Τρίτη, 17 Ιουνίου 2014

Ad hoc: Για την απόφαση του Αρείου Πάγου για τις απολύσεις των καθαριστριών

Αντιγράφω άρθρο του "Βήματος" σχετικά με την απόφαση του Αρείου Πάγου για τις απολύσεις των καθαριστριών του Υπουργείου Οικονομικών:

Αρειος Πάγος για καθαρίστριες: Το ατομικό συμφέρον απέναντι στην οικονομική πολιτική
Το σκεπτικό της απόφασης που μπλόκαρε την επαναπρόσληψή τους στο ΥΠΟΙΚ 

Δεν μπορεί να λειτουργεί το ατομικό συμφέρον πάνω από την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης. Αυτό είναι το κυρίαρχο στοιχείο του σκεπτικού της απόφασης του Αρείου Πάγου για τις καθαρίστριες. 
«Δεν πιθανολογείται ότι υπάρχει πρόβλημα με την κατάργηση των οργανικών θέσεων των καθαριστριών η οποία θα επέβαλε τη ματαίωση της πολιτικής της κυβέρνησης» τονίζεται επίσης στο σκεπτικό της απόφασης του Αρείου Πάγου με την οποία μπλόκαρε η επαναπρόσληψη των 397 καθαριστριών του υπουργείου Οικονομικών. 
Σύμφωνα με τους αρεοπαγίτες, οι οποίοι έκαναν δεκτή την αίτηση του υπουργείου Οικονομικών για αναστολή της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δικαίωνε τις καθαρίστριες, «η διασφάλιση της συνέχειας της οικονομικής πολιτικής του κράτους κατά τη διάρκεια μιας χρονικής περιόδου με έκτακτες δημοσιονομικές δυσχέρειες εθνικού επιπέδου αποτελεί μείζον αγαθό, συνδεόμενο με το γενικό συμφέρον, σε σχέση με το ατομικό συμφέρον κάθε μιας καθαρίστριας, να διαταραχθεί η οργανική της θέση και να εξακολουθήσουν να απασχολούνται σε αυτή αμειβόμενη όπως και πριν». 
Και αυτό διότι: «Το ατομικό συμφέρον δεν μπορεί να νοείται και να λειτουργεί ανεξάρτητα προς τις εκ της εξυπηρετήσεως αυτού συνέπειες ως προς την αποτελεσματικότητα της οικονομικής πολιτικής του κράτους την οποία σε κάθε περίπτωση δεν έχουν τη δυνατότητα να κρίνουν τα πολιτικά δικαστήρια από άποψη σκοπιμότητας, ει μη μόνο το εκλογικό σώμα». 
Παράλληλα η απόφαση αναφέρει ότι «κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας οι καθαρίστριες αν και μη εργαζόμενες θα ελάμβαναν τα ¾ των τακτικών αποδοχών τους».
Κατ' αρχήν, και σε ό,τι αφορά το παράθεμα της απόφασης από την τρίτη παράγραφο του άρθρου: ελπίζω να οφείλεται σε απροσεξία των συντακτών του "Βήματος", διότι το "σε σχέση με το ατομικό συμφέρον κάθε μιας καθαρίστριας, να διαταραχθεί η οργανική της θέση και να εξακολουθήσουν να απασχολούνται σε αυτή αμειβόμενη όπως και πριν", δεν είναι ελληνικά αλλά κάποια άλλη γλώσσα, όπου το ενικού αριθμού υποκείμενο ("κάθε μια καθαρίστρια") συντάσσεται με ρήματα στον πληθυντικό ("να εξακολουθήσουν να απασχολούνται") και με επίθετο στον ενικό ("αμειβόμενη"), και όπου η σημασιολογία επιτρέπει να εκφέρεται ως "συμφέρον" η "διατάραξη της οργανικής θέσης" των καθαριστριών.

Αλλά ας αφήσουμε τα της γραμματικής. Σύμφωνα με τον τίτλο του "Βήματος", η δικαιϊκή αρχή στην οποία βασίζεται η απόφαση του Αρείου Πάγου είναι η πολύ ευφάνταστη αντίθεση μεταξύ "οικονομικής πολιτικής" και "ατομικού συμφέροντος". Αναπόφευκτα, οι όροι της καταπληκτικής αυτής αντίθεσης καθιστούν την "οικονομική πολιτική" ταυτόσημη με το "αντίπαλο δέος" του "ατομικού συμφέροντος", που στο αστικό δίκαιο είναι το φάντασμα του "γενικού συμφέροντος." Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η "οικονομική πολιτική" ανταποκρίνεται πλήρως στο "γενικό συμφέρον." Αυτό όμως δεν είναι κανενός είδους επιστημονική διαπίστωση, αλλά μια καθαρά και κραυγαλέα ιδεολογικού και πολιτικού χαρακτήρα τοποθέτηση. Θυμίζω, παρεμπιπτόντως, ότι η "οικονομική πολιτική" δεν ασκείται καθόλου στη βάση των "εθνικών αναγκών" αλλά στη βάση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τον εξωτερικό δανεισμό, ο οποίος σύμφωνα με το ίδιο το αστικό καθεστώς δεν εξυπηρέτησε κυρίως "εθνικές ανάγκες" (αυτό δεν μας είπαν οι νεοφιλελεύθεροι που κράδαιναν το μαστίγιο για τις "αλόγιστες σπατάλες του τελευταίου σοβιετικού κράτους της Ευρώπης";) 

Είναι εξίσου εντυπωσιακό, από την άλλη, ότι η αναφορά σε "πολιτική της κυβέρνησης" (παράθεμα, παρ. 2) μετατρέπεται μαγικά σε "οικονομική πολιτική του κράτους" στο παράθεμα της τρίτης (αλλά και της τέταρτης) παραγράφου· με άλλα λόγια, ότι για τον Άρειο Πάγο, η κυβέρνηση είναι κάτι ταυτόσημο με το κράτος, λογική που δημιουργεί αξεπέραστα προβλήματα όταν λαμβάνεται υπόψει η βασική αστική δικαιϊκή αρχή της συνέχειας και του διηνεκούς του κράτους (ο Άρειος Πάγος την εκμεταλλεύεται για να κάνει καταχρηστικά και παράλογα λόγο για "συνέχεια της οικονομικής πολιτικής") -- αρχή που κάνει αδιανόητο το γεγονός ότι οι κυβερνήσεις πέφτουνε (μα το χρέος μένει). Η πραγματική αρχή συνέχειας εδώ βέβαια δεν είναι καμία άλλη από την αρχή της συνέχειας του χρέους ως υποχρέωσης της εργατικής τάξης εις το διηνεκές. Είναι η μονιμότητα του χρέους για τα λαϊκά στρώματα που υποκαθιστά την μονιμότητα της κρατικής μορφής, την οποία ο Άρειος Πάγος συγχέει όλως τυχαίως με την "οικονομική πολιτική της κυβέρνησης".

Μέρος της παραδοξολογίας που δημιουργεί το ad hoc αλλαλούμ του "σκεπτικού" είναι βέβαια και το γεγονός ότι η πρότερη και εσκεμμένη σύγχυση οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης (βλέπε, της Τρόικας, δηλαδή, του ιδιωτικού κεφαλαίου των δανειστών, δηλαδή των μονοπωλίων) και της αρχής της συνέχειας του κράτους δημιουργεί το ανύπαρκτο και ανυπόστατο, σε ό,τι αφορά το κράτος, κριτήριο της "σκοπιμότητας". Έτσι, ο Άρειος Πάγος κάνει λόγο για το ποιος έχει αρμοδιότητα να κρίνει την "σκοπιμότητα της οικονομικής πολιτικής του κράτους". Στον βαθμό όμως που η κυβέρνηση συγχέεται με ένα  κράτος το οποίο νοείται ως απώτατη και οικουμενική κατηγορία, ανταποκρινόμενη στο "γενικό συμφέρον", δεν έχει κανένα νόημα η περί "σκοπιμότητας" συζήτηση. Το κράτος είναι σκοπός του εαυτού του. Λόγος περί "σκοπιμότητας" μιας επιμέρους πολιτικής μπορεί να γίνει μόνο σε ό,τι αφορά την παροδική και συγκυριακή "έκφραση" του κράτους που ονομάζεται "κυβέρνηση", την οποία όμως ο Άρειος Πάγος έχει στο μεταξύ φροντίσει να εξισώσει με το κράτος ώστε να της μεταφέρει τα δικά του οντολογικά προνόμια, τουλάχιστο αυτά που παραδοσιακά έχει στην αστική ιδεολογία του δικαίου (μονιμότητα, ουδετερότητα, ταυτότητα με το "γενικό συμφέρον").

Αλλά βέβαια, ο Άρειος Πάγος διαπράττει αυτή την τελευταία λαθροχειρία για να κηρύξει εαυτόν "αναρμόδιο" για κάτι που μπορεί, δήθεν, να κριθεί μόνο από το εκλογικό σώμα: "...αποτελεσματικότητα της οικονομικής πολιτικής του κράτους την οποία σε κάθε περίπτωση δεν έχουν τη δυνατότητα να κρίνουν τα πολιτικά δικαστήρια από άποψη σκοπιμότητας, ει μη μόνο το εκλογικό σώμα". Κάπου εδώ αρχίζουν τα χοντρά γέλια. Η ταπεινοφροσύνη της δήλωσης ότι "τα πολιτικά δικαστήρια δεν έχουν τη δυνατότητα να κρίνουν την οικονομική πολιτική του κράτους από άποψη σκοπιμότητας" διαψεύδεται άμεσα από το γεγονός ότι το εν λόγω δικαστήριο έκρινε με χαρακτηριστική σιγουριά ότι "η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης" είναι ταυτόσημη με το "γενικό συμφέρον" και άρα προηγείται κάθε "ατομικού συμφέροντος" (κάθε εργαζομένου· για το κεφάλαιο ισχύουν άλλα μέτρα και σταθμά). Αν αυτό δεν είναι κρίση, τι είναι;

Απ' την άλλη, κι εδώ το γέλιο γίνεται εκκωφαντικό, η αρμοδιότητα για την επί της "σκοπιμότητας" κρίση παραδίδεται, δήθεν, στο "εκλογικό σώμα".

Αλλά, πρώτον, το "εκλογικό σώμα" ούτε νομοθετεί ούτε κρίνει νόμους ως εκλογικό σώμα. Το εκλογικό σώμα εκλέγει, μέσω λίγο ως πολύ χαρτοκλεπτικών νόμων που θεσπίζονται από το νομοθετικό σώμα (εκλογικός νόμος) το νομοθετικό σώμα, το οποίο νομοθετεί, και δεν έχει κανένα λόγο στην κρίση των νόμων αυτών, παρεκτός κι αν με τη λέξη "λόγος" εννοούμε τις ατομικές απόψεις του καθένα στο καφενείο.

Δεύτερον, πουθενά δεν τίθεται από το δίκαιο ζήτημα παραχάραξης της λατρεμένης "βούλησης" του εκλογικού σώματος όταν ο βουλευτής που εκλέγεται με την ψήφο του κάθε κορόιδου την κοπανάει από το κόμμα του και γίνεται "ανεξάρτητος" ή προσχωρεί σε άλλο κόμμα, ή επιστρέφει στο ίδιο. Κανένα δικαστήριο δεν ασχολήθηκε ποτέ με το από πού πηγάζει αυτό το "βουλευτικό δικαίωμα" να κάνει την ψήφο στο Χ κόμμα ψήφο στο Ψ κόμμα, ή στην ατομική αφεντομουτσουνάρα του. Συνεπώς, η περιώνυμη "βούληση" του εκλογέα είναι μάλλον υπερτιμημένο πράγμα.

Τρίτον, αυτό το οποίο σήμερα (και χτες, και αύριο) είναι κυβέρνηση, και επομένως αυτό το οποίο εξυψώνεται στα νεφελώδη ύψη του "γενικού συμφέροντος" δεν είναι καν απαραίτητα εκλεγμένο από την πλειοψηφία, ούτε καν της μειοψηφίας του συνολικού πληθυσμού που ψηφίζει. Μπορεί κάλλιστα μια κυβέρνηση να αποτελείται, πχ, από το δεύτερο κόμμα, το τρίτο και το τέταρτο κόμμα, εφόσον το πρώτο δεν μπορεί να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση και δεν επιθυμεί να συγκυβερνήσει.

Τέταρτον, πουθενά στην εκλογική διαδικασία δεν τίθεται ζήτημα ρητής εξουσιοδότησης για τη μία ή την άλλη "οικονομική πολιτική", ειδεμή δεν θα είχε γεμίσει ο τόπος κοψοχέρηδες. Το πλάσμα αυτό της αστικής φαντασίας, ο κυρίαρχος εκλογέας, ψηφίζει απλώς ένα κόμμα, δεν υπογράφει συμβόλαιο με αμοιβαίες δεσμεύσεις. Τέτοιες --αναγνωρισμένες από το δίκαιο δεσμεύσεις-- υπάρχουν μόνο ανάμεσα στο κράτος και τους δανειστές του, και όχι ανάμεσα σε μια κυβέρνηση και το εκλογικό σώμα κορόιδων που της δίνει την πατίνα της νομιμοποίησης, είτε γιατί φοβάται το χειρότερο, είτε γιατί εξαπατάται από τα συνηθισμένα λόγια του αέρα, είτε γιατί νομίζει πως ψηφίζει την εναλλακτική σε μια οικονομική πολιτική και δεν αντιλαμβάνεται την πραγματική αρχή συνέχειας που υφίσταται στο αστικό κράτος, την αρχή της συνέχειας της αστικής εξουσίας ως μέσου διαιώνισης της αστικής εκμετάλλευσης. Εν ολίγοις, ο Άρειος Πάγος αποτείνεται ότι είναι αναρμόδιος και παραδίδει τάχαμου την τελική κρίση σε ένα σώμα που συγκροτείται εξ αρχής ως ανήμπορο να εκφέρει νομικά δεσμευτική κρίση επί του ζητήματος.

Όλα αυτά όμως είναι λόγια που από τη σκοπιά τη δική μας είναι ήδη περιττά. Το δικαστήριο δεν είναι "άδικο". Δεν αποτελείται από "τσαρλατάνους που δεν ξέρουν τη δουλειά τους." Το δικαστήριο επιβάλλει το δίκαιο της τάξης την οποία υπάρχει για να υπηρετεί, όπως για να την υπηρετεί υπάρχει η αστυνομία, ο στρατός, η εκπαίδευση και το σύνολο σχεδόν του Τύπου. Αυτή τη δουλειά την ξέρει μια χαρά, κι ας μην ξέρει καμία άλλη, κι ας μην μπορεί να κρατήσει ούτε το φύλλο συκής της "επιστημονικής συγκρότησης". Αυτή είναι η ουσία, κι όχι η ανάδειξη του τραγελαφικού χαρακτήρα του "σκεπτικού": εφόσον είναι δεδομένο για το κεφάλαιο ότι τα σπασμένα της κρίσης πρέπει να τα πληρώσει ο λαός, η δουλειά της "δικαιοσύνης" είναι πάρα πολύ απλά να εξασφαλίσει αυτό ακριβώς. Ο λύκος στην ιστορία του Λαφοντέν αναπτύσσει πολλά "σκεπτικά" για το γιατί δικαιούται να φάει το πρόβατο, αλλά στο τέλος παραδίδεται στο δέλεαρ του επιχειρηματολογείν με τα σαγόνια:

Ο λύκος και τ' αρνάκι

Του δυνατού η λογική είναι η καλύτερη!
Θα σας το δείξω στο πι και φι.

Αρνάκι έπινε νερό απ' το ρυάκι.
Ήρθε λύκος νηστικός, κάτι έψαχνε αυτός
Τον ετράβηξε η πείνα στα λιβάδια αυτά τα φίνα.

—Πώς τόλμησες το νερό μου να λερώνεις;
Είπε ο λύκος θυμωμένα.
Θράσος μπόλικο το έχεις, θα πληρώσεις ευσπευσμένα.
—Κύριε, είπε το αρνάκι
Μη θυμώνετε καλέ
Είκοσι οργιές πιο πέρα πίνω
Το ρυάκι δε μολύνω
Για σκεφτείτε το αυτό.
Συνεπώς, σας λέω αλήθεια
πως καθόλου δε χαλάω
τη δική σας την προμήθεια.

—Τη χαλάς, είπε ο λύκος ο σκληρός.
΄Άσε που λεγες για μένα πέρσι λόγια πικραμένα.
—Πώς να το κανα αυτό, αφού δεν πρόλαβα να γεννηθώ!
Είπε το μικρό αρνί· γάλα έπινα ακόμα, στης μαμάς μου το βυζί.
—Αν δεν ήσουνα εσύ, ήταν τότε ο αδερφός σου. Είναι και αυτός αρνί.
—Μα δεν έχω αδερφό.
—Τότε αρνί συγγενικό.
Καθόλου δε με αγαπάτε
Ούτε εσύ, ούτε οι σκύλοι κι οι βοσκοί.
Μου τα έχουνε σφυρίξει, πόλεμο έχω κηρύξει.

Έτσι είπε και μεμιας
το αρνάκι αρπάζει και στο δάσος
το καταβροχθίζει αμέσως.
Κι έτσι πάει το αρνί
Χωρίς άλλα πια γιατί.

Για τον μαρξισμό, το ζήτημα δεν ήταν ποτέ η κρίση επί της ποιότητας των επιχειρημάτων αμνών και λύκων. Για τον μαρξισμό το ζήτημα ήταν και είναι: πώς κάνεις τα αρνιά να βγάλουν δόντια και νύχια;

4 σχόλια:

  1. Ασε που το γενικο συμφερον ειναι το ατομικο συμφερον των δανειστων στη περιπτωση του χρεους και στην περιπτωση ολων των αλλων αντιλαικων μετρων το συμφερον της αστικης ταξης.

    G.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. γενικά τα τελευταία χρόνια έχουμε μια σειρά αποφάσεων όπου η αόριστη νομική έννοια δημόσιο (ή γενικό) συμφέρον αλλάζει περιεχόμενο και αποκτά εντονότερη δημοσιονομική διάσταση.
    πάντως "αμειβόμενη" εδώ είναι η "οργανική θέση". υποθέτω ότι, μέχρι να καθαρογραφεί η απόφαση, θα διορθωθούν τα συντακτικά, σε αντίθεση με την τρικυμία στο κεφάλι του αρεοπαγίτη.

    πίκατσου

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Θεωρείς ότι με αριστερή κυβέρνηση η δικαιοσύνη δεν υπάρχει περίπτωση να αντιμετωπίσει με διαφορετικό σκεπτικό υποθέσεις σαν των καθαριστριων και των ένστολων?

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Αποδόμηση του αστικού δικαίου κατά τη δικαστηριακή εφαρμογή του, ''εκ των έσω''. Ασφαλώς δεν υπάρχει απλώς ''εφαρμογή'' ενός ιδεατού και τέλειου-κλειστού νομικού συστήματος, αλλά η μετατροπή του αφηρημένου δικαίου σε πραγματική ταξική δύναμη και κρατική επιβολή, με την απόφαση του δικαστηρίου.
    Αυτό μας δείχνει τα ελάχιστα έως μηδενικά περιθώρια αστικής ανοχής σε όποιονδήποτε ταξικό αγώνα.Από μια στατική σκοπιά, οι απολύσεις των καθαριστριών σαν οικονομικό μέγεθος δεν θα έπρεπε να είναι κάτι τόσο σημαντικό για το αστικό σύστημα. Από μια δυναμική σκοπιά, φαίνεται σε αυτή την αυταρχικότητα πόσο εύθραυση είναι και μετεκλογικά η ισορροπία του συστήματος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή