Σάββατο, 17 Μαΐου 2014

V. Lapaeva-"Η οικονομική εξάρτηση και η οικονομική σημασία της νομοθεσίας" ΙI

[...]

Για την ανάλυση της αμοιβαίας σχέσης τρόπου παραγωγής και νομοθεσίας, θεμελιακή σημασία έχει η θέση του Μαρξ για τους όρους και τα όρια της οικονομικής σπουδαιότητας της νομοθεσίας. Σε αντίθεση προς τις αυταπάτες για παντοδυναμία του νόμου και για τον ανεξάρτητο κυριαρχικό ρόλο του, ο Μαρξ παρατηρεί:

Οι νόμοι μπορούν να διαιωνίσουν οποιοδήποτε μέσο παραγωγής, λόγου χάρη τη γη στα χέρια ορισμένων οικογενειών. Οι νόμοι αυτοί αποκτούν οικονομική σημασία, μόνο τότε, όταν  η μεγάλη γαιοκτησία βρίσκεται σε αρμονία με την κοινωνική παραγωγή, όπως για παράδειγμα στην Αγγλία. Στη Γαλλία ίσχυε το σύστημα της μικρής γεωργίας παρά την ύπαρξη μεγάλης γαιοκτησίας· η τελευταία κατατμήθηκε αργότερα πράγματι από την επανάσταση. Μήπως η κατάτμηση, λόγου χάρη, διατηρήθηκε κατόπιν χάρη σε σχετικούς νόμους; Παρά την ύπαρξη τέτοιων νόμων, η ιδιοκτησία συγκεντρώνεται ξανά. (Μαρξ-Ένγκελς, Έργα, 2η ρωσ. εκδ. τομ. 12, σελ. 724).
Στο Κεφάλαιο ερευνάται λεπτομερειακά το πλέγμα προβλημάτων που συνδέονται με την οικονομική εξάρτηση της νομοθεσίας και την αντίθετη επενέργειά της στην παραγωγή με την εδραίωση των σχηματιζόμενων στη βάση του δοσμένου τρόπου πααγωγής κοινωνικών σχέσεων. Η υλιστική θέση του Μαρξ, εκφρασμένη απ' αυτόν ακόμη στην δεκαετία του 1840, ότι οι νόμοι δεν είναι αυθαίρετη επινόηση και εφεύρεση του νομοθέτη, αλλά μόνο η επίσημη κύρωση των αναγκαία σχηματιζόμενων, στη δοσμένη κοινωνία, δεσμών και σχέσεων ανάμεσα στους ανθρώπους, παίρνει στο Κεφάλαιο την παραπέρα βαθύτερη επεξεργασία και ανάπτυξή της. 

[...]

Σ' όλες αυτές τις κρίσεις του Μαρξ επισύρει την προσοχή η υπογράμμιση δύο βασικών στοιχείων της αμοιβαίας σχέσης τρόπου παραγωγής και νομοθεσίας: η οικονομική εξάρτηση της νομοθεσίας και η οικονομικά σημαντική δραστική αντίστροφη επενέργειά της στην παραγωγή. Ουσιώδες είναι επίσης και το ότι η σχέση παραγωγής και νομοθεσίας εκδηλώνεται μέσα από μια ορισμένη σταθερή μορφή σχέσεων που σχηματίζονται στο δοσμένο τρόπο παραγωγής και εδραιώνονται στις πράξεις της αναπαραγωγής. Έχοντας υπόψη αυτή τη μορφή, ο Μαρξ μιλάει επανειλημμένα για την κύρωση από το νόμο των σχηματισμένων και διαμορφωμένων σχέσεων και όχι για κάποιο άμορφο υλιστικό, οικονομικό-αξιακό υπόστρωμα. 

"Αν αυτή η αναπαραγωγή", σημειώνει ο Μαρξ, "βαστάξει ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, τότε εδριώνεται σαν έθιμο και παράδοση και τελικά καθιερώνεται σαν ρητός νόμος" (Κεφάλαιο, τομ. 3, σελ. 975).

Συνεπώς, όχι μόνο το οικονομικό-υλιστικό περιεχόμενο της σχέσης, αλλά και η αναγκαία εξαρτημένη απ' αυτό το περιεχόμενο μορφή της εμφάνισής της έχουν αντικειμενικό χαρακτήρα και δεν είναι αποτέλεσμα της "ελεύθερης βούλησης" του νομοθέτη.

Η μορφή εμφάνισης του ενός ή του άλλου περιεχομένου είναι καθορισμένη αιτιοκρτικά από το ίδιο το περιεχόμενο. Μορφή που αντιστοιχεί στην εμφάνιση των οικονομικών (αξιακών) σχέσεων της εμπορευματικής παραγωγής και της κυκλοφορίας είναι, σύμφωνα με την ανάλυση του Μαρξ, νομική σχέση "υποκειμένων δικαίου", δηλαδή η βουλητική σχέση με τη μορφή της ελεύθερης, της εθελούσιας σύμβασης των αφηρημένα ίσων ατόμων. Επικρίνοντας τις τελείως ανεδαφικές αντιλήψεις του οικονομολόγου Α. Βάγκνερ, σύμφωνα με τις οποίες "υπάρχει πρώτα το δίκαιο και μετά η κυκλοφορία", ο Μαρξ γράφει:

"Αυτή η πραγματική σχέση, που γεννιέται μόνο χάρη στην ίδια την ανταλλαγή και μέσα στην ανταλλαγή παίρνει αργότερα τη μορφή δικαίου υπό τύπου σύμβασης, κλπ. αλλά αυτή η μορφή δεν δημιουργεί ούτε δικό της περιεχόμενο, ούτε την ανταλλαγή, ούτε τις υπάρχουσες σ' αυτήν σχέσεις προσώπου του ενός προς το άλλο, αλλά αντίθετα." (Μαρξ και Ένγκελς, Έργα, ρωσ. εκδ. τομ. 19, σελ. 393).

Η νομική σχέση και τα συσττικά της στοιχεία (ο βουλητικός χαρακτήρας, η τυπική ελευθερία, η ισότητα και η ανεξαρτησία των συμμετόχων της, η μορφή συνδιαλλαγής κλπ.) αποτελούν από τη γέννησή τους, μια αφηρημένη από τη φύση της γενική μορφή εμφάνισης ισοδύναμων σχέσεων αξίας της εμπορευματικής παραγωγής. Η ισότητα των αξιών προβάλλει με τη μορφή της ισότητας των ατόμων "φορέων" τους, των "υποκειμένων δικαίου."

[...]

Παγωμένη σε νόμο η νομική μορφή αποκτά μια σχετική αυτοτέλεια από το οικονομικό της περιεχόμενο που εν μέρει, γεννάει και τις παντοειδείς νομικές αυταπάτες για την καθοριστική σημασία της βούλησης του νομοθέτη, της νομικής μορφής, κλπ. Έτσι, φαίνεται ότι δήθεν ο σχηματισμός του δανειακού κεφαλαίου εξαρτάται από την απλή συμφωνία ανάμεσα στον δανειστή και τον δανειζόμενο. Ψστόσο, όπως απόδειξε ο Μαρξ, η μετατροπή του τοκογλυφικού κεφαλαίου σε δανειακό κεφάλαιο στη διαδικασία σχηματισμού και ανάπτυξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής είναι αντικειμενικά εξαρτημένη από την δράση του νόμου της υπεραξίας, που υποχρεώνει τον κάθε καπιταλιστή, από τη μια μεριά να μειώνει στο ελάχιστο το ανενεργό μέρος του κεφαλαίου και από την άλλη, να μην ανακόπτει την παραγωγική διαδικασία λόγω προσωρινής ανεπάρκειας συμπληρωματικού κεφαλαίου.

[...]

Στην αρχή, στο στάδιο των πρώτων διστακτικών προσπαθειών περιορισμένης ρύθμισης της εργοστασιακής εργασίας, φαίνεται πως η κρατική παρέμβαση στα εκμεταλλευτικά δικαιώματα του κεφαλαίου έχει καθαρά φιλανθρωπικό χαρακτήρα. Όμως η πορεία της ιστορικής ανάπτυξης της μεγάλης βιομηχανίας αποδείχνει την οικονομική αναγκαιότητα διεύρυνσης του πεδίου της νομοθετικής  ρύθμισης των συνθηκών εργασίας, τη μετατροπή του εργοστασιακού νόμου από νόμο αποκλειστικά για κλωστικά και υφαντουργικά εργοστάσια, σε γενικό νόμο όλης της κοινωνικής παραγωγής.

Η γενική διάδοση της εργοστασιακής νομοθεσίας γίνεται από τη μια μεριά, αναπόφευκτο μέσο προστασίας των μισθωτών εργατών από τη φυσιολογική και πνευματική κατάπτωση, ενώ από την άλλη, επιταχύνει και κάνει γενική τη συγκέντρωση του κεφαλαίου και την κυριαρχία του εργοστασιακού καθεστώτος. Αναφερόμενος στη γενίκευση της εργοστασιακής νομοθεσίας, ο Μαρξ παρατηρεί ότι αυτή

"καταστρέφει όλες τις αρχαϊκές και μεταβατικές μορφές, που πίσω τους κρύβεται ακόμα εν μέρει η κυριαρχία του κεφαλαίου, και τις αντικαθιστά με την άμεση και απροκάλυπτη κυριαρχία του. Γενικεύει έτσι και τον άμεσο αγώνα ενάντια σ' αυτή την ομοιομορφία, την κανονικότητα, την τάξη και την οικονομία, αυξάνει, χάρη στο τεράστιο κέντρισμα που δίνουν στην τεχνική ο περιορισμός και η ρύθμιση της εργάσιμης ημέρας, την αναρχία και τις καταστροφές της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής γενικά, καθώς και την εντατικότητα της εργασίας και το συναγωνισμό των μηχανών με τον εργάτη."

Εξαρτημένη από την ανάπτυξη της ίδιας της καπιταλιστικής παραγωγής, η εργοστασιακή νομοθεσία συνεργεί όχι μόνο στη σταθεροποίηση και την υπεράσπιση των καπιταλιστικών σχέσεων, αλλά και στην ωρίμανση και την όξυνση των ανταγωνιστικών αντιθέσεων που τις συνοδεύουν. Έτσι, εδώ προκύπτει η μοναδική περίπτωση της εμφάνισης των κοινών για όλους τους ανταγωνιστικούς σχηματισμούς νομοτελειών της αμοιβαίας σχέσης οικονομικής βάσης και πολιτικού-νομικού εποικοδομήματος.

"Η ειδική οικονομική μορφή με την οποία αντλείται απλήρωτη δουλειά από τους άμεσους παραγωγούς", υπογραμμίζει ο Μαρξ, "καθορίζει τη σχέση κυριαρχίας και υποδούλωσης, όπως αναφύεται άμεσα από την ίδια την παραγωγή και που με τη σειρά της αντεπιδρά καθοριστικά πάνω της. Πάνω σ' αυτήν βασίζεται, όμως, όλη η διαμόρφωση της οικονομικής κοινότητας (Gemeinqwesen), που αναφύεται από τις ίδιες τις σχέσεις παραγωγής και που ταυτόχρονα αναφύεται μαζί της η ειδική πολιτική μορφή της" (Το Κεφάλαιο, τομ. 3, σελ. 972).

Η οικονομική κυριαρχία του κεφαλαίου πάνω στην εργασία, η οποία εκδηλώνεται στους όρους του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής με τη μορφή των νομικών σχέσεων ανάμεσα σε τυπικά ελεύθερα, ισότιμα και ανεξάρτητα άτομα ("υποκείμενα δικαίου"), επίσημα κυρώνεται από την αστική νομοθεσία. Όπως η μεμονωμένη νομική σχέση (τύπου βουλητικής σχέσης αφηρημένων "υποκειμένων δικαίου"), έτσι και ο νόμος με την αυταπάτη του της "γενικής βούλησης", είναι στοιχείο εποικοδομήματος το οποίο εξυπηρετεί την οικονομική βάση που το γέννησε. Όπως πίσω από την ελεύθερη νομική σχέση των υποκειμένων είναι κρυμμένες σχέσεις οικονομικής εξάρτησης και εκμετάλλευσης, έτσι και πίσω από τη "γενική βούληση" του νόμου, κρύβεται η ταξική βούληση της οικονομικά κυρίαρχης τάξης.

Η διατυπωμένη στο Κεφάλαιο ανάλυση των οικονομικών σχέσεων, της νομικής μορφής έκφρασής τους και της νομοθετικής πολιτικής για την επίσημη κατοχύρωσή τους αποδείχνει πειστικά την εσωτερικά εξαρτημένη αμοιβαία σχέση των διαφόρων (της βάσης και του εποικοδομήματος) μορφών έκφρασης, της κυριαρχίας του κεφαλαίου.

2 σχόλια:

  1. Πολύ καλά κείμενα, και ενδιαφέροντα!
    Εντόπισα κάποια λαθάκια, στην 4η και 11η παράγραφο θυμάμαι, αλλά πρέπει να υπάρχουν και κανα δυο ακόμα.

    Κώστας

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Διόρθωσα όσα βρήκα στην 4η και 11η παράγραφο (ένα ήταν της έκδοσης).

    Αν βρείτε άλλα, πείτε μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή