Τρίτη, 10 Ιουνίου 2014

Karl Marx-Μισθός, τιμή και κέρδος: Παραγωγή, μισθός, κέρδος

ΙΙ. ΠΑΡΑΓΩΓΗ, ΜΙΣΘΟΣ, ΚΕΡΔΟΣ

Η διάλεξη που μας έκανε ο πολίτης Ουέστον θα μπορούσε να χωρέσει σε ένα καρυδότσουφλο.

Όλα τα επιχειρήματα του συνοψίζονται σε τούτο: Αν η εργατική τάξη αναγκάσει την τάξη των καπιταλιστών να πληρώνει με τη μορφή χρηματικού μισθού πέντε σελίνια αντί για τέσσερα, ο καπιταλιστής θα του δώσει πίσω, με τη μορφή εμπορεύματος, μια αξία τεσσάρων σελινιών αντί πέντε. Η εργατική τάξη θα έπρεπε να πληρώνει πέντε σελίνια αυτό που αγόραζε, πριν υψωθούν οι μισθοί, με τέσσερα σελίνια. Μα γιατί γίνεται αυτό; Γιατί ο καπιταλιστής δίνει σε αντάλλαγμα μιας αξίας πέντε σελινιών μόνο τέσσερα σελίνια; Επειδή το ποσό των μισθών είναι καθορισμένο. Μα γιατί είναι καθορισμένο σε εμπορεύματα που αξίζουν τέσσερα σελίνια; Γιατί όχι τρία ή δύο ή οποιοδήποτε άλλο ποσό; Αν τα όρια στο ποσό των μισθών καθορίζονται από κάποιο οικονομικό νόμο, που δεν εξαρτιέται ούτε από τη θέληση του καπιταλιστή, ούτε και από τη θέληση του εργαζόμενου ανθρώπού, το πρώτο πράγμα που έπρεπε να κάνει ο πολίτης Ουέστον θα ήταν να αναφέρει το νόμο αυτό και να τον αποδείξει. Θα έπρεπε ακόμα να αποδείξει, πως το ποσό των μισθών, που πληρώνεται πραγματικά κάθε δοσμένη στιγμή, αντιστοιχεί πάντοτε ίσα - ίσα με το αναγκαίο ποσό των μισθών και ποτέ δεν απομακρύνεται από αυτό.


Αν, από το άλλο μέρος, τα δοσμένα όρια στο ποσό των μισθών βασίζονται στην απλή θέληση του καπιταλιστή ή στα όρια της απληστίας του, θα ήταν αυθαίρετα όρια. Δεν θα υπήρχε τίποτα το αναγκαίο σ’ αυτά. Μπορεί να αλλάζουν με τη θέληση του καπιταλιστή και μπορεί, κατά συνέπεια, να αλλάζουν και ενάντια στη θέλησή του.

Ο πολίτης Ουέστον σας έδωσε και μια εικόνα στη θεωρία του λέγοντας σας πώς, όταν μια γαβάθα περιέχει μια ορισμένη ποσότητα σούπας για να φάει ένας ορισμένος αριθμός από άτομα, το μεγάλωμα των κουταλιών δεν θα μεγάλωνε το ποσό της σούπας. Πρέπει να μου επιτρέψει να του πω πως βρίσκω την εικόνα του μάλλον κουτή. Μου θυμίζει κάπως την παραβολή που χρησιμοποίησε ο Μενένιος Αγρίππας. Όταν οι Ρωμαίοι πληβείοι απεργήσανε ενάντια στους Ρωμαίους πατρικίους, ο πατρίκιος Αγρίππας τους είπε πως ή κοιλιά των πατρικίων έτρεφε τα πληβειανά μέλη του πολιτικού σώματος. Ωστόσο, ο Αγρίππας δεν κατάφερε να δείξει με τι τρόπο τρέφει κανείς τα μέλη ενός ανθρώπου γεμίζοντας την κοιλιά άλλου.

Ο πολίτης Ουέστον ξέχασε πως ή γαβάθα απ’ όπου τρώνε οι εργάτες είναι γεμισμένη με όλο το προϊόν της εθνικής εργασίας και πως το μόνο που τους εμποδίζει να πάρουν περισσότερα δεν είναι ούτε ή στενότητα της γαβάθας ούτε το λίγο περιεχόμενο της, μα μονάχα το μικρό μέγεθος των κουταλιών τους.

Με ποιο τέχνασμα καταφέρνει ο καπιταλιστής να δίνει πίσω τεσσάρων σελινιών αξία αντί για πέντε; Αυξάνοντας την τιμή του εμπορεύματος που πουλάει. Να εξαρτιέται, λοιπόν, η αύξηση ή γενικά ή μεταβολή των τιμών στα εμπορεύματα ή οι ίδιες οι τιμές των εμπορευμάτων από την απλή θέληση τού καπιταλιστή; Η μήπως, αντίθετα, χρειάζονται ορισμένα περιστατικά για να πραγματοποιηθεί η θέληση αύτή; Αν όχι, τα ανεβοκατεβάσματα, οι αδιάκοπες διακυμάνσεις των τιμών στην αγορά γίνονται άλυτο αίνιγμα.

Αν υποθέσουμε πως δεν έγινε κανενός είδους μεταβολή, ούτε στην παραγωγική δύναμη της εργασίας, ούτε στο ποσό τού κεφαλαίου και της εργασίας που χρησιμοποιήθηκε, ούτε στην αξία του χρήματος που μ’ αυτό υπολογίζονται οι αξίες των προϊόντων, παρά μόνο στο επίπεδο των μισθών, με τι τρόπο θα μπορούσε η αύξηση αυτή των μισθών να επηρεάσει τις τιμές των εμπορευμάτων; Επηρεάζοντας μόνο την αναλογία ανάμεσα στη ζήτηση και την προσφορά των εμπορευμάτων αυτών.

Είναι πολύ σωστό, πως η εργατική τάξη, στο σύνολο της, ξοδεύει, και είναι αναγκασμένη να ξοδεύει, το εισόδημά της σε μέσα συντήρησης. Μια γενική ύψωση στο επίπεδο των μισθών θα προκαλούσε, λοιπόν, αύξηση στη ζήτηση των μέσων συντήρησης και, κατά συνέπεια, στις τιμές τους στην αγορά.

Οι καπιταλιστές, που παράγουν τα μέσα αυτά συντήρησης, θα αποζημιώνονταν για τούς αυξημένους μισθούς από τις αυξημένες τιμές που θα είχαν στην αγορά τα εμπορεύματά τους. Τι θα γίνει, όμως, με τους άλλους καπιταλιστές, που δεν παράγουν μέσα συντήρησης; Και δεν πρέπει να φαντάζεστε πως είναι μια μικρή ομάδα. Όταν πάρετε υπ’ όψη σας πως τα δύο τρίτα από το εθνικό προϊόν ξοδεύεται από το ένα πέμπτο του πληθυσμού ή από το ένα έβδομο μόνο τού πληθυσμού, όπως είπε τελευταία ένα μέλος της Βουλής των Κοινοτήτων - θα καταλάβετε τι τεράστια αναλογία από το εθνικό προϊόν πρέπει να παράγεται με τη μορφή ειδών πολυτελείας ή να ανταλλάσσεται με είδη πολυτελείας και πόσο τεράστιο ποσό από αυτά τα ίδια τα μέσα συντήρησης πρέπει να σπαταλιέται σε λακέδες, άλογα, γάτους κ.τ.λ. μια σπατάλη που, όπως ξέρουμε από πείρα, περιορίζεται πάντοτε, όταν αυξάνονται οι τιμές στα μέσα συντήρησης.

Λοιπόν, ποια θα είναι η θέση των καπιταλιστών αυτών που δεν παράγουν μέσα συντήρησης; δεν θα μπορούσαν να αποζημιωθούν, για την πτώση του ποσοστού κέρδους που θα οφειλόταν στη γενική αύξηση των μισθών αυξάνοντας τις τιμές των εμπορευμάτων τους, γιατί η ζήτηση στα εμπορεύματα αυτά δεν θα μεγάλωνε. Το εισόδημά τους θα έπεφτε και από το ελαττωμένο αυτό εισόδημα θα έπρεπε να πληρώνουν περισσότερα για να πάρουν το ίδιο ποσό από τα ακριβότερα τώρα μέσα συντήρησης. Και αυτό δεν είναι όλο. Επειδή λιγόστεψε το εισόδημά τους, θα ξοδεύουν λιγότερα για είδη πολυτέλειας και έτσι η αμοιβαία ζήτηση για τα αντίστοιχα εμπορεύματα τους θα ελαττωνόταν.

Η συνέπεια από την ελαττωμένη ζήτηση θα ήταν να πέσουν οι τιμές των εμπορευμάτων τους. Σ’ αυτούς, λοιπόν, τους βιομηχανικούς κλάδους θα έπεφτε το ποσοστό του κέρδους, και όχι μόνο στην ίδια αναλογία με τη γενική ύψωση στο επίπεδο των μισθών, μα σε μια σύνθετη αναλογία από τη γενική ύψωση των μισθών, την αύξηση των τιμών στα μέσα συντήρησης και την πτώση των τιμών στα είδη πολυτελείας.

Ποια θα ήταν η συνέπεια από τη διαφορά αυτή στο ποσοστό τού κέρδους για τα κεφάλαία που χρησιμοποιούνται στους διάφορους κλάδους της βιομηχανίας; Φυσικά, συνέπεια που ακολουθεί γενικά, όταν για οποιοδήποτε λόγο γίνεται διαφορετικό το μέσο ποσοστό κέρδους στις διάφορες σφαίρες της παραγωγής. Το κεφάλαιο και η εργασία θα μεταφέρονταν από τους κλάδους που κερδίζουν λιγότερα στους κλάδους που κερδίζουν περισσότερα και η κίνηση αυτή της μεταφοράς θα συνεχιζόταν ως τη στιγμή που η προσφορά στο ένα τμήμα της βιομηχανίας θα ανέβαινε ανάλογα με την αυξημένη ζήτηση και θα έπεφτε στα άλλα τμήματα της βιομηχανίας σύμφωνα με την ελαττωμένη ζήτηση.

Μόλις πραγματοποιούνταν η αλλαγή αυτή θα εξισωνόταν πάλι στους διάφορους κλάδους το γενικό ποσοστό του κέρδους. Μια που όλη η διαταραχή προήλθε αρχικά από μία απλή μεταβολή στην αναλογία ανάμεσα στη ζήτηση και την προσφορά σε διάφορα εμπορεύματα, μόλις σταματούσε η αιτία θα σταματούσε και το αποτέλεσμα και οι τιμές θα ξαναγύριζαν στο προηγούμενο επίπεδο τους και την παλιά ισορροπία. Αντί να περιοριστεί σε μερικούς κλάδους μόνο της βιομηχανίας η πτώση του ποσοστού του κέρδους, που προέρχεται από την αύξηση των μισθών, θα γίνονταν γενική.

Σύμφωνα με την υπόθεσή μας, δεν θα γίνονταν καμιά μεταβολή, ούτε στις παραγωγικές δυνάμεις της εργασίας ούτε στο συνολικό ποσό της παραγωγής μα θα άλλαζε μορφή ο δοσμένος αυτός όγκος της παραγωγής. Ένα μεγαλύτερο μέρος από το προϊόν θα βρίσκονταν με τη μορφή μέσων συντήρησης, ένα μικρότερο μέρος με τη μορφή ειδών πολυτελείας, ή, που είναι το ίδιο, ένα μικρότερο μέρος θα ανταλλάσσονταν με ξένα είδη πολυτελείας και θα καταναλώνονταν με την αρχική του μορφή, ή που πάλι κάνει το ίδιο, ένα μεγαλύτερο μέρος από το εθνικό προϊόν θα ανταλλάσσονταν με ξένα μέσα συντήρησης αντί με είδη πολυτελείας. Η γενική ύψωση στο επίπεδο των μισθών θα είχε, κατά συνέπεια, μοναδικό αποτέλεσμα, ύστερα από μια παροδική διαταραχή των τιμών στην αγορά, μόνο μια γενική πτώση του ποσοστού κέρδους, χωρίς καμιά μόνιμη αλλαγή στις τιμές των εμπορευμάτων.

Αν μου πουν, πως στο παραπάνω επιχείρημα παραδέχομαι, πως ολόκληρη η αύξηση του μισθού ξοδεύεται σε μέσα συντήρησης, θα απαντήσω πως έκανα την πιο ευνοϊκή υπόθεση για τις απόψεις του πολίτη Ουέστον. Αν ή αύξηση του μισθού ξοδεύονταν σε είδή που δεν έμπαιναν πριν στην κατανάλωση του εργάτη, δεν θα χρειαζόταν να αποδειχθεί πως αυξήθηκε πραγματικά η αγοραστική τους δύναμη. Επειδή, ωστόσο, η αύξηση αυτή στην αγοραστική τους δύναμη προέρχεται μόνο από αύξηση στο μισθό, πρέπει να ανταποκρίνεται ίσα-ίσα στην ελάττωση της αγοραστικής δύναμης των καπιταλιστών. Η συνολική ζήτηση εμπορευμάτων, κατά συνέπεια, δεν θα μεγάλωνε, θα άλλαζαν μόνο τα συστατικά μέρη της ζήτησης αυτής. Η αυξανόμενη ζήτηση από το ένα μέρος θα ισοφαρίζονταν από την ελαττωμένη ζήτηση στο άλλο μέρος. Έτσι, μια και η συνολική ζήτηση θα παρέμενε στάσιμη, καμιά αλλαγή δεν θα μπορούσε να γίνει στις τιμές των εμπορευμάτων στην αγορά.

Φτάνουμε λοιπόν στο δίλημμα: ή η αύξηση του μισθού ξοδεύεται εξίσου σε όλα τα είδη κατανάλωσης - και τότε η επέκταση της ζήτησης από μέρους της εργατικής τάξης πρέπει να ισοφαρίζεται από τον περιορισμό της ζήτησης από μέρους της καπιταλιστικής τάξης - ή η αύξηση του μισθού ξοδεύεται σε μερικά μόνο είδη, που οι τιμές τους ανεβαίνουν προσωρινά στην αγορά.

Τότε η αύξηση του ποσοστού του κέρδους που θα ακολουθήσει σε μια σειρά από βιομηχανικούς κλάδους και η πτώση του ποσοστού του κέρδους που θα ακολουθήσει σε μια σειρά από άλλους, θα προκαλέσουν μια μεταβολή στην κατανομή του κεφαλαίου και της εργασίας, που θα συνεχιστεί ως τη στιγμή που η προσφορά θα ανέβει ανάλογα με την αυξημένη ζήτηση στο ένα τμήμα της βιομηχανίας και θα πέσει ανάλογα με την ελαττωμένη ζήτηση στα άλλα τμήματα της βιομηχανία. Με τη μια υπόθεση δεν θα έχουμε καμιά αλλαγή στις τιμές των εμπορευμάτων. Με την άλλη υπόθεση σε ανταλλακτικές άξίες των εμπορευμάτων θα ξαναγυρίσουν στο προηγούμενο επίπεδα, ύστερα από μερικές ταλαντεύσεις των τιμών στην αγορά. Και με τις δυο υποθέσεις η γενική άνοδος στο επίπεδο των μισθών δεν θα καταλήξει τελικά σε τίποτα άλλο, παρά σε μια γενική πτώση στο ποσοστό του κέρδους.

Για να ερεθίσει τη δύναμη της φαντασίας σας, ο πολίτης Ουέστον, σας παρακάλεσε να σκεφτείτε τις δυσκολίες που θα δημιουργούσε μια γενική αύξηση στους αγροτικούς μισθούς, στην Αγγλία, από εννέα σε δεκαοχτώ σελίνια. Σκεφτείτε, αναφώνησε, την τεράστια αύξηση ζήτησης στα μέσα συντήρησης και την τρομερή άνοδο στις τιμές τους που θα ακολουθήσει. Τώρα, όλοι σας ξέρετε, πως ο μέσος μισθός στους Αμερικανούς εργάτες γης είναι πάνω από το διπλάσιο του μισθού των Άγγλων, παρ’ όλο που οι τιμές των αγροτικών προϊόντων στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι πιο χαμηλές απ’ ότι στο Ενωμένο Βασίλειο, παρ’ όλο που στις Ηνωμένες Πολιτείες η γενική σχέση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία είναι η ίδια όπως και στην Αγγλία και παρ’ όλο που το χρονιάτικο συνολικό ποσό της παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι πολύ μικρότερο απ’ ότι στην Αγγλία. Γιατί, τότε, ο φίλος μας κρούει τον κώδωνα του κινδύνου; Απλούστατα, για να παραμερίσει το πραγματικό ζήτημα από μπροστά σας. Μια ξαφνική άνοδος των μισθών από εννέα σε δεκαοχτώ σελίνια θα ήταν μια ξαφνική αύξηση κατά 100%. Τώρα, δεν συζητούμε, βέβαια, το ζήτημα αν το γενικό επίπεδο των μισθών στην Αγγλία θα ήταν δυνατό να αυξηθεί ξαφνικά κατά 100%. Δεν μας ενδιαφέρει καθόλου το μέγεθος της αύξησης, που σε κάθε περίπτωση πρακτικά θα πρέπει να εξαρτιέται και να προσαρμόζεται στις δοσμένες συνθήκες. Εμείς έχουμε να εξετάσουμε μόνο τα αποτελέσματα που θα έχει μία γενική ύψωση στο επίπεδο των μισθών, έστω και αν αυτή έφθανε μόνο το 1%.

Αφήνοντας στην πάντα τη φανταστική αύξηση 100% του φίλου Ουέστον, θέλω να στρέψω την προσοχή σας στην πραγματική αύξηση των, μισθών που έγινε στη Μεγάλη Βρετανία από το 1849 ως το 1859.

Σε όλους είναι γνωστός ο νόμος για το δεκάωρο, ή καλύτερα ο νόμος για τις δεκάμιση ώρες, που ισχύει από το 1848. Ο νόμος αυτός ήταν μια από τις μεγαλύτερες οικονομικές μεταβολές που σταθήκαμε μάρτυρες.

Ήταν μια ξαφνική και υποχρεωτική αύξηση των μισθών όχι σε μερικούς τοπικούς κλάδους, μα στους βασικούς βιομηχανικούς κλάδους, που χάρη σ’ αυτούς η Αγγλία κυριαρχεί στις αγορές του κόσμου. Ήταν μια αύξηση μισθών μέσα σε ασυνήθιστα δυσμενείς συνθήκες. Ο δόκτορας Γιούρ (Dr. Ure), ο καθηγητής Σένιορ (Prof. Senior) και οι άλλοι επίσημοι οικονομικοί εκπρόσωποι της αστικής τάξης απόδειχναν και, μπορώ να πω, με πολύ πιο γερά επιχειρήματα απ’ ότι ο φίλος μας Ουέστον, πως ο νόμος αυτός θα σήμαινε τη νεκρική καμπάνα για την αγγλική βιομηχανία. Απόδειχναν, πώς αυτή δεν ήταν μια συνηθισμένη αύξηση στους μισθούς μα μια αύξηση που την προκάλεσε και τη στήριξε η ελάττωση του όγκου της χρησιμοποιούμενης εργασίας.

Ισχυρίζονταν πως η δωδέκατη ώρα, που θέλανε να αφαιρέσουν από τον καπιταλιστή, ήταν ίσα - ίσα η μοναδική ώρα που έβγαζε το κέρδος του. Φοβέριζαν πως θα μειωθεί η συσσώρευση, πως θα υψωθούν οι τιμές, πως θα χαθούν οι αγορές, πώς θα περιορισθεί η παραγωγή με ακόλουθο αντίκτυπο στους μισθούς και την τρομερή καταστροφή. Πραγματικά, διακήρυτταν πως οι νόμοι του Μαξιμιλιανού Ροβεσπιέρου για το ανώτατο όριο ήταν τιποτένια υπόθεση σε σύγκριση με το νόμο αυτό, και είχαν δίκιo από μια ορισμένη άποψη. Ωραία!

Ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Αυξήθηκε ο χρηματικός μισθός στους εργοστασιακούς εργάτες παρ’ όλο τον περιορισμό της εργάσιμης ημέρας, αυξήθηκε πολύ ο αριθμός των εργοστασιακών εργατών που είχαν απασχόληση, έπεφταν αδιάκοπα οι τιμές των προϊόντων τους, αναπτύσσονταν θαυμάσια οι παραγωγικές δυνάμεις της εργασίας τους, καθώς και η ανήκουστη προοδευτική επέκταση των αγορών για τα εμπορεύματα τους.

Στο Μάντσεστερ, το 1861, στη συνεδρίαση της εταιρίας για την προώθηση της επιστήμης, εγώ ο ίδιος άκουσα τον κύριο Νιούμαν (Newman) να ομολογεί πώς ο δόκτορας Γιουρ (Dr. Ure), ο Σένιορ (Senior) και όλοι οι άλλοι επίσημοι εισηγητές της Πολιτικής Οικονομίας είχαν γελαστεί, ενώ το ένστικτο του λαού είχε δίκιο. Αναφέρω τον κ. Νιούμαν (Ν. Newman), όχι τον καθηγητή Φρανς Νιούμαν γιατί κατέχει έξοχη θέση στην οικονομική επιστήμη σαν συνεργάτης και έκδοτης της «Ιστορίας των τιμών» του κ. Θόμας Τουκ (Thomas Tooke), αυτού του θαυμάσιου έργου, που παρακολουθεί την ιστορία των τιμών από το 1793 ως το 1856. Αν ήταν σωστή ή έμμονη (fixed) ιδέα του φίλου μας Ουέστον για σταθερό (fixed) ποσό των μισθών, για σταθερό (fixed) ποσό παραγωγής, για σταθερή (fixed) και μόνιμη θέληση των καπιταλιστών, καθώς και όλες οι άλλες σταθερότητές του (fixedness) και μονιμότητές του, τότε θα ήταν σωστές και οι θλιβερές προβλέψεις του καθηγητή Σένιορ (Senior) και θα είχε άδικο ο Ρόμπερτ Όουεν (Robert Owen), που από το 1816 κι’ όλας είχε διακηρύξει, πως ένας γενικός περιορισμός της εργάσιμης ημέρας θα ήταν το πρώτο προπαρασκευαστικό βήμα για τη χειραφέτηση της εργατικής τάξης και πού, παρά τη γενική προκατάληψη, τον εφάρμοσε στο δικό του βαμβακουργικό εργοστάσιο στο Νιου Λάναρκ.

Στη διάρκεια της ίδιας περιόδου που εφαρμόστηκε ο νόμος για το δεκάωρο και ακολούθησε η ύψωση των μισθών, πραγματοποιήθηκε στη Μεγάλη Βρετανία, για λόγους που δεν είναι εδώ ο τόπος να τούς απαριθμήσω, μια γενική αύξηση στο επίπεδο των αγροτικών μισθών.

Αν και δεν μου χρειάζεται, για τον άμεσο σκοπό μου, ωστόσο, για να μη γίνει καμιά παρανόηση, θα κάνω μερικές προκαταρκτικές παρατηρήσεις.

Αν ένας άνθρωπος έπαιρνε δυο σελίνια βδομαδιάτικο μισθό και αν ο μισθός του ανέβαινε στα τέσσερα σελίνια, το επίπεδο του μισθού του θα ανέβαινε κατά 100%. Αυτό, αν το εκφράσουμε σαν ποσοστό του μισθού, φαίνεται πολύ θαυμάσιο πράγμα, παρ’ όλο που το πραγματικό ποσό του μισθού, τα τέσσερα σελίνια τη βδομάδα, θα εξακολουθούσε να είναι άθλια μικρό, ένας μισθός πείνας. Δεν πρέπει λοιπόν να παρασύρεστε από τα ηχηρά ποσοστά στο επίπεδο του μισθού. Πρέπει πάντοτε να ρωτάτε: Ποιο ήταν το αρχικό ποσό;

Ακόμα θα πρέπει να καταλάβετε πώς, αν δέκα άνθρωποι έπαιρναν από δύο σελίνια τη βδομάδα ο καθένας, πέντε άνθρωποι από πέντε σελίνια ο καθένας και πέντε άνθρωποι από ένδεκα σελίνια τη βδομάδα, οι είκοσι αυτοί άνθρωποι θα έπαιρναν όλοι μαζί 100 σελίνια ή πέντε λίρες τη βδομάδα. Αν τώρα γινόταν μια αύξηση, ας πούμε 20%, στο συνολικό ποσό του βδομαδιάτικου μισθού τους, θα είχαμε μια αύξηση από πέντε σε έξι λίρες. Παίρνοντας το μέσο όρο, θα μπορούσαμε να πούμε πως το γενικό επίπεδο των μισθών ανέβηκε κατά 20% αν και στην πραγματικότητα ο μισθός δέκα ανθρώπων θα έμενε αμετάβλητος, στην πρώτη ομάδα των πέντε ανθρώπων θα ανέβαινε μονάχα από πέντε σε έξι σελίνια και στη δεύτερη ομάδα των πέντε ανθρώπων από 55 σε 70 σελίνια.

Στους μισούς από τούς ανθρώπους αυτούς δεν θα καλυτέρευε καθόλου η θέση τους, στο ένα τέταρτο θα είχε καλυτερέψει σε ασήμαντο βαθμό και μονάχα το ένα τέταρτο θα την καλυτέρευε πραγματικά. Ωστόσο, αν λογαριάσουμε το μέσο όρο, το συνολικό ποσό των μισθών στους είκοσι αυτούς ανθρώπους θα είχε αυξηθεί κατά 20%, και όσον αφορά το συνολικό κεφάλαιο που τους απασχολεί, και τις τιμές των εμπορευμάτων που παράγουν, θα έμενε ολότελα το ίδιο σαν να είχαν όλοι το ίδιο μερίδιο στην κατά μέσο όρο αύξηση των μισθών. Στην περίπτωση της αγροτικής εργασίας, που το επίπεδο των μισθών της διαφέρει πολύ στις διάφορες κομητείες της Αγγλίας και της Σκοτίας, η αύξηση τους επηρέασε πολύ ανισόμερα.

Τέλος, στη διάρκεια της περιόδου που γίνονταν η αύξηση αυτή στους μισθούς, δρούσαν και αντίθετες επιδράσεις, όπως λ.χ. οι καινούριοι φόροι, που ήταν συνέπεια του ρωσικού πολέμου, η επέκταση της κατεδάφισης των σπιτιών όπου κατοικούσαν οι αγροτικοί εργάτες κ.τ.λ.

Ύστερα από τον τόσο μεγάλο πρόλογο, προχωρώ τώρα στη διαπίστωση πως από το 1849 ως το 1859 αυξήθηκε το μέσο επίπεδο των αγροτικών μισθών στη Μεγάλη Βρετανία γύρω στα 90%. Θα μπορούσα να σας δώσω άφθονες λεπτομέρειες για να σας αποδείξω τον ισχυρισμό μου, μα για τον τωρινό σκοπό μας νομίζω πως είναι αρκετό να σας παραπέμψω στην ευσυνείδητη και κριτική διάλεξη που έκανε ο μακαρίτης Τζων Μόρτον (John Morτon) το 1860 στην Εταιρία των Τεχνών του Λονδίνου (London Society of Arts) για τις δυνάμεις που χρησιμοποιούνται στη γεωργία. Ο Μόρτον παρουσίασε πίνακες από συναλλαγματικές και άλλα αυθεντικά έγγραφα, που τα είχε συγκεντρώσει από εκατό, πάνω - κάτω, καλλιεργητές, εγκαταστημένους σε δώδεκα σκωτικές και τριάντα πέντε αγγλικές κομητείες.

Σύμφωνα με τη γνώμη του φίλου μας Ουέστον και παράλληλα με την ταυτόχρονη αύξηση των μισθών στους εργοστασιακούς εργάτες, θα έπρεπε να είχαν ανεβεί πάρα πολύ οι τιμές στα αγροτικά προϊόντα από το 1849 ως το 1859. Μα ποια είναι η πραγματικότητα; Παρ’ όλο το ρωσικό πόλεμο και τις διαδοχικές κακές σοδιές, η μέση τιμή του σταριού, που είναι το σπουδαιότερο γεωργικό προϊόν της Αγγλίας, έπεσε από 3 πάνω - κάτω λίρες το κουώρτερ, πού είχε τη δεκαετία 1838-1849, σε 2 λίρες και 10 σελίνια το κουώρτερ τη δεκαετία 1849-1859. Αυτή είναι μια πτώση της τιμής του σταριού πάνω από 16% πλάι σε μια αύξηση κατά 40% στους αγροτικούς μισθούς.

Στο ίδιο χρονικό διάστημα, αν συγκρίνουμε το τέλος του με την αρχή του, το 1859 με το 1849, ο επίσημος αριθμός των απόρων ελαττώθηκε από 934.419 σε 860.470, δηλαδή, κατά 73.949 άτομα. Πολύ μικρή ελάττωση, το παραδέχομαι, και που χάθηκε ξανά τα κατοπινά χρόνια, μα ωστόσο είναι μια ελάττωση.

Μπορεί να μάς πουν πώς, επειδή καταργήθηκε ο νόμος για τα σιτηρά, αυξήθηκε η εισαγωγή ξένων σιτηρών πάνω από το διπλάσιο στην περίοδο 1849-1859, σε σύγκριση με την περίοδο 1838-1848. Και τι μ’ αυτό; Από την άποψη του πολίτη Ουέστον θα περίμενε κανένας πως αυτή ή ξαφνική, τεράστια και αδιάκοπα αυξανόμενη ζήτηση στις αγορές του εξωτερικού θα έπρεπε να ανεβάσει εκεί τις τιμές των αγροτικών προϊόντων σε τρομερό ύψος, γιατί το αποτέλεσμα μιας αυξανόμενης ζήτησης είναι το ίδιο, είτε η ζήτηση αυτή προέρχεται από το εξωτερικό είτε από το εσωτερικό.

Ποια ήταν ή πραγματικότητα; Αν εξαιρέσουμε μερικά χρόνια με κακή σοδιά, η καταστρεπτική πτώση στις τιμές των σιτηρών ήταν την περίοδο αυτή το μόνιμο θέμα για τις ψευτορήτορες στη Γαλλία, και οι Αμερικάνοι αναγκάζονται να κάψουν ξανά και ξανά τα περισσευούμενα προϊόντα τους, ενώ η Ρωσία, αν πρέπει να πιστέψουμε τον κύριο Ούρκχαρτ (Urquhart), υποδαύλιζε τον εμφύλιο πόλεμο στις Ηνωμένες Πολιτείες, γιατί χώλαιναν οι εξαγωγές της σε γεωργικά προϊόντα στις αγορές της Ευρώπης εξ αιτίας του συναγωνισμού των Γιάγκηδων.

Αν αναγάγουμε τον ισχυρισμό του πολίτη Ουέστον στην αφηρημένη του μορφή, θα καταλήξουμε σε τούτο: Κάθε αύξηση στη ζήτηση γίνεται πάντοτε με βάση ένα δοσμένο πόσο παραγωγής. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί ποτέ να αυξήσει την προσφορά στα είδη που ζητούνται, μα μόνο να αυξάνει τις χρηματικές τους τιμές. Και η πιο πρόχειρη τώρα παρατήρηση μας δείχνει πως μια αυξημένη ζήτηση θα αφήσει, σε μερικές περιπτώσεις ολότελα αμετάβλητες τις τιμές των εμπορευμάτων στην αγορά και, σε άλλες πάλι περιπτώσεις, θα προκαλέσει μια παροδική αύξηση των τιμών στην αγορά, που η συνέπειά της θα είναι η αυξημένη προσφορά και η πτώση των τιμών ως το αρχικό τους επίπεδο και σε πολλές περιπτώσεις και κάτω ακόμα από το αρχικό τους επίπεδο.

Είτε η αύξηση της ζήτησης προέρχεται από την αύξηση των μισθών, είτε από κάποια άλλη αιτία, δεν αλλάζει καθόλου τους όρους του προβλήματος. Από την άποψη του πολίτη Ουέστον είναι τόσο δύσκολο να εξηγήσουμε τα γενικά φαινόμενα, όσο και τα φαινόμενα που παρουσιάζονται στις έκτακτες συνθήκες μιας αύξησης των μισθών. Το επιχείρημα του δεν είχε, κατά συνέπεια, καμιά ιδιαίτερη σχέση με το θέμα που πραγματευόμαστε. Έδειχνε μόνο την αμηχανία του μπροστά στους νόμους, που σύμφωνα μ’ αυτούς η αύξηση της ζήτησης, αντί να υψώσει τελικά τις τιμές στην αγορά, προκαλεί την αύξηση της προσφοράς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου