Σάββατο, 12 Απριλίου 2014

Ο συλλέκτης

Εγώ συλλέγω τις ιστορίες.
Αρχειοθετώ αυτό το κόκκινο μάτι, αυτή
τη σκυμμένη ράχη, αυτό το κουδούνισμα
των κλειδιών και το δισταγμό μπροστά στην πόρτα
αυτό το μετέωρο πόδι στο παραπέτο της γέφυρας.
Το ιδρωμένο χέρι πάνω στο παντελόνι,
το φόβο και την έλλειψη του φόβου,
το φάρμακο και την δισημία του φαρμάκου
τη σημαία που ξεδιπλώνεται εσωτερικά
στο θώρακα, στα εντόσθια
εγγράφω
στον κατάλογο.


Τις κουβαλάω και με κουβαλούν, όλες αυτές
οι πέτρες, οι κόμποι από τραχύ σκοινί, όλες
αυτές οι επισκέψεις
της σκόνης. Με τα ακροδάχτυλα ρουφάω το μελάνι.
Γονατιστός
στην κοιλιά του κήτους, μετράω τις χάντρες
στο κομποσκοίνι, λέω την προσευχή
του ξεχασμένου, των βουβών τη γλώσσα
ανακαλώ
στη μνήμη.

Θα ρθει μια μέρα
για να ειπωθούν οι ιστορίες
με σύρμα
θα αναδυθούν από τα βάθη του στομάχου
με δυναμίτη απ' τις υποθαλάσσιες σπηλιές
των στομάτων θα εξφενδονιστούν
η στάχτη και τα μαργαριτάρια.

Θα ρεύσει η χολή σαν μέλι. Θα εγγραφούν
τα ονόματα που λείπουν από τις λίστες των αρχών.
Θα ενθυμηθεί ο ιαγουάρος
τη φρικτή συγκυρία της αλαλίας του, θα καταθέσει
για το άδικο το δέντρο. Απ' τους χιλιάδες μικρούς θανάτους του
θα φτιάξει έναν μεγάλο, αδιάρρηκτο θάνατο
ο εργάτης. Θα τον απλώσει μαύρο απ' τα μπαλκόνια
των πολυκατοικιών. Θα κοκκινήσει ο ήλιος, θα ανταποκριθεί
η πέτρα απ' τα ενδότερα με πυρακτωμένα ουρλιαχτά,
θα εμφανιστεί ακέραιο το απρόφερτο σύνθημα.

Εγώ δεν θα 'χω δουλειά, δεν θα πω τις ιστορίες.
Αυτές μονάχες θα μιλήσουν, μια εκκωφαντική φορά
κι έπειτα, μες στις γραμμές των σπασμένων
τυμπάνων θριαμβεύοντας,
λάβαρα στην κοιλάδα του κλαυθμού των οδόντων εγκαθιστώντας,
αληθινά
θα ξεχαστούν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου