Άσ' τους να αποχαιρετιστούν μέχρι τη μελλοντική ζωή."

Οι χωρικοί ετοιμάστηκαν για κάτι, αλλά ένας απ' αυτούς είπε μέσα στη σιωπή: "Δώστε μας λίγο ακόμα!"

Και μ' αυτά τα τελευταία λόγια, ο χωρικός αγκάλιασε τον γείτονά του, τον φίλησε τρεις φορές και του είπε αντίο.

"Αντίο, Γιέγκορ Σεμιόνοβιτς, και σχώρα με!"

"Δεν έχει τίποτε να συγχωρήσω, Νίκανορ Πέτροβιτς· κι εσύ σχώρα με."

Όλοι άρχισαν να φιλιούνται, αγκαλιάζοντας άγνωστα ως τότε σώματα, κι όλα τα χείλη φίλησαν όλα τ' άλλα με θλίψη και αγάπη.

"Αντίο, θεία Ντάρια, μην μου το κρατάς κακία που σου έκαψα την καλύβα."

"Ο Θεός θα σε συγχωρέσει, Αλιόσα. Η καλύβα δεν είναι πλέον δική μου έτσι κι αλλιώς."

Πολλοί, ακουμπώντας τα χείλη τους ο ένας στον άλλο, στάθηκαν σ' αυτό το συναίσθημα για λίγο διάστημα, ώστε να θυμούνται για πάντα τους νέους τους συγγενείς, γιατί μέχρι το σημείο εκείνο είχαν ζήσει χωρίς να θυμούνται ο ένας τον άλλο και χωρίς έλεος.

"Ας γίνουμε αδέρφια Στεπάν."

"Αντίο, Γιεγκόρ. Ζήσαμε σε έχθρα, αλλά τελειώνουμε με την συνείδησή μας ήσυχη."

Αφού φιλήθηκαν, όσοι συνάχτηκαν έσκυψαν βαθιά στο χώμα, ο καθένας προς όλους, και μετά σηκώθηκαν στα πόδια τους ελεύθεροι και με άδειες καρδιές. 

"Τώρα είμαστε έτοιμοι, σύντροφε Ακτίβ. Κατέγραψέ μας όλους σε μια στήλη, κι εμείς θα σου πούμε μόνοι μας ποιοι είναι κουλάκοι."

[...]


Ο Τσίκλιν βγήκε στην βεράντα και έσβησε το φανάρι του ακτιβιστή. Η νύχτα ήταν αρκετά φωτεινή από το χιόνι και χωρίς κηροζίνη.

"Είστε ευτυχισμένοι τώρα, σύντροφοι;" ρώτησε ο Τσίκλιν.

"Είμαστε", ήρθε η απάντηση από όλη την αυλή. "Δεν νιώθουμε τίποτε τώρα, δεν έμειναν παρά στάχτες μέσα μας."

Ο Βόστσεφ ξάπλωνε παράμερα και δεν μπορούσε να κοιμηθεί χωρίς τη γαλήνη της αλήθειας στη ζωή του. Σηκώθηκε από το χιόνι και πήγε ανάμεσα στους χωρικούς.

"Γεια σας!" είπε χαρούμενα στο κολχόζ. "Γίνατε σαν εμένα. Κι εγώ δεν είμαι τίποτα."

"Γεια σου!" αναφώνησε το κολχόζ χαρούμενο που προϋπάντιζε έναν άνθρωπο.

[...]

Η τάξη των κουλάκων κοίταζε απ' τη σχεδία σε μια κατεύθυνση--προς τον Ζάτσεφ. Ήθελαν να κρατήσουν για πάντα στη μνήμη τους την πατρίδα τους και τον τελευταίο, ευτυχισμένο άνθρωπο πάνω της.

Τώρα, η σχεδία με τους κουλάκους είχε αρχίσει να στρίβει στην στροφή του ποταμού, κι ο Ζάτσεφ άρχισε να άρχισε να χάνει οπτική επαφή με τον ταξικό εχθρό πίσω απ' τους θάμνους στις όχθες.

"Ε, παράσιτα, αντίο!" φώναξε ο Ζάτσεφ μακριά στο ποτάμι.

"Αντίο!", απάντησαν οι κουλάκοι που έπλεαν προς την θάλασσα.

Άρχισε να ακούγεται ρυθμική μουσική απ' την αυλή του κολχόζ. Ο Ζάτσεφ ανέβηκε βιαστικά στην απότομη όχθη για να δει τον εορτασμό του κολχόζ, αν και ήξερε ότι μόνο πρώην συμμετέχοντες στον ιμπεριαλισμό διασκέδαζαν εκεί, αν εξαιρούσε κανείς την Νάστια και τ' άλλα παιδιά.

[...]

Οι χωρικοί του κολχόζ είχαν πρόσωπα λαμπερά, σαν να τα είχαν μόλις πλύνει. Τώρα δεν μετάνιωναν για τίποτα. Το άγνωστο γέμιζε το δροσερό κενό στις ψυχές τους.

[...]

Η μουσική απ' το ραδιόφωνο ερέθιζε τη ζωή όλο και περισσότερο. Οι παθητικοί χωρικοί έβγαλαν κραυγές ευχαρίστησης, οι πιο προχωρημένοι έκαναν ότι μπορούσαν για να αναπτύξουν το ρυθμό του εορτασμού με κάθε τρόπο, κι ακόμα και τα κολλεκτιβοποιημένα άλογα, ακούγοντας τη φασαρία της ανθρώπινης ευτυχίας, βγήκαν ένα-ένα στην αυλή του κολχόζ και άρχισαν να χλιμιντρίζουν.

Ο χιονισμένος άνεμος κόπασε: ένα νεφελώδες φεγγάρι εμφανίστηκε στον μακρινό ουρανό, τον άδειο από καταιγίδες και σύννεφα--έναν ουρανό τόσο γυμνό που αποδεχόταν την αιώνια ελευθερία, και τόσο τρομακτικό που η ελευθερία είχε ανάγκη τη φιλία.

Κάτω απ' αυτόν τον ουρανό, πάνω στο καθαρό χιόνι, που ήδη μαύριζε εδώ κι εκεί από μύγες, όλοι οι άνθρωποι γιόρτασαν σαν σύντροφοι. Ακόμα κι αυτοί που είχαν ζήσει για πολύ στη γη χόρευαν, έχοντας ξεχάσει τον εαυτό τους.

[...]

Ο Τσίκλιν κοίταξε την γιορταστική μάζα κι ένιωσε την γαλήνη της καλοσύνης στα στήθη του. Απ' το ύψος του μπαλκονιού είδε την φεγγαρόλουστη καθαρότητα του μακρινού χώρου, τη θλίψη του ακίνητου χιονιού, και τον υποτακτικό ύπνο ολάκερου του κόσμου, που είχε χτιστεί με τόσο κόπο και πόνο--και που τώρα είχε ξεχαστεί απ' όλους, ώστε να μην φοβούνται να συνεχίσουν να ζουν.
***

Ευτυχισμένη Μόσχα
(1933-36)

[...]
Εκείνη τη στιγμή, ο Sartorius συζητούσε με τον Vechkin και τον Muldbauer, προσπαθώντας να αποδείξει ότι ως ταξικό πλάσμα, ο άνθρωπος θα ξεπεραστεί στη γη από ένα παθιασμένο και τεχνολογικό ον που θα αντιλαμβάνεται όλο τον κόσμο πρακτικά, μέσα απ' την εργασία. Οι αρχαίοι, αυτοί που ξεκίνησαν την ιστορία, ήταν επίσης τεχνολογικά πλάσματα. Οι πόλεις, τα λιμάνεια και οι λαβύρινθοι της Ελλάδας, ακόμη και ο Όλυμπος ο ίδιος, ήταν κατασκευασμένα από Κύκλωπες, μονόφθαλμους εργάτες. Οι αρχαίοι αριστοκράτες τους είχαν βγάλει το άλλο μάτι ως σημάδι ότι αυτό ήταν το προλεταριάτο, καταδικασμένο να χτίζει χώρες, κατοικίες για τους θεούς και πλοία για τη θάλασσα, και ότι δεν υπάρχει διαφυγή για τους μονόφθαλμους. Είχαν περάσει τρεις ή τέσσερις χιλιάδες χρόνια --εκατό γενιές-- και οι απόγονοι αυτών των Κυκλώπων είχαν αναδυθεί από το σκοτάδι του ιστορικού λαβυρίνθου στο φως της φύσης. Είχαν παρακρατήσει το ένα έκτο της γης, και όλη η υπόλοιπη γη ζούσε μονάχα με την αναμονή της έλευσής τους. Ακόμα και ο Δίας ήταν μάλλον Κύκλωπας, ο τελευταίος των Κυκλώπων. Η δουλειά του ήταν να στοιβάξει το βουνό του Ολύμπου, ζούσε σε μια καλύβα πάνω ψηλά και είχε επιβιώσει στη μνήμη της αρχαίας αριστοκρατικής φυλής. Γιατί η αστική τάξη αυτών των αρχαίων χρόνων δεν ήταν ηλίθια: εξύψωνε τους σπουδαίους εργάτες που πέθαιναν στην τάξη των θεών. Όντας ανίκανη να αντιληφθεί τη δημιουργικότητα χωρίς την ηδονή, είχε εκπλαγεί κρυφά που αυτοί οι νεκροί μπορούσαν αθόρυβα να έχουν στην κατοχή τους την μεγαλύτερη των δυνάμεων --την ικανότητα για εργασία-- καθώς και την τεχνολογία, που ήταν η ψυχή της εργασίας.


Ο Sartorius σηκώθηκε και πήρε ένα ποτήρι κρασί. Κοντός, παρασυρμένος από τη διανοητική φαντασία, και μ' ένα συνηθισμένο πρόσωπο που το ζέσταινε η ζωή, ήταν ευτυχής και ελκυστικός. Η Μόσχα Τσέστνοβα τον κοίταξε και αποφάσισε πως μια μέρα πρέπει να τον φιλήσει. Μιλώντας στο μέσο των σιωπηλών τώρα συντρόφων του είπε: "Ας πιούμε στους ανώνυμους Κύκλωπες, στη μνήμη όλων των εξαντλημένων πατεράδων μας που πέθαναν, και στην τεχνολογία-- την αληθινή ψυχή της ανθρωπότητας!"

[...]

Ο Bozhko καθόταν εκεί υποτακτικά, στην αφάνεια. Ένιωθε περισσότερη χαρά από όλους τους άλλους προσκεκλημένους. Ήξερε πως η κακοκαιρία περνούσε και πως η χώρα των ευλογημένων βρισκόταν έξω απ' το παράθυρο, φωτισμένη από αστέρια και ηλεκτρισμό. Αγαπούσε τη χώρα του με έναν σιωπηλό και τσιγκούνικο τρόπο, μαζεύοντας τα ψίχουλα του πλούτου της που έπεφταν κάτω, έτσι ώστε η χώρα να επιβιώσει ολόκληρη.

[...]

Ο Sambikin καθόταν ακόμα στο τραπέζι χωρίς να ακουμπά το φαγητό. Οι σκέψεις του τον οδηγούσαν πολύ μακριά απ' το επόμενο πρωινό και προσπαθούσε συγκεχυμένα, σαν μέσα απ' την ομίχλη της θάλασσας, να ρίξει μια ματιά στην αθανασία που ερχόταν. Ήθελε να αποκτήσει μια δύναμη της ζωής, ίσως και μια αιωνιότητα αυτής της δύναμης, απ' τα πτώματα των πεθαμένων. Λίγα χρόνια πριν, καθώς έσκαβε μέσα στα νεκρά ανθρώπινα σώματα, είχε πάρει λεπτά δείγματα απ' τις καρδιές τους, τα μυαλά τους, και τα όργανα σεξουαλικής αναπαραγωγής τους. Ο Sambikin μελέτησε αυτά τα δείγματα στο μικροσκόπιο και αντιλήφθηκε αχνά ίχνη κάποιας άγνωστης ουσίας. Αργότερα, και ελέγχοντας αυτά τα σχεδόν εξαλειμμένα ίχνη για χημικές αντιδράσεις, για ηλεκτρική αγωγιμότητα και για φωτοευαισθησία, ανακάλυψε ότι αυτή η άγνωστη ουσία μπορούσε να βρεθεί μόνο στους πεθαμένους. Οι ζωντανοί δεν την είχαν καθόλου: αντιθέτως, είχαν μικρές εκτάσεις θανάτου μέσα τους, που μαζευόντουσαν εκεί πολύ καιρό πριν πεθάνουν. 

[...]

O Muldbauer μιλούσε για ένα στρώμα στην ατμόσφαιρα, σε ύψος περίπου ανάμεσα στα 50 και τα 100 χιλιόμετρα, όπου το φως, η θερμοκρασία και οι ηλεκτρομαγνητικές συνθήκες ήταν τέτοιες που ένας έμβιος οργανισμός ούτε θα κουραζόταν ούτε θα πέθαινε. Αντιθέτως, θα μπορούσε να υφίσταται για πάντα μέσα στο βιολετί διάστημα. Αυτός ήταν ο "Παράδεισος" των αρχαίων και η ευτυχισμένη γη των ανθρώπων του μέλλοντος. Πέρα, μακριά από τις εκτάσεις κακοκαιρίας που απλωνόντουσαν κάτω χαμηλά στη γη, υπήρχε πράγματι μια ευλογημένη χώρα. Ο Muldbauer προέβλεψε την επικείμενη κατάκτηση της στρατόσφαιρας και την συνεπακόλουθη διείσδυση στα γαλάζια αυτά ύψη όπου βρισκόταν η ευάερη γη της αθανασίας. Ο άνθρωπος τότε θα αποκτούσε φτερά, ενώ η γη θα κληρονομούνταν απ' τα ζώα και θα καλυπτόταν πάλι και για πάντα από τα πυκνά δάση της αρχαίας της παρθενίας. "Και τα ζώα το ξέρουν αυτό!" έλεγε με πεποίθηση ο Muldbauer. "Όταν τα κοιτάζω στα μάτια, μοιάζουν να σκέφτονται: 'Πότε θα τελειώσουν όλα αυτά; Πότε θα φύγετε από δω επιτέλους; Πότε θα μας αφήσετε ήσυχα να ακολουθήσουμε τη δική μας μοίρα;'"

***

"Αφροδίτη" (1945)


Ζούσε η Αφροδίτη του; Ο Νάζαρ Φόμιν δεν ρώταγε πια, με αμφιβολία κι ελπίδα, τον κόσμο και τους Oργανισμούς--του είχαν ήδη απαντήσει ότι δεν υπήρχε ίχνος της Αφροδίτης του πουθενά--αλλά ρώταγε τη φύση, τον ουρανό, τ' αστέρια και τον ορίζοντα, και τα νεκρά αντικείμενα.

[...]

Στην αρχή του πολέμου η Αφροδίτη είχε εξαφανιστεί μαζί με κόσμο που έτρεχε στα ανατολικά να σωθεί απ' τους Γερμανούς. Ο Νάζαρ Ιβάνοβιτς Φόμιν ήταν ήδη στο στρατό τότε και δεν μπορούσε να βοηθήσει την αγαπημένη του να σωθεί.

[...]

Ο Φόμιν επέστρεψε στην πόλη. Βρήκε την οδό Σεβτσένκο και το σπίτι όπου ζούσε μετά την επιστροφή του απ' το Ροστόφ, όταν τέλειωσε το Πολυτεχνείο. Το σπίτι δεν ήταν πια εκεί, αλλά απέμενε ένα παγκάκι. [...] Ο Φόμιν κάθισε στο παγκάκι όπου είχε περάσει τόσα ήσυχα καλοκαιρινά απογεύματα μιλώντας και ερωτοτροπώντας με την Αφροδίτη. Τώρα, μπροστά του ήταν ένας άδειος, συντετριμμένος κόσμος, και ο πιο κοντινός του άνθρωπος μπορεί να μην υπήρχε πια στη γη. Τα πάντα τώρα έπρεπε να ξαναγίνουν απ' την αρχή, για να συνεχίσουν με όσα είχαν σχεδιάσει εικοσιπέντε χρόνια πριν.

[...]
[Flashback στο προπολεμικό παρελθόν]

Για μια ακόμη φορά ο Ναζάρ Φόμιν έχτισε έναν ηλεκτροδοτικό σταθμό στον ίδιο χώρο, και ήταν δυο φορές πιο ισχυρός από εκείνον που κάηκε. Πέρασαν δυο χρόνια σ' αυτή τη δουλειά. Στο διάστημα αυτό, η Αφροδίτη άφησε τον Ναζάρ, ερωτεύτηκε έναν άλλο μηχανικό που είχε έρθει από τη Μόσχα για να εγκαταστήσει έναν ραδιοφωνικό πομπό, και τον παντρεύτηκε. Ο Φόμιν είχε πάρα πολλούς φίλους ανάμεσα στους αγρότες και τους εργάτες, αλλά χωρίς την αγαπημένη του Αφροδίτη ένιωθε ορφανός, και η καρδιά του έτρεμε από μοναξιά. Πάντα πρωτύτερα θεωρούσε πως η πιστή του Αφροδίτη ήταν μια θεά, αλλά τώρα την λυπόταν για τον πόθο της, την ανάγκη της να ικανοποιήσει τη νέα της αγάπη, την μαγνητική δύναμη της ευτυχίας και της απόλαυσης επάνω της, που ήταν δυνατότερες από την βούλησή της, δυνατότερες από την πιστότητά της και την περηφάνεια της σε σχέση με κάποιον που πάντοτε την αγαπούσε και δεν αγαπούσε παρά μόνο αυτή. Αλλά ακόμα και μετά το διαζύγιο από την Αφροδίτη, ο Ναζάρ Φόμιν δεν μπορούσε να ξεπεράσει τη συνήθεια να την αγαπά όπως και πριν. Δεν ήθελε να παλέψει ενάντια στο συναίσθημα το οποίο τώρα γινόταν πόνος--η ζωή του είχε πάρει τη γυναίκα του από κοντά του, και αυτή είχε φύγει, αλλά δεν είναι βασικό το να έχεις την κατοχή ενός ανθρώπου και να είσαι χαρούμενος μόνο δίπλα του. Μερικές φορές είναι αρκετό να νιώθεις πως ένα αγαπημένο πρόσωπο είναι ένας μόνιμος κάτοικος στην καρδιά σου. Είναι αλήθεια πως είναι πιο δύσκολο και πιο απαιτητικό από ό,τι είναι η απαίτηση για κτήση, γιατί η αγάπη χωρίς ανταπόκριση ζει μόνο με τη δική της αληθινή δύναμη, και δεν έχει τίποτε να τραφεί ως αντάλλαγμα. Αλλά ξαναέφτιαχναν τον κόσμο απ' την αρχή, ο Φόμιν και οι άλλοι άνθρωποι της χώρας του, απλώς για να έχουν δύναμη πάνω στους άλλους, ή για να τους χρησιμοποιήσουν αργότερα σαν ιδιοκτησία; Ο Φόμιν θυμόταν ακόμη ότι του είχε έρθει μια παράξενη ιδέα τότε που δεν μπορούσε να εξηγήσει. Ένιωθε πως το διαζύγιό του από την Αφροδίτη ήταν μια κακή δύναμη που του είχε πάλι μπλοκάρει το δρόμο για τη ζωή· στην απαρχή της, ίσως να ήταν η ίδια δύναμη που είχε φέρει την φωτιά στον ηλεκτροδοτικό σταθμό. Συνειδητοποιούσε τη διαφορά ανάμεσα στα δύο συμβάντα, έβλεπε την ασυμβατότητά τους, αλλά είχαν καταστρέψει τη ζωή του με την ίδια κτηνωδία, και ήταν αυτός ο ίδιος που τα άντεξε. Ήταν πιθανό να έφταιγε ο ίδιος με την Αφροδίτη, γιατί κάποιες φορές το κακό γίνεται χωρίς να υπάρχει πρόθεση, γίνεται χωρίς να το θέλουμε και χωρίς να το προσέξουμε, και ακόμα και όταν ένας άνθρωπος δίνει κάθε ικμάδα της ενέργειάς του για να κάνει καλό σε κάποιον άλλο. Αυτό πρέπει να συμβαίνει επειδή κάθε καρδιά είναι διαφορετική από κάθε άλλη: μια καρδιά, όταν παίρνει το καλό, το χρησιμοποιεί μόνο για τις δικές της ανάγκες, και δεν μένει καθόλου καλοσύνη για τον άλλο· μια διαφορετική καρδιά μπορεί να ξεπεράσει το κακό και να το μετατρέψει σε κάτι δυνατό και καλό, για την ίδια και για τους άλλους επίσης.

Αφού έχασε την Αφροδίτη, ο Φόμιν συνειδητοποίησε ότι η γενική ευλογία και χαρά της ζωής, όπως τις προσδοκούσε ως τότε, ήταν ψεύτικα όνειρα και ότι δεν ήταν αυτά στα οποία συνίστατο η αλήθεια του ανθρώπου και η πραγματική του ευτυχία. Καθώς υπερνικούσε τον πόνο του, υπέμενε αυτό που μπορούσε να τον συνθλίψει, και ξαναέχτιζε ό,τι καταστράφηκε, ο Φόμιν ένιωσε απρόσμενα ένα είδος ελεύθερης ευτυχίας που ήταν ανεξάρτητο τόσο από την ύπαρξη καθαρμάτων όσο και απ' αυτή της καθαρής τύχης. Κατανόησε την προηγούμενη αφέλειά του, η φύση του άρχισε να γίνεται σκληρότερη, ωριμάζοντας στη δυστυχία, και άρχισε να μαθαίνει πώς να ξεπεράσει το βουνό από πέτρα που παρεμπόδιζε το δρόμο της ζωής του. Και μετά ο κόσμος μπροστά του, που ως τότε έμοιαζε ξεκάθαρος και εφικτός, απλώθηκε σε μια μακρινή και μυστήρια αχλή, όχι επειδή ήταν σκοτεινός, ή θλιβερός, ή παράξενος, αλλά επειδή στην πραγματικότητα ήταν απέραντα μεγαλύτερος σε όλες τις κατευθύνσεις και δεν μπορούσες να τον προσμετρήσεις με μια ματιά, είτε μέσα στην καρδιά του ανθρώπου είτε μέσα στον χώρο. Και αυτή η νέα αντίληψη ικανοποίησε τον Φόμιν περισσότερο από την άθλια ευτυχία για της οποίας τη χάρη και μόνο θεωρούσε πως ζούσαν οι άνθρωποι.

Την εποχή εκείνη βρέθηκε, μαζί με την υπόλοιπη γενιά του, στην αρχή του νέου δρόμου της ζωής του συνόλου του Σοβιετικού λαού. Όλα όσα είχε ζήσει ο Φόμιν ως τα τότε ήταν μονάχα η εισαγωγή στο σκληρό του πεπρωμένο, μια αρχική δοκιμασία ενός νεαρού, και η προετοιμασία του για το επείγον ιστορικό καθήκον που είχε αναλάβει ο λαός του. Στην πραγματικότητα, υπάρχει κάτι χυδαίο και ανασφαλές στην αναζήτηση της ατομικής ευτυχίας. Ο άνθρωπος γίνεται άνθρωπος μόνο όταν πληρώνει το χρέος του σ' αυτούς που τον έφεραν στη ζωή στον κόσμο αυτόν, και είναι εκεί που έγκειται η μεγαλύτερή του ικανοποίηση, που δεν την καταστρέφει ούτε η δυστυχία, ούτε η θλίψη, ούτε η απελπισία. Αλλά εκείνη την στιγμή, ο Φόμιν δεν μπορούσε να κρύψει τη θλίψη του για την κακοτυχία του, κι αν δεν υπήρχαν άνθρωποι γύρω του που τον αγαπούσαν ως κάποιον που σκεφτόταν με τον τρόπο που σκεφτόταν, τότε μπορεί να έχανε ολότελα το θάρρος του, και να μην επιβίωνε. "Ηρέμησε", του είπε ένας απ' τους στενότερους συντρόφους του με την θλίψη της κατανόησης. "Ηρέμησε! Τι άλλο περίμενες; Ποιος μας εγγυήθηκε την ευτυχία και την αλήθεια; Εμείς πρέπει να τις φτιάξουμε, γιατί το κόμμα μας δίνει νόημα στη ζωή όλου του κόσμου. Το κόμμα μας είναι η τιμητική φρουρά της ανθρωπότητας, κι εσύ φρουρός. Το κόμμα δεν ανατρέφει ευτυχισμένα γελάδια, αλλά ήρωες για έναν μεγάλο καιρό πολέμου και επανάστασης...Τα προβλήματα θα συνεχίσουν να φυτρώνουν μπροστά μας, και θα ανεβούμε τόσο ψηλά βουνά, που απ' την κορυφή τους θα βλέπεις τον ορίζοντα ως το τέλος της γης." [...]

Ήταν η πρώτη φορά που ο Φόμιν άκουσε τη φράση "τιμητική φρουρά". Η ζωή του συνεχίστηκε. Η Αφροδίτη, η γυναίκα του Νάζαρ Φόμιν, πληγωμένη απ' την απιστία του δεύτερου συζύγου της, συνάντησε τον Νάζαρ μια μέρα και του είπε ότι η ζωή της ήταν θλιμμένη και πως της έλειπε, αλλά πως είχε καταλάβει τη ζωή λάθος και δεν προσπάθησε να βρει σ' αυτή τίποτε παρά χαρά, χωρίς να γνωρίζει ούτε από καθήκοντα ούτε από υποχρεώσεις. Ο Νάζαρ Φόμιν άκουσε σιωπηλά την Αφροδίτη. Η ζήλεια και η πληγωμένη περηφάνεια ήταν ακόμα μέσα του, κατεσταλμένες και βουβαμένες σχεδόν, αλλά ζωντανές, σαν πλάσματα που δεν πεθαίνουν ποτέ. Αλλά η χαρά του που είδε το πρόσωπο της Αφροδίτης, η εγγύτητα της καρδιάς της, που χτυπούσε στον δρόμο για αυτόν, σκότωσε την άθλια δυστυχία μέσα του, και μετά από δυόμιση χρόνια χωρισμού, φίλησε το χέρι της Αφροδίτης που τώρα του προσφερόταν.

Καινούργια χρόνια ζωής ακολούθησαν. Οι περιστάσεις συχνά έκαναν τον Φόμιν θύμα τους, οδηγώντας τον στο χείλος της καταστροφής, αλλά το πνεύμα του δεν μπορούσε πια να αδυνατίσει απ' την απελπισία ή την κατήφεια. Έζησε, σκέφτηκε και εργάστηκε σαν να ένιωθε διαρκώς κάποιο μεγάλο χέρι που τον οδηγούσε απαλά και σταθερά μπροστά, στο πεπρωμένο των ηρώων. Και το χέρι που τον οδηγούσε στιβαρά μπροστά ήταν το ίδιο μεγάλο χέρι που τον ζέσταινε, και η ζεστασιά του έμπαινε βαθιά μέσα του, ως την καρδιά.

"Αντίο, Αφροδίτη!" φώναξε ο Νάζαρ Φόμιν.

Όπου κι αν ήταν τώρα, ζωντανή ή νεκρή, τα ίχνη της ήταν ακόμα στο χώμα αυτής της εγκατελειμμένης πόλης, και οι στάχτες κρατούσαν πράγματα που κάποτε είχε ακουμπήσει με τα χέρια της, εντυπώνοντας τη θέρμη απ' τα δάχτυλά της πάνω τους. Παντού γύρω του υπήρχαν ακόμα ακαταλογράφητα σημάδια της ζωής της, που δεν καταστρέφονται ποτέ, όσο βαθιά κι αν αλλάξει ο κόσμος. Τα συναισθήματα του Φόμιν για την Αφροδίτη ήταν αρκετά ταπεινά για να ικανοποιηθούν απ' το γεγονός ότι είχε αναπνεύσει εδώ κάποτε, και ο αέρας της γενέτειράς της κρατούσε ακόμα την διάσπαρτη θέρμη του στόματός της και το αδιόρατο άρωμα του σώματός της που εξαφανίστηκε· γιατί δεν υπάρχει καταστροφή σ' όλον τον κόσμο που δεν αφήνει ίχνη πίσω της.

[...]

Ο Φόμιν έβγαλε το παλτό του και κάθισε να γράψει ένα γράμμα στην Αφροδίτη: "Αγαπητή Νατάσα, πίστεψέ με και μη με ξεχνάς, όπως εγώ δεν σε ξεχνώ. Πίστεψέ με, πως όλα θα γίνουν όπως πρέπει, και θα ξαναζήσουμε μαζί. Θα κάνουμε αυτά τα υπέροχα παιδιά που είναι βέβαιο πως θα κάνουμε. Μου λιώνουν την καρδιά από πόθο για σένα..."

(Όλες οι μεταφράσεις είναι του Lenin Reloaded).

1 σχόλιο:

  1. "οποιαδήποτε εκμετάλλευση ενός ανθρώπινου πλάσματος ξεκινά με την παραμόρφωση της ψυχής του, με το ότι η ψυχή του συνηθίζει τόσο στο θάνατο ώστε να μπορεί να υποταχθεί. Χωρίς τούτη την υποταγή, ο δούλος δεν είναι δούλος. Κι αυτός ο αναγκαστικός ακρωτηριασμός της ψυχής συνεχίζεται, γίνεται όλο και πιο βίαιος, μέχρι που η λογική του δούλου γίνεται τρέλα και κενότητα σκέψης."

    ΑπάντησηΔιαγραφή