Σάββατο, 3 Μαΐου 2014

Timothy Brennan-Η ιστορία του Χέγκελ, της Αφρικής και της δουλείας (I)

Timothy Brennan
"Η ιστορία του Χέγκελ, της Αφρικής και της δουλείας"
Από το Δανεικό φως, τομ. 1: Ο Βίκο, ο Χέγκελ και η αποικιοκρατία, Stanford UP, 2014
Μτφρ.: Lenin Reloaded

Η κριτική του Χέγκελ στην αποικιοκρατία είναι βεβαίως πολύ περιορισμένη. Δεν προπαγάνδισε ποτέ δημόσια την αντίθεση στην αποικοκρατία, ούτε προσπάθησε να επεξεργαστεί την συγκεκριμένη και επεκτεινόμενη θεωρητική της λογική στην διαδρομή του συστήματός του. Είναι επίσης ικανός να κάνει λόγο για την "στασιμότητα" των λαών που αποκόπηκαν από της δυναμικές του επαφές, και θεωρούσε το ίδιο το παγκόσμιο εμπόριο "εκπαιδευτικό πλεονέκτημα". Παρ' όλα αυτά, τα κομμάτια του έργου του τα οποία είναι ανοιχτά στην σκληρότερη κριτική αυτού του είδους συμβαίνει να υπόκεινται επίσης στον φιλολογικό σκεπτικισμό. Αν και κατά τη διάρκεια της ζωής του δεν αποκήρυξε ποτέ τις εκδοχές των διαλέξεών του που οι φοιτητές του παρέδιδαν στους εκδότες, έχει σημασία το γεγονός ότι Η φιλοσοφία της ιστορίας, το πιο κατακριμένο από τα έργα του, αποτελείται από εδάφια τα οποία συνδυάζουν τις γραπτές σημειώσεις από τις διαλέξεις με συνόψεις και σχόλια φοιτητών, παρουσιάζοντας και τα δυο μαζί ως εγελιανό κείμενο. Οι σημειώσεις των φοιτητών είναι πάντοτε πιο χονδροειδείς, λιγότερο αναπτυγμένες και πιο συμβατικές από τα δικά του λόγια, τα οποία συγκεντρώθηκαν τα ίδια από συχνά αντικρουόμενες σημειώσεις διαλέξεων που δόθηκαν για πολλά χρόνια. Σ' αυτό το στάδιο της καριέρας του, ο Χέγκελ ήταν κίνημα όσο ήταν και συγγραφέας: πνιγόταν από καθήκοντα και αναζητούνταν τόσο πολύ που σχεδόν οτιδήποτε έλεγε στην αίθουσα διαλέξεων καταγραφόταν επιμελώς, ερμηνευόταν και παρουσιαζόταν στο κοινό. Το να αγνοήσουμε αυτό το πλαίσιο θα ήταν ισοδύναμο του να παρακάμψουμε το γεγονός ότι οι ίδιες οι διαλέξεις ήταν έργα υπό κατασκευή. Ο Χέγκελ τις έβλεπε ως στοιχεία μιας διαδρομής που ορισμένες φορές περνούσε από σημαντικές αναθεωρήσεις με κάθε της νέα παρουσίαση, και ορισμένες από τις δηλώσεις του διαγράφηκαν σε κατοπινές εκδοχές των διαλέξεων.


Η εχθρότητα προς τον Χέγκελ στην μεταπολεμική θεωρία είναι αρχικά εντελώς απρόσμενη, με δεδομένο τον ενθουσιασμό που ο ίδιος δημιούργησε στους αντι-αποικιοκρατικούς κύκλους των αρχών του εικοστού αιώνα. Το να εξηγήσει κανείς γιατί αυτή η ανταγωνιστικότητα αναδύθηκε μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο δεν είναι εύκολο, αν και είναι επίκαιρο όπως θα δούμε. Αυτό που ίσως είναι πιο ενδιαφέρον είναι οι πολύ πρόσφατες προσπάθειες να κατασκευαστούν θετικές δισυνδέσεις ανάμεσα στον Χέγκελ και τη μετα-αποικιοκρατική σκέψη. Φανερές στα γραπτά του Kevin Anderson, της Susan Buck Morss, και άλλων, αυτές οι διασυνδέσεις, αν και είναι ευπρόσδεκτες, δεν είναι καθόλου καινούργιο φαινόμενο. Προτάσσονται συστηματικά στις μελέτες του Frantz Fanon, του Aimé Césaire και του C.L.R. James, στη θεωρία παγκόσμιων συστημάτων, και σε μια πλούσια και αναπτυσσόμενη κατεύθυνση κριτικών, υλιστικών μετα-αποικιοκρατικών σπουδών στις δεκαετίες του 1980 και του 1990. Η σημασία του Χέγκελ ήταν ακόμα μια ρητή θεματική στα εγχειρήματα των διανοουμένων του μεσοπολέμου, όπως του Μπλοχ, του Γκράμσι, του Μπρεχτ, του Μαρκούζε και βέβαια, με τον πιο έντονο τρόπο, του Λουκάτς--και όλοι τους είχαν κάποια πράγματα να πουν για τα κινήματα χειραφέτησης στον μη Δυτικό κόσμο.

Αυτή η περίοδος του μεσοπολέμου ήταν μια μετάβαση ανάμεσα, απ' τη μια, στον Χέγκελ του 19ου αιώνα, που αντηχούσε στις δημόσιες, μη ακαδημαϊκές κριτικές του φιλοσόφου από τον Μπρούνο Μπάουερ, τον Λούντβιχ Φόιερμπαχ και τον Μαξ Στίρνερ (οι οποίοι από κοινού έκαναν τη φιλοσοφία "εγκόσμια" με τους όρους του Μαρξ), και απ' την άλλη, την ανάδυση της σοσιαλδημοκρατίας, και, αργότερα, του κομμουνισμού ως οργανωμένων κθνημάτων στα πλαίσια του Μεγάλου Ιμπεριαλιστικού Πολέμου του 1914-1918 (όπως ήταν τότε γνωστός ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος). Και τα δύο συνέβαλλαν σε μεγάλο βαθμό στην έκρηξη των αγώνων αντι-αποικιοκρατικής χειραφέτησης μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Η μετάβαση αυτή και οι σχετικές με αυτή διασυνδέσεις όμως είναι κάτι που δεν ερευνήθηκε επαρκώς στα κείμενα σχετικά και ενάντια στον ιμπεριαλισμό στις πρόσφατες δεκαετίες. Όμως η χρονολογία δείχνει πως αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε "μετα-αποικιοκρατικός Χέγκελ" μας έρχεται σήμερα μέσω του Αριστερού Εγελιανού Μαρξισμού των δεκαετιών του 1920 και του 1930--ο οποίος, για διάφορους λόγους, είχε διαποτιστεί από συζητήσεις για την αγροτιά, για την εθνική κουλτούρα, για την εθνοτική αυτονομία, για το ζήτημα της γλώσσας, για την άνιση και συνδυασμένη ανάπτυξη, και για τις διεθνείς μορφές διαμαρτυρίας και οργάνωσης. Η καταγωγή του μετα-αποικιοκρατικού είναι, σε τελική ανάλυση, κομμουνιστική.

Η αντίσταση στον Χέγκελ στους μεταπολεμικούς αντι-αποικιοκρατικούς κύκλους παίρνει διάφορες μορφές. Για παράδειγμα, διατυπώνεται το επιχείρημα πως η διαλεκτική αφέντη/δούλου είναι μια μεταφορά για την ταξική πάλη χωρίς καμίς ιδιαίτερη αναφορά στην πραγματική δουλεία και πως για αυτό το λόγο συρρικνώνει τον συγκεκριμένο χαρακτήρα της φυλετικής καταπίεσης. Δεύτερον, λέγεται πως η οπτική του Χέγκελ για την ιστορία ως κατι που ακολουθεί προκαθορισμένα στάδια δείχνει πως ο θεσμός της δουλείας είχε φτάσει στα μέσα του 19ου αιώνα να αντιμετωπίζεται από τους οπαδούς του Χέγκελ ως πρόβλημα το οποίο είχε ήδη ξεπεράσει ο σύγχρονος καπιταλισμός. Είναι δύσκολο να πάρει κανείς τέτοιου είδους παράπονα σοβαρά. Η δουλεία ήταν σύγχρονο πρόβλημα στη δεκαετία του 1840, όχι απλώς για τον Μαρξ και το αναπτυσσόμενο εργατικό κίνημα, αλλά για οποιονδήποτε διάβαζε εφημερίδες. Είχε απαγορευτεί στις Βρετανικές αποικίες, συνέχιζε όμως να ισχύει στις μεγάλες Ισπανικές και Πορτογαλικές ποικίες και βεβαίως, σε όλον τον Αμερικάνικο Νότο. Οι Μαρξιστές των αρχών του 20ου αιώνα όχι απλώς δεν λογόκριναν τη δουλεία στο αφήγημά τους, όχι απλώς δεν κατέστησαν μεταφορική τη διαλεκτική αφέντη/δούλου, αλλά ήταν οι πιο επίμονοι ερευνητές της αποικιοκρατικής τους λογικής -- θέση που είναι επαρκώς σαφής στα γραπτά των (λευκών) Μαρξιστών όπως η Ρόζα Λούξεμπουργκ, η Νάνσι Κούναρντ, και ο Μωρίς Τορέζ, ανάμεσα σε άλλους. Η πρωτοποριακή μελέτη για την πρωταρχική συσσώρευση του Έρικ Γουίλλιαμς στο βιβλίο του Καπιταλισμός και δουλεία (1944) θα ήταν αδιανότητη χωρίς τα Γκρουντρίς και το Κεφάλαιο, τον Ιμπεριαλισμό του Λένιν, και την ύπαρξη γραμμών αλληλεγγύης και εκλαΐκευσης της Τρίτης Διεθνούς, όπως παραδέχτηκε ελεύθερα ο ίδιος ο Γουίλλιαμς.

Παρόμοια, ο C.L.R. James καταθέτει επανειλημμένα για την καθοριστική επίδραση του ύστερου έργου του Λένιν στην απελευθέρωση των μαύρων (για παράδειγμα, στο δοκίμιό του "Ο Λένιν και το Πρόβλημα" [1964] και στους Μαύρους Γιακωβίνους [1938], μια μελέτη που είχε ως μοντέλο την Ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης του Τρότσκι [1930]). Ο James δεν θα έβλεπε ποτέ τον Μαρξισμό ως κάτι που καθοδηγείται μηχανικά από ένα ομοιογενές τέλος, ούτε ως κάτι το οποίο μπορεί να κατακερματιστεί σύμφωνα με έναν αναξιόπιστο επιστημολογικό άξονα που αγνοούσε το φυλετικό ζήτημα. Αντιθέτως, το έργο του Σημειώσεις για τη διαλεκτική (1948) αντλεί από τη μελέτη του Λένιν για τη Λογική του Χέγκελ για να επιχειρηματολογήσει ενάντια στην ψευδή οικουμενικότητα και το κυρίαρχο υποκείμενο, καθώς και υπέρ της ανάγκης μιας σύλληψης της ολότητας η οποία σφυρηλατεί δεσμά ανάμεσα στην ευρωπαϊκή επαναστατική θεωρία, όπως αναπτύχθηκε μέσα από τον Χέγκελ και την ακόλουθη αντι-απιοικιοκρατική σκέψη. Στην πεπατημένη αντι-αποικιοκρατική θεωρία, αυτού του είδους οι εμφάσεις σπάνια συζητιούνται με οποιαδήποτε λεπτομέρεια, και ως αποτέλεσμα η πρόσληψη του Χέγκελ είναι κυρίως συγκυριακή. Ο Σαΐντ ισχυρίστηκε πως ο Χέγκελ θεωρούσε πως η ιστορία "εξελίσσεται μονόδρομα...καθιστάμενη πιο εκλεπτυσμένη και αναπτυγμένη...καθώς εξελίσσεται"-- πράγμα που δεν είναι αναληθές εκτός από το γεγονός ότι τίποτε στον Χέγκελ δεν είναι "μονόδρομο", ώστε η δήλωση να αποτυγχάνει να συλλάβει τις οπισθοχωρήσεις, τις θηριωδίες, και τις πολιτικές αποτυχίες σε μια τέτοια "εκλέπτυνση" σύμφωνα με τον Χέγκελ. Με τον καιρό, αυτή η ρητορική για το πεδίο θα κλιμακωνόταν, αντλώντας από φιλοσοφικές πηγές ξένες προς τον Σαΐντ -- πηγές, μάλιστα, τις οποίες κριτίκαρε ανοιχτά.  Παρ' όλα αυτά, εμφανίστηκε μια σειρά από θέσεις σε δοκίμια για την μετα-αποικιοκρατία σε όλη τη δεκαετία του 1990 και του 2000, οι οποίες ισχυρίζονταν (μεταξύ άλλων) ότι ο Χέγκελ θεωρούσε πως η Αφρική δεν είχε ιστορία, ότι η δυαδική λογική της διαλεκτικής τυποποιεί φορμαλιστικά το φυλετικό χάσμα λευκού και μη λευκού, κι ότι ο Χέγκελ είναι ο συγγραφέας της "δυτικοευρωπαϊκής ... νεωτερικότητας με τη διπλή της όψη: την οικονομική και πολιτική συγκρότηση του σύγχρονου κόσμου καθώς και τον θεολογικό και επιστημολογικό χώρο" (Walter Mignolo). Μας λένε πως ο Χέγκελ χειροκροτά τους Άγγλους ως "απόστολους του πολιτισμού στον κόσμο" (Bill Ashkroft, Gareth Griffiths, Helen Tiffin)  και ότι η σκέψη του "ενέχεται στον σύνδεσμο ανάμεσα στις δομές της γνώσης και τις δομές της καταπίεσης των τελευταίων διακοσίων ετών: φαινόμενο γνωστό ως ευρωκεντρισμός" (Robert Young).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου