Τρίτη, 17 Ιουνίου 2014

Karl Marx-Μισθός, τιμή και κέρδος: Γενική σχέση ανάμεσα στα κέρδη, τους μισθούς και τις τιμές. Οι κυριότερες προσπάθειες να υψωθεί ο μισθός ή να μην ελαττωθεί

ΧΙΙ. Γενική σχέση ανάμεσα στα κέρδη, τους μισθούς και τις τιμές

Όταν εκπέσουμε από την αξία ενός εμπορεύματος το μέρος που αναπληρώνει την αξία που έχουν οι πρώτες ύλες και τα άλλα μέσα παραγωγής, που χρησιμοποιήθηκαν σ’ αυτό, δηλαδή την αξία που αντιπροσωπεύει την προηγούμενη εργασία που περιέχεται σ’ αυτό, ότι μένει από την άξια του είναι τότε το ποσό της εργασίας που πρόσθεσε ο εργάτης που απασχολήθηκε τελευταία.


Αν ο εργάτης αυτός εργάζεται δώδεκα ώρες τη μέρα, αν δώδεκα ώρες μέση εργασία είναι αποκρυσταλλωμένη σε ένα ποσό χρυσάφι ίσο με έξι σελίνια, η πρόσθετη αυτή άξια των έξι σελινιών είναι η μοναδική αξία που έχει δημιουργήσει η εργασία του. Αυτή η δοσμένη άξια, που καθορίζεται από το χρόνο της εργασίας του, είναι το μοναδικό ποσό, απ’ όπου και οι δυο τους, ο εργάτης και ο καπιταλιστής, θα πάρουν το αντίστοιχο ο καθ’ ένας μερτικό του, ή το μέρισμά του, είναι η μοναδική αξία, που μπορεί να χωριστεί σε μισθό και σε κέρδος. Είναι φανερό, πως αυτή η ίδια η αξία δεν μπορεί να αλλάξει από τις μεταβαλλόμενες αναλογίες που είναι δυνατό να χωριστεί ανάμεσα σ’ αυτά τα δυο μέρη. Δεν θα άλλαζε λοιπόν τίποτα αν αντί για ένα εργάτη βάλετε ολόκληρο τον εργατικό πληθυσμό, δώδεκα εκατομμύρια λ.χ. εργάσιμες μέρες αντί για μια.

Μια που ο καπιταλιστής και ο εργάτης έχουν να μοιράσουν μόνο αυτή την περιορισμένη αξία, δηλαδή την αξία που έχει για μέτρο τη συνολική εργασία του εργάτη, τότε όσο περισσότερα πάρει ο ένας τόσο λιγότερα θα πάρει ο άλλος, και αντίστροφα. Όταν ένα ποσό είναι καθορισμένο, το ένα μέρος από αυτό αυξάνει αντίστροφα απ’ ότι μικραίνει το άλλο.

Αν μεταβληθεί ο μισθός, το κέρδος θα μεταβληθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση. Όταν ο μισθός πέφτει το κέρδος ανεβαίνει. Όταν ο μισθός ανεβαίνει, το κέρδος πέφτει. Αν, σύμφωνα με την προηγούμενη υπόθεση μας, ο εργάτης παίρνει τρία σελίνια, που ισοδυναμούν με το μισό της αξίας που δημιούργησε, ή αν όλη η εργάσιμη μέρα του αποτελείται από μισή πληρωμένη και μισή απλήρωτη εργασία, το ποσοστό τού κέρδους θα είναι 100 τα εκατό, γιατί ο καπιταλιστής θα έπαιρνε άλλα τρία σελίνια.

Αν ο εργάτης παίρνει μόνο δύο σελίνια, ή αν εργάζεται το ένα τρίτο μόνο από την εργάσιμη μέρα για τον εαυτό του, ο καπιταλιστής θα πάρει τέσσερα σελίνια και το ποσοστό του κέρδους θα είναι 200 τα εκατό. Αν ο εργάτης πάρει τέσσερα σελίνια, ο καπιταλιστής θα πάρει μονάχα δυο και το ποσοστό του κέρδους θα πέσει στα 50 τα εκατό, μα όλες αυτές οι μεταβολές δεν θα θίξουν την αξία του εμπορεύματος. Μια γενική αύξηση των μισθών θα κατάληγε, λοιπόν, σε μια γενική πτώση του ποσοστού κέρδους χωρίς να επηρεάσει καθόλου τις άξίες.

Μα, παρ’ όλο που οι αξίες των εμπορευμάτων, που αυτές, σε τελευταία ανάλυση, πρέπει να ρυθμίζουν τις τιμές στην αγορά, καθορίζονται αποκλειστικά από τα συνολικά ποσά της εργασίας που ενσωματώνεται σ’ αυτά και όχι από το χωρισμό του ποσού αυτού σε πληρωμένη και σε απλήρωτη εργασία, δεν θα πει μ’ αυτό καθόλου πως οι αξίες ξεχωριστών εμπορευμάτων ή πολλών μαζί εμπορευμάτων που έχουν παραχθεί σε δώδεκα λ.χ. ώρες θα παραμείνουν σταθερές. Ο αριθμός ή η μάζα των εμπορευμάτων που έχουν παραχθεί μέσα σε ένα δοσμένο χρονικό διάστημα εργασίας ή με μια δοσμένη ποσότητα εργασίας, εξαρτιέται από την παραγωγική δύναμη της εργασίας που χρησιμοποιήθηκε και όχι από τη διάρκεια ή το μάκρος της.

Με ένα κάποιο βαθμό παραγωγικής δύναμης η κλωστική εργασία μπορεί σε μια μέρα δώδεκα ωρών εργασίας να παράγει δώδεκα λ.χ. λίβρες κλωστή και με ένα μικρότερο βαθμό παραγωγικής δύναμης να παράγει δύο μόνο λίβρες. Αν τώρα μια δωδεκάωρη μέση εργασία είχε αντικειμενοποιηθεί στην αξία των έξι σελινιών, στη μια περίπτωση, δώδεκα λίβρες κλωστή θα στοίχιζαν έξι σελίνια και στην άλλη, δυο λίβρες κλωστή θα στοίχιζαν πάλι έξι σελίνια. Η μια λίβρα κλωστή θα στοίχιζε, κατά συνέπεια, στη μια περίπτωση έξι πέννες και στην άλλη τρία σελίνια.

Η διαφορά αυτή στην τιμή θα οφείλονταν στη διαφορά των παραγωγικών δυνάμεων που χρησιμοποιήθηκαν. Με τη μεγαλύτερη παραγωγική δύναμη, σε μια λίβρα κλωστή θα ενσωματωνόταν μια ώρα εργασίας, ενώ με τη μικρότερη παραγωγική δύναμη θα ενσωματωνόταν έξι ώρες εργασίας σε μια λίβρα κλωστή. Η τιμή μιας λίβρας κλωστής θα ήταν στη μια περίπτωση μόνο έξι πέννες, παρ’ όλο που ο μισθός θα ήταν σχετικά υψηλός και το ποσοστό του κέρδους χαμηλό, ενώ στην άλλη περίπτωση θα ήταν τρία σελίνια, παρ’ όλο που ο μισθός θα ήταν χαμηλός και το ποσοστό του κέρδους υψηλό.

Αυτό γίνεται, γιατί η τιμή μιας λίβρας κλωστής ρυθμίζεται από το συνολικό ποσό της εργασίας που έχει καταναλωθεί σ’ αυτή και όχι από την αναλογία που χωρίζεται το συνολικό αυτό ποσό σε πληρωμένη και σε απλήρωτη εργασία. Το γεγονός, λοιπόν, που ανάφερα πριν, πως δηλαδή η εργασία που πληρώνεται φτηνά μπορεί να παράγει ακριβά εμπορεύματα, χάνει κατά συνέπεια την παράδοξη όψη του. Είναι μόνο εκδήλωση του γενικού νόμου, πως η αξία ενός εμπορεύματος ρυθμίζεται από το ποσό της εργασίας πού έχει καταναλωθεί σ’ αυτό και πως το ποσό αυτό της εργασίας εξαρτιέται πέρα - πέρα από τις παραγωγικές δυνάμεις της εργασίας που χρησιμοποιήθηκε και θα αλλάζει, κατά συνέπεια, κάθε φορά που μεταβάλλεται η παραγωγικότητα της εργασίας.

XIII. Οι κυριότερες προσπάθειες να υψωθεί ο μισθός ή να μην ελαττωθεί

Ας εξετάσουμε τώρα προσεχτικά τις κυριότερες περιπτώσεις που θα ζητηθεί να αυξηθούν οι μισθοί ή που θα αντισταθούν στην ελάττωση τους.

1. Είδαμε πως η αξία της εργατικής δύναμης, ή με την πιο λαϊκή έκφραση η αξία της εργασίας, καθορίζεται από την αξία που έχουν τα μέσα συντήρησης ή από το ποσό της εργασίας που χρειάζεται για να παραχθούν. Αν, τώρα, σε μια δοσμένη χώρα η αξία των μέσων συντήρησης, που χρειάζεται κατά μέσο όρο ένας εργάτης τη μέρα, αντιπροσώπευε έξι ώρες εργασίας που εκφράζεται με τρία σελίνια, ο εργάτης θα έπρεπε να εργάζεται έξι ώρες τη μέρα για να φτιάσει ένα ισοδύναμο για την καθημερινή του συντήρηση.

Αν ολόκληρη η εργάσιμη μέρα ήταν δώδεκα ώρες, ο καπιταλιστής θα πλήρωνε την αξία της εργασίας του πληρώνοντας σ’ αυτόν τρία σελίνια. Η μισή εργάσιμη μέρα θα ήταν απλήρωτη εργασία και το ποσοστό του κέρδους θα έφτανε τα 100%. Υποθέστε όμως, τώρα, πως εξ αιτίας μιας ελάττωσης στην παραγωγικότητα θα χρειάζονταν περισσότερη εργασία για να παραχθεί, ας πούμε, το ίδιο ποσό από αγροτικά προϊόντα, έτσι που η τιμή των μέσων συντήρησης, που χρειάζονται κατά μέσο όρο τη μέρα, θα ανέβαινε από τρία σελίνια σε τέσσερα. Στην περίπτωση αυτή η αξία της εργασίας θα ανέβαινε κατά το ένα τρίτο πιο πάνω ή 33 1/3 τα εκατό. Θα χρειάζονταν οκτώ ώρες από την εργάσιμη μέρα για να παραχθεί ένα ισοδύναμο για την καθημερινή συντήρηση του εργάτη, σύμφωνα με το παλιό βιοτικό του επίπεδο.

Η υπερεργασία θα έπεφτε, λοιπόν, από έξι σε τέσσερις ώρες και το ποσοστό του κέρδους από 100% σε 50%. Αν επέμενε ο εργάτης να αυξηθεί ο μισθός του θα επέμενε μόνο και μόνο για να πάρει την αυξημένη αξία της εργασίας του, όπως κάνει και κάθε άλλος πουλητής εμπορευμάτων, που όταν αυξηθεί το κόστος παραγωγής του εμπορεύματος προσπαθεί να πάρει την αυξημένη του αξία. Αν δεν ανεβεί ο μισθός, ή αν δεν ανέβει αρκετά για να αντισταθμίσει τις αυξημένες αξίες των μέσων συντήρησης, η τιμή της εργασίας θα πέσει κάτω από την αξία της εργασίας και θα χειροτέρευε τότε το βιοτικό επίπεδο του εργάτη.

Θα μπορούσε όμως να έχουμε μια αλλαγή και προς την αντίθετη κατεύθυνση. 

Εξαιτίας της αυξημένης παραγωγικότητας της εργασίας, το ίδιο ποσό από τα μέσα συντήρησης που χρειάζονταν κατά μέσο όρο την μέρα, μπορούσε να πέσει από τρία σε δυο σελίνια, ή να χρειάζονταν τέσσερις αντί έξι ώρες από την εργάσιμη μέρα για να παραχθεί ένα ισοδύναμο με την αξία των καθημερινών μέσων συντήρησης. Ο εργάτης θα ήταν τώρα σε θέση να αγοράζει με δυο σελίνια τόσα μέσα συντήρησης όσα πρώτα με τρία σελίνια. Στην πραγματικότητα η αξία της εργασίας θα έπεφτε, μα η ελαττωμένη αυτή αξία θα αντιπροσώπευε το ίδιο ποσό εμπορεύματος όπως και πριν. Το κέρδος θα ανέβαινε τότε από τρία σελίνια σε τέσσερα σελίνια και το ποσοστό του κέρδους από 100 σε 200 τα εκατό.

Παρ’ όλο που το απόλυτο βιοτικό επίπεδο του εργάτη θα παρέμενε το ίδιο, ο σχετικός μισθός του και μαζί μ’ αυτόν και η σχετική κοινωνική του θέση σε σύγκριση με τη θέση του καπιταλιστή θα έπεφτε χαμηλά. Αν ο εργάτης αντιστεκόταν σ’ αυτή την πτώση του σχετικού μισθού, θα προσπαθούσε να πάρει κάποιο μερίδιο μόνο από τις αυξημένες παραγωγικές δυνάμεις της δικής του εργασίας και να διατηρήσει την προηγούμενη σχετική του θέση στην κοινωνική κλίμακα. Έτσι, ύστερα από την κατάργηση των νόμων για τα σιτηρά, οι Άγγλοι αφέντες των εργοστασίων, παραβιάζοντας ανοιχτά τις πανηγυρικές υποσχέσεις που είχαν δώσει, όταν γίνονταν η εκστρατεία ενάντια στους νόμους αυτούς, κατέβασαν γενικά κατά 10% τους μισθούς. Στην αρχή υπερνικήθηκε η αντίσταση των εργατών, μα ύστερα από μια σειρά περιστατικά, που δεν μπορώ εδώ να ασχοληθώ μ’ αυτά, ξανακερδήθηκε αργότερα το 10%, που είχε χαθεί.

2. Οι αξίες των μέσων συντήρησης και κατά συνέπεια και η αξία της εργασίας μπορεί να μείνουν τα ίδια, μα να μεταβληθεί η χρηματική τους τιμή σαν αποτέλεσμα μιας προηγούμενης μεταβολής στην αξία του χρήματος.

Με την ανακάλυψη πιο αποδοτικών μεταλλείων κ.τ.λ. η παραγωγή δυο ουγκιών χρυσού θα μπορούσε να μη στοιχίζει περισσότερη εργασία από όση λ.χ. χρειάζονταν πρώτα η παραγωγή μιας ουγκιάς. Η αξία του χρυσού θα έπεφτε στο μισό ή πενήντα τα εκατό. Και επειδή τώρα οι αξίες όλων των άλλων εμπορευμάτων θα εκφράζονταν με τη διπλή χρηματική τιμή απ’ ότι πριν, θα συνέβαινε το ίδιο και με την αξία της εργασίας. Οι δώδεκα ώρες εργασίας, που πρώτα εκφράζονταν με έξι σελίνια, θα εκφράζονται τώρα με δώδεκα σελίνια.

Αν ο μισθός του εργάτη έμενε στα τρία σελίνια, αντί να ανέβει στα έξι, η χρηματική τιμή της εργασίας του θα ήταν ίση με τη μισή αξία της εργασίας του και το βιοτικό επίπεδο του θα χειροτέρευε φοβερά. Το ίδιο θα συνέβαινε σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό και αν ακόμα ανέβαινε ο μισθός του μα όχι ανάλογα με την πτώση της αξίας του χρυσού. Σε μια τέτοια περίπτωση δεν θα άλλαζε τίποτα, ούτε στην παραγωγική δύναμη της εργασίας, ούτε στην προσφορά και τη ζήτηση, ούτε στις αξίες.

Δεν θα άλλαζε τίποτα εκτός από τη χρηματική ονομασία των αξιών αυτών. Το να λέμε πως σε μια τέτοια περίπτωση ο εργάτης δεν θα έπρεπε να επιμείνει για μια αναλογική αύξηση του μισθού, είναι σα να λέμε πως πρέπει να είναι ευχαριστημένος να πληρώνεται με ονόματα και όχι με πράγματα. Όλη η περασμένη ιστορία αποδεικνύει πως, κάθε φορά που γίνεται μια τέτοια υποτίμηση στο χρήμα, οι καπιταλιστές είναι έτοιμοι να αρπάξουν την ευκαιρία αυτή για να εξαπατήσουν τον εργάτη. Μια πολύ μεγάλη σχολή πολιτικό-οικονομολόγων βεβαιώνει πως, σαν συνέπεια της ανακάλυψης καινούριων χρυσοφόρων περιοχών, της καλύτερης εκμετάλλευσης των μεταλλείων του αργύρου και της φτηνότερης προσφοράς υδραργύρου, έπεσε πάλι η αξία στα πολύτιμα μέταλλα. Αυτό θα μπορούσε να εξηγήσει τις γενικές και ταυτόχρονες προσπάθειες στην ηπειρωτική Ευρώπη για αύξηση των μισθών.

3. Ως τώρα υποθέσαμε πως η εργάσιμη μέρα έχει δοσμένα όρια. Η εργάσιμη μέρα, αυτή καθαυτή, δεν έχει, ωστόσο, σταθερά όρια. Η σταθερή τάση του κεφαλαίου είναι να την μακραίνει ως τα ακρότατα φυσικά όρια που είναι δυνατό, γιατί στον ίδιο βαθμό αυξάνει η υπερεργασία και κατά συνέπεια και το κέρδος που προέρχεται από αυτή. Όσο περισσότερο κατορθώνει το κεφάλαιο να μακραίνει την εργάσιμη μέρα, τόσο μεγαλύτερο ποσό σφετερίζεται από την εργασία άλλων ανθρώπων. Στη διάρκεια του δέκατου έβδομου και τα πρώτα δύο τρίτα του δέκατου όγδοου, ακόμα, αιώνα, η δεκάωρη εργάσιμη μέρα ήταν η κανονική εργάσιμη μέρα σε όλη την Αγγλία.

Στη διάρκεια του αντιγιακομπίνικου πολέμου που στην πραγματικότητα ήταν ένας πόλεμος που έκαναν οι Βρετανοί βαρόνοι ενάντια στις βρετανικές εργαζόμενες μάζες, το κεφάλαιο γιόρταζε τα βακχικά του όργια και μάκραινε την εργάσιμη μέρα από δέκα σε δώδεκα, δεκατέσσερις και δεκαοχτώ ώρες.

Ο Μάλθους που δεν είναι σε καμιά περίπτωση ο άνθρωπος που μπορούμε να τον υποψιαστούμε για κλαψιάρικο συναισθηματισμό, διακήρυξε σε ένα φυλλάδιο, που κυκλοφόρησε γύρω στα 1815, πως, αν θα συνεχιζόταν η κατάσταση αυτή, η ζωή του έθνους θα χτυπιόνταν στην ίδια την πηγή της. Λίγα χρόνια πριν από τη γενική εισαγωγή των μηχανών, που είχαν νεοεφευρεθεί, το 1765, εκδόθηκε στην Αγγλία ένα φυλλάδιο με τον τίτλο «An Essay on Trade» (Πραγματεία για το εμπόριο). Ο ανώνυμος συγγραφέας, ένας άσπονδος εχθρός των εργαζομένων τάξεων, τονίζει σ’ αυτό την ανάγκη να μακρύνουν τα όρια της εργάσιμης μέρας. Ανάμεσα σε διάφορα άλλα μέσα που πρότεινε για το σκοπό αυτό ήταν και η ίδρυση «σπιτιών εργασίας» που, όπως λέει, θα έπρεπε να είναι «σπίτια τρόμου». Και ποια είναι η διάρκεια της εργάσιμης μέρας που προτείνει γι’ αυτά τα «σπίτια τρόμου»; Δώδεκα ώρες, δηλαδή το ίδιο ίσα - ίσα χρονικό διάστημα, που το 1832 διακήρυτταν οι καπιταλιστές, οι πολιτικό-οικονομολόγοι και οι υπουργοί όχι μόνο πως υπήρχε, μα πως είναι και ο απαραίτητος χρόνος εργασίας για ένα παιδί κάτω των δώδεκα ετών.

Όταν πουλάει ο εργάτης την εργατική του δύναμη, και στο σημερινό σύστημα είναι υποχρεωμένος να την πουλάει, παραχωρεί στον καπιταλιστή την κατανάλωση της δύναμης αυτής, μα μέσα σε ορισμένα λογικά όρια. Πουλάει την εργατική του δύναμη για να την διατηρήσει, έκτος βέβαια από τη φυσική της φθορά, και όχι για να την καταστρέψει. Όταν πουλάει την εργατική του δύναμη στην καθημερινή ή βδομαδιάτικη αξία της, είναι φανερό πως δεν πρέπει από τη δύναμη αυτή να σπαταλήσει και να φθείρει σε μια μέρα, ή σε μια βδομάδα, δυο ήμερών ή δυο βδομάδων δύναμη.

Πάρτε μια μηχανή που αξίζει 1000 λίρες. Αν η μηχανή αυτή φθείρεται ολοκληρωτικά μέσα σε δέκα χρόνια, θα προσθέτει στην αξία των εμπορευμάτων, που παίρνει μέρος στην παραγωγή τους, μια αξία από εκατό λίρες το χρόνο. Αν φθείρεται σε πέντε χρόνια θα προσθέτει 200 λίρες το χρόνο, δηλαδή, η αξία της χρονιάτικης φθοράς της είναι αντίστροφα ανάλογη με το χρόνο που χρειάζεται για να φθαρεί. Μα αυτό είναι κείνο που ξεχωρίζει τον εργαζόμενο άνθρωπο από τη μηχανή. Η μηχανή δεν φθείρεται στην ίδια ίσα-ίσα αναλογία που τη χρησιμοποιούμε. Ο άνθρωπος, αντίθετα, φθείρεται σε μεγαλύτερη αναλογία απ’ ότι θα φαίνονταν με την απλή αριθμητική πρόσθεση εργασίας.

Όταν οι εργαζόμενοι προσπαθούν να ξαναφέρουν την εργάσιμη μέρα στις παλιές λογικές διαστάσεις της, ή, όπου δεν μπορούν να επιβάλουν ένα νομοθετικό καθορισμό της κανονικής εργάσιμης μέρας, να περιορίσουν την υπερεργασία με την αύξηση των μισθών, με μια αύξηση όχι μόνο ανάλογη με τον παραπάνω χρόνο μα μεγαλύτερη από την αναλογία αυτή, εκπληρώνουν μόνο ένα καθήκον απέναντι στον εαυτό τους και τη γενιά τους. Βάζουν μόνο όρια στους σφετερισμούς του κεφαλαίου. Ο χρόνος είναι ο χώρος για την ανθρώπινη ανάπτυξη.

Ένας άνθρωπος που δεν διαθέτει ελεύθερο χρόνο, που ολόκληρο το χρονικό διάστημα της ζωής του, εκτός από τις καθαρά φυσικές διακοπές για τον ύπνο, το φαγητό κ.τ.λ., απορροφιέται από την εργασία του για τον καπιταλιστή, είναι κάτι παρακάτω από ένα φορτηγό ζώο. Είναι μια απλή μηχανή για να φτιάχνει Ξένο Πλούτο, τσακισμένος στο σώμα και αποκτηνωμένος στην ψυχή. Ωστόσο, ολόκληρη η ιστορία της σύγχρονης βιομηχανίας δείχνει πως το κεφάλαιο, αν δεν του μπει ένας φραγμός, εργάζεται χωρίς δισταγμό και οίκτο για να ρίξει ολόκληρη την εργατική τάξη σ’ αυτή την κατάσταση της άκρας κατάπτωσης.

Παρατείνοντας την εργάσιμη μέρα ο καπιταλιστής μπορεί να πληρώνει μεγαλύτερο μισθό και όμως να κατεβάζει την αξία της εργασίας αν η αύξηση του μισθού δεν αντιστοιχεί με το μεγαλύτερο ποσό εργασίας που ξεζουμίζει και την παράλληλη φθορά της εργατικής δύναμης που προκαλεί μ’ αυτό τον τρόπο. Αυτό μπορεί να γίνει και διαφορετικά. Οι αστοί στατιστικοί σας θα σας πουν λ.χ. πως ο μέσος μισθός κάθε οικογένειας στους εργοστασιακούς εργάτες στο Λαγκάστρ ανέβηκε.

Ξεχνούν, όμως, πως εκτός από την εργασία του άνδρα, του αρχηγού της οικογένειας, ρίχνονται τώρα κάτω από τις ρόδες του Τζαγκερνάουτ τού κεφαλαίου η γυναίκα του και τρία ή τέσσερα, ίσως, από τα παιδιά του και πως η ύψωση του συνολικού μισθού δεν ανταποκρίνεται στη συνολική υπερεργασία που ξεζουμίζεται από την οικογένεια.

Ακόμα και με δοσμένα τα όρια της εργάσιμης μέρας, όπως συμβαίνει τώρα σε όλους τους κλάδους της βιομηχανίας που υπάγονται στην εργοστασιακή νομοθεσία, μπορεί να είναι ανάγκη να αυξηθούν οι μισθοί, έστω μόνο και μόνο για να διατηρηθεί το παλιό επίπεδο στην αξία της εργασίας. Αυξάνοντας την εντατικότητα της εργασίας του ένας άνθρωπος μπορεί να φτάσει στο σημείο να ξοδεύει σε μια ώρα τόση ζωτική δύναμη, όση πρώτα σε δύο.

Αυτό γίνεται, ως ένα βαθμό, στους κλάδους που μπήκαν κάτω από την εργοστασιακή νομοθεσία, με την επιτάχυνση της κίνησης των μηχανών και με το μεγαλύτερο αριθμό μηχανών που πρέπει να επιβλέπει τώρα ένα μόνο άτομο. Αν η αύξηση στην εντατικότητα της εργασίας ή της μάζας της εργασίας που ξοδεύεται σε μια ώρα διατηρεί μια καλή κάπως αναλογία με την ελάττωση της διάρκειας της εργάσιμης μέρας, μπορεί ακόμα ο εργάτης να βγει κερδισμένος. Αν το όριο αυτό ξεπεραστεί, τότε χάνει με τη μια μορφή αυτό που κέρδισε με την άλλη και οι δέκα ώρες εργασίας μπορεί να γίνουν τόσο καταστρεπτικές όσο πρώτα οι δώδεκα. Όταν εμποδίζει ο εργάτης την τάση αυτή του κεφαλαίου παλεύοντας για να πετύχει μια αντίστοιχη με την αυξημένη εντατικότητα της εργασίας, αύξηση των μισθών, αντιστέκεται μόνο στην υποτίμηση της εργασίας του και στη χειροτέρεψη της γενιάς του.

4. Όλοι σας ξέρετε πως η κεφαλαιοκρατική παραγωγή, για λόγους που δεν χρειάζεται να τους αναπτύξω τώρα, κινείται μέσα σε ορισμένους περιοδικούς κύκλους. Περνάει από μια κατάσταση ηρεμίας, αυξανόμενης ζωτικότητας, άνθισης, υπερπαραγωγής, κρίσης και στασιμότητας. Οι τιμές των εμπορευμάτων στην αγορά και τα τρέχοντα ποσοστά κέρδους ακολουθούν αυτές τις φάσεις πότε πέφτοντας κάτω από το μέσο όρο τους, πότε ανεβαίνοντας πάνω απ’ αυτόν. Αν εξετάσετε ολόκληρο τον κύκλο, θα βρείτε πως η μια παρέκκλιση της τιμής στην αγορά αντισταθμίζεται από την άλλη, και πως, αν πάρουμε υπ’ όψη μας το μέσο όρο του κύκλου, οι τιμές των εμπορευμάτων στην αγορά ρυθμίζονται από τις αξίες τους. Πολύ καλά!

Όσο διαρκούν οι φάσεις που οι τιμές πέφτουν στην αγορά, όπως και όσο διαρκούν οι φάσεις της κρίσης και της στασιμότητας, ο εργάτης αν δεν χάσει ολότελα τη δουλειά του είναι βέβαιος πως θα ελαττωθεί ο μισθός του. Και για να μη τον απατήσουν πρέπει, και σε μια τέτοια ακόμα πτώση των τιμών στην αγορά, να παζαρέψει με τον καπιταλιστή σε ποια αναλογία έγινε αναγκαία η πτώση του μισθού.

Αν δεν αγωνιστεί όσο διαρκεί η άνθιση, όσον καιρό πραγματοποιούνται έκτακτα κέρδη, για να αυξηθεί ο μισθός του, τότε, παίρνοντας υπόψη μας το μέσο όρο ενός βιομηχανικού κλάδου, δεν θα έπαιρνε ούτε το μέσο όρο του μισθού του, ή την αξία της εργασίας του. Θα ήταν το αποκορύφωμα της τρέλας να απαιτούμε από ένα εργάτη, τη στιγμή που ο μισθός του θίγεται αναγκαστικά από τις δυσμενείς φάσεις του κύκλου, να παραιτηθεί από την προσπάθεια να αποζημιωθεί γι’ αυτό, όσο διαρκούν οι φάσεις της άνθισης.

Γενικά, οι αξίες όλων των εμπορευμάτων πραγματοποιούνται μόνο με την ισοστάθμιση των τιμών στην αγορά, που αδιάκοπα μεταβάλλονται από τις αδιάκοπες διακυμάνσεις στη ζήτηση και την προσφορά. Με βάση το σημερινό σύστημα, η εργασία είναι και αυτή μόνο ένα εμπόρευμα όπως και τα άλλα. Πρέπει, λοιπόν, να περάσει από τις ίδιες διακυμάνσεις για να πετύχει την ίδια μέση τιμή που αντιστοιχεί στην αξία της. Θα ήταν παράλογο να την μεταχειρίζεται κανείς, από το ένα μέρος σαν εμπόρευμα και από το άλλο να θέλει να την εξαιρέσει από τους νόμους που ρυθμίζουν τις τιμές των εμπορευμάτων.

Ο δούλος παίρνει ένα μόνιμο και σταθερό ποσό από μέσα συντήρησης. Ο μισθωτός εργάτης δεν το παίρνει. Πρέπει να προσπαθήσει να υψώσει το μισθό του στη μια περίπτωση, έστω μόνο και μόνο για να αποζημιωθεί για την πτώση του μισθού του στην άλλη περίπτωση. Αν δεχόταν να υποταχθεί στη θέληση, στις προσταγές του κεφαλαίου, θεωρώντας τες σαν μόνιμο οικονομικό νόμο, θα είχε την ίδια άθλια μοίρα του δούλου χωρίς να έχει και την ασφάλειά του.

5: Σε όλες τις περιπτώσεις που εξέτασα, κι αυτές αποτελούν τα ενενήντα εννιά τοις εκατό, είδατε πως η πάλη για την ύψωση των μισθών ακολουθεί μόνο τα ίχνη προηγούμενων αλλαγών και είναι το αναγκαίο επακόλουθο προηγούμενων μεταβολών στο μέγεθος της παραγωγής, στην παραγωγική δύναμη της εργασίας, στην αξία της εργασίας, στην αξία του χρήματος, στη διάρκεια ή ένταση της εργασίας που ξεζουμίζεται από τον εργάτη, στις διακυμάνσεις στην προσφορά και τη ζήτηση και αντιστοιχούν με τις διάφορες φάσεις του βιομηχανικού κύκλου με μια λέξη, σαν αντίδραση της εργασίας ενάντια στην προηγούμενη δράση τού κεφαλαίου.

Αν εξετάζετε την πάλη για αύξηση των μισθών ανεξάρτητα από όλα τα περιστατικά και παραβλέποντας όλες τις άλλες μεταβολές απ’ όπου εξαρτιέται, ξεκινάτε από μια λαθεμένη προϋπόθεση για να καταλήξετε σε λαθεμένα συμπεράσματα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου