Δευτέρα, 12 Μαΐου 2014

Γήρας και νεότητα

Ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος οριοθετεί τις απαρχές της παρατεταμένης προβολής της νεότητας στον δυτικό πολιτισμό, για λόγους κατ' αρχήν πρακτικούς και στατιστικούς: εκατομμύρια σκοτώθηκαν, αφήνοντας πίσω τους στρατιές από ορφανά παιδιά, που μεγαλώνοντας, πλημμύρισαν την επόμενη δεκαετία το ανθρώπινο τοπίο της γηραιάς ηπείρου. Το τέλος του πολέμου, απ' την άλλη, σημαδεύτηκε από την πρώτη δεκαετία ευημερίας μετά τα τρομερά χρόνια 1914-1945, και οι γεννήσεις αυξήθηκαν κάθετα, τάση που ενισχύθηκε από την ύπαρξη, σε Ανατολή και Δύση, ενός πράγματος που ονομαζόταν "κράτος πρόνοιας" και το οποίο εξέφραζε βασικές πολιτικές αρχές για τις σοσιαλιστικές χώρες και μια αναγκαία κίνηση κατευνασμού των εργατικών τάξεων στις καπιταλιστικές. 


Η ανάγκη να ξεχαστούν τα δεινά του πολέμου, η πύκνωση των γραμμών της νεολαίας, και η εκ διαμέτρου αντίθετη αλλά επιφανειακά συγκλίνουσα πριμοδότηση της νεότητας στον σοσιαλισμό (ως συμβόλου του σοσιαλιστικού και απώτερα κομμουνιστικού μέλλοντος) και στον καπιταλισμό (ως συμβόλου μιας νέας καταναλωτικής αγοράς, πλήρως δομημένης, για πρώτη φορά, κάτω απ' τον αστερισμό της άσβεστης επιθυμίας) -- όλα αυτά συνέτειναν, ήδη απ' τα μέσα της δεκαετίας του 50, στη διαμόρφωση μιας νεανικής κουλτούρας, ενσυνείδητα διακριτής απ' αυτήν των προηγούμενων γενιών, και, μετά τα μέσα του 60, στον θρίαμβο της νεότητας, την λατρεία της σε κάθε επίπεδο, και τελικά --και με χαρακτηριστική σφοδρότητα στην καπιταλιστική Δύση-- στην απαξίωση του γήρατος. Ήδη στο μεσοπόλεμο, και γράφοντας για τον Νικολάι Λέσκοφ, ο Βάλτερ Μπένγιαμιν παρατηρούσε ότι οι παραδοσιακές αφηγήσεις είχαν σχεδόν εξαφανιστεί γιατί μαζί τους είχε εξαφανιστεί η ιδέα του ανθρώπου που, επειδή έζησε τον κόσμο στο πετσί του, είναι σε θέση να δώσει συμβουλές· το μυθιστόρημα ήταν η προνομιούχος πεζογραφική μορφή μιας κοινωνίας όπου το κύρος τέτοιων ανθρώπων (και των λαϊκότροπων αφηγήσεών τους) είχε εξαλειφθεί εξαιτίας των αλλαγών της νεωτερικής, βιομηχανικής κοινωνίας, με τους ραγδαίους ρυθμούς της και τις διαρκώς μεταλασσόμενες μόδες της. Αλλά μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι η κατάσταση κάνει ένα ποιοτικό άλμα απ' τα μέσα του 60 μετά: τα νιάτα είναι τα πάντα, το γήρας τίποτε.

Στο δοκίμιό του "Η φιλοσοφία και η νεολαία του κόσμου", ο Αλαίν Μπαντιού παρατηρεί σχετικά:
Υπάρχει πράγματι το μοντέρνο φαινόμενο του νεϊσμού [jeunisme], του νεανικού σώματος, όχι μόνο ως αντικειμένου αλλά επίσης και προπάντων ως υποκειμένου. Για μεγάλο χρονικό διάστημα τον πατέρα τον παρουσίαζαν σαν γέρο, ενδεχομένως λάγνο. Είναι πρόδηλο ότι σήμερα αυτή η φιγούρα --από το σημείο εκείνου του πράγματος που η σημερινή κοινωνία διαθέτει ως απόλαυση-- έχει γίνει σχεδόν αόρατη. Παρεμπιπτόντως θα πω ότι ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των κοινωνιών μας είναι να δημιουργούν, όσο είναι δυνατόν, την αορατότητα του γήρατος. Ο πραγματικός πατέρας λίγο-λίγο διατίθεται σ' αυτή την κοινωνική αορατότητα. [...] ο υιός έχει προαχθεί ως νέος ήρωας της περιπέτειας, η οποία, μέσα στην εμπορευματική νεωτερικότητα, δεν είναι παρά μόνο μόδα, κατανάλωση και αναπαράσταση -- όλα τα εγγενή κατηγορήματα της νεολαίας. [...] η καρδιά της αγοράς είναι η εφηβεία. Η εφηβεία είναι η στιγμή της οργανικής εκγύμνασης στην υπηρεσία του εμπορευματικού ανταγωνισμού, είναι ο χρόνος της μύησης στην ίδια την αγορά. Έτσι επιβάλλεται σε μιμητικά και επισφαλή άτομα --όπως είναι κανείς σε τούτη την ηλικία-- ένα γίγνεσθαι υποκείμενο πλήρως υποδουλωμένο στην κυκλοφορία των αντικειμένων, στην ανωφελή επικοινωνία σημείων και εικόνων.
Αν, όπως λεγόταν παλιότερα από κοινωνιολόγους όπως ο Φιλίπ Αριές και ο Μισέλ Φουκώ, η Δύση έχει αναγάγει τον θάνατο σε τέτοιο ταμπού που έχει ξεχάσει να πεθαίνει, παρόμοια, και μάλλον αναπόφευκτα, έχει επίσης εξελιχθεί σε μια κουλτούρα εμμονικής νεότητας, όπου κανείς δεν συμφιλιώνεται με το γήρας, όπου η τέχνη του να γερνάς με αξιοπρέπεια έχει ξεχαστεί (όχι τυχαία, η καπιταλιστική κρίση θερίζει κυριολεκτικά με δρεπάνι την τρίτη ηλικία, που ουσιαστικά δολοφονείται από τη διάλυση του κράτους πρόνοιας, με χαρακτηριστική ωμότητα). Γνωρίζουμε όλοι, απ' την άλλη, τα συμπτώματα του φετιχισμού της βιολογικής νεότητας, συμπτώματα εκτεταμένα στα "χρόνια της ευμάρειας": ένας παρατεταμένος --ως τον τάφο-- παλιμπαιδισμός του καταναλωτισμού, αγωνιώδεις πλαστικές εγχειρήσεις, κούρες και γιατροσόφια, γυμναστήρια, μπότοξ και κολλαγόνο, γκαρνταρόμπα τριάντα χρόνια νεότερη του σώματος. 

Αλλά η καταθλιπτική παντοδυναμία μιας νεότητας η οποία, αποσυνδεδεμένη πια απ' το γήρας, έχει, όπως λέει ο Μπαντιού, αποδιαλεκτικοποιηθεί, καταστεί μονοδιάστατη και, τελικά, άνευ περιεχομένου, καθίσταται έτι καταθλιπτικότερη όταν συνειδητοποιεί κανείς πως έχει ουσιαστικά στην πορεία ανταλλάξει θέσεις με το γήρας: το γήρας συσπειρώνει πάνω του τις τελευταίες αναμνήσεις του υποκειμενικού ηρωϊσμού, της δυνατότητας του ανθρώπου να ξεπεράσει την περατότητα της σάρκας του, και τελικά, της μετασχηματιστικής πράξης, ενώ, αντίθετα, και όντας παραδομένη σ' έναν χωρίς όριο ηδονισμό με τον εαυτό της και την βιολογική της επάρκεια, η νεότητα τείνει --ιδεολογικά, τουλάχιστον-- να αποσυνδέεται όλο και περισσότερο από την εμπειρία της σύγκρουσης με το υπαρκτό, της πολυθρήλητης "εξεγερσιακότητας" που της απέδωσε --παροδικά μονάχα-- το 60. Με απλά λόγια: ο κόσμος μας παρουσιάζει όλο και συχνότερα γέρους επαναστάτες και νέους κομφορμιστές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, παρουσιάζει νέους καταπιεστές και γέρους καταπιεζόμενους, νέους διώκτες και γέρους διωκώμενους. Η επανάσταση έχει χρονικά γεράσει, και τα νιάτα δεν θυμούνται τίποτε παρά πρόωρα απογοητευτικές μεταρρυθμίσεις, και δεν γεύονται τίποτε παρά τηλεοπτικές προσομοιώσεις ζωών που δεν έζησαν.

Καθώς όμως η βιολογία εξακολουθεί ατάραχη και ανεπηρέαστη το έργο καταστροφής και ανάπλασης της ύλης, αυτοί οι γέροι, ο γέροι που καλούν σε εγρήγορση, σε μαχητικότητα, σε θάρρος --οι γέροι, με άλλα λόγια, που δίνουν περιεχόμενο στην νεότητα σήμερα-- πέφτουν τελεσίδικα ένας-ένας, αφήνοντας πίσω τους μια νεότητα που έχει απωλέσει την ίδια την ικανότητα να αναμετρηθεί με την απώλειά τους, και που έχει για αυτό το λόγο εγκλωβιστεί σε μια αφύσικη και πρόωρη γήρανση --τη γήρανση, εν μέρει, της ίδιας της Δύσης ως φορέα της πολιτιστικής και πολιτικής προόδου, τη γήρανση, πιο θεμελιωδώς, του καπιταλισμού και της αστικής τάξης που ανέδειξαν την ατέλειωτη νεότητα σε υπέρτατο και αυτοαναφορικό ιδανικό. Σε ένα κόσμο που κυριαρχούνταν μέχρι πριν λίγα χρόνια από γιάπις και που κυριαρχείται σήμερα, όλο και περισσότερο, από σφριγηλούς και γυμνασμένους φασίστες, σκέπτεται κανείς έντρομος και καθώς γερνά, τι θα απογίνει ο κόσμος χωρίς αυτούς τους γέρους --τους νέους που δεν πέθαναν όταν ο ευρωπαϊκός ιμπεριαλισμός ρήμαξε τα πάντα στο διάβα του-- τώρα που ετοιμάζεται να κάνει τον κόσμο στάχτη άλλη μια φορά. Γιατί αν αυτό που χρειαζόμαστε σήμερα είναι μια επανεπινόηση της νεότητας --μια αποσύνδεση της νεότητας απ' τους ρυθμούς προγραμματισμένης καταστροφής του εμπορεύματος, μια οντολογικοποίησή της ως ατέρμονο πάθος για σκέψη και ζωή-- είναι εξαιρετικά δύσκολο να την σκεφθεί κανείς χωρίς αυτούς τους γέρους.

3 σχόλια:

  1. τι εγινε γαμοτι ? γερασαμε ?
    κοιταγα χτες το βιντεο με την μανα που χυμηξε στον Ναζιστη Δημαρχο ....τα γεροντια-βετερανους που καθονταν στις τιμητικες δεξια ,αριστερα ...ουτε κουνηθηκαν (εστω να σηκωθουν)
    Η νεα μανα πηρε την Ιστορια επανω της
    και ο γιος της θα την συνεχισει ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Νομίζω ότι είναι σαφές πως το ζήτημα για το οποίο μιλάω αφορά τις δυτικές, καπιταλιστικές κοινωνίες των τελευταίων 60 ετών. Κι εκεί βέβαια υπάρχουν εξαιρέσεις. Όμως νομίζω ότι το ζήτημα δεν αναιρείται από την ύπαρξή τους. Μια ματιά στην νεολαία των χωρών της ΕΕ αρκεί.

      Διαγραφή
  2. Το αντίθετο από την κατοχή και την αντίσταση όπου οι νέοι ήταν ο κορμός.
    Έπειδή θέλω να ελπίζω ότι και για τους νέους ισχύει η πρόταση, ότι "είναι καλύτεροι από την κουλτούρα τους", πιστεύω ότι αυτή η αντιστροφή σε σχέση με τότε, οφείλεται και στην διαφορά ρυθμού των εξελίξεων. Τότε ήταν δρόμος ταχύτητας, τώρα είναι μαραθώνιος.

    ημιάγριος

    ΑπάντησηΔιαγραφή