Τρίτη, 24 Ιουνίου 2014

Ο χώρος εργασίας και η πολιτική



Σπάνια βρίσκει κανείς στην καθημερινή πολιτική αρθρογραφία παρατηρήσεις με ένα μίνιμουμ ουσίας και οξυδέρκειας, φράσεις που τον κάνουν να σκεφτεί. Ο στόχος της μοιάζει να είναι ο ακριβώς αντίθετος: η παραγωγή θορύβου που μπλοκάρει τη σκέψη. Δεν μπορώ λοιπόν παρά να ξεχωρίσω ως μια από τις ελάχιστες άξιες λόγου παρατηρήσεις στον εξωκομμουνιστικό χώρο την παρατήρηση του Ισαάκ Σούση στον "Ημεροδρόμο" για το παράδοξο της μεταμοντέρνα καθαγιασμένης "πολιτικής της αλληλεγγύης":

Εν γένει είμαστε καλά παγιωμένοι στο επεισόδιο «προασπίζομαι τις πολιτικές και ατομικές ελευθερίες του άλλου που δεν είναι απόλυτα ενταγμένος και πέραν οποιασδήποτε αμφισβήτησης όπως εγώ που για χάρη του είμαι και μετανάστης και Σακελλαρίδης και καθαρίστρια», αλλά είμαι και ιδιωτικός υπάλληλος που βγάζει τον σκασμό. Eίμαι και φέρελπις δημοσιογράφος, ηθοποιός, καλλιτέχνης που έχει στρατευθεί στη μεγάλη ιδέα της Αλλαγής, που μπορεί και να χει πληρωμένες με κάποιο τρόπο δουλειές για τους ήρωες της μετάβασης από το αγρίως καπιταλιστικό στο προστατευτικά κομματικοδίαιτο περιβάλλον και συγκυρίες πράγματι που ανθίζει η ελεύθερη σκέψη και θριαμβεύει το σύνδρομο Ντρέιφους μια και ελάχιστοι υπερασπίζονται τελικά τον ίδιο τους τον εαυτό σε σχέση με το πόσοι υπερασπιζόμαστε κάποιους άλλους.
Με ενδιαφέρουν ιδιαίτερα οι φράσεις με έντονα στοιχεία, και κυρίως η τελευταία, η κατακλείδα: ελάχιστοι υπερασπίζονται τελικά τον ίδιο τους τον εαυτό σε σχέση με το πόσοι υπερασπίζονται τους άλλους. Φαινομενικά, πρόκειται για κάτι απρόσμενο και παράδοξο: στον βαθμό που συνηθίσαμε απόλυτα και εδώ και αιώνες στην ιδέα ότι ο αστικός άνθρωπος είναι εγωιστικός άνθρωπος, ακούγεται πάρα πολύ παράξενο, αλλά ταυτόχρονα εμπειρικά αληθές, ότι για την συντριπτική πλειοψηφία είναι πιο εύκολο πράγμα η αλληλεγγύη στον άλλο από ό,τι η αλληλεγγύη στον εαυτό, από ό,τι είναι δηλαδή το φαινομενικά πιο φυσιολογικό και "εύκολο" πράγμα, η υπεράσπιση των δικών μας, "εγωιστικών" αν θέλετε, συμφερόντων. Όταν, στο ΚΚΕ, λέμε στον κόσμο να παλέψει για τα δικά του συμφέροντα κι όχι "κάτω από ξένες σημαίες", του λέμε να κάνει κάτι συνάμα εξαιρετικά προφανές και απλό και κάτι που στην πράξη είναι τρομερά δύσκολο. Ο Μπρεχτ το γνώριζε πολύ καλά αυτό.

Όμως ας μείνουμε λίγο περισσότερο στο παράδοξο που περιγράφει εδώ ο Σούσης. Είναι στ' αλήθεια παράδοξο; Πρόκειται στ' αλήθεια για κάποιου είδους αλλόκοτη τάση στον αλτρουϊσμό του καπιταλιστικά πεπαιδευμένου ανθρώπου; 

Ασφαλώς και όχι. Δεν είναι καθόλου ότι η ενσωμάτωση στην αστική κοινωνική λογική ισούται με κάποιου είδους απάρνηση του προσωπικού συμφέροντος. Γιατί οι άνθρωποι που "βγάζουν τον σκασμό" για το δικό τους συμφέρον από τη μια, αλλά κραυγάζουν για το συμφέρον του άλλου από την άλλη δεν τα πράττουν και τα δύο στον ίδιο χώρο. Ο χώρος όπου ο καθένας γνωρίζει πολύ καλά να "βγάζει τον σκασμό" είναι ο χώρος εργασίας του, ο χώρος της δικής του εκμετάλλευσης. Ο χώρος όμως στον οποίο διαδηλώνει και εκφράζει την αλληλεγγύη του στους άλλους είναι ο δημόσιος χώρος, ο χώρος της πολιτικής: ο δρόμος, τα σχόλια στο καφενείο ή το μπαρ, τα σχόλια στις εφημερίδες ή στα ιστολόγια.

Ο δεύτερος χώρος, ο χώρος του "είμαστε όλοι..." ορίζεται ως χώρος ελεύθερης έκφρασης στον βαθμό που δεν είναι χώρος εργασίας, δηλαδή στον βαθμό που δεν δομείται από την άμεση έκθεση στις σχέσεις παραγωγής, αλλά από κάτι τελείως διαφορετικό, υποτίθεται, δηλαδή απ' την ανταλλαγή ιδεών και την σύγκρουση ιδεών.

Έχουμε εδώ, με άλλα λόγια, μια βασική έκφραση του προβλήματος που πρώτος ανέλυσε διεξοδικά και με τρομακτική οξυδέρκεια ο πολύ νέος τότε (25 ετών!) Μαρξ στο "Για το εβραϊκό ζήτημα" του 1843. Στην αστική κοινωνία:
ο άνθρωπος διάγει, κι όχι μόνο στο πεδίο της σκέψης, στη συνείδησή του, αλλά στην πραγματικότητα, διπλή ζωή-- μια ουράνια και μια γήινη. Ζει αφενός μέσα στην πολιτική κοινότητα όπου θεωρείται σαν κοινοτική ύπαρξη, και αφ' ετέρου μέσα στην αστική κοινωνία, όπου ενεργεί σαν ιδιώτης, βλέπει τους συνανθρώπους του σαν μέσα κι ο ίδιος ξεπέφτει σε μέσον και γίνεται άθυρμα αλλότριων δυνάμεων. [...] Η διαφορά μεταξύ του θρησκευτικού ανθρώπου και του πολίτη δεν είναι παρά η διαφορά μεταξύ του εμπόρου και του πολίτη, του μισθωτού και του πολίτη, του γαιοκτήμονα και του πολίτη, δηλ. του ζωντανού [συγκεκριμένου] ατόμου και του [αφηρημένου] πολίτη. Η αντίφαση που υπάρχει μεταξύ θρησκευτικού και πολιτικού ανθρώπου είναι η ίδια μ' αυτήν που υπάρχει μεταξύ αστού και πολίτη, μεταξύ του μέλους της αστικής κοινωνίας και της πολιτικής του λεοντής. [...] η πολιτική χειραφέτηση από μόνη της δεν αποτελεί και την ανθρώπινη απελευθέρωση. Η ατέλεια και η αντίφαση που εμφανίζεται στο γεγονός ότι ζητάτε να χειραφετηθείτε πολιτικά δίχως να απελευθερωθείτε ως άνθρωποι δεν οφείλεται μόνο σε σας αλλά και στη φύση και στην κατηγορία της πολιτικής χειραφέτησης. Όσο παγιδεύεστε μέσα σ' αυτή την κατηγορία δεν ξεφεύγετε από τη γενική πρόληψη.[...] Η πολιτική [σσ. αστική πολιτική] επανάσταση διαλύει την αστική κοινωνία στα συστατικά της μέρη χωρίς να τα επαναστατικοποιεί και να τα υποβάλει σε κριτική. Θεωρεί την αστική κοινωνία, τον κόσμο της ανάγκης, της εργασίας, του ιδιωτικού συμφέροντος και του αστικού δικαίου ως βάση της ύπαρξής της, ως απώτατη προϋπόθεσή της και συνεπώς ως φυσική της βάση. [...] Ο πραγματικός άνθρωπος αναγνωρίζεται μόνο με τη μορφή του εγωιστικού ατόμου και ο αληθινός άνθρωπος μόνο με τη μορφή του αφηρημένου πολίτη.
Η "διπλή ζωή" του καθένα ως ιδιώτη, αφενός, και ως πολίτη, αφετέρου, η "επίγεια" ζωή του σε μια σφαίρα που καθορίζεται απόλυτα από το ατομικό και ιδιωτικό συμφέρον και άρα τον συναγωνισμό των συμφερόντων όλων, και σε μια "ουράνια" όπου συναντά την "κοινοτική ύπαρξη", τη συμμετοχή στην κοινή, αλληλοεξαρτώμενη ζωή -- αυτές οι καταστατικές της αστικής κοινωνίας συνθήκες είναι που δημιουργούν το φαινομενικό μονάχα παράδοξο: στον χώρο εργασίας διακυβεύεται ο μισθός, άρα η προσωπική επιβίωση, άρα βγαίνει ο προαναφερθείς και περιώνυμος σκασμός, ενώ έξω από αυτόν διακυβεύεται μονάχα η γνώμη, η ατομική συνεισφορά στον συλλογικό βίο, νοούμενο ως αφαίρεση από την ποταπή και συναινετικώς ασχολίαστη πραγματικότητα των σχέσεων παραγωγής, οπότε "είμαστε όλοι καθαρίστριες", κλπ.

Ο "χώρος εργασίας" λοιπόν δεν είναι παρά ο χώρος στον οποίο η αστική κοινωνία συμφωνεί πως επειδή δεσπόζουν απολυταρχικά οι επιταγές της "παραγωγής", απαγορεύεται η συμμετοχή στην πολιτική ως συμμετοχή στην σύγκρουση για τις σχέσεις που συγκροτούν αυτή την παραγωγή, η οποία επιτρέπεται μονάχα όταν μετατρέπεται σε κάτι αφηρημένο, αποκολλημένο απ' την εμπειρία του παραγωγού και γενικό, σε "γνώμη του πολίτη", σε ρητορική πόζα και στάση. Ο Μπαντιού το έθεσε πάρα πολύ καθαρά:
Το εργοστάσιο είναι κατ’ ουσίαν χώρος μη πολιτικός, ανεξαρτήτως τού αν οι εργάτες του έχουν πολιτικοποιηθεί ή όχι. Και αυτό γιατί το καθεστώς τής παραγωγικότητας βρίσκεται σε πλήρη και απόλυτη αντίφαση με την πολιτική.
Έτσι, το μοναδικό, λέει ο Μπαντιού, πολιτικό γεγονός (ή καλύτερα συμβάν) που μπορεί να λάβει χώρα στον χώρο εργασίας στον καπιταλισμό είναι η διακοπή της εργασίας, η απεργία. Η απεργία είναι η άρνηση της άρνησης της πολιτικής στον εργασιακό χώρο, η άρνηση της άρνησης πάνω στην οποία στηρίζεται η ίδια η αντίληψη του τι είναι "πολιτική" ("πολιτική" στην αστική κοινωνία είναι ότι στο εργοστάσιο, στο χώρο εργασίας ευρύτερα, δεν υπάρχει πολιτική αλλά σκασμός και υποταγή για να εξυπηρετηθεί το συμφέρον στην επιβίωση). Η απεργία, βεβαίως, είναι αυτό που καταστέλλεται και καταπνίγεται ως προοπτική κάθε φορά που στον χώρο εργασίας του ο καθένας από μας "βγάζει τον σκασμό", είναι αυτό που για να μην συμβεί, μαθαίνουμε από πολύ νωρίς να βγάζουμε τον σκασμό στον σωστό χώρο, και να μετατοπίζουμε την έλλειψη αλληλεγγύης μας προς τον εαυτό μας σε "αλτρουϊστική υποστήριξη" των άλλων, εκτός βέβαια ωραρίου εργασίας.

Η αγένεια της φράσης που χρησιμοποιεί ο Σούσης και που υιοθέτησα κι εγώ --"βγάζω τον σκασμό"-- από την άλλη, είναι αναλυτικά κρίσιμη και όχι διακοσμητική. Διότι σ' αυτήν την αγένεια συγκρατείται και διασώζεται ένα κρίσιμο και πολύ σπάνια συζητημένο στοιχείο της εργασιακής σχέσης: η συνύφανση της εκμετάλλευσης με την κυριαρχία.

Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Στο Αναπαριστώντας το κεφάλαιο, ο Fredric Jameson σκιαγραφεί την αντίθεση μαρξισμού-αναρχισμού ως μια αντίθεση πάνω στο τι είναι πρωταρχικό στην αστική κοινωνία: οι σχέσεις εκμετάλλευσης ή οι σχέσεις κυριαρχίας. Το δίλημμα, απ' την μία πλευρά, μας οδηγεί απευθείας στην καρδιά της όλης συζήτησης για το κράτος: αναμφίβολα, το κράτος είναι, ακόμα και ετυμολογικά, έφκραση κυριαρχίας. Αλλά αμέσως-αμέσως αναγκαζόμαστε να ρωτήσουμε από που πηγάζει η ίδια η αναγκαιότητα για μια τέτοια έκφραση και αναπόφευκτα, βρισκόμαστε πίσω, στο γήπεδο της εκμετάλλευσης. Απ' την άλλη πλευρά όμως, το δίλημμα μας οδηγεί στην ανακάλυψη της τεράστιας σημασίας των παρατηρήσεων του εικοσιπεντάχρονου Μαρξ: δεν μπορεί να εννοηθεί ποτέ η κυριαρχία χωρίς την εκμετάλλευση και η εκμετάλλευση χωρίς την κυριαρχία ακριβώς επειδή ο αστικός άνθρωπος, ο άνθρωπος που ζει στον καπιταλισμό, διάγει "διπλή ζωή." Ως "ιδιώτης", ως μέλος της "κοινωνίας των ιδιωτών" που ρυθμίζεται από τον συναγωνισμό ατομικών συμφερόντων, είναι έκθετος διαρκώς στην εκμετάλλευση. Ως "πολίτης", ως μέλος της "πολιτικής κοινωνίας" που διαποτίζεται από την σύγκρουση και διαπάλη ιδεών είναι διαρκώς έκθετος στην κυριαρχία. Συνεπώς, η αναγωγή του συνολικού προβλήματος είτε μόνο σε πρόβλημα "εκμετάλλευσης" είτε μόνο σε πρόβλημα "κυριαρχίας" δεν κάνει τίποτε άλλο απ' το να αναπαράγει απλώς το συστατικό δίπολο που ορίζει και συνάμα περιορίζει ασφυκτικά, όπως παρατηρούσε ο Μαρξ, το τι σημαίνει "χειραφέτηση."

Μ' αυτήν όμως την παρατήρηση είμαστε καλύτερα προετοιμασμένοι για μια νέα και πιο γόνιμη επιστροφή στο ζήτημα του "χώρου εργασίας." Γιατί η αντίθεση μεταξύ πόλων που μόλις προαναφέρθηκε και εξετάστηκε ως γενική αρχή, ανακύπτει και μέσα σε κάθε μία από τις χωρικές εκφάνσεις της αντίφασης της αστικής ζωής.

Πιο συγκεκριμένα, πολύ σπάνια συζητιέται δημόσια και ποτέ ως "δημόσιο", "συλλογικό" θέμα (και αυτό είναι από μόνο του αποκαλυπτικό), ότι στο χώρο εργασίας δεν λαμβάνει χώρα απλώς η εκμετάλλευση αλλά αξεδιάλυτα μ' αυτή και η κυριαρχία. Με άλλα λόγια, ενώ δύσκολα θα βρεις ανθρώπους που δεν παραδέχονται ότι υπάρχει εκμεταλλευτική διάσταση στη μισθωτή εργασία, εξίσου δύσκολα θα βρεις ανθρώπους που παραδέχονται ότι η εμπειρία του χώρου εργασίας δεν σταματά καθόλου στην εμπειρία της εκμετάλλευσης. Είναι τρομερά σύνηθες αλλά ταυτόχρονα απόν από κάθε "πολιτική" συζήτηση για τη "δουλειά" ότι στη "δουλειά" το "αφεντικό" εξευτελίζει την προσωπικότητά σου, σε προσβάλλει, σε βρίζει, σε ταπεινώνει και κάποιες φορές σε χτυπάει επίσης. Τέτοιου είδους περιστατικά είναι ψωμοτύρι καθημερινό στους χώρους εργασίας όλου του κόσμου. Αλλά δεν αποτελούν ποτέ κάτι "αξιοσημείωτο" για την "πολιτική" συζήτηση, η οποία στην καλύτερη περίπτωση περιορίζεται στο να παραδεχτεί την ύπαρξη εκμεταλλευτικών σχέσων -- αποδίδοντάς τις, βέβαια, σε κάθε είδους "παρεκκλίσεις" από μια ανύπαρκτη και φαντασματική "νόρμα".

Από την πλευρά του, το αστικό δίκαιο είναι εξίσου σιωπηλό για το ζήτημα. Ενώ υποτίθεται πως η "συμβασιακή σχέση" της εργασίας είναι μια σχέση αφηρημένα ίσων (εργοδότη-εργαζόμενου), στην πραγματικότητα δεν είναι απλώς σχέση δραστικά άνισων (γιατί από τη σχέση αυτή εξαρτάται η ίδια η υλική επιβίωση του δεύτερου), είναι επίσης σχέση όπου αυτή η ανισότητα εκφράζεται απτά από πολύμορφες εκφάνσεις βίας: ψυχικής βίας, λεκτικής βίας, σωματικής βίας, συναισθηματικού εκβιασμού, τρομοκράτησης, απειλών, παρακολούθησης, "καρφώματος" στο αφεντικό, κλπ. Η μοναδική από αυτές τις εκφάνσεις που έχει απασχολήσει σε κάποιο βαθμό το εργασιακό δίκαιο είναι η σεξουαλική παρενόχληση, και στην περίπτωσή αυτή όμως, η ορατότητα κάποιων ελάχιστων υποθέσεων που οδηγούνται στα δικαστήρια αποκρύπτει την ντε φάκτο αποδοχή του ενδεχομένου σεξουαλικής βίας στα χέρια του εργοδότη από όλες τις καπιταλιστικές κοινωνίες, το γεγονός ότι δεν φτάνουν ποτέ στα δικαστήρια ή τα ΜΜΕ (και πολλές φορές ούτε καν στην οικογένεια του θύματος) χιλιάδες περιπτώσεις σεξουαλικής επίθεσης σε εργαζόμενες γυναίκες από το "αφεντικό" καθημερινά. Εξίσου καθημερινά, βέβαια, τσαλαπατιούνται απ' τα αφεντικά τους, σε αγαστή συνεργασία με τους μηχανισμούς κυριαρχίας του κράτους, αυτοί που ταυτόχρονα τυγχάνουν ωμής --και χωρίς καμία δικαιϊκή "απάλυνση"-- εκμετάλλευσης στους χώρους εργασίας τους.

Απέναντι σ' όλα αυτά, απέναντι στον διαρκή συνδυασμό της βίας της κυριαρχίας και της ωμότητας της εκμετάλλευσης, απέναντι στην αλληλοπροϋπόθεση των δύο (καμία κυριαρχία χωρίς πρότερη εκμετάλλευση, καμία δυνατότητα αναπαραγωγής της εκμετάλλευσης χωρίς τη συνδρομή των μηχανισμών --εργοδοτικών, κρατικών, "παρακρατικών"-- της κυριαρχίας), ο "homo politicus" συνεχίζει να συμπαρίσταται στους άλλους επειδή είναι πολύ τρομοκρατημένος για να συμπαρασταθεί στον εαυτό του, συνεχίζει να μιλά για την πολιτική επειδή ως "homo economicus" συνεχίζει να ξέρει πολύ καλά να "βγάζει τον σκασμό."

10 σχόλια:

  1. Ίσως το πιο μεστό σου κείμενο.
    Έτυχε να διαβάζω παλιότερα κείμενά σου πρόσφατα (rd) και μου δημιούργησαν την εντύπωση μερικά από αυτά, ότι βγάζανε από τη μύγα ξύγκι, ότι θεωρητικολογούσαν φλύαρα.

    Αυτό εδώ όμως χτυπάει ίσως το πιο σημαντικό σημείο στην πολιτική δράση. Και είναι ακριβώς όπως τα λες.
    Όταν φτάνεις στο σημείο να μιλάς με κάποιον για απεργία ή σωματείο, τότε αυτοπροστατεύεται, σκύβει το κεφάλι και σου λέει το αυτονόητο "έτσι είναι η φύση του ανθρώπου", ξέροντας βέβαια πως εκείνη τη στιγμή γενικεύει προς όλο τον πληθυσμό την αυτοπροστασία του - το σκύψιμο του κεφαλιού.

    Κάποιοι πιο εύστροφοι, πριν καν φτάσεις να μιλήσεις για ανάγκη συλλογικής σύμβασης κλπ, έχοντας μόνοι τους επεξεργαστεί -πριν φτάσει η συζήτηση εκεί- όλη τη διαδικασία που χρειάζεται για να αντισταθείς μέσα στον εργασιακό χώρο, λένε "ε ναι ρε, στον καπιταλισμό ζεις ρε φίλε, τι περιμένεις"?
    Απαλλάσσονται κι αυτοί σκύβοντας το κεφάλι στην εκμετάλλευση -δεδομένη για πάντα και εδώ- και κυριαρχία του κεφαλαίου.

    τσαφ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ο μαρξισμός είναι διαδικασία μάθησης. Δε γεννιέσαι με αυτόν έτοιμο στο κεφάλι. Και για μένα, όλα αυτά τα χρόνια απ' την αρχή του RD ήταν χρόνια μάθησης, δύσκολης πολλές φορές, και επίπονης. Πολλά αυτά που ξανασκέφτηκα ή σκέφτηκα σε άλλη βάση.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Εκπληκτικό κείμενο Αντώνη! Από τα καλύτερά σου.

    prolet

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Πολύ σημαντικό κείμενο.
    Συγχωρήστε με αν κάνω λάθος αλλά ο Καντ στο τι είναι Διαφωτισμός λίγο πολύ αυτό δεν προτείνει?
    Σκασμό στην ιδιωτική σφαίρα και συμμόρφωση αλλά πλήρη ελευθερία κριτικής στη δημόσια?

    Decadent

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Όχι ακριβώς. Ο Καντ προτείνει ελευθερία στη συζήτηση αλλά υπακοή στο κράτος του πεφωτισμένου μονάρχη:

    Skillfully praising Frederick II of Prussia for his receptiveness to Enlightenment ideas, Kant imagines his enlightened prince instructing subjects, "Argue as much as you will, and about what you will, only obey!"

    Έχω το "Τι είναι διαφωτισμός" στα ελληνικά αν θες το ευρύτερο πλαίσιο κάποια στιγμή που θα χω χρόνο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Όποτε βρεις το χρόνο Αντώνη κανένα πρόβλημα, σε ευχαριστώ.

      Decadent

      Διαγραφή
  6. Έτσι ακριβώς είναι για όλους. Μια διαδικασία που αποκτάς συνεχώς καινούριες γνώσεις, όχι "θεωρητικές", αλλά συνδυασμένες με την καθημερινότητα και τους αγώνες.

    Και για να φτάσω να σε κρίνω, που ασχολήθηκες -εννοείται- πολύ πιο εντατικά από εμένα με θεωρητικά ζητήματα μ-λ στη ζωή σου, με βοήθησες εσύ ο ίδιος.

    Το μπλογκ σου με κέρδισε με τις αναλύσεις για το πως ο οπορτουνισμός, η μη ανεξάρτητη από το κεφάλαιο πολιτική δράση και σκέψη των εργατών και των μικροαστών, οδηγεί στο φασισμό, ειδικά σε περιόδους κρίσης. Πράγματα που διαβάσαμε στον Ντατ και που στο μπλογκ αυτό είχαν ήδη αναλυθεί και συζητηθεί. Τίποτα καινούριο, αλλά δεν τα διαβάζεις και συχνά αυτά τα πράγματα στο διαδίκτυο.

    Συνέχισε έτσι λοιπόν. Το μπλογκ σου είναι βαθιά αντιφασιστικό, βρέθηκα εδώ ως ψηφοφόρος του ΚΚΕ, αντιπασόκος, ενστικτωδώς νιώθωντας τον κίνδυνο του φασισμού, αλλά πλέον ξέρω πως και με ποιους θα τον παλέψω. Τελικά η εκλαΐκευση του μ-λ, η προπαγάνδα, είναι μια πολύ σοβαρή δουλεία, χρέος κάθε σοβαρού διανοούμενου αυτή την εποχή.

    τσαφ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Το κείμενο σου πάει για εκτύπωση και θα κατηγοριοποιηθεί υπο την ταμπέλα "Επιμορφωτικά - αυτογνωσίας".
    Γιατί ό,τι και να λέω, και ίσως να έχουν βρέθει πολλοί αναγνώστες στην ίδια θέση, στο δίπολο αυτό που τόσο μεστά αναφέρεις, έχω βρεθεί απο τα δεκαεφτά και δε γνωρίζω αν το έχω ξορκίσει ακόμα. Το ελπίζω.
    Αναντικατάστατο όπλο για να το πετύχει κανείς , και να υπερνικήσει την αστική συνείδηση που μας φυτέψανε απο μικρά, το θεωρητικό υπόβαθρο του μ-λ.
    (Αντε, ίσως και κάποιο στίχο του Μπρεχτ, τις δύσκολες στιγμές.)

    Σε ευχαριστώ πολύ.

    Χαϊνης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Δεν θέλω να παρεξηγηθεί η ανάλυση. Το δίπολο είναι αντικειμενικό, είναι συστατικό της πολιτικής νεωτερικότητας (της αστικής πολιτικής νεωτερικότητας) και δεν είναι δική σου αδυναμία ή του οποιουδήποτε. Το ζήτημα εδώ είναι καθαρά η επίγνωση της ύπαρξής του και άρα η σημασία της επίγνωσης ότι πρέπει κανείς να προχωρήσει ΠΕΡΑ από την αστικά νοούμενη "ελευθερία στην άποψη" για να εκπληρώσει τη χειραφέτησή του ως άνθρωπος. Το ζήτημα επίσης είναι να μπορεί κάποιος να διεκδικήσει το δικαίωμα να καταλαβαίνει τον Μαρξ. Γιατί αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο πράγμα, καθώς το αντικειμενικό πνεύμα της εποχής μας είναι πολύ πολύ πίσω από τον Μαρξ. Για μένα, η κατανόηση του Μαρξ δεν είναι απλώς ο δρόμος προς τον Μαρξισμό, αλλά αξεδιάλυτα ο δρόμος προς την κριτική επίγνωση του τι είναι ο άνθρωπος, και άρα ο δρόμος προς τον εξανθρωπισμό του ανθρώπινου νου. Που από τη φύση του δεν είναι καθόλου μα καθόλου "ανώτερος" απ' του ζώου. Ο άνθρωπος είναι αυτό που ΓΙΝΕΤΑΙ, είναι η δυνατότητα να γίνεσαι κάτι άλλο από αυτό που γεννιέσαι. Ή δεν είναι τίποτε ξεχωριστό από οποιοδήποτε ζώο, εκτός του ότι είναι πολύ καταστροφικότερος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. "Το ζήτημα εδώ είναι καθαρά η επίγνωση της ύπαρξής του και άρα η σημασία της επίγνωσης ότι πρέπει κανείς να προχωρήσει ΠΕΡΑ από την αστικά νοούμενη "ελευθερία στην άποψη" για να εκπληρώσει τη χειραφέτησή του ως άνθρωπος."

      Το κρατάω.

      Χαϊνης

      Διαγραφή